Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Τα απομνημονεύματα ενός γαϊδάρου.


ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΑΦΕΝΤΙΚΟ
Κ. ΕΡΡΙΚΟ ΝΤΕ ΣΕΓΚΙΟΥΡ
Μικρό μου αφεντικό. Ήσασταν πάντα πάρα πολύ καλός μαζί μου, μιλήσατε όμως με περιφρόνηση για τους γαιδάρους γενικά και για να σας κάνω να γνωρίσετε τι είναι οι γάιδαροι, γράφω και σας προσφέρω τούτα τα "Απομνημονεύματα". Θα δείτε, αγαπητό μου μικρό αφεντικό, με ποιον τρόπο, τόσο σε μένα, έναν φτωχό γαίδαρο, όσο και στους φίλους μου τους γαιδάρους, τις γαιδούρες και τα γαιδουράκια φερθηκαν άδικα οι άνθρωποι. Θα δείτε πως έχουμε πολύ μυαλό και πολλά εξάιρετα χαρίσματα. Θα δείτε, ακόμη, πόσο κακός ήμουν στα νιάτα μου, πόσο τιμωρήθηκα κι ένιωσα πως ήμουν δυστυχισμένος και πόσο το μετάνιωμά μου μ' άλλαξε και μου χάρισε ξανά τη φιλία των συντρόφων μου και των αφεντικών μου. Θα δείτε ακόμη, όταν θα 'χετε τελειώσει το διάβασμα του βιβλίου αυτού, πως αντί να λέτε:"βλάκας σα γάιδαρος", "αμαθής σα γάιδαρος" και "ξεροκέφαλος σα γάιδαρος", θα λέτε: "έξυπνος σα γάιδαρος', "σοφός σα γάιδαρος", "υπάκουος σα γάιδαρος" κι ότι, τόσο εσείς όσο κι οι γονείς σας, θα 'σαστε περήφανοι για τα εγκώμια αυτά. 
Γκά! Γκάάά! Καλό μου αφεντικό. Σας εύχομαι ο βίος σας να μη μοιάσει με το πρώτο στάδιο της ζωής του πιστού σας υπηρέτη.
ΚΑΝΤΙΣΟΝ
Σοφός γάιδαρος.

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤΙΣΟΝ
Δεν θυμάμαι την παιδική μου ηλικία. Πιθανον να 'μουν πολύ δυστυχισμένος καθώς όλα τα γαιδουράκια, όμορφος, χαριτωμένος όπως είμαστε όλοι. Πολύ σίγουρό όμως είναι πως είχα πολύ μυαλό, εφόσον όσο κι αν είμαι σήμερα γερασμένος, έχω ακόμα περισσότερο από τους συντρόφους μου. Έπιασα παραπάνω από μια φορά, τα δυστυχισμένα τ' αφεντικά μου, που δεν ήταν άλλο από άνθρωποι, να μη μπορουν να 'χουν, λισως γι' αυτό, την εξυπνάδα ενός γαιδάρου. 
Θ' αρχίσω να σας διηγούμαι ένα σκάρωμα που τους έπαιξα τον καιρό που ήμουν ακόμη παιδί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Η ΑΓΟΡΑ
Επειδή οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να ξέρουν ότι ξέρουν οι γάιδαροι, σίγουρα θ' αγνοείτε εσείς που διαβάζετε το βιβλιαράκι τούτο, ότι είναι γνωστό σ' όλους τους γαιδάρους που είναι φίλοι μου: Κάθε Τρίτη, γίνεται στην πόλη Λαίγκλ μια αγορά, όπου πουλάν λαχανικά, βούτυρο αυγά τυρί, φρούτα κι άλλα τέτοια εξαίσια πράγματα. Η Τρίτη, λοιπόν, είναι μέρα μαρτυρίου για τους δυστυχισμένους τους συναδέλφους μου. Το ίδιο ήταν και για μένα πριν μ' αγοράσει η καλή μου γριά αφέντισσα, η γιαγιά σας που κοντά σας ζω τώρα. Άνηκα σε μια αγρότισσα κακιά και απαιτητική. Φανταστείτε, αγαπητό μου μικρό αφεντικό, τόση ήταν η πονηριά της, που μάζευε όλα τ' αυγά που γεννούσαν οι κότες, όλο το βούτυρο και τα τυριά που έβγαζε από το γάλα των αγελάδων της, όλα τα χορταρικά και τα φρούτα που ωρίμαζαν μέσα στην εβδομάδα, για να γεμίζει κοφίνια μ' αυτά, που τα φόρτωνε στη ράχη μου.

ταξιδάκι



το βρήκα στο http://krasodad.blogspot.com/
κρασοπατήρ και μεταλαβιά!
-αυτό είναι ξερό ψωμί μετά οίνου.

Μαϊστράλι

Νύχτα στη θάλασσα. Στ' ανοιχτά ο Σασυφής με το βαρκάκι του, σα μοναχικό κερί σε σκοτεινή εκκλησιά που στο θόλο της χίλια μύρια άστρα σε καλειδοσκοπικούς συνδυασμούς αχνοφέγγουν. Μόνος. Ο σκύλος δεν κούνησε ρούπι από το σπίτι παρόλες τις παροτρύνσεις του. Ανόρεχτος τον κοίταξε με βλέμμα γλαρό και δεν του έδωσε καμιά σημασία. Μόνος ξεκίνησε με τη μηχανούλα της βάρκας να ξεροβήχει από το καθησιό τόσων μηνών και αφού απομακρύνθηκε αρκετά, τόσο που τα φώτα του δρόμου που οδηγεί στην παραλία να ναι δυσδιάκριτα σταμάτησε. Γλυκιά η νύχτα, ζεστή, καλόβολη. Κι η θάλασσα οικοδέσποινα ανοιχτόκαρδη του μουρμουρά αρχαία μυστικά, από το χέρι τον παίρνει, ξάνοιγμα καρδιάς, μετάληψη, μαύρο νερό, γλιστρά το σώμα και μπαίνει σε μηδενικό χώρο, βυθίζεται κι αναδύεται με μια ανάσα, κολυμπάει, επιπλέει κάτω από τη στοργική επίβλεψη των άστρων που στραφταλίζουν σαν πυγολαμπίδες σε παγκόσμιο συνέδριο. Εξαγνισμός.Έπειτα στη νυχτερινή νηνεμία, σ αυτό το πλήρες σκοτάδι αναγαλλιάζει, λευτερώνεται ξαπλωμένος στο μικρό του πλωτό νησί.
ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ.
ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΣΩ
Σ ΕΝΑ ΑΔΙΕΞΟΔΟ Ν ΑΠΟΜΕΙΝΩ.
ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ,
ΕΝΑΝ ΑΙΩΝΑ,
ΜΙΑ ΖΩΗ
ΕΝΑ ΤΩΡΑ.
ΤΟΤΕ,
ΕΝΑ ΠΟΤΕ ΠΟΥ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙ "ΕΔΩ".
Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΠΑΕΙ ΠΙΑΤΑ.
ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ ΣΕ ΛΕΙΤΑΝΙΕΣ, ΜΕ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ.
ΜΑ ΓΩ Σ ΑΥΤΟ ΤΟ "ΑΚΟΜΑ ΣΑΒΒΑΤΟ"
ΛΕΩ ΝΑ ΧΟΡΤΑΣΩ ΛΙΓΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 
ΛΙΓΗ ΑΝΗΜΠΟΡΙΑ
ΛΙΓΟ ΑΤΗΜΕΛΗΤΟ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ
ΛΙΓΟ ΔΕ ΜΕ ΜΕΛΛΕΙ.
ΠΟΣΟ ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΩΝΑΞΩ
ΜΟΥΓΓΕΣ  ΚΡΑΥΓΕΣ
ΘΡΥΨΑΛΑ  ΦΩΤΕΙΝΑ 
ΕΝΑΣ ΟΥΡΑΝΟΣ Π ΟΡΜΑ
ΚΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΤΟ ΓΥΡΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΜΕ ΦΩΤΑ ΤΥΦΛΑ ΟΔΗΓΕΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
ΠΛΑΓΙΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΣΤΡΟΦΕΣ
ΚΙ ΕΝΑΣ ΚΑΜΠΟΣ ΜΕΤΑ
ΑΝΟΙΧΤΟΣ ΑΠΕΡΑΝΤΟΣ
ΑΥΤΗ Η ΒΡΑΔΙΑ
ΔΩ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ
ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΟΛΑ.
Γυρνά ξαλαφρωμένος στο σπιτάκι. Ο σκύλος κάτι μουρμουρά στον ύπνο του. Μακρόσυρτα επιφωνήματα. Άλλη γαλήνη αυτή, σπιτίσια. ξώφαλτσα περνάει από τον καθρέφτη πάνω στο κομό και του βγάζει τη γλώσσα. Λίγο γλυκό του κουταλιού και κρύο νερό από το ψυγείο που συνεχίζει να φιλοσοφεί βουίζοντας. 



οπτασίες, ονειροφαντασίες, αθελούσιες Αχερουσίες σε πνιγμό, σε λυγμό, σ ανάσταση, σε κατάσταση άκρως ιδιάζουσα και κρημνώδη. Βάλσαμο οι στιγμές. Στιγμές μαζί σου. Σ αυτόν τον ονειρότοπο που κανείς δεν ξέρει κανένα αλλά η αγάπη με μια μαγική τσιμπίδα διαλέγει τα τρόπαια του απολυτρωμού. Ένα σ αγαπώ ακόμα. Και γιατί όχι; Σάμα να στέρεψε η ψυχή; Η ψυχή έχει τη δική της φωνή. πάει στ απάτητα μονοπάτια των ενδοιασμών μας και κερδίζει μια παρτίδα με Σικελική άμυνα. Παιχνίδι στο τραπέζι κι ο Σασυφής κάτω από το πέπλο της κουνουπιέρας κοιμάται του καλού καιρού, πια.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Σαμιαμίδια στον τοίχο.

