Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Το Μάρλοου – Το αββαείου του Μπίσαμ – Οι μοναχοί του Μέντμενχαμ – Ο Μονμόρενσυ σκέφτεται να δολοφονήσει ένα γέρο γάτο – Τελικά αποφασίζει να του χαρίσει τη ζωή – Αισχρή συμπεριφορά ενός φοξ τεριέ σε κατάστημα του Χέιμαρκετ – Η αποχώρησή μας από το Μάρλοου – Μια επιβλητική πομπή – Χρήσιμες οδηγίεςγια την παρενόχληση των ατμακάτων – Αρνούμαστε να πιούμε από το ποτάμι – Ένας ειρηνικός σκύλος – Παράξενη εξαφάνιση του Χάρις και μίας πίτας.

Το Μάρλοου είναι μία από τις πιο όμορφες παραποτάμιες πόλεις που ξέρω. Είναι μια πολύβουη, ζωντανή μικρή πόλη' είναι γεγονός ότι δεν είναι πολύ γραφική στο σύνολό της, παρ΄' όλα αυτά όμως ανακαλύψαμε αρκετά γραφικά και χαριτωμένα σημεία -όρθιες αψίδες στη γκρεμισμένη γέφυρα του Χρόνου, πάνω από τις οποίες η φαντασία μας ταξιδεύει πίσω στις εποχές που το Μάρλοου Μάνορ είχε για άρχοντά του το Σάξονα Άλγκαρ, πριν ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής το αρπάξει για να το δώσει στη βασίλισσα Ματθδίλδη και πριν περάσει στα χέρια των κομήτων του Γουόργουικ ή του έμπειρου περί τα εγκόσμια λόρδου Πέιτζετ, σύμβουλου τεσσάρων διαδοχικών μοναρχών.

Έχει κι έναν όμορφο επαρχιακό δρόμο γύρω του, σε περίπτωση που μετά τη βαρκάδα σου έρθει διάθεση για έναν περίπατο, και το ποτάμι είναι κι αυτό στις ομορφιές του σ' αυτό το σημείο. Κάτω στο Κούκχαμ, μετά τα Δάση Κουόρι και τα λιβάδια, υπάρχει μια όμορφη έκταση. Αγαπημένα πανέμορφα Δάση του Κουόρι! Μετά τα στενά, ανηφορικά μονοπάτια και τα φιδογυριστά, δασωμένα σας περάσματα, πόσο άρωμα κρατάτε μέχρι σήμερα από μνήμες ηλιόλουστων καλοκαιρινών ημερών! Πόσο στοιχειωμένος είναι ο πυκνοφυτεμένος σας ορίζοντας από φαντάσματα γελαστών προσώπων! Πόσοι ψίθυροι των φύλλων σας αντηχούν απαλά φωνές άλλων, περασμένων εποχών!

Από το Μάρλοου μέχρι το Σόνιγκ είναι ακόμα πιο όμορφα. Το μεγαλόπρεπο, γέρικο Αββαείο του Μπίσαμ, που οι πέτρινοί του τοίχοι έχουν αντηχήσει από τις φωνές των Nαϊτών ιπποτών, και όπου κάποια εποχή κατοικούσε η Άννα της Κλέβης και μια άλλη εποχή η βασίλισσα Ελισσάβετ, βρίσκεται στη δεξιά όχθη, μόλις ένα χιλιόμετρο πάνω από τη γέφυρα του Μάρλοου. Ο μελοδραματισμός πλανάται ακόμη στην ατμόσφαιρα του αββαείου/ Διαθέτει μία κρεβατοκάμαρα όλο ταπετσαρίες κι ένα μυστικό δωμάτιο κρυμμένο ψηλά στους χοντρούς του τοίχους. Το φάντασμα της λαίδης Χόμπι, που ξυλοκόπησε το μικρότης αγόρι μέχρι θανάτου, ακόμα περπατάει εκεί τις νύχτες, και προσπαθεί να ξεπλύνει τα φασματικά της χέρια πλένοντάς τα σε μια φασματική λεκάνη.

Εδώ αναπαύεται ο Γούργουικ, που ανέβαζε και κατέβαζε βασιλιάδες από το θρόνο κατά βούληση, αδιάφορος πια για θέματα τόσο τετριμμένα όσο οι επίγειοι βασιλιάδες και τα επίγεια βασίλεια' εδώ είναι θαμμένος και ο Σλίσμπερι, που έκανε καλή δουλειά στο Πουατιέ. Λίγο πριν φτάσεις στο αββαείο, κι ακριβώς πάνω στην όχθη του ποταμού, βρίσκεται η Εκκλησία του Μπίσαμ' αν υποτεθεί ότι αξίζει τον κόπο να δει κανείς οποιονδήποτε τάφο, τότε θα άξιζε να δει τους τάφους και τα μνημεία της εκκλησίας του Μπίσαμ. Ο Σέλλεϊ, που εκείνη την περίοδο ζούσε στο Μάρλοου (ακόμα μπορείς να δεις το σπίτι του στη Γουέστ Στρητ), συνέθεσε την Εξέγερση του Ισλάμ, περνώντας με τη βάρκα του κάτω από τις οξιές του Μπίσαμ.

Στο φράγμα του Χάρλεϊ, λίγο πιο ψηλά, έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι θα μπορούσα να μείνω έναν ολόκληρο μήνα, αλλά και πάλι δε θα μου έφτανε για να ρουφήξω όλη την ομορφιά του τοπίου. Το χωριό του Χάρλεϊ, πέντε λεπτά απόσταση με τα πόδια από τον υδατοφράχτη, είναι από τα πιο παλιά χωριουδάκια  στο ποτάμι, αφού χρονολογείται, σύμφωνα με την αλλόκοτη φρασεολογία εκείνων των εποχών, “από τις μέρες του βασιλιά Σέμπερτ και του βασιλιά Όφα”. Λίγο μετά το φράγμα (προς τα επάνω0 βρίσκεται η Πεδιάδα των Δανών, όπου οι Δανοί εισβολείς στρατοπέδευσαν κάποτε στη διάρκεια της πορείας τους προς το Γκλόστερ' κι ακόμα λίγο πιο πάνω, φωλιασμένα σε μια χαριτωμένη γωνιά δίπλα στο ποτάμι είναι τ' απομεινάρια του Αββαείου του Μέντμενχαμ.

Οι διάσημοι μοναχοί του Μέντμενχαμ ή “Λέσχη της Φωτιάς της Κόλασης”, όπως συχνά τους αποκαλούσαν, στην οποία ανήκε κι ο διαβόητος Γουίλκς, ήταν μια αδελφότητα που είχε για σύνθημά της “Κάνε ό,τι σου αρέσει”, και αυτή η πρόσκληση υπάρχει ακόμα χαραγμένη πάνω από την είσοδο του αββαείου. Πολλά χρόνια πριν από αυτό το κίβδηλο αββαείο, με το εκκλησίασμά του από ασεβείς χωρατατζήδες, υπήρχε στο ίδιο σημείο ένα μοναστήρι πιο αυστηρού ήθους, που οι μοναχοί του ήταν κάπως διαφορετικοί από τους γλεντζέδες που επρόκειτο να τους διαδεχτούν μετά από 500 χρόνια.

Οι Κιστερκιανοί μοναχοί, το αββαείο των οποίων ήταν χτισμένο εκεί τον 13ο αιώνα, φορούσαν μονάχα ένα ράσο από τραχύ ύφασμα μες κουκούλα και δεν έτρωγαν ούτε κρέας ούτε ψάρι ούτε αυγά. Κοιμούνται σ' αχυρένια στρώματα και ξυπνούσαν τα μεσάνυχτα για τη λειτουργία. Περνούσαν όλη τη μέρα με δουλειά, μελέτη και προσευχή' και όλη τους η ζωή ήταν βυθισμένη σε σιωπή θανάτου, αφού κανείς τους δε μιλούσε.

Μια πολύ σκυθρωπή αδελφότητα μοναχών, που διήγαν βίο σκυθρωπό σε κείνο το γλυκό τοπίο, που ο Θεός το είχε κάνει τόσο όμορφο! Τί περίεργο, οι φωνές της φύσης ολόγυρά τους -το απαλό κελάηδισμα των νερών, ο ψίθυρος του γρασιδιού, η μουσική του ανέμου- να μη τους διδάξουν ένα πιο βαθύ νόημα της ζωής. Κάθονταν εκεί και αφουγκράζονταν σιωπηλοί όλη μέρα, περιμένοντας κάποια φωνή εξ ουρανού' κι όλη μέρα και στη διάρκεια της κατανυκτικής νύχτας η φύση τους μιλούσε σε μυριάδες τόνους, αλλά εκείνοι δεν την άκουγαν.

Από το Μεντμεχαμ μέχρι τον υδατοφράχτη του Χάμπλεντον το ποτάμι είναι γεμάτο γαλήνια ομορφιά, αλλά μετά το ΓκρηνλαντςΧένλεϊ, το τοπίο είναι κάπως γυμνό και ανιαρό.     

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Αυτό το βράδυ ωστόσο κάποιο λάθος είχε γίνει κι ο άνεμος είχε γυρίσει στην πλάτη μας αντί να τον έχουμε μπροστά μας. Δεν είπαμε λέξη για το γεγονός, μόνο ανεβάσαμε το πανί γρήγορα πριν μας πάρει μυρουδιά και μετά αράξαμε στη βάρκα συλλογισμένοι το πανί φούσκωσε και τεντώθηκε κι έκανε το κατάρτι να τρίξει κι η βάρκα προχώρησε σα σφαίρα.

Εγώ κάθισα στο τιμόνι.

Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει πιο συναρπαστική εμπειρία από την ιστιοπλοΐα. Είναι η πιο πειστική απομίμηση του πετάγματος που μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος έξω από τα όνειρά του. Τα φτερά του ανέμου μοιάζουν να σε τραβάνε μπροστά, χωρίς να ξέρεις πού. Δεν είσαι πια το αργό, κουρασμένο, αδύναμο πλάσμα από πηλό που έρπει με κόπο στο χώμα' είσαι κομμάτι της φύσης! Η καρδιά σου χτυπάει πλάι στη δική της. Τα δοξασμένα χέρια της σε τυλίγουν και σε σηκώνουν μέχρι την καρδιά της! Το πνεύμα σου εναρμονίζεται με το δικό της' τα πόδια  σου ελαφραίνουν! Οι φωνές του ανέμου σου τραγουδάνε. Η στεριά μοιάζει μακρινή και μικρή' τα σύννεφα, τόσο κοντά πάνω από το κεφάλι σου, είναι αδέλφια σου και τους απλώνεις τα χέρια.

Το ποτάμι ήταν ολοδικό μας, εκτός από μια ψαρόβαρκα που βλέπαμε πέρα μακριά, αγκυροβολημένη στη μέση του ρεύματος, όπου κάθονταν τρεις ψαράδες. Σκίζαμε τον αφρό και περνούσαμε βολίδα μπροστά από τις δασωμένες ΄λοχθεςς χωρίς κανείς μας να μιλάει.

Εγώ κρατούσα το τιμόνι.

Καθώς πλησιάζαμε στην ψαρόβαρκα, αρχίσαμε να διακρίνουμε ότι οι τρεις άντρες που ψάρευαν έδειχναν μεγάλοι και σοβαροί άνθρωποι. Κάθονταν σε τρία καθίσματα μέσα στην ψαρόβαρκα και κοιτούσαν αφοσιωμένοι τις πετονιές τους. Η κόκκινη δύση έριχνε μαγικό φως στο νερό, χρωμάτιζε πύρινα τα ψηλά δάση, έλουζε στο χρυσάφι τα μαζεμένα σύννεφα. Ήταν μια ώρα βαθιάς μαγείας, εκστατικής ελπίδας και λαχτάρας. Το μικρό πανί φάνταζε πάνω στο μαβή ουρανό και το σούρουπο τύλιγε τον κόσμο ολόγυρά μας με σκιές στα χρώματα του ουράνιου τόξου' πίσω μας ερχόταν η νύχτα.

Νιώθαμε σαν ιππότες από κάποιο παλιό θρύλο, που ιστιοδρομούσαν σε κάποια μαγική λίμνη διασχίζοντας το βασίλειο του λυκόφωτος προς τη μεγάλη χώρα της δύσης.

Δε διασχίσαμε το βασίλειο του λυκόφωτος' αντ' αυτού, εμβολίσαμε εκείνη την καημένη την ψαρόβαρκα, όπου κάθονταν οι τρεις άντρες και ψάρευαν. Στην αρχή δεν καταλάβαμε τί ακριβώς έγινε, γιατί το πανί μάς έκρυβε τη θέα, αλλά απ' αυτό το είδος των εκφράσεων που έφερε ως εμάς το απογευματινό αεράκι, συμπεράναμε ότι είχαμε πλησιάσει ανθρώπινα πλάσματα τα οποία ένιωθαν  ενόχληση και δυσαρέσκεια.

Ο Χάρις κατέβασε το πανί και τότε είδαμε τί είχε συμβεί. Είχαμε ρίξει αυτούς τους τρεις κυρίους από τα καθίσματά τους σ' έναν μπερδεμένο σωρό στον πάτο της βάρκας τους, και τώρα προσπαθούσαν αργά και με δυσκολία να ξεμπλέξουν τα μέλη τους και να τινάξουν τα ψάρια από πάνω τους. Ενώ δούλευαν πυρετωδώς, μας καταριούνταν ομόθυμα -όχι με τις κοινές, συνηθισμένες κατάρες, αλλά με κατάρες περίτεχνες, καλοσχεδιασμένες και περιεκτικές, που αγκάλιαζαν το σύνολο της καριέρας μας κι έφταναν μέχρι το μακρινό μέλλον, περιλάμβαναν όλους μας τους συγγενείς κι εν γένει κάλυπταν κάθε θέμα σχετικό μ' εμάς.-εύστοχες, ζουμερές κατάρες.

Ο Χάρις τους είπε ότι θα έπρεπε να μας ευγνωμονούν που σπάσαμε τη μονοτονία τους, αφού χωρίς εμα΄ς θα κάθονταν εκεί ακίνητοι να ψαρεύουν όλη μέρα' είπε επίσης ότι ένιωθε φρίκη και αποστροφή βλέποντας άντρες της ηλικίας τους να υποκύπτουν τόσο εύκολα στην οργή.

Αυτό όμως καθόλου δε βελτίωσε τη θέση μας.

