Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Ελλάς και Κίνα στα ίδια παραμύθια, παπούτσι απ τον τόπο σου...


Η βασιλοπούλα που πάγει στον πόλεμο.
  Ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις θυγατέρες. Μια φορά του ρθε μήνυμα, να πάει στον πόλεμο. Αυτός επειδής ήταν γέροντας, κάθουνταν κι έκλαιγε και συλλογιόταν, τι να κάνει.

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

το φως μέσα μου. άστο λακύτερα -καλύτερα μάλλομμμ.... μμμμ!

βρέχει νύχτα.
έπεσ' η ασφάλεια,  διάττοντες αστέρες κατακρημνίζονται μ αφέλεια.
σκοτεινό τούτο το ρούχο. σκοτεινή επαφή.  εφτά πέπλα, σκιώδη, το ένα μετά το άλλο, ντύνουν, κλείνουν, αποκλείουν την επικοινωνία. το ρολόι ξέμεινε από  μπαταρία.
πάω στο μπάνιο. να ξεπλύνω το σκότος. μα το νερό μοιάζει καντάδα σ έναν άγγελο τυφλό. βρέχει νύχτα εδώ.
αυτό το σκοτεινό μπλε απλήρωτου λογαριασμού για το ρεύμα, μ' απελευθερώνει. δε μοιάζει με το σκοτεινό πράσινο που είθισται να με καθηλώνει. oh no no. Είναι σκοτάδι σε παραλλαγή.  Το δικό μου σκοτάδι. Από το απόλυτο ον στο απόλυτο απόν στο απολυτότερο ον.
Πονάει. Πληθαίνει. Περιορίζεται. Παραβιάζει. Πληρεί.
Στα καράβια λέγαμε μπουνάτσα κι εννούσαμε αντάρα. Στα καραβίστικα το μπλε είχε χίλιες λέξεις όπως και το χιόνι στους Εσκιμώους - ή και πιο πολλές.
Φουσκοθαλασσιά.  Φάντασμα, Φάνταζμα στην πλώρη, καρδιοχτύπι, μπαταριές στ' αμπάρι. Υπόγειες εκλείψεις.
Η έκλειψη, μου θυμίζει γράμμα που δεν έχει σωστή διεύθυνση, και τ αμήχανο γελάκι του ταχυδρόμου, που ξύνει την κεφαλή του κι αναρωτιέται πως στην ευχή λέει εδώ Μυρωμένες Ιτιές 435β κι ο δρόμος τελειώνει στο 432.
Η εκλειψη μου θυμίζει φώτα στα παράθυρα και σφαλιστές πόρτες.
Η έκλειψη μου θυμίζει τότε που ειχα τ' όνομά σου στα χειλη μου, κι ήταν φιλί, κι ήταν τραγούδι κι ήταν χαμόγελο κι ανέβηκα στο μικρό μοναχικό μου δώμα και το φεγγάρι ειχε χαθεί. Σαν και σήμερα. Μα σήμερα γεννιέται πάλι. Αχ.
Η έκλειψη μου θυμίζει αυτό, τ αστέρι σου. -Πονηρά πονήματα.
Ήπια ένα σκασμό ξεχασμό. Μούδιασεν ο στόμας μου.
Ποινή είναι αυτό;
Παύση;
Κάτι καίει, τσαφ.