Εκκολαπτόμενη σιωπή, ανακυκλούμενη. 
Μαρμαρυγή αργού ανέμου, σύρσιμο βαρύ μιας μελωδίας αναδιπλούμενης, αχόρταγο τ αυτί περιμένει τον επόμενο χτύπο, τον επόμενο ήχο. Νύξεις αγάπης, ξεφυσήματα φαλαινών. Νύχτα στο υφάδι μιας μοίρας, ξέθωρη ζωγραφιά τρικλίζοντος ιδεογράμματος. Που το νόημά του κι όλα τα υπάρχοντά του έχουν χαθεί σ ένα σταθμό αλλοτινού ταξιδιού. Κι ίσως να είναι στα αζήτητα, ίσως να ναι σ άλλα χέρια πια, ποιος ξέρει; Δαγκωνιές μουσικών συγχορδιών, χρατς χρουτς, που αυτοθυσιάζονται στο βωμό μιας άποψης γεννημένης από τη φιλοκαλία κι από την έπαρση, εξαϋλώνονται και μετατρέπονται σε στατικά ιχνογραφήματα, ακουαρέλες υδαρείς σε ευαίσθητα χαρτιά που δεν αντέχουν κι αυτοκτονούν από την επίδραση του χρώματος πάνω τους σε ανύποπτο χρόνο. Έρευνες της αστυνομίας άκαρπες. Ουδείς ο δολοφόνος. Φταίει μάλλον η ιδιοσυγκρασία του θύματος, η πραγματικότης, οι περιστάσεις, τα γεγονότα εν γένει είπε ο επιθεωρητής ξύνοντας το μούσι του μ εκείνο το ύφος απύθμενης σοφίας που μαρτυρά  την αδημονία του να πάει στο κοντινότερο και σκοτεινότερο μπαρ με τις ανθισμένες οπτασίες μιας πλασματικής ερωτοτροπίας έναντι ακριβούς αντιτίμου. Σπαρταράει η νύχτα, κλαίει, στην αντεκδίκηση του απόντος φεγγαριού άοπλη, ανήμπορη ν αντισταθεί, λυγισμένη σα  δενδρύλλιο ατυχές, θύμα ενός κακοπροαίρετου ανέμου που το στραγγαλίζει μ επιμονή καθώς περνά από πάνω του κυματιστά, ανεπανόρθωτα. Χαϊδεύει η μουσική τις γρατζουνιές, και μετά με θηριώδη νύχια χώνεται σε μαλακές σάρκες κοιμώμενων, έξαψη, ένα πεφταστέρι γκρεμίζεται στο ρηχό πάτο αστικού συντριβανιού, λαμπυρίζοντας έντονα, αναστατώνοντας τους ερωτευμένους και τους άστεγους του πάρκου που όμως τα λεγόμενά τους τ ακούν τα σύννεφα μόνο κι αναστενάζουν. Οι περίοικοι κωφεύουν και το μαγικό τους διαφεύγει ολωσδιόλου. Έτσι ανενδοίαστα και λόγω αυτού του μελετημένου στρουθοκαμηλισμού παίρνουν τ αναγκαία ένσημα για μια πολυτελέστερη ζωή σ ένα μακρινό πλανήτη που ποτέ δε θα επισκεφτούν, αλλά όπως λέει κι η ρήση "μάζευε κι ας είναι ρώγες". Νάτην πάλι η μουσική. Στα μικρά περιθώρια πυκνογραμμένων σελίδων τιμωρίας, επαναλαμβανόμενης πρότασης, ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑ..., στα κενά διαστήματα παντζουριών σα χλωμή αχτίνα από το φως ποδηλάτου αγκομαχούντος ποδηλατιστή. Η κλεψύδρα του χρόνου στέλνει αμμουδιές τα πάνω κάτω και στο κομπολόγισμα των δευτερολέπτων σκληρές εικόνες καρπώνονται μια ευωχία θησαυρικού κουρνιαχτού. Αμετανόητη μουσική. Πάει και χτυπάει τις πόρτες και τα κουδούνια σαν έξαλλος συγγενής που γυρνά αργά από ταξίδι εξωτικό κι απαιτεί όλα να ναι στη θέση τους σα να μην είχε λείψει μια στιγμή. Μωρία! Αλλά η μουσική δεν στέκει στο ανόητο. Πάει και φωλιάζει εκεί που μπορεί να σπείρει και να θερίσει το εν δυνάμει - θυμάσαι το εν δυνάμει; καθόμασταν παραδοσιακά στο παραδοσιακότερο τσιπουράδικο και τυρβάζαμε κι έπεσε το εν δυνάμει κει ανάμεσα στους μεζέδες και τα παγάκια και τα αλκοόλια και μετά πήραμε τους δρόμους με τ αμάξι και με κάτι ανατολίτες να στριγγλίζουν στο σι ντι κι εμείς να ξελαρυγγιαζόμαστε μαζί τους. Χαρά και μεγαλείο!  Η μουσική φτιάνει μια δίοδο. Επιλογές ανάμεσα στ αχανές και τ απέραντο. "Πρέπει να είμαστε πεζοί και να οριοθετούμε τη ζωή σε λειψά κείμενα;" ρωτά. Μα ποιος της είπε να ρωτά; Θα πρέπει μόνο ν απαντά. Να δίνει χρώμα και ύφος στη ζωή μας. Να ρωτά ποτέ. Ποτές. Η μουσική σουφρώνει τα χειλάκια, θυμώνει, λυπάται, είναι έτοιμη να ρίξει κεραυνούς και καταιγίδες, ανεμοστρόβιλους και τυφώνες. Η μετεωρολογική υπηρεσία απομένει μετέωρη. Τέτοια δε συμβαίνουν στον καθωσπρέπει κόσμο μας!  Πιστοί ψάλλουν το "δόξα εν υψίστοις" αλλά λαίλαπας γενόμενης το εν υψίστοις εξακοντίζεται στα βάθη μιας υποσυνείδητης έκρηξης. Ολότελα ανεπαίσθητης. Αποπλανητική νύχτα. Ο Σασυφής χαμένος στα βινύλια. Μισοφέγγισμα νύχτας. Ασθμαίνουσας. Θάμπος κι έρως μαζί περπατούν σ ένα κήπο ολάνθιστο. Μουρμουρητό συμπαντικό κι η ανάσα γίνεται μαξιλάρι για όνειρα. Σ αγαπώ κι ας πεθάνει το σύμπαν. Ακόμα και τότε θα σ αγαπώ πάρα πολύ. Σβήνει το κύμα στην αμμουδιά. Σβήνει ο κόσμος όλος . Και με τσακμάκι απαγορευμένο ανάβει το Σάββατο. Καλημέρα.



Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

μετά το χασμουρητό και πριν τον καφέ

Πάει, ξημέρωσε. Πέρασε η νύχτα, γεμάτη μυστήριο, με τα μούτρα σ ένα αστυνομικό γρίφο. Ανάγνωση μέχρις τελικής πτώσεως! Τώρα, ώρα για τον πρώτο καφέ της ημέρας που από μια παραξένια τον πίνω ζεστό, ναι οι φραπέδες ας περιμένουν να μπει η μέρα για τα καλά. Αχ αποφράς ημέρα. Θα τρέχω στα ταχυδρομεία όπου θα ακουμπήσω τον οβολό μου και μετά με της απενταρίας το παράσημο θα μπορώ να κοπροσκυλιάζω ελεύθερα παντού. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Όπως έλεγε και σε ένα βιβλίο "Το χρήμα είναι σαν το ψάρι. Πρέπει να τρώγεται φρέσκο ειδαλλιώς μυρίζει". Με τέτοιες σοφίες στην κεφαλή άντε να κάνεις προκοπή. Ωραία ήταν και ψες, κάτι θεοπάλαβοι πήραν το δρόμο ανάποδα έξω από το σπίτι μου κορνάροντας μανιασμένα. Ε! Από απωθημένα έχουμε όλοι και μπόλικα' που να βγάλεις άκρη!! Αγκρρρ ξυπνάει μέσα μου ένα τσιφούτικο καθαρματάκι που μου λέει όλο γλύκα - Τι ΤΕΒΕ και χαζά! Κανε τα ευρώ σου μονόλεπτα, γέμισε την μπανιέρα και απόλαυσέ το! 
Αλλά θα συγκρατηθώ και δεν θα παρεκτραπώ. Για την ώρα, χμ. ΚΑΛΗΜΕΡΑ. ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΜΑΙ.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

η αίθουσα του τσαγιού β΄ μέρος.


 Προετοιμασμένος έτσι, ο καλεσμένος θα πλησιάσει σιωπηλά το ιερό και, αν είναι σαμουράι θ αφήσει το σπαθί του ατην καλαμωτή κάτω από τις γρηπίδες, αφού η αίθουσα του τσαγιού είναι κατ εξοχήν οίκος ειρήνης. Ύστερα, θα σκύψει και θα συρθεί μέσα στην αίθουσα από μια πορτούλα που το ύψος της δεν ξεπερνά τα τρία πόδια. Αυτή η διαδικασία ήταν υποχρεωτική για όλους τους καλεσμένους - τόσο τους ανώτερους όσο και τους κατώτερους κοινωνικά- και σκοπός της ήταν η διδαχή της ταπεινοφροσύνης. Η σειρά της προτεραιότητας έχει συμφωνηθεί από κοινού, ενόσο οι καλεσένοι αναπαύονται στο ματιάι' θα γλιστρήσουν έπειτα αθόρυβα και θα καθίσουν στις θέσεις τους, αφού πρώτα προσκυνήσουν το ζωγραφικό έργο ή το άνθινο σύνολο στην Τοκονόμα. Ο οικοδεσπότης δε θα μπει στην αίθουσα παρά μόνο όταν οι καλεσμένοι θα έχουν πια καθίσει και θα βασιλεύει απόλυτη γαλήνη, δίχως κανένα ήχο να σπάζει τη σιωπή, εξόν από το μουρμουρητό του νερού που βράζει στην τσαγιέρα. Η τσαγιέρα τραγουδάει αρμονικά, γιατί ο σιδερένιος πάτος της είναι κατασκευασμένος έτσι ώστε να παράγει μια ιδιόμορφη μελωδία: μπορεί κανείς ν ακούσει, λες, την ηχώ του καταρράκτη πνιγμένη από τα σύννεφα' τα κύματα που αφρίζουν στα βράχια' τη βουή της θύελλας που σαρώνει το δάσος των μπαμπού' το θρόισμα των πεύκων στον πέρα λόφο.