Ο Τζωρτζ είπε ότι κατόπιν αυτού θ' αναλάμβανε εκείνος να κάτσει στο πηδάλιο. Είπε ότι απ' ένα μυαλ΄΄ο σαν το δικό μου δε θα έπρεπε να περιμένει κανείς ν' αφοσιωθεί στο πεζό καθήκον να κρατάει τη ρότα -καλύτερα ν' αναλάμβανε τη φροντίδα της βάρκας ένας απλός, συνηθισμένος α΄νθρωπος, πριν καταλήξουμε να πνιγούμε όλοι μας' πήρε λοιπόν το πηδάλιο και μας οδήγησε μέχρι το Μάρλοου.

Μόλις φτάσαμε στο Μάρλοου, αφήσαμε τη βάρκα δίπλα στη γέφυρα και πήγαμε στο Στέμμα να περάσουμε τη νύχτα.  

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012


Για να ξαναγυρίσουμε στο τωρινό μας ταξίδι: τίποτε το συνταρακτικό δε συνέβη μέχρι λίγο πιο πέρα από το νησί Μάνκι, όπου αράξαμε και κάτσαμε για να φάμε. Βγάλαμε το κρύο βοδινό για μεσημεριανό και μετά ανακαλύψαμε ότι είχαμε ξεχάσει να πάρουμε μαζί μας μουστάρδα. Δε νομίζω να είχα νιώσει ποτε΄στη ζωή μου μέχρι τότε, ή και έκτοτε, ότι ήθελα μουστάρδα τόσο έντονα όσο ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Κατά κανόνα δε μ' αρέσει η μουστάρδα και τη χρησιμοποιώ πολύ σπάνια, αλλά εκείνη τη στιγμή θα έδινα τον ουρανό με τ' άστρα για λίγη μουστάρδα.

Δεν ξέρω πόσα άστρα διαθέτει ακριβώς ο ουρανός, αλλά όποιος μου έφερνε μια κουταλιά μουστάρδα εκείνη ακριβώς τη στιγμή μπορούσε να τα πάρει όλα. Έτσι είμαι εγώ, αδιαφορώ για τις συνέπειες όταν θέλω κάτι και δεν μπορώ να το έχω.

Ο Χάρις είπε ότι θα έδινε κι εκείνος τον ουρανό με τ' άστρα για λίγη μουστάρδα. Όποιος τύχαινε να περνάει από εκείνο το σημείο μ' ένα βαζάκι μουστάρδα θα έκανε την τύχη του' θα είχε βολευτεί από άστρα για το υπόλοιπο της ζωής του.

Κι όμως! Τολμώ να πω ότι τόσο ο Χάρις όσο κι εγώ θα είχαμε επιχειρήσει να αθετήσουμε συμφωνία άπαξ κι εξασφαλίζαμε τη μουστάρδα. Συνηθίζει κανείς να κάνει αυτές τις υπέρογκες προσφορές σε στιγμές ενθουσιασμού, αλλά φυσικά όταν το ξανασκέφτεται βλέπει πόσο παράλογα δυσανάλογες είναι σε σχέση με την αξία του αντικειμένου που ποθεί. Άκουσα έναν άντρα που ανέβαινε ένα βουνό στην Ελβετία να λέει κάποτε ότι θα έδινε τον ουρανό με τ'άστ5ρα για ένα ποτήρι μπύρα κι όταν έφτασε σ' ένα μικρό κρασοπωλείο όπου πωλούσαν μπύρα, έστησε τρικούβερτο καυγά βλέποντας να του ζητάνε 5 φράγκα για ένα μπουκάλι Μπας. Είπε ότι η εκμετάλλευση ήταν σκανδαλώδης  κι έστειλε επιστολή τους Τάιμς σχετικά.

Η έλλειψη μουστάρδας προκάλεσε γενική κατήφεια στη βάρκα. Φάγαμε το βοδινό μας σιωπηλοί. Η ζωή έμοιαζε ψεύτικη και αδιάφορη. Σκεφτόμασταν τα ευτυχισμένα παιδικά μας χρόνια και αναστενάζαμε. Αναθαρρήσαμε λίγο πάντως την ώρα της μηλόπιτας και, όταν ο Τζωρτζ έβγαλε μια κονσέρβα ανανά από το βάθος του καλαθιού και την άφησε να τσουλήσει ως τη μέση της βάρκας, νιώσαμε ξανά ότι η ζωή τελικά αξίζει τον κόπο.

Μας αρέσει και στους τρεις πολύ ο ανανάς. Κοιτάξαμε τη φωτογραφία του πάνω στην κονσέρβα' λαχταρήσαμε το χυμό. Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο και ο Χάρις ετοίμασε το κουτάλι του.
Μετά ψάξαμε για ανοιχτήρι για την κονσέρβα. Ανακατέψαμε το σύμπαν μέσα στο καλάθι. Αναποδογυρίσαμε τις τσάντες. Σηκώσαμε τις σανίδες από τον πάτο της βάρκας. Κουβαλήσαμε τα πάντα έξω στην όχθη και τα τινάξαμε. Πουθενά ανοιχτήρι.

Τότε ο Χάρις προσπάθησε να ανοίξει την κονσέρβα με ένα σουγιά, αλλά έσπασε το σουγιά και κόπηκε μάλλον άσχημα και ο ίδιος' ο Τζώρτζ δοκίμασε με ένα ψαλίδι, αλλά το ψαλίδι του ξέφυγε και κόντεψε να του βγάλει το μάτι. Ενώ έδεναν τις πληγές τους, προσπάθησα ν' ανοίξω μια τρύπα στην κονσέρβα με τη μυτερή άκρη του καμακιού, αλλά το καμάκι μου γλίστρησε και με πέταξε ανάμεσα στη βάρκα και την όχθη, μέσα σε πενήντα πόντους λασπόνερα' η κονσέρβα κύλισε άθικτη, σπάζοντας ένα φλιτζάνι του τσαγιού.

Τότε γίναμε όλοι έξαλλοι. Βγάλαμε την αναθεματισμένη κονσέρβα έξω στην όχθη' ο Χάρις ανηφόρισε σε ένα χωράφι κι έφερε μαι μεγάλη, μυτερή πέτρα κι εγώ ξαναγύρισα στη βάρκα κι έφερα το κατάρτι' ο Τζωρτζ κράτησε την κονσέρβα, ο Χάρις ακούμπησε τη μυτερή άκρη της πέτρας του στο καπάκι της κι εγώ πήρα το κατάρτι, το σήκωσα ψηλά και το κατέβασα με όλη μου τη δύναμη.

Το ψἀθινο καπέλο του Τζωρτζ ήταν που του έσωσε τη ζωή εκείνη τη μέρα. Σήμερα το φυλάει ως κόρην οφθαλμού (ό,τι έχει απομείνει απ' αυτό δηλαδή), και τα χειμωνιάτικα βράδια, όταν οι πίπες έχουν ανάψει και οι φίλοι ολόγυρα λένε ιστορίες για τους κινδύνους που έχουν διατρέξει στη ζωή τους, ο Τζωρτζ το φέρνει και το δείχνει σε όλους, λέγοντας ξανά την ανατριχιαστική ιστορία, εμε νέες υπερβολές κάθε φορά.

Ο Χάρις τη γλίτωσε μόνο μ' ένα μικρό κόψιμο.

Μετά από αυτό πήρα την κονσέρβα κι άρχισα να την κοπανάω με το κατάρτι, μ΄χρι που κουράστηκα και σιχάθηκα τη ζωή μου, οπότε ανέλαβε ο Χάρις.

Την κάναμε πλακέ από το πολύ χτύπημα' συνεχίζοντας να χτυπάμε, την ξαναφέραμε στο αρχικό, τετράγωνο σχήμα της' της δώσαμε κάθε γνωστό σχήμα της γεωμετρίας ᾱλλά τρύπα δεν μπορούσαμε να της ανοίξουμε. Μετά την περιέλαβε ο Τζωρτζ και βάλθηκε να τη χτυπάει με μανία, μέχρι που πήρε η κον΄σερβα ένα σχήμα τόσο περίεργο, τόσο αλλόκοτο, τόσο απόκοσμο στην άγρια φρίκη του, που ο Τζωρτζ τρόμαξε και πέταξε μακριά το κατάρτι. Μετά κάτσαμε κι οι τρεις στο γρασίδι και την κοιτάζαμε.
Ένα μεγάλο βαθούλωμα απλωνόταν στο καπάκι, ίδιο με κοροϊδευτικό χαμόγελο' μας έκανε τόσο έξαλλους, που ο0 Χάρις όρμηξε κατά πάνω της, την άρπαξε και την εκσφενδόνισε στο ποτάμι. Την ώρα που βούλιαζε, τη βρίζαμε σκαιά και οι τρεις. Μετά ξαναγυρίσαμε στη βάρκα κι απομακρυνθήκαμε κωπηλατώντας αδιάκοπα μέχρι το Μέιντενχεντ.

Το ίδιο το Μέιντενχεντ είναι τόσο σνομπ, που παύει να είναι ευχάριστο. Έχει γίνει το στέκι των παραποτάμιων αριστοκρατών και των επιδεικτικά ντυμένων συντρόφων τους. Είναι η πόλη με τα φανταχτερά ξενοδοχεία, που διευθύνονται ως επί το πλείστον από κάθε λογής δανδήδες και χορεύτριες. Είναι το ορμητήριο από το οποίο εξορμούν εκείνοι οι δαίμονες του ποταμιού -οι μικ΄ρες ατμάκατοι. Κάθε δούκας που τροφοδοτεί τις κοσμικές στήλες κατά κανόνα διαθέτει ένα "μικρό καταφύγιο"στο Μέιντενχεντ' και η ηρωίδα του τρίτου μου μυθιστορήματος εκεί δειπνεί όταν βγαίνει να γλεντήσει με τον άντρα κάποιος άλλης.

Προσπεράσαμε βιαστικά το Μέιντενχεντ και μετ΄χαλαρώσαμε το ρυθμό μας και κάναμε με την άνεσή μας τη μεγάλη διαδρομή ανάμεσα στο Μπόλτερ και το υδατοφράχτη του Κούκχαμ. Τα δάση του Κλάιβντεναπομακρύναμε τη βαρκούλα μας αργά από τη βαθειά της γαλήνη.

Αράξαμε στο κανάλι ακριβώς κάτω από του Κούκχαμ για να πιούμε το τσάι μας κι όταν περάσαμε από τον υδατοφράχτη είχε κι όλας βραδιάσει. Είχε σηκωθεί τσουχτερό αεράκι -περιέργως ευνοϊκό για εμάς' γιατί είναι κανόνας στο ποτάμι να σου φυσάει ο αέρας πάντα κόντρα, όποια κατεύθυνση κι αν πάρεις. Τον βρίσκεις κόντρα το πρωί, όταν ξεκινάς την ημερήσια εκδρομή σου, και κάνεις μια μεγάλη διαδρομή υπολογίζοντας ότι το ταξίδι της επιστροφής θα είναι πολύ εύκολο με το πανί. Όμως το απόγευμα ο άνεμος γυρίζει κι αναγκάζεσαι να ταξιδέψεις κόντρα όλη την επιστροφή.


Κάθε φορά όμως που ξεχνάς να πάρεις το πανί μαζί σου, ο άνεμος είναι συνεχώς ούριος, και στο πήγαινε και στο έλα. Αλλά τί να γίνει! Ο κόσμος είναι μια δοκιμασία κι ο άνθρωπος ως γνωστός γεννήθηκε για να υποφέρει.  

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012


Ζήτα και θα σου δοθεί (Φανουρόπιτα)

Η πιο αγαπημένη ελληνική συνήθεια.

[εδώ θα παρεμβάλλω και κάτι δικό μου.
γιατί χάνουμε κάτι;
από αδιαφορία;
απροσεξία; αμέλεια;
επιλογή;
περιφρόνηση;
πεπρωμένο;
υπερβολική αγάπη;
Το χάσιμο προϋποθέτει ιδιοκτησία.
Το χάσιμο προϋποθέτει ιδιοκτησία;;;;]

Αν και δηλωμένος άθεος, δεν μπορώ παρά ν'αναγνωρίσω ότι στις θρησκευτικές δοξασίες, κρύβονται μεγάλες αληθειες. Πάρτε, για παράδειγμα, τον Άγιο Φανούριο. Αν και λαλίστατος και περιγραφικότατος ο Συναξαριστής όταν αναφέρεται και στους πιο άσημους και άγνωστους Αγίους, για έναν από τους πιο δημοφιλείς του Ορθόδοξου εορτολογίου, δεν λέει απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο δεν λέει αλλά οι ελάχιστες γραμμές που αναφέρονται σ'αυτόν, δηλώνουν σαφώς πως υπάρχουν σχεδόν μηδαμινές πληροφορίες για τον αγαπημένο Άγιο που αν του τάξεις, σε βοηθάει να βρεις ό,τι έχει χάσει. Πόσο σοφό...

Τα απωλεσθένα, παραμένουν το σημαντικότερο και βαρύτερο κεφάλαιο της ύπαρξής μας. Είναι όλα αυτά που στοιχειώνουν το υποσυνείδητό μας, τη μνήμη μας, τα όνειρά μας, τις αφηγήσεις μας. Είναι όλα αυτά που λίγο-πολύ μας ορίζουν αφού, μεταξύ μας, μόνο ως προς τί δεν είμαστε (δηλαδή αποφατικά) μπορούμε να αυτοπροσδιοριστούμε με ακρίβεια και σαφήνεια. Οι χαμένες πληροφορίες για το βίο του Αγίου που σου βρίσκει τα πάντα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόσκληση να συμπληρώσεις εσύ την ιστορία, παραδεχόμενος τί είναι αυτό που έχεις χάσει, τί είναι αυτό που σου λείπει.

Δεν ξέρω για τους άλλους αλλά εγώ είχα πολύ μεγάλη δυσκολία στο να ζητώ. Ίσως φταίει το ότι ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε με την προτροπή να μην ζητάει για λόγους ευγένειας και σε μια εποχή που οι γονείς έτρεχαν με σπουδή να προλάβουν τις όποιες επιθυμίες και ανάγκες των παιδιών τους με αποτέλεσμα, αν εξαιρέσεις τις περιπέτειες με την πολιτική, ν'αργήσω πολύ να μάθω να διεκδικώ όσα ήθελα μόνο καθόμουν σε μια γωνιά σιωπηλός και σιγόβραζα στο ζουμί μου.

Στίβω τα πορτοκάλια για τη φανουρόπιτα που θα φτιάξω απόψε γιατί αύριο γιορτάζει ο αγαπημένος των Ελλήνων Άγιος Φανούριος και σκέφτομαι, με χαμόγελο, πόσο έχω αλλάξει από την εποχή που δεν διεκδικούσα όσα ήθελα και άφηνα την κάθε ανεκπλήρωτη επιθυμία (συχνά ασήμαντη) να με στοιχειώνει. Νομίζω μάλιστα πως αυτός ήταν ο λόγος που ήμουν και τόσο απόλυτος στη μαγειρικη. Όλα κι όλα! Μπορεί να μην τολμούσα να ζητήσω κάτι που επιθυμούσα αλλά στις συνταγές όσοι ζητούσαν τη γνώμη μου, θα έπρεπε να κάνουν αυτό που έλεγα εγώ!