Θυελλώδεις άνεμοι. Άνεμοι τραμπούκοι. Με τσαμπουκά, με τσεκούρια σπάνε, κατακρεουργάνε το σκοτάδι. Άι άι άι άι.
Μικρές αχτίνες αστράφτουν. Αχτίδες. Αχ τ' είδες;;;;; Φως στον κουρνιαχτό.
Να πιστέψω;
α
Απ' αυτό δε μου λείπει. πιστεύω. γερά. δυνατά. con fuoco. με γκαρδιά. κι ας μοιάζει η ζωή μου ορχιδέα εξαναγκαζζζζζμένη να ζει στα μεσόγεια. πφφφφ. που είναι το ακραίο εδώ; μααα πουθενά;;; ναι. si si si.
είμαστε under the spell of this magic middle με δύο ντ ντ να τρίζουν τα δοντακια...
είμαι στη σιωπή σαν ασκητής και βλέπω τ αστέρια, ναι.
και λέω, τί έλξη,
μα ποια λέξη, τί;;;;
κι αναρωτιέμαι
η αγάπη είναι κατακόμβη ή είναι έρωτας;;;;;
πέθανα λίγο,
μια σταλαματιά θάνατο να πιώ, κρουσταλένιο 'ναι το ποτήρι.
μα.
δεν έχεις καδιά εσύ.
έχεις ρολόι ξεκούρντιστο.
και μ αναστατώνεις'
τόσο που χάνω το χρόνο,
τους χρόνους,
του ρούνους,
το χνώτο μου γίνεται απαλό γιασεμί και χορτάρι
κι ας μην καλοπέθανα.
μόνο σκοταδάκι.
με γλίεπς;
σε γλιέπω!!
σ αντιλαβού'
χτυπάει το φως
φωτάκι' αναβοσβηνει
αμ θα το πω;
αμ δε!
γκαρδιά
έχω καρδιά ωρέ;
ψυχή έχω;
έχω μονάχα δυναμάρια να χορεύω με τις φωτιές.
τις αναλαμπές.
μέσα, χρου χρου, στα κατάβαθα του είναι.
στο "υπάρχεις" θα πάρω νέο αστρολάβο.
νέες συντεταγμένες.
αλλού το ραντεβού.
το ραντεβού, αντιλαβού, στους πάγους.
εκεί που ραγίζουν οι καρδιές με τις καλοκαιρίες.
άμα προκύψουν τα αισθήματα.
γράφω μηχανικά σα ρομποτάκιι.
ήπια πέντε θανάτους,
πέντε αστέρια
αύριο πάλι.
> θέλω να σε δω
σ ένα ξάστερο ουρανό να μου γνέψεις.
να σε δω.
δε ζω με τις υπόνοιες της ύπαρξης,
Ζω με τη βεβαιότητα
πως
είσαι εδώ.
φως.
των ανέμων γέννημα.
καίγομαι απ το φως σου
πυροτέχνημα.
παφ.
καλημέρα.
με μάγεψες σήμερα.
με μαγεύεις γενικώς.
ο χρόνος είναι φτωχός κι εγώ οδοιπόρος
βουνό
καρυφή
μπαμ
μπιγκ μπανγκ'
εξέλιξη.
απ τ ολότελα στ ολότελα.
χρρρρρρρρρ χνούδια στο μαξιλάρι.
φως μέσα,
άλλο φως,
αυτό το φως,
σ είδα κι είχες φως, δάκρυα από φως, βρέχει φως και δεν το μπόρεσα, είπα'
αγάπη είν αυτό.
αγάπη. αυγάπη.
αυγή και πέθανε η νύχτα.
φως πια ολόγυρα.
κλαίω.
κατακαλόκαιρο.
μέσα μου.
το κατάλαβες;;;;;;;;;;;;;;
χα.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Ssf Sunday