δροσερές γεύσεις

 το μεσημεράκι προχωρά
κι η βαρεμάρα επεκτείνεται
πάει με τεμπέλικο βήμα στην κουζίνα
 καταστρώνει σχέδιο δράσης
μιας φρουτώδους περιπέτειας.
μιαχ μιαχ
στην ξάπλα ξανά.


ερωτικό,ssf

Λειψό φεγγάρι, παραπλανημένο, στις σκιές χοροί. Ήχοι μόνο και σκοτάδι, αθώρητο φτερούγισμα, κράτημα, βαριές ανάσες, μυρωδιές, μάτια πελώρια ανοιχτά κι ολόγυρα αστροφεγγιά. Αυτό το άρωμα σκίζει την ψυχή, σκίζει τη νύχτα  σαν σιωπηλό πλεούμενο σ ουράνιες θάλασσες. Πνιχτός βόγκος κι η αγκαλιά γίνεται ανάπαυλα. Καρδιοχτύπι σ ένα του χρόνου ρήγμα, μια συνάντηση το ηλιοβασίλεμα κι ο Σασυφής ζευγαρωμένος περιπλανιέται  στην ηδονή,  αυτήν την ανεξερεύνητη μα τόσο οικεία χώρα- σώμα. Αγαπημένο, εύπλαστο, ζεστό, παιχνιδιάρικο, πανζουρλιστικό, εκρηκτικό, ξέπνοο, εκστατικό, αφεμένο. 
Σκέψη βυθισμένη σε βαθιά νερά. Βγαίνει έξω να πάρει αέρα. Μια σκιά τον ακολουθεί, στην δροσιά της νύχτας μένουν σιωπηλοί. Ένα τριζόνι βομβεί κι ο κόσμος μοιάζει αφηρημένα υπέροχος.


η φωτογραφία από το φεγγαράκι http://iosif-photography.blogspot.com/

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Δροσιστικές περιπέτειες!

too crazy too

Στο έμπα της νύχτας σε παγκάκια, πάρκα, παραλίες, πλατείες, στα μπαλκόνια, στις βεράντες, στις ταράτσες, στις αυλές, σε κλιματιζόμενα δωμάτια, ενοικιαζόμενα δωμάτια, σκάφη, κλαμπ και μπουζουξίδικα, ήσυχα πάρκινκ ή τολμηρές κρυψώνες, όπου και να είμαστε μας βρίσκει ο θέρος και μας βαρά αλύπητα μέχρι να πούμε Ήμαρτον κι ας εννοούμε Έλεος!
τώρα μιλάει κι η ομερτά αυτοπροσώπως το τέρας. που κάθεται, κάθομαι και σιγοβράζω στο ζουμί μου σε ποζισιόν σφίγγα. χα χα. Ασύλληπτο χαβαλέδιασμα και χαζοχαρουμενίασις, είναι το  γνῶθι σαὐτόν, ποιον; Άσε θα παρατήσω το πληκτρολόγιο και θ αρχίσω τις γυροβολιές. Στις δω, στις πέρα γειτονιές, με κλάξον σπινιαρίσματα γκάζια τετακέ και απ όλα. έτσι για να δω αν φυσάει απ το σπασμένο μου παρμπρίζ, φτου σπασμένο είπα ε; 
Πρέπει να ζούμε κι έτσι σ αυτό το τρελό κοτέτσι, σα να μη συμβαίνει τίποτα. ΦΤΥΧΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΘΑΜΕ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΙΣ. ¨Εγινε το φεγάρι, ναι μ ένα γ, χαντζάρι και πάει και θερίζει αυτά που εν αγνοία μου είχα σπείρει, μπα θα μπω κι εγώ στο κλουμπ των εναλλακτικών, δημιουργούντων ενέργεια με ζεν διαδικασίες, χρου χρου. Αμ τι; θα ξεροσταλιάζω στον ΟΑΕΔ που πάει να πει Όλα Αυτά Είναι Δράμα; Ένα δράμα σε πολλές πράξεις; εκ του πράττω αλλά δεν εισπράττω, μάλλον όλο και κάτι εισρέει καθότι διαρροές κι άμα είναι από το γκαζάκι γιατί το κανονικό γκάζι πολύ φάπα έχει δε συμφέρει, τότε σε τόπο χλοερό με το στανιό.  Άσε χάλια των χαλίων ούτε να τα τινάξεις σήμερις, δεν χωρούν τα κοιμητήρια, ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΧΩΡΟ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΨΟΦΗΣΤΕ ΑΡΓΟΤΕΡΑ. Κι άντε να περιμένεις με τη στερνή πνοή  στην ουρά... 
γελώ και τραγουδώ κι αποφεύγω τις συμπληγάδες, τουτ έστιν τους απλήρωτους λογαριασμούς που έχουν και πίσω όψη και μπορούμε εκεί να γράψουμε όσους αφορισμούς μας έρχονται στο νου αλλά κι άλλους που θα προκύψουν. Και μετά θα κάνουμε μια ωραία ταπετσαρία, να πω πικρή αλήθεια έχω ήδη μία με πτυχία και πιστοποιητικά αλλά μου είπαν είναι ντεμοντέ, τώρα μόνο χρεωστικά και απειλητικές επιστολές και φωτογραφίες από τους κλητήρες που έρχονται μισοκαρβουνισμένοι από την καπνοδόχο να πάρουν το ντιβιντί και τον αποχυμωτή, ε, παιδιά! έχω και μια μοκέτα ξεχασμένη στην αυλή χεσμένη απ τις γάτες...Αυτά είναι για το λίβινγκ ρουμ σε χρώματα της μόδας πολύ ιν. τι να κάνω που μαι θύμα της μοδός; ν αρνηθώ; ποτέ! 
Εδώ ολόκληρη πατρίδα κοιμάται, κοιμάται η αγάπη μου, μη μου την εξυπνάτε, τι να πω κι εγώ το μοιράκιο; ένα τίποτις με μπόλικο καθόλου, αυτό θα πω γιατί είναι αυτό που είμαι'  του ΤΙΠΟΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ιδρυτικό στέλεχος. 
Κατά τα άλλα είμαι και λίγο στριμμένο άντερο και με όξω [- μαλάκες!!! ορίστε τι καλά που τα καταφέρνω ξέρω και να βρίζω αλλά να μην το πείτε πουθενά, μη διαρρεύσει] καρδιά που κάνει συνδυασμό άπαιχτο και κάπως μ έχει ταλαιπωρήσει κάπως στη ζωή μου, κάπως. αχ αχ αχ.


τώρα πέθανα κι αναστήθηκα, είναι μια συνήθεια κι αυτή κακή, κακίστατη, αλλά πρώτα πεθαίνει ο άνθρωπας κι έπειτα τα χούγια! Μη το επιχειρήσετε, είναι για δυνατούς λύτες. Για να μην προτρέχουμε των γεγονότων ας αφήσουμε τούτο το μάταιο κόσμο κι ας πάμε μια βόλτα κει έξω, όπου ορίζει κανείς το "κει έξω' του. Πλάι σ ένα κρομί, κορμί, μέσα στα αγιασμένα καθαγιασμένα του καθημερινά πεπραγμένα, πίσω απ τα όρια, πάνω στα όρια, έξω απ τα όρια, όργια, πω πω σκέτη χασούρα ενέργειας κι ο φεγγάρης στο σουρωτήρι βγάνει ζουμί και ψυχή. εγώ, σεις τι ψυχή έχουμε και που την διοχετεύουμε; Πάει χαμένη στους καθρέπτες ή είναι διάσπαρτη στο όπου να ναι υπερπέραν; Όπου. Τα πάω να ξαναπετάνω, Μ έπιασε μια συστολή, μια ακαριαία ακαρδιαία καρδιακή προσβολή. Προβολή. Και κει που εικόνες κινούνται η σκέψη μου λοξοδρομεί και πάει όπου της γουστάρει. Σε λιβάδια με τετράφυλλα τριφύλλια, σε αστρόκαμπους, στα πέρατα της γης.
Πέρασε ένας αιώνας
κι ακόμη ν αποκρυπτογραφήσω
τι ήταν αυτό που μας ένωσε
μας χώρισε.
Και σα χταπόδι ρωτευμένο
πλοκάμια απλώνω
σ ένα κυβερνοχώρο κενό
να σε βρω.
Μα κι εσύ στο θαλάμι σου
κάποιο τζάμι θα θαμπώνεις
κάποιο μαξιλάρι θα ποτίζεις
και τα σκληρά λόγια
φράχτες
όχι φταίχτες.
υπάρχουν στη ζωή πόρτες λογιών λογιών
και διαφυγές.
ανάσες.
νύχτα
κολυμπάει στα ξάστερα.
σπάσε την κλειδαριά
έλα γοργά
αυγή σιμώνει
στεφάνι φωτεινό στα μαλλιά
ένα τίποτα μες στα τίποτε του κόσμου
αλλά αν το πεις,
πεθαίνει το θεριό.
μένει μοναχό
το σ αγαπώ.
έκθετο μωρό σε σταυροδρόμι'
μοναδική ευκαιρία.
ζαρωμένοι φόβοι
τσαλακωμένες ελπίδες
φωτιές στις αμμουδιές
κιθάρες γιουκαλίλια
και τα ψαροκάικα στο γυρισμό
ένα σκασμό ψάρι
μπύρα από κουτί.
άμα ζωγραφίσεις αυτόν τον τοίχο
βάλε και το δικό μου φιλί.
Αγάπη τροχοπέδη ή λευτεριά;
Τίποτα δεν απαντά. Πάμε μια βόλτα στο πουθενά...