Αντίθετα απ'ο,τι λέμε, για ρητορικούς λόγους, ενηλικίωση δεν σημαίνει ένα αλλά πολλά πράγματα. Ένα από αυτά λοιπόν, είναι το να βρίσκεις το θάρρος να ζητάς και βασικά και το κουράγιο ν'ακούσεις "Όχι". Μετρώ τα υλικά και μνημονεύοντας τον Άγιο Φανούριο σκέφτομαι τί να του ζητήσω  να με βοηθήσει να βρω απ'ολα όσα έχω χάσει τα τελευταία χρόνια. Καταλήγω με βεβαιότητα ότι τελικά, θέλω να μη χάσω ακριβώς αυτό: το κουράγιο ν'ακούω και "όχι" ώστε να είμαι βέβαιος πως δεν θα σταματήσω ποτέ να φοβάμαι να διεκδικώ όλα αυτά που επιθυμώ.

Πώς το είπε ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, σ'αυτό το υπέροχο απόσπασμα του Ευαγγελίου; "Αιτείτε και θα σας δοθεί· ζητείτε και θα βρείτε· χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί· γιατί καθένας που αιτεί λαμβάνει, και αυτός που ζητάει βρίσκει, και σ’ αυτόν που χτυπάει θα του ανοιχτεί".  Έτσι ακριβώς.

*Φανουρόπιτα*

Μάγειρες του κόσμου, λατρεμένες μου κόρες ακαμάτρες που όλες σήμερα το απόγευμα θα μου κλειστείτε στις κουζίνες για να φτιάξετε φανουρόπιτες, θα μου επιτρέψετε να μην μπω στο debate 9, 11, 13 υλικά για τη Φανουρόπιτα. Πού να ξέρω, ο άθεος;! Ο καθένας να ορίζει τους δικούς του κανόνες και να δίνει μια τελετουργική χροιά στην εκτέλεσή τους. Είπα κι ελάλησα. :-) Φυσικά, η δική μου η συνταγή είναι η απλή, αυτή που θα σε τραβήξει και δεν θα σε διώξει από την κουζίνα και φυσικά είναι καρατσεκαρισμένη γιατί φτιάχνω συχνά φανουρόπιτες. Τα υλικά τα προσθέτουμε μ'αυτή τη σειρά, μελετώντας, λέει, τις επιθυμίες μας. Καλή επιτυχία. Στο φούρνισμα αλλά και στην εκπλήρωση των ευχών.

1.5 φλυτζάνι καρύδια
3/4 φλυτζάνι ξανθές σταφίδες (Σουλτανίνα)
1/2 φλυτζάνι ζάχαρη
Κανέλα αρκετή 2 κουταλιές
1/2 κουταλάκι σκόνη γαρύφαλο
Ξύσμα από δυο πορτοκάλια
1 κοφτο κουταλάκι σόδα
1 1.2 κουταλακι μπείκιν πάουντερ
1 1/2 φλυτζάνι χυμό πορτοκαλιού
3.4 φλυτζάνι ηλιέλαιο
Αλευρι (φάριν απ) όσο πάρει (λίγοτερο απο΄ένα πακέτο του κιλού)
εκτός απ'το δικό μου, το υπόλοιπο το βρήκα εδώ

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12β

Αφού περάσεις το Παλιό Ουίνσδορ, το ποτάμι γίνεται κάπως πληκτικό και δεν ξαναβρίσει τον ευτό του παρά μόνο όταν πλησιάζεις το Μπόβενι. Ο Τζωρζ κι εγώ κωπηλατήσαμε μέχρι να προσπεράσουμε το Χόουμ Παρκ ου απλώνεται κατα μήκος της δεξιάς όχθης από τη γέφυρα του Αλβέρτου μέχρι τη γέφυρα της Βικτωρίας' και καθώς περνούσαμε μπροστά από το Ντάτσετ, ο Τζωρτζ με ρώτησε αν θυμόμουνα το πρώτο μας ταξίδι στο ποτάμι, τότε που φτάσαμε στο Ντάτσετ στις δέκα το βράδυ και θέλαμε να πάμε για ύπνο.

Απάντησα ότι το θυμόμουνα. Θα περάσει καιρός μέχρι να το ξεχάσω.

Ήταν το Σάββατο πριν απο την Αυγουστιάτικη αργία των τραπεζών. Είμασταν κουρασμένοι και πεινασμένοι, οι τρεις μας πάλι, κι όταν φτάσαμε στο Ντάτσετ βγάλαμε το καλάθι, τις δύο τσάντες, τις κουβέρτες, τα παλτά και τα παρόμοια και ξεκινήσαμε να ψάξουμε για κατάλυμα. Προσπεράσαμε ένα πολύ νόστιμο μικρό πανδοχείο με κλιματσίδες πάνω από την είσοδο' αλλά δεν είχε καθόλου αγιόκλημα και για κάποιο λόγο είχαμε μια εμμονή με το αγιόκλημα και είπα:

           "Αχ, ας μη μείνουμε εδώ! Ας πάμε λίγο πιο πέρα μήπως βρούμε ένα πανδοχείο με αγιόκλημα!".

             Έτσι λοιπόν συνεχίσαμε μέχρι που φτάσαμε σ'ένα άλλο πανδοχείο. Κι αυτό ήταν ένα πολύ όμορφο πανδοχείο και είχε και αγιόκλημα στον πλαινό του τοίχο, αλλά στον Χάρις δεν άρεσε η φάτσα του ανθρώπου που ήταν ακουμπισμένος στην μπροστινή πόρτα. Είπε ότι δεν έδειχνε καθόλου καλός άνθρωπος και φορούσε και απαίσιες μπότες' έτσι συνεχίσαμε ακόμα πιο πέρα. Προχωρήσαμε αρκετά χωρίς να βρούμε άλλα πανδοχεία και μετά συναντήσαμε έναν άντρα και του ζητήσαμε να μας υποδείξει μερικά.

             Μας είπε: "Έχετε απομακρυνθεί από τα πανδοχεία. Πρέπει να κάνετε μεταβολή και να ξαναγυρίσετε πίσω, και θα βρείτε το Ελάφι"

              Είπαμε:

             " Α, εκεί πήγαμε, αλλά δε μας άρεσε -δεν έχει αγιόκλημα"

            " Καλά, τότε" είπε, "υπάρχει το Αρχοντικό, ακριβώς απέναντι. Αυτό το δοκιμάσατε;"

             Ο Χάρις απάντησε ότι δεν θέλαμε να πάμε εκεί -δεν του άρεσε η φάτσα του τύπου που στεκόταν στο κατώφλι, δεν του άρεσε το χρώμα των μαλλιών του, δεν του άρεσαν και οι μπότες του.

            "Τότε δεν ξέρω τί να σας πω" είπε ο πληροφοριοδότης;μας. "Γιατί αυτά είναι τα μόνα πανδοχεία εδώ γύρω".

            "Δεν έχει άλλα πανδοχεία!" αναφώνησε ο Χάρις.

             Τότε μίλησε ο Τζωρτζ. Είπε ο Χάρις κι εγώ θα μπορούσαμε να παραγγείλουμε να χτιστεί πανδοχείο ειδικά για μας, αν θέλαμε, και να παραγγείλουμε και μερικούς ανθρώπους για να τους βάλουμε μέσα.
Όσο για εκείνον, θα ξαναγύριζε στο Ελάφι.

             Τα μεγάλα πνεύματα ποτέ δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν τα ιδεώδη τους σε κανένα ζήτημα' ο Χάρις κι εγώ αναστενάξαμε με τη ματαιότητα όλων των επίγειων επιθυμιών  και ακολουθήσαμε τον Τζωρτζ.

            Κουβαλήσαμε τα συμπράγαλά μας μέχρι το Ελάφι και τα ακουμπήσαμε στην είσοδο.

            Ο ξενοδόχος ήρθε και μας είπε:

           "Καλησπέρα σας, κύριοι".

           "Καλησπέρα", είπε ο Τζωρτζ. "Θέλουμε τρία κρεβάτια, παρακαλώ".

           "Λυπάμαι πολύ, κύριε", είπε ο ξενοδόχος. "Αλλά φοβάμαι ότι δε γίνεται".

           "Καλά, δεν επιράζει", είπε ο Τζωρτζ, "φτάνουν και δύο. Οι δύο από μας μπορούν να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι, έτσι δεν είναι;" συνέχισε, γυρίζοντας στον Χάρις και σ'εμένα.

             Ὁ Χάρις είπε, "Φυσικά", και σκέφτηλε ότι εγώ κι ο Τζωρτζ θα ,μπορούσαμε πολύ εύκολα να κοιμηθούμε στο ίδιο κρεβάτι.

            "Λυπάμαι πολύ, κύριε", επανέλαβε ο οικοδεσπότης, "αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε ένα κρεβάτι ελεύθερο σε όλο το πναδοχείο. Ήδη έχουμε βάλει δύο, ακόμα και τρεις κυρίους σε ένα κρεβάτι".

             Αυτό μας κλόνισε για λίγο.

             Αλλά ο Χάρις, που είναι έμπειρος ταξιδιώτης, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και είπε, μιλώντας χαρούμενα'

            "Καλά, τί να γίνει. Θα πρέπει να το υποστούμε. Βάλτε μας από ένα ράτζο στην αίθουσα του μπιλιάρδου".

            "Λυπάμαι πολύ, κύριε. Τρεις κύριοι κοιμούνται ήδη εκεί και δύο στο καπνιστήριο. Είναι αδύνατον να σας εξυπηρετήσω γι'απόψε".

            Μαζέψαμε τα πράγματά μας και πήγαμε απέναντι στο Αρχοντικό. Ήταν ένα πολύ όμορφο μικρό πανδοχείο. Είπα ότι προσωπικά μου άρεσε καλύτερα από το άλλο πανδοχείο' και ο Χάρις είπε,

            "Βέβαια, βέβαια, δεν πειράζει, δεν είναι ανάγκη να κοιτάμε εκείνον τον άντρα με τα κόκκινα μαλλιά. Άλλωστε τί φταίει ο καημένος που έχει κόκκινα μαλλιά;"

             Ο Χάρις μιλησε πολύ ευγενικά και λογικά γι αυτό το θέμα.

             Οι άνθρωποι στο Αρχοντικό δεν περίμεναν να μας ακούσουν να μιλάμε. Η ιδιοκτήτρια μας πρόλαβε στο κατώφλι με τον ίδιο χαιρετισμό που είχε χρησιμοποιήσει για να διώξει άλλες δεκατέσσερις παρέες την τελευταία μιάμισι ώρα. Όσο για τις δειλές μας προτάσεις για σταύλους, αίθουσες του μπιλιάρδου ή καρβουναποθήκες, τις αντιμετώπισε όλες μ' ένα κοροιδευτικό γέλιο' όλες αυτές οι γωνιές ήταν κατειλημμένες προ πολλού.

            Μήπως ήξερε κανένα μέρος σε όλο το χωριό που θα μπορούσαμε να βρούμε καταφύγιο για τη νύχτα;

            Ε, αν δεν μας πτοούσαν οι δυσκολίες -αν και προσωπικά δεν μας το συνιστούμε- υπήρχε ένα μικρό μαγαζάκι που πουλούσε μπύρα κάτω στον δρόμο του Ήτον...
Δεν περιμέναμε ν'ακούσουμε περισσότερα' αρπάξαμε το καλάθι, τις τσάντες, τα παλτά, τις κουβέτρες και τα πακέτα κι αρχίσαμε να τρέχουμε. Η απόσταση ήταν γύρω στα 1.500 μέτρα αλλά κάποτε φτάσαμε κια μπήκαμε λαχανιασμένοι στο μπαρ.

             Οι άνθρωποι στο μαγαζί ήταν άξεστοι. Υπήρχαν μόνο τρία κρεβάτια σε όλο το πανδοχείο και φιλοξενούσαν ήδη εφτά κυρίους μόνους τους και δυο παντρεμένα ζετγάρια. Ένας πονόψυχος βαρκάρης, πάντως, που έτυχε να είναι παρών, σκέφτηκε ότι θα πορούσαμε να δοκιμάσουμε το μπακάλικο δίπλα στο Ελάφι κι έτσι ξαναγυρίσαμε πίσω.

             Το μπακάλικο ήταν γεμάτο. Μια γριά που βρήκαμε στο μαγαζί προσφέρθηκε να μας στνοδεύσει για ένα ενάμισι χιλιόμετρο μέχρι το σπίτι μιας φίλης της που νοίκιαζε περιστασιακά δωμάτια σε κυρίους.

              Αυτή η γριά γυναίκα περπατούσε πολύ σιγά και κάναμε είκοσι λεπτά τουλάχιστον γιάνα φτάσουμε στης φίλης της. Ζωντάνεψε τη διαδρομή περιγραφοντάς μας καθ' οδόν όλη την γκάμα των πόνων που αισθανόταν στην πλάτη της.

             Τα δωμάτια της φίλης της ήταν νοικιασμένα. Από εκεί μας έστειλα στο νούμερο 27 του δρόμου. Το 27 ήταν γεμάτο' μας έστειλαν στο 32,  καιι το 32 ήταν γεμάτο.

             Μετά ξαναβγήκαμε στον κεντρικό δρόμο κιαι ο Χάρις κάθισε πάνω στο καλάθι και είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα. Είπε ότι αυτό το σημείο του φαινόταν αρκετά ήσυχο και θα ήθελε να πεθάνει εκεί. Ζήτησε από εμένα και τον Τζωρτζ να φιλήσουμε τη μητέρα του εκ μέρους του και να πούμε σε όλους του τους συγγενείς ότι τους είχε συγχωρέσει και είχε πεθάνει ευτυχής.

             Εκείνη τη στιγμή ένας άγγελος εμφανίστηκε με τη μορφή ενός μικρού αγοριού ( δεν μπορώ να φανταστώ καμιά καταλληλότερη μορφή για έναν άγγελο), μ'ένα μπουκάλι μπύρα στο ένα χέρι και κάποιο πράγμα δεμένο στην άκρη ενός σπάγγου στο άλλο, το οποίο άφηνε ν'ακουμπήσει σ κάθε επίπεδη πέτρα που συναντούσε και μετά το ξανατράβαγε, κάνοντάς το να παράγει έναν ιδιαίτερα ενοχλητικό ήχο που υποδήλωνε δυστυχία.