και βιαστικά βαδίζω στης Μνημοσύνης το Ποτάμι
όπου πίνω ως τη γλυκιά την Πλησμονή
Κι εκεί, βουτώντας τις παλάμες στο λαβύρινθο του ρυακιού βλέπω ξανά, 
σαν στου πνιγμένου την παραίσθηση κάθε εικόνα αλλόκοτη που είδα ποτέ
κι άλλες ακόμα πιο αλλόκοτες που άνθρωπος δεν έχει δει.
-μ'αυτά τα λόγια τελειώνει η ταινία Klimt. 



Επίπονη νυχτερινή βόλτα στην καυτή πόλη, μπαρότσαρκα με κατάληξη το κατώγι του Κίτρινου Σκύλου: το τερπόν μετά του ανωφελούς. Στην κουπαστή και στην κουβέρτα του μπαρ, μες σε μια ζωηρή κουβέντα ο Σασυφής αφήνει τ απομεινάρια του. Ωτακουστής στα πρίμα και στα μπάσσα, στις εναλλαγές ύφους και διάθεσης, στα νταχτιρντί της νύχτας τούτης, ετούτης της νύχτας που τη στιγμάτισε με κόκκινη κάρτα, εξορία στην απουσία, παρουσία στο πανζούρλισμα μιας Κυριακής πυρωμένης, αναιδέστατης, ρακένδυτης, αξιολάτρευτης όμως.
Νταχτιρντί του λέγανε και μου το παιδεύανε...
Που πας ωρέ κορίτσι, μονολογεί,  με τα ξυλοπάπουτσα πας και ρημάζεις την γειτονιά και μας έρχεται νταλκάς, μας βρήκεν ο μπαλντάς στο δόξα πατρί, μας έφυγ' η μαγκιά, μας πήρε το φλοίο σκλάβους στα ζαχαροκάλαμα, με πήραν και τα ποδάρια μου να 'ρθω δω, στου διαόλου την αντάρα. Μ' έσμπρωξεν η ανάσα σου στα ξάστερα και πήγα και μαντρώθηκα σ ένα απόπατο να γράψω τ' όνομά σου μα το ξέχασα κι αντί εκμυστηρεύσεως ξέρασα την μια αγάπη π' ανθεί και που ποτέ της δε μαραίνεται.
Μια αποστασία είν' η ζωή μου, έν αλισβερίσι με το όπου γης και πατρίς, μια παλιά καρότσα,  ξεχασμένη χρόνια σ' έναν αρχαίο αχυρώνα, φορτωμένη τα μύρια όσα, να φυλάγει τα πάθια μου και τα μυστικά μου. Κι ήρθε το σημερινό να φέρει ρημαδιό στης ψυχής μου τον καημό.
Ανακεφαλαιώνοντας, στα μπλε τα μάτια έπεσα, στα πράσιν' αναστήθηκα και στα καφέ βρήκα φωλιά μ' όλα τα πυρομαχικά κι έγινε παρανάλωμα και νταβαντούρι μεγάλο και με κέφι αμείωτο έφυγ' απ' το μπαρ, πήγα για τσάι στου Βου Λινγκ που παρεμπιπτόντως είχε μιαν αγαπητηκιά απ' το Περού και του σκιζε τα ρούχα για το γούστο της κι είχε και μια μπαζούκα κρυμμένη στο συρτάρι με τα σώβρακα δια παν ενδεχόμενο. Τσάι που λέει ο λόγος, απ΄την Κούβα δίχως πάγο, έχουμε γούστο εμείς. Και κατά τούτο τον άφρονα τρόπο περιπερνάει η νυξ, ως παρανυχίς οδυνηρή,  επιβλητικότατη, επιβάλλουσα τ αποτρόπαια αναπότρεπτο. μπαμ σκρατς μπουμ -τέζα.
ωχ απόκαμα. Πάω για να χαθώ στης φαντασίας το βυθό. Με πόρτες, τζαμόπορτες, φεγγίτες  ανοιχτά σ΄ εργατικών ονειρικών αργαλειών το τάκα τούκα. Να κρατάνε το ρυθμό στις ζαλισμένες νοερές μου πεμπτουσίες τις στολισμένες με γέλια και σκιρτήματα. Και να με ζαλίζουν κι άλλο. Μη με ζαλίζεις άλλο...
...μια στράκα στρούκα θηλυκή, γυναίκα δυναμίτης στο πλάι του, αντί για νανουρίσματα του λέει "Θα σκάσω δε βαστώ. Αστραπή από φως θα γενώ, μ' είδες, μ' έχασες, θα σου τη σκάσω!..." ύστερα, ω! πάει ψηλά στον ουρανό, εκρήγνυται και τρομάζει το σύμπαν και με τη σπιρτάδα της φέρνει κεραυνούς κι αστροπελέκια, γκρεμίζει το δωμάτιο του Σασυφή.
Χτυπά το ξυπνητήρι.
Τι τα θες, ο άμοιρος χτυπάει πια κάρτα στο ολωσδιόλου μπλιαχ' ήρθε η Δευτέρα με παλιομοδίτικο καπέλο, ξεθυμασμένο άρωμα, κρετοελιά στη μύτη και το φοβερό κατοικίδιό της  και παν όλα όλα.
φτου κι απ την αρχή....

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

ραψωδία μιας σκέψης.