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

ἐρήμην. vert-de-Grèce (verdigris).

χρώμα οξείδωσης. διάτρητη προσευχή. μέταλλα διαστέλλονται και συστέλλονται, σονάτες τριγμών εν τω μέσω της νυκτός.ονειροβασίες ιπτάμενων συλλογισμών εξορυγμένων από παρακαταθήκες ατόκιστων ιλαρών ημερών σε υγρούς βιότοπους, εκεί που η ζωή κυλάει σε μια διαρκή σπατάλη, μια θεσπέσια παράκρουση, εκεί που το τίποτα αποκτά ύλη και γίνεται απόμακρο φως, φωτεινό φίλτρο που κοσκινίζει τη σκέψη, την ύπαρξη την ίδια. κι ότι μένει, μικροί ακατέργαστοι βώλοι που στην καρδιά τους έχουν το σπόρο των χιλίων ουρανίων τόξων και μια στάλα αίμα.



απόπλους στο αχαλίνωτο της ζωής, χαλίκια ψυχής κατρακυλούν, περνάει η νύχτα και τίποτα δεν ακουμπάει μόνο οσφραίνεται, μόνο πετάει. Πάνω από εμάς, πέρα από εμάς, στο δικό της τώρα και ποτέ, τώρα ή ποτέ Κι αν δεν το ξέρουμε, αν δεν έχουμε την απάντηση, αυτή πάλι αγέρωχη τίποτα δε θα μας πει' θα ρθει και θα φύγει σα να μη συμβαίνει τίποτα, σαν τίποτα να μην έχει συμβεί. Μα στ αλήθεια, όμως, τι έγινε πια; Ράγισεν η καρδιά μου ακόμη μια φορά. Ας τ αφήσουμε να φύγει κι αυτό κι ας επικεντρωθούμε στην καλοκαιρία και την αναζήτηση ίσκιου στο ντάλα μεσημέρι' αυτό έχει ένα σωστό νόημα θαρρώ.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Σασυφής 69 -παλιό.

 14 ώρες μετά. το αυτοκίνητο φεύγει. Στέκει ο Σασυφής και το κοιτά. Ύστερα γυρνά στο σπίτι. Μπαίνει μέσα' στρωμένο το τραπέζι για δύο. Παίρνει από το ψυγείο το μπουκάλι του κρασιού και σερβίρει τον εαυτό του στο κολωνάτο ποτήρι που θαμπώνει. Ήσυχο τ απόγευμα. Ο σκύλος κοιμάται στη δροσιά του χωλ. Ένα βαρκάκι περνά κι η θάλασσα λάδι. Ένα χαρτάκι του τραβά την προσοχή μισοκρυμμένο κάτω από το πιάτο της. το τραβά και το διαβάζει. "Κάθε φορά που βρισκόμαστε, μια έκπληξη  Μ αρέσει που νιώθω έτσι. Παράξενα. Μ αρέσει να σε βλέπω και να ξαφνιάζομαι και να σε θέλω πάλι από την αρχή". Το χαϊδεύει με τα δάκτυλα, το διπλώνει κι έπειτα, το σκεπάζει με το χέρι και κοιτά τον ορίζοντα.. 

Πλάι στο κύμα.

Πέρασε μια μέρα και στην παραλία. Ο Σασυφής κατάκοπος μετά τη λάτρα, τόσο καιρό πια κλειστό το σπίτι ήθελε μπόλικη δουλειά.  Ο σκύλος αραγμένος στην προεδρική του θέση ανοίγει πότε πότε τα μάτια να ελέγξει αν είναι όλα εντάξει. Φαγητό, λίγα κρίθινα παξιμάδια και σαλάτα δώρο του γείτονα. Με την πανσέληνο που πέρασε ακόμη ψάρι δύσκολα να βρεθεί του είπε, αλλά μια από τις επόμενες μέρες όλο και κάτι θα γίνει. Κεράκια ανάμεσα στις γλάστρες, ραχάτι στη σεζ λονγκ και κάπου μετά το μεσονύχτι νάτο το φεγγάρι εμφανίστηκε επιτέλους κι έλαμψε το κύμα. -γεια σου φεγγάρι! Μα τι φεγγάρι είσαι εσύ! Αναζωογονημένος, αφήνεται σε νυχτερινούς ρεμβασμούς. Νιώθει τα τσιμπιματάκια από το αλάτι που δεν ξέπλυνε μετά από πολλές σκόρπιες βουτιές και πλατσουρίσματα κατά τη διάρκεια της μέρας. Αλατάκι και λίγο χρώμα στο κορμί, ζωηρή διάθεση. Το μπαουλάκι κλειστό ακόμη. Θα ρθει η ώρα του, ίσως αύριο. Τώρα τίποτε.  Μόνο μια ελευθεριάζουσα αίσθηση, ένα απέραντο σόλο η νύχτα, ελαφρύς ο αέρας παίρνει τη νύστα μακριά.  Ρουφάει διψασμένα ο Σασυφής τούτη την ευλογία. Δε τη χορταίνει.
ΟΝΕΙΡΑ ΚΛΕΙΣΤΑ.
ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΣΕ ΤΑΞΙΔΙ.
ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΒΡΑΧΙΑ ΔΑΚΡΥΑ, ΑΜΜΟΥΔΕΣ ΑΓΚΑΛΙΕΣ, ΣΥΝΝΕΦΑ ΕΛΠΙΔΕΣ, ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ ΑΣΥΝΤΟΝΙΣΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΠΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ ΠΟΥ ΓΚΡΕΜΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΧΛΥ, ΝΥΧΤΑ ΣΤΑ ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ ΜΙΑΣ ΑΥΓΗΣ Π ΑΡΓΕΙ.
'Αγγελοι φέραν τον άνεμο, σιέται το σπίτι, σιέται κι η καρδιά μου που λόγια έχει ξεχασμένα, βότσαλα θαμμένα, ωρίμασεν ο φεγγάρης και πάγει για ύπνο. Στα φλογισμένα μου μάτια μόνον μια εικόνα έμεινε, σαν καπνός λυγιέται από σανταλόξυλο που καίει και με μυραίνει και με πάει στις ζούγκλες. Αυτές τις γαλήνιες ζούγκλες, ασήμι στο χάδι που γίνεται χρυσό, φεγγάρι μελαγχολικό. Ο Αίολος χαρωπός αύρα και μελτέμι κι ο άη Νικόλας γράφει ΜΑ ΔΕ ΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ; ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ το δικό του εν τούτω νίκα, χρησμό στον ουρανό π αλλάζει χρώμα αγάλι αγάλι.
ΠΗΡΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΚΑΙ ΒΥΣΣΙΝΙ, ΡΟΔΙΝΟ ΚΑΙ ΓΑΛΑΖΙΟ.
ΠΗΡΑ ΑΠ ΤΗ ΓΑΖΙΑ ΣΟΥ ΚΛΑΡΙ ΚΙ ΕΦΤΙΑΞΑ ΦΤΕΡΟ.
ΜΗΝΥΜΑ ΑΠ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ.
Πάει στο υπνοδωμάτιο, ο σκύλος τον ακολουθεί μέχρι την πόρτα. Βγάζει τα σαντάλια του και ξαπλώνει. ένα χτένι στο κομοδίνο του δίνει μια μικρή σκουντιά αναπόλησης αλλά η νύχτα τούτη είναι καλή, καλόκαρδα τον νανουρίζει, μάτια κλειστά, μες στον ύπνο πια.



Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Σασυφής 68 -παλιό.