             Ρωτήσαμε αυτό το θεόσταλτο, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, πλάσμα, αν ήξερε κανένα μοναχικο σπίτι που οι κάτοικοί του να είναι γέροι και αδύναμοι (κατά προτίμηση γριές κυρίες ή παράλυτοι κύριοι) τους οποίους θα μπορούσαμε εύκολα να τους πειθαναγκάσουμε να παραχωρήσουν τα κρεβάτια τους σε τρεις απελπισμένους άντρες' ή, αν δεν ήξερε κάτι τέτοιο, μήπως μπορούσε να μας συστήσει κάποιο άδειο χοιροστάσιο ή κανένα μισοτελειωμένο γιαπί ή κάτι ανάλογο. Είπε ότι δεν ήξερε κανένα τέτοιο μέρος -τουλάχιστον όχι εκεί κοντά'αλλά είπε ότι ακόμα αν θέλαμε να πάμε μαζί του, η μητέρα του είχε ένα περισσευόμενο σωμάτιο και θα μπορούσε να μας βολέψει για τη νύχτα.

            Πέσαμε στην αγκαλιά του εκεί μέσα στο φεγγαρόφωτο και τον πνίξαμε στις ευλογίες' η εικόνα θα ήταν πολύ όμορφη αν το ίδιο το αγόρι δε είχε αιφνιδιαστεί τόσο από την εκδηλωτικότητά μας, που να αποδειχτεί ανίκανο να σταθεί στα πόδια του κάτω από το βάρος της, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος συμπαρασύροντάς μας όλους από πάνω του. Ο Χάρις ήταν τόσο πλημμυρισμένος από χαρά που λιποθύμησε και αναγκάστηκε να βουτήξει τη μισοτελειωμένη μπύρα του παιδιού και να την αδειάσει για να ξαναβρεί τις αισθήσεις του'αμέσως μετά ξεκίνησε τρέχοντας, αφήνοντας εμένα και τον Τζωρτζ να κουβαλήσουμε τις αποσκευές.

            Το αγόρι έμενε σ'ένα μικρό αγροτόσπιτο τεσσάρων δωματίων και η μάνα του -τί χρυσή γυναίκα!-μας έφτιαξε ζεστό μπέικον για δείπνο και το φάγαμε όλο -δυο κιλά- και μια τάρτα μαρμελάδα μετά και δύο κανάτες τσάι και μετά πήγαμε για ύπνο. Υπήρχαν δυο κρεβάτια στο δωμάτιο' το ένα ήταν ένα κρεβάτι με ρόδες, ογδόντα πόντους φαρδύ, και ο Τζωρτζ κι εγώ κοιμηθήκαμε σ' αυτό, μένοντας επάνω του αφού δεθήκαμε μεταξύ μας με το σεντόνι' το άλλο ήταν το κρεβάτι του μικρού αγοριού και ο Χάρις το είχε όλο στη διάθεσή του' το πρωί τον βρήκαμε με εξήντα πόντους γυμνής γάμπας να προεξέχει στο κάτω μέρος, που ο Τζωρτζ κι εγώ χρησιμοποιήσαμε για να κρεμάσουμε τις πετσέτες μας την ώρα που πλενόμαστε.

              Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε στο Ντάτσετ δε θα είμαστε και τόσο εκλεκτικοί στην αναζήτηση καταλύματος.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Ο Ερρίκος ο Η΄ και η Άννα Μπόλεϊν  -Τί τραβάει όποιος συγκατοικεί μ' ένα ζευγάρι εραστών - Μια δύσκολη εποχή για το αγγλικό έθνος - Νυχτερινή αναζήτηση της γραφικότητας -Άστεγοι και άστεγοι - Ο Χάρις ετοιμάζεται να πεθάνει - Ένας άγγελος εμφανίζεται - Οι συνέπειες της ξαφνικής χαράς του Χἀρις - Ένα μικρό δείπνο - Γεύμα  - Ακριβή η μουστάρδα - Μια τρομερή μάχη - Μέιντενχεντ - Ιστιοπλοΐα - Τρεις ψαράδες - Μας καταριούνται.

Καθόμουν στην όχθη κι οραματιζόμουν αυτή τη σκηνή μόνος μου, όταν ο Τζωρτζ παρατήρησε ότι όταν θα ένιωθα εντελώς ξεκούραστος, καλό θα ήταν να τους βοηθήσω να μαζέψουμε τα πιάτα' αφού λοιπόν με επανέφεραν βίαια από τις ένδοξες μέρες του παρελθόντος στο πεζό παρόν, με όλη τη δυστυχία και την αμαρτία που το χαρακτηρίζουν, μπήκα στη βάρκα και καθάρισα το τηγάνι μ' ένα κομμάτι ξύλο και μια τούφα γρασίδι, σκουπίζοντάς το στο τέλος με το βρεγμένο πουκάμισο του Τζωρτζ.

             Περάσαμε απέναντι στο νησάκι της Μάγκνα Κάρτα και είδαμε την πέτρα που βρίσκεται σε κάποια αγροικία, πάνω στην οποία υποτίθεται ότι υπογράφτηκε το συμβόλαιο. Ωστόσο αρνούμαι να δεσμευτώ κατά πόσο γράφτηκε όντως εκεί ή, όπως ισχυρίζονται μερικοί, στην άλλη όχθη του Ράνιμιντ. Αν ήμουν εγώ πάντως, θα είχα μετ' επιμονής συμβουλέψει τους συντρόφους μου να μεταφέρουμε τους δύσκολους πελάτες όπως ο βασιλιάς Ιωάννης πάνω στο νησάκι, που δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για εκπλήξεις και κόλπα.

              Στο κτήμα του Οίκου Άνκεργουικ, που βρίσκεται κοντά στην Τοποθεσία Πικνίκ, υπάρχουν τα ερείπια ενός παλιού μοναστηριού' σ' αυτό το παλιό μοναστήρι λέγεται ότι ο Ερρίκος Η΄ έδινε το ραντεβού του με την Άννα Μπόλεϊν . Το ζευγάρι συνήθιζε επίσης να συναντιέται και στο κάστρο Χέβερ του Κεντ και στα περίχωρα του Σαιντ Όλμανς. Θα πρέπει να ήταν δύσκολο για το λαό της Αγγλίας εκείνη την εποχή να βρίσκει ένα μέρος όπου εκείνοι οι αστόχαστοι νεαροί ερωτευμένοι δε συνήθιζαν να σαλιαρίζουν.

              Είχατε ποτέ την ατυχία να συγκατοικήσετε με ερωτευμένο ζευγάρι; Είναι πολύ κουραστικό. Κατευθύνεσαι προς το σαλόνι, με την επιθυμία να καθίσεις εκεί και να ηρεμήσεις. Μόλις ανοίγεις την πόρτα, ακούς ένα ήχο σα να θυμήθηκε κάποιος κάτι ξαφνικά, και με το που μπαίνεις μέσα, η Έμιλυ σκύβει από το παράθυρο, κοιτώντας με ζωηρότατο ενδιαφέρον την απέναντι πλευρά του δρόμου, και ο φίλος σου ο Τζων Έντουαρτ βρίσκεται στην άλλη άκρη του δωματίου αφοσιωμένος ολόψυχα στην παρατήρηση φωτογραφιών των συγγενών άλλων ανθρώπων.

             "Ω!" λες και κοντοστέκεσαι στην πόρτα. "Δεν ήξερα ότι ήταν κάποιος εδώ μέσα".

             "Α, ναι;" λέει η Έμιλυ ψυχρά, μ' έναν τόνο που εννοεί ότι δεν σε πιστεύει.

            Κάθεσαι για λίγο και μετά λες:

             "Είναι πολύ σκοτεινά. Γιατί δεν ανάβετε τη λάμπα; "

             Ο Τζων Έντουαρτ λέει ότι δεν το είχε προσέξει και η Έμιλυ λέει ότι δεν αρέσει στο μπαμπά της να ανάβουν τις λάμπες από νωρίς το απόγευμα.

             Τους λες μια δυο κουβέντες, διατυπώνοντας τη γνώμη σου για το ιρλανδικό ζήτημα' αλλά αυτό δε φαίνεται να τους ενδιαφέρει. Το μόνο που παρατηρούν μετά από κάθε φράση είναι, "Ω!" "Αλήθεια;" "Σοβαρά;" "Ναι" και του τύπου, πηγαίνεις προς την πόρτα, γλιστράς έξω και ξαφνιάζεσαι βλέποντάς την να κλείνει αμέσως πίσω σου μόνη της, χωρίς να την έχεις καν αγγίξει.

               Μισή ώρα αργότερα, σκέφτεσαι να καπνίσεις μια πίπα στη σέρα. Η μόνη καρέκλα εκεί μέσα είναι κατειλημμένη από την Έμιλυ' όσο για τον Τζων Έντουαρτ, αν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί την γλώσσα των ενδυμάτων, είναι φανερό ότι καθόταν στο πάτωμα. Δε μιλάνε, αλλά σου ρίχνουν ένα βλέμμα που λέει όλα όσα μπορεί να πει κανείς σε μια πολιτισμένη κοινωνία' βγαίνεις αμέσως και κλείνεις την πόρτα πίσω σου.

                Τώρα πια φοβάσαι να χώσεις τη μύτη σου σε οποιοδήποτε δωμάτιο του σπιτιού' έτσι, αφού ανεβοκατεβαίνεις τις σκάλες μια δυο φορές, πας και κάθεσαι στο υπνοδωμάτιό σου. Μετά από λίγη ώρα ωστόσο αυτό γίνεται βαρετό, οπότε βάζεις το καπέλο σου και βγαίνεις για μια βόλτα στον κήπο. Κατηφορίζεις το μονοπατάκι και, καθώς προσπερνάς το θερινό κιόσκι, ρίχνεις μια ματιά μέσα και νάτοι πάλι εκείνοι οι δύο νεαροί ηλίθιοι κουβαριασμένοι σε μια γωνιά του' σε βλέπουν και δείχνουν να σχηματίζουν την εντύπωση ότι για κάποιους σκοτεινούς λόγους τους έχεις πάρει από πίσω.

                "Γιατί να μην έχουν ένα ειδικό δωμάτιο γι αυτού του είδους τις δουλείες και ν'αναγκάζουν τον κόσμο να περιορίζεται εκεί μέσα;" μουρμουρίζεις' και σπεύδεις πίσω στο χωλ, παίρνεις την ομπρέλα σου και βγαίνεις έξω.



Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν κι όταν εκείνο το ανόητο αγόρι Ερρίκος Η΄ φλερτάριζε τη μικρή του Άννα. Ο κόσμος στο Μπάκιγχαμσαιρ θα έπεφτε πάνω τους αναπάντεχα όποτε σαλιαρίζανε στο Ουίνσδορ και το Ρέισμπερι και θα αναφωνούσε, "Α! Είστε εδώ! " και ο Ερρίκος θα κοκκίνιζε και θα έλεγε πως ναι, είχε έρθει για να επισκεφτεί κάποιον κύριο' και η Άννα θα έλεγε, "Α! Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Συνάντησα τυχαία τον κύριο Ερρίκο Η΄στο δρόμο και πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση μ' εμένα".

               Μετά αυτός ο κόσμος θα έφευγε και θα έλεγε από μέσα του: "Ω! Καλά θα κάνουμε να φύγουμε από εδώ όσο συνεχίζονται τα σαλιαρίσματα και τα γουργουρητά. Ας πάμε στο Κεντ"

               Και θα πήγαιναν στο Κεντ και το πρώτο πράγμα που θα έβλεπαν στο Κεντ θα ήταν ο Ερρίκος Η΄ και η Άννα να χαριεντίζονται στο κάστρο Χέβερ.

               "Ω! Κατάρα!" θα έλεγαν. "Ας του δίνουμε κι από εδώ. Δεν τους αντέχω άλλο. Πάμε στο Σαιντ Όλμπανς -ωραίο, ήσυχο μέρος το Σαιντ Όλμπανς".

               Κι όταν θα έφταναν στο Σαιντ Όλμπανς, θα έπεφταν ξανά πάνω στο αναθεματισμένο το ζευγάρι να φιλιέται κάτω από τους τοίχους του αβαείο. Μετά αυτοί οι άνθρωποι πήγαν και μπάρκαραν σε πειρατικά, μέχρι να γίνει ο γάμος.



Από την Τοποθεσία για Πικνίκ μέχρι τον παλιό υδατοφράχτη του Ουίσδορ το κομμάτι του ποταμού είναι πολύ όμορφο. Ένας σκιερός δρόμος, διάστικτος εδώ κι εκεί με μικρά σπιτάκια, ακολουθεί την όχθη μέχρι τις Καμπάνες του Άουσλι, ένα γραφικό πανδοχείο, όπως είναι τα περισσότερα πανδοχεία ψηλά στο ποτάμι, ένα μέρος που μπορείς να πιεις ένα ποτήρι πολύ καλή μπύρα -έτσι διατείνεται ο Χάρις τουλάχιστον' και σ' ένα παρόμοιο ζήτημα μπορείς να εμπιστευτείς τη γνώμη του Χάρις. Το παλιό Ουίνσδορ είναι επίσης ένα πολύ διάσημο μέρος με τον τρόπο του. Ο Εδουάρδος ο Εξομολογητής είχε ένα παλάτι εδώ κι εδώ ο κόμης Γκόντγουιν κρίθηκε ένοχος από τη δικαιοσύνη εκείνης της εποχής, γιατί συνωμότησε για το θάνατο του βασιλιά αδελφού του. Ο κόμης Γκόντγουιν έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και το κράτησε στο χέρι.

                "Αν είμαι ο ένοχος", είπε ο κόμης, "ας με πνίξει αυτό το ψωμί όταν το καταπιώ".
Μετά έβαλε το ψωμί στο στόμα του και το κατάπιε κι εκείνο του σφηνώθηκε στο λαιμό και πέθανε.  

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11β

Ο Χάρις πρότεινε να φάμε στραπατσάδα για πρωινό. Είπε ότι θα μαγείρευε εκείνος. Το έκανε συχνά στο πικ νικ και στις κρουαζιέρες με κότερο. Ήταν διάσημος για τα αυγά του. Αν κρίνουμε από τα λεγόμενά του, όσοι είχαν δοκιμάσει τη στραπατσάδα του μετά από αυτό δεν ήθελαν να αγγίξουν άλλο φαγητό, αλλά μελαγχολούσαν και πέθαιναν από στέρηση όταν δεν μπορούσαν να την ξαναβρούν.