Την Παρασκευή και 13 ξύπνησα το πρωί και μου φαινόταν όλα ότι κολύμπαγαν στο χρώμα της παπάγιας.
παιχνίδια της κουρτίνας.
Ήθελα πολύ να σε δω.
Έκανα έναν ωραίο καφέ ζεστό - όπως κάθε πρωί - και κοντοστάθηκα μια στιγμή στη σκέψη σου.
Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά.
Τίποτε στον κόσμο δεν άλλαξε.
Συνέχισα κι εγώ σταθερά να συλλογιέμαι πως μου 'χεις, αλήθεια, λείψει.
Την Παρασκευή και 13, καλοκαίρι, μήνας Ιούλιος.
Κατά το μεσημεράκι έριξα μερικά ρούχα σ' ένα σακίδιο. Αρκετά για ένα μικρό ταξίδι, μια επίσκεψη.
Το πεπόνι, καθώς έτρωγα, ήταν γλυκό αλλά όχι και τόσο.
Το νερό δροσερό μα όχι αρκετά.
Η μουσική έμοιαζε να τραγουδά για τον εαυτό της μόνο. κι εγώ μπαινόβγαινα νοερά στα δωμάτια των γραμμάτων του ονόματός σου και στα μπαλκονάκια με θέα των στιγμών που περάσαμε μαζί - ένας αιώνας και βάλε μου μοιάζει από τότε που αποχαιρετιστήκαμε μ'ένα σωρό υποσχέσεις, υποσχέσεις, υποσχέσεις.
Ίσως επειδή αυτή την Παρασκευή και 13 άκουσα κάποια φωνή να φωνάζει τ'όνομά μου πριν ξυπνήσω κι υπέθεσα (με μια -χμμμ-αμφισβητούμενη, ίσως, λογική) πως είσαι εσύ.
Τ' απογευματάκι, αφού κάθισε λίγο η ζέστη, πήγα στο σταθμό των λεωφορείων.
Γιατί άραγε;
Πήρα ένα καφεδάκι, βρήκα ένα τραπεζάκι μακριούτσικα όσο γινόταν απ το συνεχές ανθρώπινο πηγαινέλα κι από εκεί χάζευα τα λεωφορεία να έρχονται και να φεύγουν.
Αυτοί οι σταθμοί δεν έχουν κανένα ρομαντισμό. Αντίθετα, τους χαρακτηρίζει όλους μα όλους μια ισοπεδωτική ομοιότητα. Ίδιο φως, ίδιες μυρωδιές, ίδια κι η αίσθηση του πρόσκαιρου' αυτή η τελευταία πολλές φορές με συγκινεί, άλλες φορές, πάλι,  με καταβάλλει και δεν μπορώ μα καθόλου, ίσως όπως και σήμερα;;;
Βρέθηκα να 'μαι εκεί επειδή σ'επιθύμησα στ' αλήθεια, για να 'μαι μέσα σε μια δυνατότητα'του ν'ακούσω τη φωνή στο μεγάφωνο να λέει  "Αναχώρηση λεωφορείου προς .......... από διάδρομο τάδε και να μπορώ να κάνω το βήμα, να ξεκινήσω ένα ταξίδι προς τα σένα.
Έτσι κύλησε τ'απόγευμα, ήσυχα. Ήπια και δυο τρεις καφέδες και κάθε φορά που γυρνούσα στη θέση μου αναρωτιόμουν γιατί το κάνω αυτό και δεν είμαι τούτη την ώρα, αφού σ'επιθύμησα τόσο, σε μια θέση λεωφορείου να κοιτάζω τοπία να περνούν και να έρχομαι κοντά σου.
Πήρε να βραδιάζει. Τελείωσε και το πακέτο με τα τσιγάρα. Τελείωσε κι η διάθεσή μου για έναν ακόμη καφέ. Ένα ακόμη λεωφορείο είναι έτοιμο να ξεκινήσει. Η αναχώρηση ανακοινώθηκε, κάποιοι ανέβηκαν, λίγα λεπτά μένουν. Λίγα, ίσως πολύτιμα, λεπτά. Πάλι σε βλέπω, νοερά, ναι, πάλι, ν'ανοίγεις την εξώπορτα, να μου γελάς, να με καλωσορίζεις. Μα τα πόδια μου δεν περπατάνε. Δεν κουνιούνται καθόλου. Απειθάρχητα πόδια. Δεν συνέργαζονται με το κεφάλι. Μα ούτε με την καρδιά μου;
Και το λεωφορείο φεύγει.
Νύχτωσε πια για τα καλά. Παίρνω το δρόμο του γυρισμού, να πάω σπίτι.
Μια στάση στο περίπτερο, ένα πακέτο τσιγάρα και μια, όχι, καλύτερα δύο σκέφτομαι. Δύο κρύες μπυρίτσες. Μια στάση και στο σουβλατζίδικο. Κάτι για το άδειο ψωμοσάκουλο που διαμαρτύρεται, σε πακέτο - αν είναι να τσιμπολογάω με θλίψη καλύτερα να το κάνω κατ' ιδίαν....
Προχωράω μες στη γλυκειά ζεστή καλοκαιρινή νύχτα. μελαγχολική διάθεση σα δάκρυα κεριού.
Η σκέψη σου και μια ήττα.
Η σκέψη σου και τίποτ' άλλο.
Φτάνω σπίτι.
Ανοίγω την αυλόπορτα. ανεβαίνω τα σκαλιά. Και, στο πλατύσκαλο να 'σαι! Πλάι πλάι με τη γάτα - μαμά.
Σε κοιτώ.
Με κοιτάς, χαμογελάς.
Δε ρωτάω.
- γεια, μου λες.
Παρασκευή και 13 σήμερα.
Πεθύμησα να σε δω.