Χαλαρή μέρα πλάι στη θάλασσα. Ξεκούραση και κολύμπι. Λίγη τακτοποίηση στο σπίτι. Εδώ στο άσπρο σπιτάκι φέρνει ο Σασυφής παλιά τετράδια που θα ήθελε να τα πετάξει. Που όμως πάντα μπαίνει στον πειρασμό και τα ξανακοιτά σκεφτόμενος: είναι για πέταμα. Ένα μωβ τετράδιο σπιράλ. Σε μια σελίδα γράφει: 
ΔΙΑΦΑΝΗ ΝΥΧΤΑ (!). 
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΑΠΗ ΣΤΗ ΓΗ ΑΦΟΥ ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ ΕΣΕΝΑ ΚΙ ΕΣΥ ΕΜΕΝΑ.
διάφανη νύχτα...
Γραμμένο από την εποχή του Τρωικού πολέμου' καρακαψούρης τότε με μια μοιραία και με τη βεβαιότητα πως κι εκείνη συμμερίζεται τα αισθήματά του. Αυταπάτες. Που τις συναντάει με μαζοχιστικό τρόπο κάθε φορά που πάει στο άσπρο σπιτάκι και κάνει το λάθος ν ανοίξει το "μαγικό κουτί". Και τώρα έπεσε πάλι στη λούμπα καθώς έφερε νέα σοδειά για το μπαμπουδένιο μπαουλάκι. Μοιραία παρασύρθηκε, "λίγο να ξεφυλλίσω τούτο, κείνο" και δε μπορεί να σταματήσει' το να τετράδιο μετά τ άλλο -μα στ αλήθεια θέλουν πέταμα! 
Είναι απίστευτο, σκέφτεται, πως κάποια πράματα χάνουν το νόημά τους. Σηκώνεται και πάει προς την κουζίνα.Το παλιό τσαγιερό άδειο και σκονισμένο, παρατημένο στον πάγκο, ξεχασμένο ενθύμιο ανοιξιάτινης βιαστικής επίσκεψης. Το ξεπλένει, κάνει ένα τσάι που το κρυώνει σε μια κανάτα με μπόλικες φέτες λεμόνι. Ξαναγυρνά στο μπαουλάκι, ταξιδάκι στο παρελθόν.
ΕΔΩ ΚΙ ΑΡΚΕΤΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΩ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ.
ΙΣΩΣ ΝΑ ΝΑΙ ΤΟ ΒΟΥΗΤΟ ΤΟΥ ΨΥΓΕΙΟΥ ΠΟΥ ΚΑΤΑΚΛΥΖΕΙ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ Π ΑΣΥΛΛΟΓΙΣΤΕΣ ΠΕΡΝΟΥΝ ΚΑΙ Μ ΑΦΗΝΟΥΝ ΜΙΑ ΤΣΙΜΠΙΑ Η ΕΝΑ ΧΑΔΙ, ΑΝΑΛΟΓΩΣ. ΚΑΙ ΚΑΘΩΣ ΠΕΡΝΑΝ ΜΕ ΒΛΕΠΟΥΝ ΝΑ ΚΑΘΟΜΑΙ ΑΝΥΜΠΟΡΟΣ. ΑΝΥΜΠΟΡΟΣ ΝΑ ΠΑΛΕΨΩ ΜΕ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ. 
ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΣΑ. ΑΚΡΟΒΑΤΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΑ ΣΩΜΑΤΑ, ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ, ΠΟΥ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. ΠΟΤΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΠΑΘΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ. ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ. ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΖΩΗ.
ΚΙ ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΩΡΑΙΑ ΜΕΡΑ, Η ΣΚΕΨΗ ΓΥΡΙΣΕ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕ ΛΕΞΕΙΣ.
ΛΕΞΕΙΣ.
ΛΕΞΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΜΑΓΙΚΟ ΧΑΛΙ.
ΛΕΞΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ Η ΦΘΑΡΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΤΟΣΟ ΑΓΑΠΑΜΕ.
ΚΑΙ ΔΟΝΟΥΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΠΟΝΑΜΕ. ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ - ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ - ΓΕΝΝΑΩ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΟΜΑΙ - ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΩ.
ΚΙ Η ΖΩΗ ΠΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΡΙΑ.
Η ΝΥΧΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΟ.
Μ ΑΣΤΡΕΝΙΑ ΜΑΤΙΑ, ΒΕΛΟΥΔΙΝΑ ΧΕΙΛΗ, ΜΑΛΑΚΑ ΧΕΡΙΑ ΠΟΥ ΝΤΥΝΟΥΝ ΜΕ ΧΑΔΙΑ ΤΟ ΚΟΡΜΙ.
ΟΧΙ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΑ, ΑΛΛΑ ΠΙΟ ΒΑΘΕΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ, ΠΙΟ ΗΔΟΝΙΚΑ.
ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΝΕΙΡΑ, ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΛΥΚΟΠΙΟΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΡΑΘΥΜΑ Η ΓΟΡΓΑ ΚΑΙ ΣΕ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΑΠ ΤΟ ΧΕΡΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΡΧΗ, ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΡΑ.
Είναι ωραία και στον Παράδεισο...
Το μπαούλο κλείνει.
Ο Σασυφής βγαίνει έξω. Μακρινά γαυγίσματα. Είναι ωραίο το βράδυ σ αυτό το ξεμοναχιασμένο μέρος. Ούτε φασαρία, ούτε τίποτε. Σκέτη φύση. Με την καταλυτική γοητεία της σα γυναίκα χωίς φτιασίδια, άχρονη κι ανεξερεύνητη, παραδομένη κι απόρθητη. Που χει στα μεσοφόρια της τρυκ και μαγείες και ξόρκια. Κι είναι αθώα σα γυμνό μωρό, σα ξετσοφλισμένο αυγό. 
Σκέψη καμιά. Αίσθηση ασφάλειας. Αρμύρα. Εδώ είναι η ομορφιά και τ άρωμα..
Αργότερα, ήχος αυτοκινήτου.
Φώτα που σημαδεύουν τ άσπρο σπιτάκι, μετά σβήνουν.
Κάποιος έρχεται'
κάποια έρχεται... 

Sunday afternoon



αυτό το τραγούδι για την Amy Winehouse

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Σασυφής 67 -παλιό.

Διάφανες νύχτες. Μεθυστικό τ αγιόκλημα, το τραγούδι τ αηδονιού. Ένα μικρό άσπρο πετρόχτιστο σπίτι στην αμμουδιά με γλάστρες ολόγυρα στην τετράγωνη ευρύχωρη αυλή του. Και μπροστά το κύμα. Ένας σκύλος κανελής λιάζει την κοιλιά του. Μετά μπερμπαντεύει με την αλητοπαρέα των αδέσποτων της περιοχής. Κι όταν τα βρίσκει σκούρα ξαναγυρνά και κοιτά τον Σασυφή με τα σκυλίσια μάτια του που λεν "είσαι τ αφεντικό μου' και λουφάζει μέχρι να καρδαμώσει και ν αρχίσει το ίδιο το βιολί. Παράξενος σκύλος π αγαπά με πάθος τις γάτες. Τις κοιτά με δέος και είναι ντιπ για ντιπ ανυπεράσπιστος στις πονηριές και τις γαλιφιές τους. Κι αυτές άλλο που δε θέλουν. του τρων το φαΐ του, τον νυχιάζουν, τον τρελαίνουν νιαουρίζοντας σπαραχτικά σε ανύποπτο χρόνο και του κόβεται η χολή. Είναι η παρέα του Σασυφή τις καλοκαιρινές διακοπές καθώς απέδειξε περίτρανα πως η ζωή στην πόλη δεν του πάει. Γύρισε μόνος καταχείμωνο στο σπίτι στη θάλασσα. Κι έμεινε εκεί μόνιμος συγκάτοικος μ έναν αραχτό τύπο που δεν κουνιέται από το ερημητήριό του ο κόσμος να χαλάσει! Είναι ο μακρινός μα και ο πιο κοντινός γείτονας του Σασυφή στο σπίτι των διακοπών. 
Έφτασε σήμερα ο Σασυφής στο άσπρο σπιτάκι για μια δυο μερούλες. Σασυφής και σκύλος ξαναβρέθηκαν. Χαρές μεγάλες. Κάθονται οι δυο τους έξω στη νυχτιά. Ρεμβάζει ο Σασυφής κι ο σκύλος τον κοιτά και σιγοντάρει με γουφ γουφ σκυλοκουβέντες λες και ξέρει τις σκέψεις του. Πότε πότε τον πιάνει το προστατευτικό του και γρυλίζει σ ένα αόρατο εχθρό. Ο Σασυφής γελά και του ξύνει το κεφάλι. Αχ μικρό σπιτάκι. Γίνεται ο κόσμος μια σταλιά κι η βάρκα στην ακρογιαλιά περιμένει να βρέξει το κορμάκι της και φέτο.
Ο Σασυφής μπάινει στο εσωτερικό του σπιτιού. Ένα ευρύχωρο δωμάτιο, ένα μικρό υπνοδωμάτιο, ένα πλυσταριό που έγινε κουζίνα και το μπάνιο. Πάει στο υπνοδωμάτιο. Είναι κουρασμένος. Κουνουπιέρα με κεντημένα αστράκια και λουλουδάκια πάνω σε τούλινο ύφασμα, ενθύμιο μαμάς περιβάλλει το παλιό σιδερένιο κρεβάτι. Ο Σασυφής κοιτά τ αστέρια.
 Αυτό το μαγικό σπιτάκι έφερε στον Σασυφή την αγάπη. Ένα βράδυ που έκανε βόλτα στην ακρογιαλιά βρέθηκε με μια νεαρά μόνη. Είχε φύγει από μια παρέα που ήταν λίγο πιο κει φασαριόζικη γύρω από μια φωτιά. Έσκυψε να δει αν είναι καλά κι αυτή του πιασε τπ χέρι και τον ακολούθησε ως το τέλος της παραλίας. Μαζί γδύθηκαν κι αγκαλιασμένοι στο νερό φιλήθηκαν. Και τότε του είπε "πες στον ήλιο να μη βγει' και τον ακολούθησε μέχρι το άσπρο σπιτάκι. Κι έμεινε μέρες πολλές εκεί. Μαζί γύρισαν στην πόλη με το σαραβαλάκι της - αλλά με ουρανό!. Κι από τότε βρίσκονται κι αγαπιούνται. Με πολύωρα ραχάτια στη μπανιέρα. Με γρήγορες ατάκες βρεθήκαμε-χαθήκαμε. Με διακοπές απουσίας κι άλλες διακοπές παρουσίας. Με απόλυτη εμπιστοσύνη, απόλυτη αβεβαιότητα όπου κανείς δεν έχει πει τίποτα σε κανένα. Κι από που να κρατηθείς; πάντα όταν ο Σασυφής πάει στο άσπρο σπιτάκι, πάντα βρίσκει κάτι από την παρουσία της, την απουσία της. Και πάντα της αφήνει παρακαταθήκη όταν δεν είναι μαζί ένα φιλί στ αστέρια. 
Αυτό το βράδυ είναι μόνος. Χωνεύει την χτεσινοβραδινή ηδονή, επιβραδύνει το χρόνο με την αγρύπνια του, φτιάνει ποιήματα με το μυαλό του.
Αίσθηση σπιτένια.
Γαλήνη.
Ακροβατώ σε μια γλυκιά χαύνωση'.
Λούστηκα μιαν ερωτένια ατμόσφαιρα, έγινα φως κι εσύ πυροδότρια.
Καπνίζω σαν αράπης. παφ πουφ.
Να κρυφτώ μέσα στα πέπλα του καπνού και να κρυφτώ, να κρυφτώ
Να κρυφτώ.
Στης καθμερνότητας την αγκαλιά. 
Στον ήχο του βουίζει που ψυγείο (ω λα λα!) α-κα-τά-παυ-στα, α-στα-μά-τη-τα.
ΒΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖ.
έχω νηνεμία στην καρδιά, ένα γλυκό αργό θάνατο, είμαι του θανατά,
πε πε πεθαίνωωωω!
...μαγειρεύοντας, μαγεύοντας τις υπόλοιπες μέρες του καλοκαιριού μέσα σ ένα τσουκάλι μαύρο κι αραχνώδες. Ζέστη, τροπική ζέστη, παφλασμοί κυμάτων, κρωγμοί γλάρων.
Η ζέστη μετατρέπεται σ αναπάντεχες μπουρμπουλήθρες που γαργαλίζονται και σκαν σκορπώντας γέλιο.
Είμαι ολότελα ανέμελος.
Περιφρονώντας τα πάντα, περιφρουρώντας την ευτυχία μου, ναι ΝΑΙ.
Μμμμ, μικρές μεγάλες διακοπές εν δράσει!
ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΠΕΡΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΒΓΑΛΤΑ ΠΕΡΑ ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ.
Ο σκυλάκος παίρνει ένα ερωτηματικό ύφος αλλά ο Σασυφής κοιμάται πια...