Μας έτρεχαν τα σάλια ακούγοντάς τον να μιλάει, έτσι λοιπόν του δώσαμε το καμινέτο, το τηγάνι κι όσα αυγά δεν είχαν σπάσει λερώνοντας όλα τα υπόλοιπα πράγματα στο καλάθι, και τον παρακαλέσαμε να ξεκινήσει.

Δυσκολεύτηκε κάπως στο σπάσιμο των αυγών -για την ακρίβεια, δε δυσκολεύτηκε τόσο πολύ να τα σπάσει, όσο να τα πείσει να μπουν στο τηγάνι αφού είχαν σπάσει, να τα κρατήσει μακριά από το παντελόνι του και να του απαγορέψει να κυλήσουν μέσα στο μανίκι του' τελικά όμως κατάφερε να ρίξει πέντ' έξι από δαύτα στο τηγάνι' μετά κάθισε οκλαδόν δίπλα στο καμινέτο και τα τσιγκλούσε συνεχώς μ ένα πηρούνι.

             Έμοιαζε εξαντλητική δουλειά, απ' όσο μπορούσαμε να κρίνουμε εγώ και ο Τζωρτζ. Όποτε πλησίαζε το τηγάνι καιγόταν και μετά του 'πεφτε το πηρούνι και χόρευε γύρω από το καμινέτο, τινάζοντας τα δάχτυλά του και βλαστημώντας. Για την ακρίβεια, κάθε φορά που ο Τζωρτζ κι εγώ γυρίζαμε να κοιτάξουμε, έκανε πάντα αυτή τη δουλειά. Στην αρχή σκεφτήκαμε ότι αυτές οι φιγούρες ήταν αναπόσπαστο τμήμα της μαγειρικής ιεροτελεστίας.

             Δεν ξέραμε τί είναι τα αυγά στραπατσάδα' φανταστήκαμε ότι μπορεί να ήταν κάποια σπεσιαλιτέ των ερυθρόδερμων ή των Νησιών  Σάντουιτς που η προετοιμασία τους απαιτεί τελετουργικό χορό κι επικλήσεις για να συντελεστεί σωστά. Ο Μονμόρενσυ πήγε μια φορά κι έβαλε τη μύτη του από πάνω από το τηγάνι, αλλά το λίπος ξεχείλισε και τον έκαψε και μετά άρχισε εκείνος να χοροπηδάει και να βλαστημάει. Συνολικά επρόκειτο για μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές επιχειρήσεις που έχω ποτέ παρακολουθήσει. Ο Τζωρτζ κι εγώ στεναχωρηθήκαμε πολύ όταν τελείωσε.

             Το αποτέλεσμα δεν είχε ακριβώς την επιτυχία που περίμενε ο Χάρις. Μετά από όλη αυτή τη φασαρία, θα το χαρακτήριζες μάλλον πενιχρό. Έξι αυγά είχα μπει στο τηγάνι κι αυτό που βγήκε από εκεί μέσα ήταν μια κουταλιά καμμένης και απωθητικής στην όψη τροφής.

              Ο Χάρις είπε ότι έφταιγε το τηγάνι και το καμινέτο' πίστευε ότι τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί πιο καλά αν είχαμε μια κατσαρόλα και μια γκαζιέρα' αποφασίσαμε λοιπόν να μην το επιχειρήσουμε ξανά, αν δεν είχαμε μαζί μας αυτά τα μαγειρικά βοηθήματα.

               Ο ήλιος είχε ζεστάνει ώσπου να τελειώσουμε το πρόγευμα, ο αέρας είχε πέσει και το πρωινό ήταν ό,τι ωραιότερο θα μπορούσε να επιθυμήσει κανείς. Απ' όσα βλέπαμε, πολύ λίγα θα μας θύμιζαν το 19ο αιώνα' έτσι όπως αγναντεύαμε το ποτάμι στην πρωινή λιακάδα, μπορούσαμε σχεδόν να φανταστούμε ότι οι αιώνες ανάμεσα σ' εμάς και στο διάσημο εκείνο πρωινό του Ιουνίου του 1215 είχαν εξαφανιστεί, κι εμείς, γιοι Άγγλων γαιοκτημόνων, ντυμένοι με ρούχα που είχαν υφανθεί στο χέρι κι ένα μαχαίρι στη ζώνη, περιμέναμε για να παραστούμε μάρτυρες στο γράψιμο εκείνης της σημαντικής ιστορικής σελίδας, που το νόημά της θα μετέφραζε στους κοινούς θνητούς περίπου 400 χρόνια αργότερα κάποιος Όλιβερ Κρόμγουελ, αφού το μελέτησε επισταμένως.

             
   
                Είναι ένα θεσπέσιο καλοκαιρινό πρωινό -ηλιόλουστο, απαλό και ήσυχο. Όμως στον αέρα πλανάται μια ανατριχίλα που σε προϊδεάζει για την επερχόμενη αναταραχή. Ο βασιλιάς Ιωάννης είχε κοιμηθεί στο Ντάνκροφτ Χολ και όλη την προηγούμενη μέρα η μικρή πόλη του Στέινς αντηχούσε από την κλαγγή των όπλων, τον ήχο από τις οπλές των αλόγων πάνω στις πλατιές της πέτρες, τις κραυγές των βαθμοφόρων, τις βαριές βλαστήμιες και τα άκεφα πειράγματα από γενειοφόρους τοξότες, στρατιώτες οπλισμένους με δόρατα και ξένους λογχοφόρους που μιλούσαν παράξενες γλώσσες.

                Ένα τσούρμο από ιππότες και ακολούθους με πολύχρωμες φορεσιές έχει καταφτάσει πάνω στ' άλογα, σκονισμένοι και λερωμένοι από το ταξίδι. Όλο το βράδυ οι πόρτες των δειλών κατοίκων της πόλης είχαν υποχρεωθεί ν' ανοίξουν στα γρήγορα για να υποδεχτούνε ομάδες στρατιωτών για τους οποίους έπρεπε να εξασφαλιστεί στέγη και φαγητό της καλύτερης ποιότητας, αλλιώς αλίμονο στο σπίτι και όλους του ενοίκους του' γιατί το σπαθί είναι δικαστής κι ένορκοι μαζί, κι ενάγων και δήμιος αυτές τις θυελλώδεις εποχές, και πληρώνει για όσα παίρνει δείχνοντας έλεος σ' εκείνους από τους οποίους τα παίρνει, αν ευαρεστηθεί, βέβαια.

                Γύρω από τη μεγάλη υπαίθρια φωτιά στην αγορά, μαζεύονται κι άλλα στρατεύματα των βαρόνων' τρώνε και μπεκρουλιάζουν, μουγκρίζουν τραγούδια του πιοτού, στοιχηματίζουν και καυγαδίζουν, ενώ προχωράει το σούρουπο και αρχίζει να νυχτώνει. Η ανταύγεια της φωτιάς ρίχνει παράξενες σκιές στα στοιβαγμένα τους όπλα και τα άξεστα μούτρα τους. Τα παιδιά της πόλης κρυφοκοιτάνε απορημένα' πληθωρικές επαρχιώτισσες πλησιάζουν γελώντας για ν' ανταλλάξουν καλαμπούρια και πειράγματα της μπύρας με τους μεθυσμένους στρατιώτες, που δε μοιάζουν καθόλου με τους αγροίκους ντόπιους, που στέκουν παράμερα περιφρονημένοι και χαζεύουν με κενά χαμόγελα στα πλατιά τους πρόσωπα. Από τους αγρούς ολόγυρα αχνοφέγγουν τα φώτα από πιο μακρινά στρατόπεδα, γιατί εδώ έχουν μαζευτεί υποστηρικτές κάποιου μεγάλου άρχοντα κι εκεί οι Γάλλοι μισθοφόροι του προδότη Ιωάννη καιροφυλακτούν σαν τους λύκους έξω από την πόλη.

                Έτσι λοιπόν, με φρουρούς σε κάθε σκοτεινό δρομάκι και φωτιές σκοπιάς να τρεμοπαίζουν σε όλους τους γύρω λόφους, πέρασε η νύχτα σ' εκείνη την όμορφη κοιλάδα του παλιού Τάμεση και ξημέρωσε το πρωινό της μεγάλης μέρας που έμελλε να έχει τόσο μεγάλες επιπτώσεις στη μοίρα των επερχόμενων γενεών.

                 Από πολύ νωρίς, πριν ακόμα χαράξει, στο πῖο χαμηλό από τα δύο νησιά, ακριβώς πάνω από εκεί που καθόμαστε, ακούγεται πολύ φασαρία και άνθρωποι που δουλεύουν. Η μεγάλη εξέδρα που έφεραν από την προηγούμενη έχει στηθεί και οι ξυλουργοί έχουν βαλθεί να καρφώνουν σειρές καθισμάτων, ενώ μαθητευόμενοι ράφτες από το Λονδίνο βρίσκονται εκεί με πολύχρωμες στόφες και μετάξι και υφάσματα κεντημένα με χρυσό και ασήμι.

                 Και τώρα ιδού! Καμιά δεκαριά ρωμαλέοι άντρες με ψηλούς πελέκεις - άνθρωποι των βαρόνων- κατηφορίζουν το δρόμο που ακολουθεί τηνΣτέινς, γελώντας και κουβεντιάζοντας με βαθιές, βαριές φωνές' σταματάνε γύρω στα εκατό μέτρα πάνω από εμάς, στην απέναντι όχθη, στηρίζονται στα όπλα τους και περιμένουν.

                 Έτσι, ώρα με την ώρα, ανηφορίζουν το δρόμο ολοένα και περισσότερες ομάδες οπλισμένων αντρών, με τις περικεφαλαίες και τις πανοπλίες τους ν' αστράφτουν στη λιακάδα μέχρι που, όσο φτάνει το μάτι, ο δρόμος είχε γεμίσει αστραφτερό ατσάλι και ανυπόμονα άλογα. Καβαλάρηδες πηγαινοέρχονται από ομάδα σε ομάδα, μικρά λάβαρα ανεμίζουν τεμπέλικα στη χλιαρή αύρα, και κάθε τόσο γίνεται μεγαλύτερο σούσουρο, καθώς οι γραμμές των αντρών παραμερίζουν κι από τις δυο πλευρές και κάποιος μεγάλος βαρόνος με το πολεμικό του άτι και τη φρουρά των ακολούθων γύρω του περνάει για να πάρει θέση επικεφαλής των δουλοπάροικων και των υποτελών του.

                 Και πάνω στην πλαγιά του λόφου Κούπερ, ακριβώς απέναντι, έχουν μαζευτεί περίεργοι αγρότες και κάτοικοι της πόλης που έχουν σπεύσει από το Στέινς και κανείς τους δεν είναι βέβαιος γιατί γίνεται όλη αυτή η φασαρία, αλλά ο καθένας έχει και μια προσωπική εκδοχή για το μεγάλο γεγονός που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν. Μερικοί λένε ότι ο λαός θα δει καλό από όσα θα γίνουν ετούτη τη μέρα' αλλά οι γέροντες κουνάνε το κεφάλι, γιατί αυτήν την ιστορία την έχουν ξανακούσει πολλές φορές.

                Όλο το ποτάμι μέχρι κάτω το Στέινς είναι γεμάτο από μικρά σκάφη, βάρκες και μικροσκοπικές σχεδίες -αν κι οι τελευταίες θεωρούνται πια ξεπερασμένες και τις χρησιμοποιούν μόνο οι πιο φτωχοί άνθρωποι. Οι ρωμαλέοι κωπηλάτες ανάγκασαν τα πλεούμενα να περάσουν τους καταρράκτες, εκεί που σε μεταγενέστερες εποχές θα κατασκευαστεί το φράγμα του Μπελ, και τώρα συγκεντρώνονται όσο πιο κοντά τολμούν να πλησιάσουν τις μεγάλες σκεπασμένες μαούνες που είναι έτοιμες να μεταφέρουν το βασιλιά Ιωάννη εκεί που το μοιραίο συμβόλαιο περιμένει την υπογραφή του.

              Είναι μεσημέρι κι εμείς και όλος ο υπόλοιπος κόσμος περιμένουμε υπομονετικά πολλή ώρα' έχει κυκλοφορήσει η φήμη ότι ο δόλιος Ιωάννης ξέφυγε πάλι από τα χέρια των βαρόνων, έφυγε κρυφά από το Ντάνκροφτ Χολ με τους μισθοφόρους του και σύντομα θα κάνει άλλες δουλειές αντί να υπογράφει συμβόλαια για την ελευθερία του λαού του.

              Όμως όχι! Αυτή τη φορά η λαβή επάνω του ήταν σιδερένια' μάταια πάλεψε να ξεφύγει. Στο βάθος του δρόμου έχει σηκωθεί ένα μικρό σύννεφο σκόνης που πλησιάζει και μεγαλώνει' ο ήχος των οπλών ακούγεται ολοένα και πιο δυνατά κι ανάμεσα στις σκορπισμένες ομάδες των συγκεντρωμένων αντρών προχωράει μια περίλαμπρη ομάδα έφιππων λόρδων και ιπποτών, φανταχτερά ντυμένων. Μπροστά και πίσω και δεξιά και αριστερά της καλπάζουν οι ακόλουθοι των βαρόνων και στη μέση τους βρίσκεται ο βασιλιάς Ιωάννης.

              Πλησιάζει πάνω στο άλογο το σημείο όπου περιμένουν πανέτοιμες οι μαούνες και οι μεγάλοι βαρόνοι προχωράνε μπροστά από τα στρατεύματά τους για να τον συναντήσουν. Τους χαιρετάει με χαμόγελα και γλυκές κουβέντες, λες και πρόκειται για κάποια γιορτή που έχει οργανωθεί προς τιμήν του. Αλλά την ώρα που κάνει να ξεκαβαλικέψει, ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στους Γάλλους μισθοφόρους του, που έχουν μαζευτεί από πίσω, και στις σκοτεινές ορδές των ανθρώπων των βαρόνων που τον ζώνουν.

              Είναι πολύ αργά άραγε; Ένα δυνατό χτύπημα στον ανυποψίαστο ιππότη δίπλα του, μια κραυγή στα γαλλικά του στρατεύματα, μια απεγνωσμένη έφοδος στις απροετοίμαστες δυνάμεις μπροστά του, κι εκείνοι οι επαναστατημένοι βαρόνοι μπορεί να μετανιώσουν την ώρα και τη στιγμή που τόλμησαν να αντιταχθούν στα σχέδιά του! Ένα πιο τολμηρό χέρι θα μπορούσε ν' αλλάξει το ρου της ιστορίας ακόμη κι εκείνη τη στιγμή. Αν ήταν εκεί ένας Ριχάρδος! Το κύπελλο της ελευθερίας μπορεί να είχε απομακρυνθεί από τα χείλη της Αγγλίας κι η γεύση της να είχε καθυστερήσει άλλα εκατό χρόνια.