Σωτήρια η αναβλητικότης.
ευτυχία σ'όλον το κόσμο.
καληνύκτα.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Tο Σκάκι



Σα Σεχραζάντ που το χαμό της κάθε αυγή τον αναβάλει
κάνοντας το Σουλτάνο να τη θέλει πάλι
γι' άλλη μια νύχτα παραμύθια να του πει,
έτσι ο καθένας μας το αιώνιο αυτό το σκάκι 
το παίζει με το Θάνατο από παιδάκι.

Κυκλώνουνε το σπίτι οι στρατιές των πεθαμένων
και μου ζητούν να τους ακολουθήσω
μα στη σκακιέρα κολλημένη λέω: «θα καθυστερήσω,
θα έχετε φύγει ώσπου να ετοιμαστώ».
Xτυπούν διακριτικά και μου φωνάζουν
πως σα ζωή γι' αυτούς όνειρο μοιάζουν
και πως ο πόνος μου είναι δυστυχία περιττή.

Tι κι αν ο Θάνατος θα την κερδίσει την παρτίδα 
-αναβολή της ήττας μου είναι- δική μου ελπίδα.

Καστελλάκια, 16 Μαΐου 2005.

με μεγάλη χαρά είδα σ'ένα μπλογκ που παρακολουθώ εδώ και καιρό, το Σκακιστικό Καφενείο, αυτό δηλαδή, ένα ποίημα της πολυαγαπημένης μου Δάφνης Χρονοπούλου. εννοείται πως έσπευσα να το αναρτήσω παρόλο που αυτές τις μέρες είμαι σε μια σχετική αποσύνθεση (διαβάζω τα σχόλιά σας αλλά δεν έχω βρει ακόμη κουράγιο -είναι αυτή η κατάλληλη λέξη;τέλος πάντων- να σας απαντήσω. τέτοια κατάσταση!).

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

το βουνό της ζωής.


Αγκομαχώντας ανεβαίνουμε.
Σαν διαδρομές στυλό διαρκείας. Γραμμές από μελάνι. Μπερδεμένες σκέψεις.
Τί γίνεται όταν το γλυκό πάθος κι όλη η ζωή μας είναι ρετρό πια;
Σαλπάρουμε μ' όλα τ΄άχρηστα στη βαλίτζα και πάμε
στις μοντέρνες χώρες μ' ένα παράξενο χαμόγελο.
λιτό χαμόγελο
λυτό χαμόγελο.
Μακαριότητα.
Και μεθάμε απ' την πραγματικότητα, ξέροντας...