Άσπρο σπιτάκι, παραλία, ssf

επιτέλους η μεγάλη φυγή!
Θάλασσα, άσπρο σπιτάκι, ένας ενθουσιασμένος σκύλος, αγκαλιές.
  Mπαίνοντας στο σπίτι κατ ευθείαν στο παλιό πικ απ. Με τη μουσική αρχίζει κι η ξεκούραση..

Ροβινσώνες της πόλης.

Σάμπως χρειάζονται τα λόγια;
Τα ειπωμένα ή τ ανείπωτα
τα λόγια των κορμιών.

Σάμπως χρειάζονται τα παραμύθια;
Κοίτα, να, φως πίσω απ το βουνό.

Αχ πέρασε η ώρα.
Υπνοβασίες στο πρωινό.

Γλυκοχάραμα στο περβάζι
δρασκελίζει το παράθυρο σαν παράνομος εραστής
φλογερής μέρας.
Ιερό τέρας


(λίγες σκέψεις πάνω σ ένα τραγούδι ύμνο ολονύκτιου συνταρακτικού πάθους)



η νύχτα κρυφογελά κι απομακρύνεται. 
το φανταστικό και το επίγειο σα γιν και γιανγκ δένουν τις υπάρξεις τους σ ένα καλά κρυμμένο μυστικό. 
Καλά φυλαγμένο. "Σ αγαπώ", κρυφό.

Ανακαλύπτοντας και πάλι ένα κώδικα επιβίωσης.
Έναν άλλο τρόπο στο ίδιο της ζωής μοτίβο.
Γαλανό βαθύ.
Ροβινσώνες στα πολύπλοκα νησιωτικά συμπλέγματα των συναισθημάτων. 

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Huzzah! La Vida Loca.

ένα δύο τρία. πήγα στην κυρία
μου δωσε σφηνάκι, σφηνάκι παγωμένο
τεκίλα και λεμόνι αλατισμένο..
 ¡Hola, amigos! 
Κάτω από την ομπρελίτσα παρέα μ ολάνθιστες μαργαρίτες!









Hasta la vista, baby!!!


για αυτό το μεσημέρι, σύσσωμοι παρασυρόμαστε στις αμμουδιές με μουσικές και ποτάκια
στην υγειά της Αθηνάς και του mitsopd!
Καθότι είμεθα πολλοί και σκόρπιοι
-η Αθηνά είναι και σκορπιός αν έχει κάποια σχέση αυτό.. χι χι-


ΜΗ ΤΟ ΒΑΖΕΤΕ ΚΑΤΩ!!




προσοχή!!


μια προσθήκη από http://hannoconring.blogspot.com/

Ραψωδία του σαλονιού.

Με ηχητικές παραμορφώσεις να ξεδιπλώνονται από τα ηχεία και μπόλικες εναλλαγές φωτός και σκοταδιού διερχόμενων αυτοκινήτων διασχίζει ο Σασυφής τη νύχτα τούτη. Ενδοσκοπική διάθεση εξαϋλωμένη από την άπνευστη ζέστη κλειστού δωματίου' τα παντζούρια ανοιχτά αλλά τα τζάμια κλειστά. Ηθελημένη κατάσταση οριακής αποπληξίας. Και στο σημείο μηδέν της ασφυξίας, επιδρομή στο ψυγείο, χυμός ανανά και μπόλικο αλκοόλ' αθωούτσικη βότκα 50 βαθμών να ταιριάζει με τη θερμοκρασία του χώρου. Με κάθε ανανέωση μετατρέπεται το σαλόνι ολοένα και πιο πολύ σε θάλασσα, θαλασσάκι κι ο Σασυφής στο ίδιο σταυροδρόμι που φέρνει ένα αλμυρό αεράκι βγαλμένο από τα κατάβαθα της σκέψης του. Στερεοσκοπικές εικόνες έρχονται και φεύγουν από το μυαλό του, εικόνες κολάζ με μπερδεμένες πινελιές κι ανάμεσα κάποια λογάκια που του μιλάνε σιγανά, ψιθυριστά. Μονότονα στιχάκια από χάι κου μικρά, κοφτά, μεγάλες γουλιές, απύθμενη δίψα, ένα διοπτροφόρο φάντασμα περνά ξυστά από δίπλα του, τον επιπλήττει μα κείνος τίποτα δεν ακούει παρά μόνο μαζεύει τα κουράγια που δεν έχει και πάει με ασταθή βήματα στο ψυγείο. Παίρνει την γυάλινη κανάτα με το νερό και την ακουμπά στο πρόσωπό του. Θα μπορούσε ίσως να την πάρει αγκαλιά και να χορέψουν ένα βαλς αλλά του φαίνεται δύσκολο το εγχείρημα' η σκέψη φτάνει. Και συνεχίζει με φρενήρη ρυθμό αλλάζοντας μουσικές και διαθέσεις, καταναλώνοντας τον εαυτό του τον ίδιο προσπαθώντας να εξαντλήσει το θυμητικό του και να βρει μια πρόσκαιρη μακαριότητα. Τροπικό κλίμα. Που να ναι η βροχή; Βραχνή φωνή ενός γάτου πλησιάζει, τον καλεί, μπαίνει στο σαλόνι,  τον κοιτά με τα μεγάλα παραμυθένια μάτια του, κάτι του ζητά. Έρχεται κοντά του για λίγο, ένα αφηρημένο χάδι να πάρει και μετά με το Σασυφή μαζί πάνε στην κουζίνα. Λίγη ξηρή τροφή και νεράκι. Τέλειωσε ο ανανάς, έμεινε η βότκα. Έμεινε η επιθυμία. Απροσδιόριστη πια. Ώρα ν ανοίξουν τα παράθυρα. Ένα στρίγγλικο μηχανάκι του αποσπά την προσοχή για λίγο. Δροσερή η νύχτα, μισοφέγγαρο -γεια σου φεγγάρι. Ένας θεριός μαύρος σκύλος περνά μπρος απ τη βεράντα αλλά δεν μπαίνει στην αυλή. Γυρνά ο Σασυφής και ξαπλώνει στο ανάκλιντρο. Δεν θέλει να πάει απάνω στο υπνοδωμάτιο. Είναι πολύ άδειο, σήμερα του φαίνεται πολύ άδειο, πολύ μεγάλο το κρεββάτι, πολύ μακρύς ο δρόμος. Ξαπλώνει κι αφουγκράζεται αυτήν την εξωτική ατμόσφαιρα διαμορφωμένη για άλλων ανθρώπων τις ανάγκες που τώρα όμως είναι η δική του πραγματικότητα. Πραγματικότητα... Χαμηλώνει τη μουσική, μια κάφτρα στο σκοτάδι, μια γουλιά υγρό φιλί που καίει, νύχτα ακόμη. 



Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

νανούρισμα

 Σεργιάνι στην πόλη. Πήραμε την πόλη σβάρνα να βρούμε το ιδανικό πάρκο με την ιδανικά παγωμένη μπύρα, καταλήξαμε στο ίδιο γνωστό παγκάκι με μπύρα κουτάκι από το μαγαζάκι της γωνίας. Σ ένα παρκάκι - παιδική χαρά δίπλα σε μια εκκλησιά, γυμνό χώμα κάτω, ψηλόλιγνες κουκουναριές ολόγυρα με τα κλωνιά τους σαν πράσινα σύννεφα στατικά που φτιάνουν ένα θόλο. Εμφανίστηκε ένας άσπρος σκύλος με μαύρες βούλες και περιλαίμιο, πολύ φιλικός, ήρθε ν ανιχνεύσει την περιοχή, έριξε και μια ματιά σε μας κι έφυγε κουνώντας την ουρά του. Κάποια ώρα το διαλύσαμε και πήγε ο καθείς στο σπιτάκι του. Αντικουνουπικό, επίσκεψη στο μπάνιιο, πιτζαμάκια, μουσική, ετοιματζίδικο τσάι πολύ πράσινο, ίσως επικίνδυνο και με το δείκτη νύστας στο "δεν έχεις πέσει κάτω ακόμα;" ξάπλωσα.
Εκεί σ αυτόν τον απειροελάχιστο χρόνο πριν τα βλέφαρα κλείσουν από κάπου ένα σουραύλι σιγανοτραγούδησε. Γλυκιά ανυπαρξία με πλημμύρισε, έγινε πάλι το καλοκαίρι και το βράδυ η άκρη ενός κόσμου, κι ο κόσμος όλος αυτό το βήμα μετά. Αφεμένος στο πέταγμα πνοής, τραγουδάκι καληνύχτας.