               Αλλά η καρδιά του βασιλιά Ιωάννη δείλιασε μπροστά στα βλοσυρά πρόσωπα των Άγγλων πολεμιστών' και το χέρι του κατέβηκε ξανά στο χαλινάρι του, ξεπέζεψε κι επιβιβάστηκε στην πρώτη μαούνα. Οι βαρόνοι επιβιβάστηκαν μετά από εκείνον, με το γαντοφορεμένο τους χέρι πάνω στη λαβή του ξίφους τους και δόθηκε εντολή να ξεκινήσουν.

               Σιγά σιγά οι βαριές, πλουμιστές μαούνες απομακρύνονται από την ακτή του Ράνιμιντ. Προχωράνε μεγαλόπρεπα κι αργά, κόντρα στο γρήγορο ρεύμα, μέχρι που με ένα σιγανό γογγητό προσαράζουν στην όχθη του μικρού νησιού που από εκείνη τη μέρα και μετά θα γίνει γνωστό ως το νησάκι της Μάγκνα Κάρτα. Ο βασιλιάς Ιωάννης βγαίνει στη στεριά κι εμείς περιμένουμε με κομμένη την ανάσα μέχρι που μια μεγάλη κραυγή σκίζει τον αέρα και καταλαβαίνουμε ότι μόλις έβαλε το θεμέλιο λίθο του ναού της ελευθερίας της Αγγλίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11α

Πώς ο Τζωρτζ, για πρώτη φορά στη ζωή του, ξύπνησε νωρίς το πρωί - Ο Τζωρτζ, ο Χάρις και ο Μονμόρεσνυ δυσπιστούν στη θέα του κρύου νερού - Ηρωισμός και αποφασιστηκότητα του Τζέρομ - Ο Τζωρτζ και το πουκάμισό του: ιστορία με ηθικό δίδαγμα - Ο Χάρις μαγειρεύει - Ιστορική αναδρομή που παρεμβάλλεται ειδικά για τα σχολεία.

Ξύπνησα στις έξι το επόμενο πρωί και βρήκα τον Τζὠρτζ να έχει ξυπνήσει κι εκείνος. Γυρίσαμε και οι δύο πλευρό και προσπαθήσαμε να ξανακοιμηθούμε, αλλά δεν μπορούσαμε. Αν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ξανακοιμηθούμε, αλλά έπρεπε να σηκωθούμε και να ντυθούμε επιτόπου, θα μας είχε πάερει ο ύπνος αμέσως μόλις κοιτούσαμε τα ρολόγια μας και θα κοιμόμαστα μέχρι τις δέκα. Τώρα όμως που μπορούσαμε άνετα να κοιμηθούμε άλλες δύο ώρες τουλάχιστον και ήταν τελείως παράλογο να σηκωθούμε από τα άγρια χαράματα, αισθανθήκαμε ότι δεν αντέχουμε να μείνου με ξαπλωμένοι ούτε άλλα πέντε λεπτά, έτσι από πείσμα.

             Ο Τζωρτζ είπε ότι αυτό ακριβώς το πράγμα, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό, του είχε συμβεί πριν από δεκαοχτώ περίπου μήνες, όταν έμενε μόνος του στο σπίτι κάποιας κυρίας Γκίπινγκς. Είπε ότι ρολόι του χάλασε ένα βράδυ και σταμάτησε στις 8:15. Αυτό δεν το ήξερε εκείνη τη στιγμή γιατί, για κάποιο λόγο, είχε ξεχάσει να το κουρδίσει όταν πήγε για ύπνο (πράγμα περίεργο γι αυτόν), και το κρέμασε πάνω από το μαξιλάρι του χωρίς να του ρίξει ούτε μία ματιά. Αυτό είχε συμβεί το χεμὠνα, που η μέρα είναι πολύ μικρή, και μάλιστα μια βδομάδα με συνεχή ομίχλη, οπότε το γεγονός ότι ήταν πολύ σκοτεινά όταν ο Τζωρτζ ξύπνησε το πρωί δεν τον βοήθησε να συμπεράνει την ώρα. Άπλωσε το χέρι και κατέβασε το ρολόι του. Ήταν 8:15!

           "Θεέ και Κύριε!" αναφώνησε ο Τζωρτζ. "Κι εγώ πρέπει να βρίσκομαι στο Σίτυ στις 9:00. Γιατί δε με ξύπνησε κανείς;  Τί φρίκη!". Πέταξε κάτω το ρολόι, τινάχτηκε από το κρεβάτι, έκανε ένα κρύο μπάνιο, ντύθηκε και ξυρίστηκε με κρύο νερό γιατί δεν προλάβαινε να περιμένει το ζεστό και μετά έτρεξε κι έριξε άλλη μια ματιά στο ρολόι.

            Είτε από το τράνταγμα που είχε φάει όταν ο Τζωρτζ το πέταξε στο κρεβάτι, είτε για κάποιο άλλο λόγο τον οποίο ο Τζωρτζ δεν μπορούσε να ξέρει, το σίγουρο ήταν ότι από τις 8:15 είχε προχωρήσει και τώρα έδειχνε 8:40.
 
            Ο Τζωρτζ το άρπαξε και κατέβηκε τρέχοντας στο ισόγειο. Στο σαλόνι όλα ήταν σκοτεινά και ήσυχα' δεν υπήρχε φωτιά στο τζάκι ούτε πρωινό. Ο Τζωρτζ σκέφτηκε ότι η κυρία Γκ. θα έπρεπε να ντρέπεται γι'αυτό και αποφάσισε να της πει τη γνώμη του, όταν θα ξαναγύριζε στο σπίτι το απόγευμα. Μετά έβγαλε βιαστικά το παλτό και το καπέλο του και αρπάζοντας την ομπρέλα του, κίνησε για την πόρτα.

             Η πόρτα δεν ήταν καν ξεκλείδωτη. Ο Τζωρτζ αναθεμάτισε την τεμπελιά της κυρίας Γκ., σκέφτηκε πόσο περίεργο ήταν που ο κόσμος δεν μπορούσε να σηκωθεί μιαν αξιοπρεπή λογική ώρα για να ξεκλειδώσει μια πόρτα και βγήκε έξω τρέχοντας.

             Έτρεξε γρήγορα καμιά τριακοσαριά μέτρα και στο τέλος εκείνης της απόστασης άρχισε να του φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι κυκλοφορούσαν πολύ λίγοι άνθρωποι και τα μαγαζιά δεν ήταν ανοιχτά. Το πρωινό ήταν βέβαια πολύ ομιχλώδες και σκοτεινό, αλλά παρόλα αυτά έμοιαζε ασυνήθιστο να προκαλείται γενική στάση εργασίς γι'αυτό το λόγο. Αν εκείνος ἐπρεπε να πάει στη δουλειά του, γιατί ο υπόλοιπος κόσμος να μένει στο κρεβάτι μόνο και μόνο επειδή είχε σκοτάδι και ομίχλη;

             Τελικά έφτασε στο Χόλμπορν. Ούτε ένα παντζούρι δεν ήταν ανοιχτό! Ούτε ένα λεωφορείο δεν φαινόταν πουθενά! Είδε μονάχα τρεις άντρες, εκ των οποίων ο ένας ήταν αστυνομικός, ένα κέρρο γεμάτο λάχανα και μια άμαξα διαλυμένη. Ο Τζωρτζ έβγαλετο ρολόι του και το κοίταξε'ήταν εννέα παρά πέντε! Έμενε ακίνητος και πήρε το σφυγμό του. Έσκυψε κάτω και ψαχούλεψε τα πόδια του.


Μετά, με το ρολόι ακόμα στο χέρι, πήγε στον αστυνομικό και τον ρώτησε αν ήξερε τί ώρα ήταν.

             "Τί ώρα είναι;" εἰπε ο άντρας και κοίταξε τον Τζωρτζ με προφανή καχυποψία. "Περιμένετε και θα το ακούσετε να χτυπάει".

             "Μα χτύπησε μόνο τρεις φορές!" είπε ο Τζωρτζ με πληγωμένο ύφος όταν το ρολόι σταμάτησε.

             "Και πόσες θέλατε να χτυπήσει;" απάντησε ο αξιωματικός.

             "Εννιά, βέβαια", είπε ο Τζωρτζ, δείχνοντας το ρολόι του.

             "Ξέρετε τη διεύθυνση της κατοικίας σας;" είπε ο φύλακας της δημόσιας τάξης σοβαρά.

             Ο Τζωρτζ σκέφτηκε λίγο και μετά του έδωσε τη διεύθυνσή του.

             "Α. εκεί μένετε, ε;" απάντησε ο άντρας. "Λοιπόν, εγώ θα σας συμβούλευα να γυρίσετε σπίτι σας και να πάρετε μαζί σας και το ρολόι σας. Δε νομίζω ότι έχουμε να πούμε τίποτ' άλλο".

              Κι έτσι ο Τζωρτζ ξαναγύρισε σπίτι, περπατώντας συλλογισμένος, και μπήκε μέσα.

           
              Η πρώτη του σκέψη μόλις επέστρεψε ήταν να γδυθεί και να ξαναπέσει για ύπνο' αλλά όταν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να ξαναντυθεί και να ξαναπλυθεί και να ξανακάνει μπάνιο, αποφάσισε να μην ξαπλώσει, αλλά να πάρει έναν υπνάκο στην πολυθρόνα.

             Δεν του κολλούσε όμως ύπνος' ποτέ δεν είχε νιώσει πιο ξύπνιος στη ζωή του' έτσι λοιπόν άναψε τη λάμπα, έβγαλε τη σκακιέρα κι έπαιξε μια παρτίδα σκάκι με τον εαυτό του' αλλά ούτε και αυτό τον ικανοποίησε: φαινόταν κάπως αργό' έτσι λοιπόν παράτησε το σκάκι και προσπάθησε να διαβάσει. Δεν έδειχνε όμως ικανός να ενδιαφερθεί ούτε για το διάβασμα, οπότε ξαβαφόρεσε το παλτό του και βγήκε να κάνει μια βόλτα.

              Έξω ήταν πολύ μοναχικά και έρημα' οι αστυνομικοί που συναντούσε τον κοιτούσαν με απροκάλυπτη καχυποψία, γύριζαν τα φανάρια τους προς το μέρος του και τον έπαιρναν από πίσω. Αυτό τελικά τον επηρέασε τόσο πολύ, που άρχισε να αισθάνεται σαν να είχε πραγματικά κάνει κάτι, οπότε άρχισε να στρίβει στα σοκάκια και να κρύβεται στις σκοτεινές εισόδους των σπιτιών, μόλις άκουγε το βήμα του νόμου να πλησιάζει.

             Φυσικά, αυτή η συμπεριφορά ενέτεινε τη δυσπιστία της αστυνομικής δύναμης απέναντί του' έρχονταν και τον ξετρύπωναν και τον ρωτούσαν τί έκανε εκεί πέρα' όταν απαντούσε, τίποτα, απλώς είχε βγει για μια βόλτα (ήταν πια τέσσερις το πρωί), τον κοίταζαν σα να μην τον πίστευαν' δύο αστυνομικοί με πολιτικά τον συνόδευσαν τελικά μέχρι το σπίτι του για να βεβαιωθούν αν έμενε πραγματικά εκεί που τους είχε δηλώσει. Όταν τον είδαν να μπαίνει μέσα με το κλειδί του, στήθηκαν απέναντι και βάλθηκαν να παρακολουθούν το κτίριο.

         
             Όταν μπήκε μέσα, σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά κια να ετοιμάσει κάτι για πρωινό, ίσα ίσα για να περάσει η ώρα' αλλά έμοιαζε ανύμπορος να πιάσει οτιδήποτε, από μια χούφτα κάρβουνα μέχρι ένα κουταλάκι του τσαγιού, χωρίς να του πέσει ή να σκοντάψει επάνω του και χωρίς να κάνει τόση φασαρία, που η κυρία Γκ. θα ξυπνούσε και θα σκεφτόταν ότι επρόκειτο για διάρρηξη, θα άνοιγε το παράθυρο και θα φώναζε, "Αστυνομία!" και μετά εκείνοι οι δύο αστυνομικοί θα μπουκάριζαν επί τόπου, θα του περνούσαν χειροπέδες και θα τον οδηγούσαν στο αστυνομικό τμήμα.

             Τώρα πια τα νεύρα του ήταν σμπαράλια' άρχισε να οραματίζεται τη δίκη του, πως δεν θα τον πίστευε κανείς, πως θα καταδικαζόταν σε είκοσι χρόνια φυλάκιση και η μητέρα του θα πέθαινε από την καρδιά της. Έτσι λοιπόν εγκατέλειψε την προσπάθεια να φτιάξει πρωινό, τυλίχτηκε με το παλτό του και κάθισε στην πολυθρόνα μέχρι τις εφτάμισι που κατέβηκε η κυρία Γκ.

             Είπε ότι μετά από εκείνο το πρωί, δεν είχε ποτέ ξανασηκωθεί νωρίς' το είχε εκλάβει ως προειδοποίηση.




            Καθόμασταν τυλιγμένοι στις κουβέρτες μας όσο ο Τζωρτζ μου έλεγε αυτή την αληθινή ιστορία' όταν τελείωσε, άρχισα να προσπαθώ να ξυπνήσω τον Χάρις μ'ένα κουπί. Στο τρίτο σκούντημα τα κατάφερα: από το άλλο πλευρό και μας είπε ότι θα κατέβαινε σε ένα λεπτό και να του ετοιμάσουμε τις δετές του μποτες. Εμείς σπεύσαμε να του διευκρινήσουμε πού βρισκόταν με τη βοήθεια του καμακιού και τότε ανακάθισε απότομα, στέλνοντας τον Μονμόρενσυ, που κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, στην άλλη άκρη της βάρκας μπρούμητα πανω στην κοιλιά του.

             Μετά μαζέψαμε την τέντα και τέσσερα κεφάλια ξεμύτισαν προς τη μεριά του ποταμιού' όταν κοιτάξαμε κάτω το νερό, ανατριχιάσαμε κι οι τέσσερις. Το προηγούμενο βράδυ είχαμε αποφασίσει να σηκωθούμε νωρίς το πρωί, να πετάξουμε τις κουβέτρες και τα κασκόλ μας, να ρίξουμε πίσω την τέντα, να πέσουμε στο νερό με μια χαρωπή κραυγή και να απολαύσουμε ένα παρατεταμένο κι απολαυστικό μπάνιο. Τώρα όμως που είχε έρθει το πρωί, για κάποιο λόγο η ιδέα αυτή δε φαινόταν το ίδιο δελεαστική. Το νερό έμοιαζε υγρό και κρύο' ο αέρας έδειχνε παγωμένος.