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα. -Σορόκος φύσηξε.

easy come, easy go


Με πήρε και με σήκωσε άνεμος παχύς κι αφράτος με φεγγαρίσια κρούστα και χνάρια ερήμου στο κορμί του. Κύμα στα περιττά, κύμα και στα ζυγά. Ορυμαγδός και χάος, ντζέπες γιομάτες βότσαλα κι άλλα, σαβούρα σωρό από αιώνια καλοκαίρια ξεχασμένη, πατικωμένη στις τσέπες του καλοκαιρινού φουστανιού μου που έγινε πανί κι εγώ πανί με πανί πάλι βολοδέρνω στα καντούνια τ ανέμου. Μου πήρε τα μυαλά, μου πήρε τη φωνή, γίνανε όλα άνεμος, ανεμοθύελλα, ξερό βασανιστικό άνυδρο χάδι σε μια νύχτα που η πλασματική της γλυκύτητα δε ξεγελά κανένα' ιδρωμένο τ όνειρο κι ο εφιάλτης στη γωνία κρυφοκοιτά και γελά κορδωμένος που πούλησε τα πατρογονικά μυστικά περάσματα και τα πήρε όλα τούτος ο καταραμένος άνεμος με μια φωτιά και μια φωνή σπάθινη. Είναι το καλοκαίρι με τα χαϊμαλιά του, τ αστραφτερά χαμόγελά του που σου παίρνει τις πανοπλίες και από Καστραρχόντισσα σε κάνει θαλασσογυναίκα μιας αλμυρής θάλασσας, στον πάτο του πηγαδιού της γης. Καραβοκύρισσα καρυδότσουφλου ανυπάκουου που κάνει τα δικά του κι αντί ν αρμενίζει αυτό πετάει, να βρει γυρεύει μια Κολχίδα δίχως πυξίδα. Παραπλανημένο κι αυτό απ του ανέμου τα γλυκοψιθυρίσματα, τα τάματα.



 Το ξενύχτι σκαρί, στο τιμόνι το παραπονάκι και το φεγγαράκι πάει κι πέφτει στην ποδιά της νύχτας και την παρακαλεί μη σώσει μη χαθεί. Για να βασανίζομαι πιότερο, να πέσω απ τα πόδια μου να μη βαστώ. Καλά κρατεί το ταξίδι το νυχτερινό παρέα με τον ξεμυαλισμένο τον άνεμο που ρθε απ το πουθενά, βγήκε λες απ την γης και μ άρπαξε, ποιος ξέρει που θα με πάει. Ούτε που θέλω πια να σκεφτώ. Περνάμε πάνω απ τις γειτονιές και χανόμαστε στα σύννεφα. Κόμπο κόμπο ένα βραδινό κομπολόι μετρά έναν αλλιώτικο χρόνο, ανάσα την ανάσα, παίρνει στροφή κι αρχινά πάλι.




Χτύπος στο κατόπι  έξαλλης σαΐτας του περάσματος, μέσ από κλωστές χρωματιστές, χτύπος που με τ άκουσμά του οι κλωστές σφίγγονται, ενώνονται γίνονται ένας συμπαγής ουράνιος δρομος' κει ταξιδεύω κι ο άνεμος με σπρώχνει μακριά να πάω, μακριά.  



Ντιριντάχτα, ντίρι ντίρι ντά!  Άντε λοιπόν λοιπόν να προσαρμοζόμαστε στας επιταγάς' τας καλυμμένας και τας ακάλυπτας. Αυτές οι τελευταίες έχουν την προσωνυμία Ελλαδιστάν' άλλοι χρωστούν λίγα κι άλλοι πολλά ενσυνείδητα κι ασυνείδητα. Κι εγώ τι νομίζετε απ έξω την έχω την ουρά μου; Πώς το πήρα το ιπτάμενο χαλί και το ναργιλέ - καθότι κάτι πήρε τ αυτί μου για αποποινικοποίηση και λέω μπας και ξεγελάσω την επερχόμενη πείνα για οτιδήποτε: τροφή, ιδεολογία, μια θέση στον ήλιο κλπ; με το λουλά' η φτώχεια θέλει καλοπέραση και θεωρία φουλ!!.  Με δάνειο το πήρα, βεβαίως. Τώρα λέω να πάω να ενταχτώ και στη Hamas να ολοκληρωθώ σαν άνθρωπος. Σιγά μη κάθομαι και βαυκαλίζομαι και βασανίζομαι με τούτου του τόπου τα τσάμικα όπου ένας χορεύει κατά πως θέλει κι οι άλλοι σούρνονται. Διότι άλλο τα φύκια, άλλο οι μεταξωτές κορδέλες. Καλό και το γαζί, το χειρός δε άπαικτο! Αυτό δεν είναι πολιτικό σχόλιο' είναι το προσωπικό μου δράμα -Καβάλα, Ξάνθη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη κλπ. Του να είμαι νοήμων άνθρωπος μ ένα ανεπαίσθητο ίχνος μνήμης και να πρέπει να παίζω σε στημένα τηλεπαιχνίδια απαντώντας σε ερωτήσεις πόσα παΐδια έχει η Σακίρα, πόσα τα πόδια της σαρανταποδαρούσας και τι θα πει Πρώτα ο πολίτης. Στην αρχαιότητα εκτός του εξοστρακισμού που ναι πολύ ελιτίστικο κατά την άποψή μου άσε που θέλει και γνώσεις γραφής, υπήρχε και το άλλο πολύ ευχάριστο σπορ του λιθοβολισμού. Δε λέω ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω, αλλά αυτά είναι σχετικά. Ένα παράδειγμα: ο φίλος μου ο Γιώργος είναι ένας πολύ ωραίος τύπος. Κρατά ένα τσιγάρο, το καπνίζει μ ευχαρίστηση και διατυπώνει ευθαρσώς τη σκέψη του που είναι η εξής " Αυτοί που καπνίζουν, όλοι τους, κι οι φίλοι τους κι oi συγγενείς τους να πάνε να καούνε στα καζάνια της κολάσεως!" και συνεχίζει το πάφα πούφα τινάζοντας τις στάχτες του ανέμελα. Δεν είναι πολύ cool κι εντελώς μες στο πνεύμα; Αυτός θα πάει μπροστά στη ζωή του! 
Τώρα για μένα τι να πω; Ας το πάρει το ποτάμι. Θα το πω μ ένα τραγούδι.



την κινέζα!
τσιν τσον κονεζάκια




 και ξανά!
καλημέλααα,
ψύχλαιμα.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Τι ωραία μέρα!


ήρθε η αλληλογραφία!!


μια Ιταλική πινελιά
κατευθείαν από Ρώμη
μου έφτιαξε τη διάθεση! 
Hello!!


πνευματικές εξισώσεις


 to Monteverdi:
Dear sir
I send you my best regards
me.

Rose Quartz

Ροζ Χαλαζίας. Καλοί οι ελέφαντες και δη οι ροζ! Συναισθηματικά ζωάκια που τρέχουν σε λίβάδια μασουλώντας αγριολούλουδα. Αυτοί, οι ροζ ελέφαντες.Έναν τέτοιο έβλεπα κι εγώ στο όνειρό μου και με ξύπνησε η ροδοδάκτυλη αυγή. Ροζ συννεφάκια παντού, πριν σφίξουν οι ζέστες. Πουλάκια στα κλαριά, βαριά φορτηγά, ο γειτονικός φούρνος ν αφήνει σκανδαλιστικά αρώματα. Λέω να κάνω ένα καφεδάκι και να συνεχίσω το διάβασμά. Αστυνομική λογοτεχνία' ζοφερά μυστικά και μπόλικο μυστήριο... χεμφ! Ίσως και όχι πάλι. Ίσως απλά ν απολαύσω τον καφέ μου με μπισκοτάκια κανέλας κι ένα τραγουδάκι.




καλημέρα!

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

καρπούζι, καρπούζι, καρπούζι, καρπουζοφαγίες..

τρώγοντας με τον Αυγερινό
ένα ωκεανό καρπούζι...
Ροζ ζουμιά
κόκκινα ζουμιά,
δροσάτο ζαχαρόνερο,
κουκούτσια παντού
κι ένας στόλος πράσινα βαρκάκια'
έξαλλα πράματα!!!
ΧΑΣΑΜΕ ΤΟ ΜΠΟΥΣΟΥΛΑ!!



LOTS OF LOVE
LOVE AND HAPINESS
LOVE JUST LOVE
LOVE 

Στη ζούλα (βράδυ πριν τη Δευτέρα).

Μ έφαγε η ζέστη. Με ξεκοκάλισε, με ξεζούμισε, μ άφησε κουρέλι στα νύχια της νύχτας, στους ήχους, τους απόηχους τρελού ταγκό.  Και το φεγγάρι δυνατό. Μια φούχτα άστρα κει ψηλά να επιβλέπουν την πόλη και το βράδυ, κι αυτό το βράδυ. Έξοδος νυχτερινή. Χάλκινα πνευστά κι αρραβωνιάσματα ιδρώτα' κορμιά που συναντιούνται, που χορεύουν, που δονούνται μέσα στη μουσική. Ιδρωμένα ποτήρια που μέσα τους αργολιώνουν θαμπά παγάκια. Λευκό ρούμι, φέτα λεμόνι και μια υποψία γκαζόζας. Κι η νύχτα συνεχίζει βγαίνοντας από το βουερό κέντρο της πόλης με τα καλοκαιρινά μπαράκια, τις μουσικές και τους χορούς. Πάμε παραλία παραλία στις κοντινές αμμουδιές κει που αργόσχολα νυχτοπούλια κολυμπάνε, χαριεντίζονται, γελάνε, τραγουδάνε. Τ άστρα σίμωσαν στη γη κι η θάλασσα απατηλά ήσυχη κι υπάκουη, ακύμαντη μες στο σκοτεινό μεγαλείο της. Προχωράμε σε μια ξύλινη εξέδρα που λικνίζεται ελαφρά, μέχρι την άκρη. Κει ξαπλώνουμε τόσο κοντά, τόσο μακριά απ όλα κι απέναντι η  πόλη. Λιγοστά φώτα στα παράθυρα, οι φανοστάτες της παραλίας, φωνές και γέλια από συντροφιές αραγμένες στις κλειστές πια καφετέριες, αραιά και που παρέες που περνάνε, κάποιοι μοναχικοί τυραννισμένοι από τη ζέστη ή από άλλο πράμα. Η σκέψη μου κοιτά τον ουρανό και μου μουρμουρά "να γινόταν η εξέδρα σχεδία, να ταξίδευα.." 


ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ ΤΙ ΕΥΧΕΣΑΙ
Πάμε, πάμε. φύγαμε βουρ! Ξεβρακωνόμαστε και βουτάμε στο μέλανα ζωμό. Έχει κέφια η νύχτα και τσιλιμπουρδίσματα, έτσι για να σπάσουμε λίγο τα πρότυπα, να ενστερνιστούμε τ αρχαίτυπα τ αχαίγονα. Νηρηίδες και Τρίτωνες ξαναγεννημένοι. Κι ένα φεγγάρι στη δύση του πια, αργότερα, να μας κοιτά με τα θολά του μάτια αναβαπτισμένους να παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού. Αποχαιρετισμοί στα κατώφλια ραντεβού γι αύριο, φιλί. Στο σπίτι φωτάκι μοναχό στο χώλ και το ρολόι ρυθμικά χτυπά. 
Βουρ για νάνι. 
No quiero nada.  




dedicated to Windlooper

because he's such a nice fellow!


Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Κυριακάτικο καλοκαίρι στην πόλη.

Ατμόσφαιρα αποπνικτική.
Μοναξιά.
Πεισματάρικη διάθεση.
Ανεμιστήρας σβηστός.
Σκοτεινό το σπίτι.
Ζεστά ροδάκινα.
Ησυχία.
Νεκρός ο δρόμος.
Μισολιπόθυμες γάτες,
στα σκιερά της αυλής,
εξαϋλώνονται.
Καυτή καρδιά.
Μάτια στεγνά.
Καλοκαιρινό μεσημέρι.
Κυριακή.
Ένα βαρκάκι σταματημένο μεσοπέλαγα.
Η ύπαρξή μου όλη.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

αδρανής σκέψη.



τ αεράκι ανοίγει το τζαμλίκι'
μακρινοί θόρυβοι αυτοκινήτων
έρχονται, σβήνουν.
έγινε ο νους εξοχή'
ξάπλωσε στη χλόη
κάτω από δροσίσκιωτα δέντρα. 
άσκεφτο μεσημεράκι
σμήνος πουλιών που πετάει
κυματισμοί στον ουρανό.



σε βλέπω.

au clair de la lune ssf


τρικλοποδιές.
Τρεμοπαίζει το φεγγαράκι ολοστρόγγυλο στο τζάμι π αθόρυβα ανοίγει.  Χάνεται η εικόνα και μένει μόνο κύμα το φως. Γλυκό φως, σκληρό φως, πλέριο. Έγινε η θάλασσα κορίτσι. Κι ο ουρανός αγόρης ερωτευμένος, κυριευμένος απ ένα πάθος μόνο. Μια έγνοια μοναχά που λάμπει στο στέρνο του στέλνοντας  ελπίδες κι αγωνίες στους ξενύχτηδες, όνειρα στους κοιμισμένους. 
Ο Σασυφής στο σαλόνι. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό. Ραδιάκι. Έξω στο βεραντάκι ένα φωτάκι μικρό λάμπει και το γιασεμί ολόγυρα' έχει θεριέψει σαν κύμα κι αυτό κι έχει πιάσει όλον τον τόπο, αυτό το μικρό χώρο που χωρά ίσα ίσα μια σεζ λονγκ, ιδανικό για απογευματινό ραχάτι ή διάβασμα. Ο Σασυφής κεντά τη μοναξιά με τις λαμπρές φεγγαροαχτίδες. Νοσταλγεί τη δική του γη, τη θάλασσά του, το άσπρο σπιτάκι, νοσταλγεί την ευτυχία που θα νιώσει μόλις φτάσει, βγάλει τα παπούτσια του, ανοίξει τα παράθυρα και μαζέψει τα σεντόνια από τα έπιπλα. Το φεγγάρι όμως του λέει άλλα. Του πλέκει άλλων ηδονών εγκώμια. τον ξεσηκώνει. Χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, κλείνει την πόρτα του κήπου κι έχει βγει στο δρόμο. Προχωρά. Ο ήχος των βημάτων του τον συντροφεύει σ αυτό το νυχτερινό περίπατο. Προτιμά τους ήσυχους δρόμους. Και κάποια στιγμή φτάνει έξω από την πόρτα της αγαπημένης του. Κάθεται στο πλατύσκαλο και σκέπτεται. Τον πόθο που ρονρονίζει στο αίμα του. Κλείνει τα μάτια κι ένα μικρό ερωτικό στιγμιότυπο περνά πίσω απ τα κλειστά του βλέφαρα. Ακουμπά απαλά το κουδούνι, κοιτά το φεγγάρι που του φαίνεται αναπάντεχα μακρινό, αδιάφορο, αμέτοχο στο τόλμημά του. Και φεύγει. Πάλι περπατά μα τώρα τα βήματά του είναι θυμωμένα, απομακρύνονται λες από κοντά του κι αυτός λυπημένος. Γυρνά στο σπίτι, ένας γάτος τον υποδέχεται και κάτι του νιαουρίζει με μάτια λαμπερά. Μπαίνει μέσα, πάει στην κουζίνα, ανοίγει το ψυγείο. Ένα ποτήρι κρύα βότκα και τίποτ άλλο. Με το ποτήρι να του δροσίζει την παλάμη πάει στο σαλόνι πάλι . Άκεφα πετά τα παπούτσια δω κι εκεί, μισοξεντύνεται. Πάει στην μπαλκονόπορτα και κλείνει  το φως της βεράντας. Πέρα στον ουρανό τ ατάραχο φεγγάρι. - Γεια σου φεγγάρι. Τραβά την κουρτίνα, αποκλείοντας το φεγγαρίσιο φως να μπει στο δωμάτιο, αποκλείοντας  τον εαυτό του από τη σκέψη αυτή που τον αναστατώνει . Από το ραδιόφωνο μουσική σιγανή, μπερδεμένη, τροπική.  Κλείνει τη μουσική και ξαπλώνει με τα μάτια ανοιχτά, χωρίς διάθεση για ύπνο καμιά βαδίζοντας πεισματικά στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού περιμένοντας να ξημερώσει. Μικρά ξωτικά και νεράιδες από σινική μελάνη ζωντανεύουν και χορεύουν στο νου του, τον συνεπαίρνουν. Ανεβαίνει στο υπνοδωμάτιό του γδύνεται και ξαπλώνει. Από τη ζωγραφιστή πόρτα μια χαραμάδα χρυσό φως. Στο τηλέφωνό του μήνυμα. "Σε σκέφτομαι απόψε μ αυτό το φεγγάρι" 
Βαριαναστενάζει, κλείνει το τηλέφωνο και το πετά κάπου σε μια γωνιά.
Παρασπονδίες αγάπης...



Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Πηγαίνοντας.


Είναι ο δρόμος κάψα και το λιοπύρι σφυροκοπάει την άσφαλτο.  Χίλια αιωρούμενα θρύψαλα παντού. Τα μάτια κλείνουν κι ανοίγουν αμέσως μέσα από το στιγμιαίο λήθαργο παραισθησιογόνου δευτερολέπτου.  Μουσική. Όχι μουσική. Κλιματισμός και σιωπή. Έξω ένα μεσημέρι κι ένα κατακαλόκαιρο δέρνουν τη φύση' όπου και να φύγεις, όπου και να πας το ίδιο κατακαλόκαιρο, το ίδιο μεσημέρι. Μια παραλία ξεμυτάει στη στροφή. Κρυμμένη παραλία στην αδιαφορία της μοναξιάς και της μονοτονίας. Μια μικρή θαλάσσινη γλώσσιτσα που ξεφεύγει από την ταχύτητα, κλειδώνει το μάτι σε μια εικόνα' μια δροσιάς, διαφυγή.  Φωνάζει το σώμα συναινεί, σιγοντάρει το μυαλό. Παράκαμψη και το χρονοβόρο γίνεται δυναμογόνο, ένα χάσιμο χρόνου που φτιάνει ουσία, φτάνει στην ουσία αυτής της παράλογης διαδρομής μέσα σ αυτό τ αδάκρυτο μεσημέρι. Μια τοπάζινη αγκαλιά απλωτή, μια ανασεμιά - καταχνιά καλοκαιριού θέρμη δίχως βάρος, αλμυρή σα δάκρυ, αναζωογονητική σαν τον έρωτα τον πιο ωραίο, τον πιο πλατωνικό, τον πιο αθώα σαρκικό, με μια οικειότητα μήτρας ζεστής συμπαντικής κι ο ουρανός γαλάζιο άγραφο χαρτί που ρουφάει τη σκέψη κι αυτή πάει παντού καθώς το σώμα επιπλέει λαφρύ σα φύλλο, γίνεται ουράνια νύξη π ενσταλάζει τ απέραντο στο γυρισμό, χτυπάει μια της καρδιάς κρυφή χορδή. Με λίγη θάλασσα στα μαλλιά, στο δρόμο ξανά. Τζιτζίκια και θυμάρια και πεύκα με τ αρώματα τους αποχαιρετούν στο έβγα του κρησφύγετου. Το λιοπύρι χτυπάει τα πόδια στην άσφαλτο δυνατά κι ο δρόμος παίρνει μια κλίση θαρρείς, σταθεροποιείται ύστερα . Απόδραση στην απόδραση, στο δρόμο ξανά..