             "Λοιπόν, ποιος θα μπει πρώτος;" είπε ο Χάρις τελικά.

              Δεν υπήρξε μεγάλος συνωστισμός για την προτεραιότητα. Ο Τζωρτζ έλυσε το ζήτημα από πλευράς του μπαίνοντας μέσα στη βάρκα και φορώντας τις κάλτσες του. Ο Μονμόρενσυ έβγαλε ένα αθέλητο αλύχτισμα, λες και η σκέψη και μόνο του μπάνιου τον είχε τρομοκρατήσει' και ο Χάρις είπε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να ξανασκαρφαλώσουμε στη βάρκα και μπήκε μέσα και ταχτοποίησε το παντελόνι του.

              Εγώ δεν ήθελα να εγκαταλείψω αμέσως την προσπάθεια, παρόλο που δε με ενθουσίαζε η ιδέα της βουτιάς' μπορεί να υπήρχαν κλαδιά ή βούρλα, σκέφτηκα. Είπα να συμβιβάσω τα πράγματα πηγάινοντας ως την άκρη και ρίχνοντας λίγο νερό επάνω μου' έτσι λοιπόν πήρα μια πετσέτα, βγήκα στην όχθη και πήγα και κάθισα πάνω σ' ένα χοντρό κλαδί που έφτανε μέχρι το νερό.

              Το νερό ήταν παγωμένο κι ο αέρας θέριζε. Σκέφτηκα τελικά να μη βραχώ καθόλου, αλλά να ξαναγυρίσω στη βάρκα και να ντυθώ. Έκανα μεταβολή λοιπόν,. αλλά καθώς γυρνούσα, το ηλίθιο το κλαδί υποχώρησε, και εγώ μαζί με την πετσέτα μου πέσαμε μ'ένα τρομερό πλατς στο νερό' και βρέθηκα στη μέση του ποταμού μ'ένα γαλόνι νερό του Τάμεση μέσα μου, πριν προλάβω να καταλάβω τί ακριβώς είχε συμβεί.

             "Θεέ μου! Ο μάγκας ο Τζέρομ μπήκε μέσα", άκουσα τον Χάρις να λέει, καθώς έβγαινα στην επιφάνεια ξεφυσώντας. "Δεν περίμενα να έχει το κουράγιο να το κάνει. Εσύ το περίμενες;"

             "Ωραία είναι;" φώναξε ο Τζωρτζ.

             "Υπέροχα" απάντησα χτυπώντας τα δόντια. "Χάνετε που δε μπαίνετε. Εγώ δεν θα το έχανα για τίποτε στον κόσμο. Γιατί δεν δοκιμάζετε;  Λίγη αποφασιστηκότητα θέλει μόνο".
Αλλά δεν μπορούσα να τους πείσω.


              Την ώρα που ντυνόμουνα, μου συνέβη κάτι πολύ διασκεδαστικό. Κρύωνα τρομερά όταν ανέβηκα πάνω στη βάρκα, και στη βιασύνη μου να φορέσω το πουκάμισό μου το έριξα κατά λάθος στο νερό.

               Το γεγονός μ' εκνεύρισε τρομερά, ιδίως επειδή ο Τζωρτζ έβαλε τα γέλια. Δεν μπορούσα να καταλάβω πού το έβλεπε το αστείο, και το είπα αυτό στο Τζωρτζ, αλλά εκείνος απλώς γέλασε ακόμα περισσότερο. Τελικά έχασα την ψυχραιμία μου μαζί του και του είπα ελεύθερα τη γνώμη μου για το άτομό του' αυτός όμως ξεκαρδίστηκε ακόμα πιο πολύ. Αλλά μετά, ενώ ψάρευα το πουκάμισο, παρατήρησα ότι τελικά δεν ήταν το δικό μου πουκάμισο αλλά του Τζωρτζ, που το είχα περάσει για δικό μου' εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόση πλάκα είχε το γεγονός τελικά και άρχισα κι εγώ να γελάω. Κι όσο πιο πολύ κοιτούσα μια το βρεγμένο πουκάμισο του Τζωρτζ και μια τον Τζωρτζ που είχε πνιγεί στα γέλια, τόσο πιο πολύ διασκέδαζα' γέλασα τόσο πολύ, που μου ξανάπεσε το πουκάμισο στο νερό.

               "Δε ... δε θα το βγάλεις έξω;" είπε ο Τζωρτζ ανάμεσα στα χαχανήτά του.

               Για λίγη ώρα ήταν αδύνατον να του απαντήσω, γιατί είχα πεθάνει στα γέλια, αλλά τελικά, ανάμεσα στα χαχανητά μου κατάφερα να πετάξω:

              "Δεν είναι το δικό μου πουκάμισο -αλλά είναι το δικό σου!"

              Ποτέ δεν είδα έκφραση ανθρώπου να αλλάζε τόσο γρήγορα από εύθυμη σε σοβαρή.

              "Τί! " Ούρλιαξε και τινάχτηκε όρθιος. "Ηλίθιε άντρα! Γιατί δεν προσέχεις τί κάνεις; Γιατί δεν πας να ντυθείς στην όχθη; Δεν είσαι άξιος να κυκλοφορείς σε βάρκα. Δώσε μου το καμάκι".

              Προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει πόσο αστείο ήταν το όλο θέμα, αλλά δεν καταλάβαινε. Ο Τζωρτζ μερικές φορές δεν χαμπαρίζει από αστεία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10γ
Πέσαμε για ύπνο στις δέκα εκείνο το βράδυ και ήμουνα σίγουρος ότι, με την κούραση που είχα, θα κοιμόμουνα μια χαρά' αλλά τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν έτσι. Κατά κανόνα γδύνομαι, ακουμπάω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και αμέσως μετά κάποιος χτυπάει την πόρτα και μου λέει ότι η ώρα είναι οκτώμισι το πρωί. Απόψε όμως όλα έμοιαζαν να συνωμοτούν εναντίον μου' η εμπειρία ήταν καινούρια, η βάρκα ήταν σκληρή, η θέση μου ήταν άβολη (είχα ξαπλώσει με τα πόδια κάτω από το ένα κάθισμα και το κεφάλι μου πάνω σ' ένα άλλο) και ο ήχος του παφλασμού του νερού γύρω από τη βάρκα και ο άνεμος στα κλαδιά μου προκαλούσαν ενόχληση και ανησυχία.

Κοιμήθηκα τελικά λίγες ώρες και μετά κάποιο κομμάτι της βάρκας που φαίνεται ότι μεγάλωνε μόνο στη διάρκεια της νύχτας -γιατί σίγουρα δεν ήταν εκεί όταν ξεκινήσαμε και είχε εξαφανιστεί όταν ξυπνήσαμε το πρωί- άρχισε να χώνεται στην πλάτη μου. Συνέχισα να κοιμάμαι για λίγο, ονειρευόμενος ότι είχα καταπιεί μια λίρα και ότι κάποιοι μου άνοιγαν μια τρύπα στην πλάτη μ' ένα τρυπάνι, προσπαθώντας να τη βγάλουν. Το βρήκα πολύ άκαρδο εκ μέρους τους και τους είπα ότι θα τους χρωστούσα τα λεφτά και μέχρι το τέλος του μήνα θα τους τα είχα δώσει. Αλλά δεν ήθελαν ν' ακούσουν και είπαν ότι ήταν πολύ καλύτερα να τα πάρουν εκείνη τη στιγμή, γιατί αλλιώς θα μαζεύονταν πολλοί τόκοι. Κατόπιν αυτού θύμωσα πολύ μαζί τους και τους είπα τί σκεφτόμουν γι' αυτούς, εκείνοι όμως έστριψαν το τρυπάνι τόσο βάρβαρα, που ξύπνησα.

              Η βάρκα φαινόταν πνιγηρή και το κεφάλι μου πονούσε' έτσι λοιπόν σκέφτηκα να βγω λίγο έξω στο δροσερό αέρι της νύχτας. Φόρεσα ό,τι ρούχο βρήκα γύρω μου -μερικά δικά μου και μερικά του Τζωρτζ και του Χάρις-και γλίστρησα κάτω από την τέντα στην όχθη.

             Η νύχτα ήταν ατάραχη. Το φεγγάρι είχε δύσει και είχε αφήσει την ήσυχη γη μόνη με τα αστέρια. Μέσα στην ησυχία και τη γαλήνη, θα 'λεγε κανείς ότι εν΄β τα παιδιά της κοιμόνταν, εκείνη μιλούσε με τ' αδέλφια της, τα αστέρια -μιλούσαν για τα μεγάλα μυστήρια με φωνές τόσο βαθιές και απέραντες, που τα παιδικά, ανθρώπινα αυτιά δεν μπορούσαν να συλλάβουν τον ήχο τους.

            Τα αστέρια μας προκαλούν δέος' είναι τόσο ψυχρά, τόσο καθαρά. Είμαστε σαν τα μικρά παιδιά που τα βήματά τους τα οδήγησαν σε κάποιο αχνοφωτισμένο ναό του θεού που διδάχτηκαν να λατρεύουν χωρίς να τον γνωρίζουν και καθώς στέκονται εκεί όπου ο μεγαλόπρεπος τρούλος χάνεται μέσα στο λυκόφως, σηκώνουν το βλέμμα με την ελπίδα και το φόβο ότι θα δουν κάποια τρομερή οπτασία να αιωρείται εκεί ψηλά.

            Κι όμως η νύχτα μοιάζει γεμάτη κουράγιο και δύναμη. Μπροστά στην επιβλητική παρουσία της, οι μικροσκοτούρες μας χάνονται ντροπιασμένες. Η μέρα είναι γεμάτη μπελάδες κι έγνοιες, οι καρδιές μας γεμάτες με κακές και πικρές σκέψεις και ο κόσμος μάς φαίνεται σκληρός και άδικος. Κι ύστερα η νύχτα, σαν κάποια μεγάλη τρυφερή μητέρα, ακουμπάει απαλά το χέρι της επάνω στο φλογισμένο μας μέτωπο και γυρίζει τα μικρά, δακρυσμένα μας πρόσωπα προς το μέρος της και χαμογελάει' και παρ' όλο που δε μιλάει, ξέρουμε τί θέλει να μας πει' ακουμπάμε το ζεστό, ξαναμμένο μας πρόσωπο στο στήθος της κι ο πόνος εξαφανίζεται.

              Μερικές φορές ο πόνος μας είναι πολύ βαθύς και γνήσιος και στέκουμε μπροστά της πολύ σιωπηλοί, γιατί δεν υπάρχουν λέξεις για να τον περιγράψουμε, μόνο ένα βογκητό. Τότε η καρδιά της νύχτας είναι γεμάτη θλίψη για μας: δεν μπορεί να ελαφρύνει τον πόνο μας' παίρνει το χέρι μας στο δικό της και ο μικρός μας κόσμος γίνεται ακόμα μικρότερος και φαντάζει πολύ μακρινός' πάνω στα σκοτεινά της φτερά βιώνουμε για λίγο μια Παρουσία πιο ισχυρή από τη δική της και στο θαυμαστό φως εκείνης της μεγάλης Παρουσίας όλη η ανθρώπινη ζωή ανοίγεται μπροστά μας σαν βιβλίο και ξέρουμε ότι ο Πόνος και η Θλίψη δεν είναι παρά άγγελοι του Θεού.

              Μόνο όσοι έχουν φορέσει το στέμμα του πόνου μπορούν να κοιτάξουν ασταμάτητα αυ΄το το θαυμαστό φως' κι εκείνοι, όταν ξαναγυρίζουν, δεν μπορούν να μιλήσουν γι' αυτό και να αποκαλύψουν το μυστήριο που γνώρισαν.



             Κάποτε, σε μια παράξενη χώρα, ταξίδευαν κάποιοι αγαθοί ιππότες. Το μονοπάτι τους περνούσε δίπλα από ένα πυκνό δάσος, όπου τα βάτα φύτρωναν πολύ χοντρά και δυνατά και έσκιζαν τη σάρκα όσων έχαναν το δρόμο τους εκεί μέσα. Και τα φύλλα των δέντρων που μεγάλωναν στο δάσος ήταν πολύ σκούρα και παχιά, έτσι που ούτε μαι αχτίδα φωτός δεν μπορούσε να περάσει μέσα από τα κλαδιά για να φωτίσει το σκοτάδι και τη θλίψη.

              Καθώς περνούσαν λοιπόν δίπλα από εκείνο το σκοτεινό δάσος, ένας από τους ιππότες που προχωρούσε χωριστά από τους συντρόφους του περιπλανήθηκε μακριά και δεν τους ξαναβρήκε πια' εκείνοι, πολύ στεναχωρημένοι, συνέχισαν το δρόμο τους πενθώντας τον σαν να είχε πεθάνει.

             Έφτασαν στο ωραίο κάστρο που ήταν ο προορισμός τους και έμειναν εκεί πολλές μέρες και περνούσαν ζωή χαρισάμενη. Ένα βράδυ, εκεί που κάθονταν άνετοι και χαρούμενοι γύρω από τα κούτσουρα που έκαιγαν στη μεγάλη σάλα και έπιναν ένα ποτηράκι, εμφανίστηκε ο σύντροφος που είχαν χάσει και τους χαιρέτισε. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα σαν του ζητιάνου και πολλοί λένε ότι η τρυφερή του σάρκα ήταν πληγωμένη, αλλά στο πρόσωπό του άστραφτε η λάμψη μιας βαθιάς χαράς.

             Τον βομβάρδισαν με ερωτήσεις για να μάθουν τί του είχε συμβεί. Εκείνος τους είπε ότι είχε χαθεί μέσα στο σκοτεινό δάσος και είχε περιπλανηθεί πολλές μέρες και νύχτες μέχρι που, κουρελιασμένος και ματωμένος, είχε ξαπλώσει κάτω για να πεθάνει.

             Μετά, έτσι όπως κειτόταν ετοιμοθάνατος, ιδού! Μέσα στο άγριο σκοτάδι τον πλησίασε μια επιβλητική παρθένα που τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε μέσα από λοξά μονοπάτια, άγνωστα στους ανθρώπους, μέχρι που μέσα στο σκοτάδι του δάσους ανέτειλε ένα φως τόσο λαμπρό, που μπροστά του το φως της μέρας φάνταζε σαν το κερί μπροστά στον ήλιο και μέσα σ' εκείνο το θαυμαστό φως, ο ταλαίπωρος ιππότης μας είδε κάτι σαν όνειρο ή οπτασία και το όραμά του αυτό ήταν τόσο εξαίσιο και πανέμορφο, που έπαψε να σκέφτεται πια τις ματωμένες του πληγές και στάθηκε σα μαγεμένος, νιώθοντας απερίγραπτη χαρά, βαθιά σαν τη θάλασσα που κανείς δεν ξέρει το πραγματικό της βάθος.

            Μετά το όραμα χάθηκε και ο ιππότης γονάτισε στο χώμα κι ευχαρίστησε τον καλό άγιο που είχε οδηγήσει τα βήματά του μέσα σ' εκείνο το δάσος, όπου αξιώθηκε να δει το όραμά που κρυβόταν μέσα του.


Το όνομα του δάσους ήταν Θλίψη' όσο για το όραμα που είδε εκεί μέσα ο καλός ιππότης, δεν μπορούμε ούτε να το πούμε ούτε και να το διηγηθούμε.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10β

Επί τριάντα πέντε λεπτά ούτε ένας ήχος δεν ακούστηκε κατά μήκος της βάρκας, εκτός από το κουδούνισμα των πιατικών και των μαχαιροπίρουνων και το σταθερό άλεσμα από τέσσερα ζευγάρια μασέλες. Μετά από τριάντα πέντε λεπτά, ο Χάρις είπε, “Α!” και έβγαλε το αριστερό του πόδι από κάτω και έβαλε στη θέση του το δεξί.

Πέντε λεπτά αργότερα, ο Τζωρτζ είπε κι εκείνος “Α!” και εκσφενδόνισε το πιάτο του έξω στην όχθη' τρία λεπτά αργότερα, ο Μονμόρενσυ έδειξε το πρώτο σημάδι ευχαρίστησης από τότε που είχαμε ξεκινήσει: ξάπλωσε στο πλάι και τέντωσε τα πόδια' μετά είπα κι εγώ, “Α!” και έγειρα το κεφάλι μου πίσω και το χτύπησα σ' ένα από τα τόξα της τέντας, αλλά δε μ' ένοιαξε. Ούτε που έβρισα καν.

Τί ωραία που νιώθει κανείς όταν είναι χορτάτος -πόσο ικανοποιημένοι ήμασταν με τον εαυτό μας και με όλον τον κόσμο/! Άνθρωποι που το έχουν δοκιμάσει, μου λένε ότι μια καθαρή συνείδηση σε κάνει πολύ ευτυχισμένο και ικανοποιημένο αλλά το γεμάτο στομάχι κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά και είναι πιο φτηνό και πιο εύκολο να το πετύχεις. Νιώθεις τόσο γενναιόδωρος και μεγαλόψυχος μετά από ένα πλήρες και καλοχωνεμένο γεύμα -τόσο υψηλόφρων, τόσο καλόκαρδος.

Τί περίεργη που είναι αυτή η κυριαρχία των οργάνων της χώνεψης επί του εγκεφάλου. Δεν μπορούμε να δουλέψουμε, δεν μπορούμε να σκεφτούμε καν, αν δεν μας το επιτρέψει το στομάχι μας. Μας υπαγορεύει τα συναίσθήματά μας και τα πάθη μας. Μετά από αυγά και μπέικον λέει, “δούλεψε!”, μετά από μπριζόλα και κρασί λέει, “κοιμήσου!”. Μετά από ένα φλιτζάνι τσάι (δύο κουταλιές για κάθε φλιτζάνι και να μην το αφήνετε να μένει περισσότερο από τρία λεπτά) λέει στον εγκέφαλο, “τώρα σήκω και δείξε μας τη δύναμή σου. Γίνε εύγλωττος, βαθυστόχαστος και τρυφερός' δες με καθαρό μάτι τη φύση και τη ζωή' άπλωσε τα άσπρα φτερά της τρομαγμένης σου σκέψης και πέτα σαν καλό πνεύμα, ψηλά στους μακρινούς δρόμους των φλογισμένων άστρων μέχρι τις πύλες της αιωνιότητας!”.

Μετά από ζεστό κέικ λέει, “Γίνε νωθρός και άψυχος, σα ζώο του αγρού -ανόητο ζώο με ανήσυχο μάτι, στερημένο από το παραμικρό ίχνος φαντασίας, ελπίδας, φόβου, έρωτα ή ζωής”. Και μετά από ικανή ποσότητα μπράντυ λέει, “Εμπρός λοιπόν, ανόητε, χαμογέλασε και περπάτα, για να γελάσουν οι συνάνθρωποί σου -κάνε τρέλες, τραύλισε ανόητους ήχους και δείξε τί αβοήθητο πλάσμα είσαι ο καημένος ό άντρας που το πνεύμα και η θέληση του έχουν πνιγεί  δίπλα δίπλα, σαν τα γατιά, σε μισό πόντο οινόπνευμα”.

Είμαστε οι πιο γνήσιοι, οι πιο αξιοθρήνητοι σκλάβοι, του στομαχιού μας. Μην ψάχνετε για ηθική και δίκαιο, φίλοι μου' προσέχετε σχολαστικά το στομάχι σας, ταίστε το με φροντίδα και σωστή κρίση. Τότε η αρετή και η ευχαρίστηση θα έρθουν να βασιλέψουν στην καρδιά σας χωρίς καμιά προσπάθεια εκ μέρους σας' και θα είστε καλός πολίτης, στοργικός σύζυγος και καλός πατέρας -ευγενικός, ευσεβής άντρας.

Πριν από το δείπνο μας, ο Χάρις, ο Τζωρτζ κι εγώ ήμασταν εριστικοί, ευερέθιστοι και κακοδιάθετοι' μετά το δείπνο καθόμασταν και χαμογελούσαμε ο ένας στον άλλο, χαμογελούσαμε και στο σκύλο. Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο, αγαπούσαμε τους πάντες. Ο Χάρις κάποια στιγμή αποφάσισε να μετακινηθεί και πάτησε κατά λάθος τον κάλο του Τζωρτζ. Αν αυτό είχε συμβεί πριν από το δείπνο, ο Τζωρτζ θα είχε εκφράσει ευχές κι επιθυμίες σχετικά με τη μοίρα του Χάρις σ' αυτόν τον κόσμο και στον άλλο, που θα έκαναν ν ανατριχιάσει και ο μεγαλύτερος σκεπτικιστής.

Τώρα όμως είπε μόνο, “Προσεχε, λεβέντη μου”.

Και ο Χάρις αντί να παρατηρήσει απλώς με το πιο δυσάρεστό του ύφος ότι ήταν φύσει αδύνατον να μην πατήσει κάποιος ένα μέρος του ποδιού του Τζωρτζ, αν έπρεπε να κινηθεί οπωσδήποτε σε ακτίνα δέκα μέτρων από το σημείο που καθόταν ο Τζωρτζ, και να συμβουλέψει τον Τζωρτζ να μην μπαίνει ποτέ σε βάρκα κανονικού μεγέθους, αφού είχε τόσο μεγάλα πόδια και να του προτείνει να τα κρεμάει απέξω, όπως θα είχε σίγουρα κάνει πριν από το δείπνο, τώρα είπε: “Αχ, συγνώμη, φίλτατε' ελπίζω να μη σε πόνεσα”.

Ο δε Τζωρτζ είπε: “Μα τί λες τώρα”, υπονοώντας ότι έφταιγε εκείνος και ο Χάρις πως όχι, το σφάλμα ήταν όλο δικό του.

Ήταν απόλαυση να τους ακούς.


Ανάψαμε τις πίπες μας και καθίσαμε, κοιτώντας την ήσυχη νύχτα, και το ρίξαμε στην κουβέντα.



Ο Τζωρρτζ αναρωτήθηκε γιατί να μην μπορούμε να είμαστε πάντα έτσι -μακριά από τον κόσμο με τις αμαρτίες και τους πειρασμούς του- να διάγουμε βίο ειρηνικό και να κάνουμε το καλό. Είπα ότι κι εγώ είχα συχνά λαχταρήσει κάτι ΄τετοιο' και συζητήσαμε την πιθανότητα να φύγουμε μακριά, οι τέσσερίς μας, σε κάποιο βολικό, καλά εξοπλισμένο έρημο νησί και να ζήσουμε εκεί στα δάση.

Ο Χάρις είπε πως το πρόβλημα με τα έρημα νησιά, απ' όσο είχε ακούσει, ήταν η μεγαλύτερη υγρασία' αλλά ο Τζωρτζ είπε ότι αυτό δεν ίσχυε, αν είχαν καλό αποστραγγιστικό σύστημα.

Συνεχίσαμε για λίγο τη συζήτηση για αποχετεύσεις και μετά ο Τζωρτζ θυμήθηκε κάτι που είχε συμβεί κάποτε στον πατέρα του. Είπε ότι ο πατέρας του ταξίδευε με έναν φίλο του στην Ουαλία και κάποια νύχτα σταμάτησαν σ' ένα μικρό πανδοχείο, όπου υπήρχαν και κάτι άλλοι τύποι που τους έπιασαν κουβέντα και πέρασαν το βράδυ μαζί.


Περνούσαν πολύ ωραία και το ξενυχτήσανε πολύ' μέχρι να πάνε για ύπνο, είχαν περιέλθει (αυτό συνέβη όταν ο πατέρας του Τζωρτζ ήταν πολύ νέος) σε κατάσταση ελαφράς ευθυμίας. Επρόκειτο να κοιμηθούν (ο πατέρας του Τζωρτζ και ο φίλος του πατέρα του Τζωρτζ) στο ίδιο δωμάτιο, αλλά σε διαφορετικά κρεβάτια. Πήραν το κερί και ανέβηκαν στις σκάλες. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο, ακούμπησαν το κερί σε μια εσοχή του τοίχου κι εκείνο έσβησε, οπότε ήταν αναγκασμένοι να γδυθούν και να πλαγιάσουν στα σκοτεινά. Αυτό και έκαναν' αλλά, αντί να πέσουν σε διαφορετικά κρεβάτια, σκαρφάλωσαν και οι δύο στο ίδιο κρεβάτι χωρίς να το καταλάβουν -ο ένας τους με το κεφάλι στην πάνω μεριά και ο άλλος στην κάτω, ξαπλώνοντας με τα πόδια του στο μαξιλάρι.

Προς στιγμήν έπεσε σιωπή και μετά ο πατέρας του Τζωρτζ είπε:

“Τζο!”

“Τί τρέχει, Τομ;” απάντησε η φωνή του Τζο από την άλλη μεριά του κρεβατιού.

“Είναι ένας άντρας στο κρεβάτι μου”, είπε ο πατέρας του Τζωρτζ. Βρήκα τα πόδια του στο μαξιλάρι μου”.

“Περίεργο πράγμα, Τομ”, απάντησε ο άλλος, “αλλά, πού να με πάρει η ευχή, είναι κι εμένα ένας άντρας στο κρεβάτι μου!”

“Τί σκοπεύει να κάνεις;” ρώτησε ο πατέρας του Τζωρτζ.

“Λέω να τον πετάξω κάτω”, απάντησε ο Τζο.

“Το ίδιο θα κάνω κι εγώ' είπε ο πατέρας του Τζωρτζ γενναία.

Ακολούθησε σύντομη πάλη και μετά δυο βαριοί γδούποι στο πάτωμα' και μετά μια πονεμένη φωνή είπε:

“Δε μου λες, Τομ!”

“Έλα!”

“Τί απέγινε;”

“Να σου πω την αλήθεια ο τύπος πέταξε κάτω εμένα”

“Το ίδιο και ο δικός μου! Για να είμαι ειλικρινής, αυτό το πανδοχείο αρχίζει να μου δίνει στα νεύρα. Τί λες κι εσύ;”

“Πώς το έλεγαν εκείνο το πανδοχείο;” ρώτησε ο Χάρις.

“Το Γουρούνι και η Σφυρίχτρα”, είπε ο Τζωρτζ. “Γιατί;”

“Α!, Καλά, τότε δεν είναι το ίδιο”, απάντησε ο Χάρις.

“Τί εννοείς” ρώτησε ο Τζωρτζ.

“Είναι πολύ περίεργο”, μουρμούρισε ο Χάρις, “αλλά ακριβώς το ίδιο πράγμα συνέβη στο δικό μου πατέρα κάποτε, σ' ένα επαρχιακό πανδοχείο. Τον έχω ακούσει πολλές φορές να λέει την ιστορία. Σκέφτηκα μήπως ήταν το ίδιο πανδοχείο”.

Τσικουδιά - Τσιμουδιά.

είπα να μην ενδώσω, που θα με φάει η θλίψις.
αλλά αδύνατον να είναι ο διάβολος στα παρτέρια σου και να μην ενδώσεις.
α πα πα πα πα, δε γιένεται.
άντε ωρέ,μου λέω.
μιαν στάλα.
κι η στάλα έγινε ποταμός, κι ο ποταμός λίμνη, λιμνοθάλασσα, θάλασσα, ωκεανός.
ατμός και σφαίρα. μια για το καλως όρισες και η ή ίδια για το καλό κατευόδιο.
μαζεύω μαγικές κορδέλλες και μπιχλιμπίδια αλλά ακόμα να μαζέψω την στόμα μου. μπρρρρ.
φραγή οδόντων.
θέλω να ριβάρω και να πάω σε πολιτείες παραθαλάσσιες.
εκεί που να μην έχω ούτε φωνή ούτε όνομα.
να πέφτω και να σκώνομαι και να φοράω ένα φουστάνι μαύρο και μακρύ.
μαύρο σα σύννεφο καταιγίδας
και μακρύ να συμβολίζει τη σιωπή.
και μέσα σ αυτό το κουκούλι να αφήσω τον πάλλευκο εαυτο μου.
ν αφεθώ.
σε μια Βαβέλ ήχων ξενόφερτων.
φωνών αμετάφραστων.
το τρίξιμο του πατώματος
το χτύπημα της πόρτας
η κίνηση.
η σκέψη μου.
ένα ανοιχτό βιβλίο στο τραπέζι.
ραδιόφωνο, πυρκαγιές, εξωτερική πολιτική, εσωτερικές αναταραχές.
καλοκαίρι στην άκρη του κόσμου.
εκεί που το καλοκαίρι είναι μάστιγα
και τα φεγγάρια φανοστάτες σε συμπλέγματα.
τα ιδιωτικά μας μακροβούτια στην ενύπαρξη.
κι ο κόσμος;
α! ο κόσμος, η ζωή, είναι ένα ζευγάρι παπούτσια που δεν ταιριάζουν στα πόδια μου.
μου λένε ότι φλερτάρω με την αθανασία εκ του ασφαλούς.
ότι προπαγανδίζω το απνευστί έχοντας καλές καβάτζες.
πλήρης άγνοια.
τώρα, θα έδινα το τελευταίο μισοκαμμένο μου κουλουράκι μελιού για να βρω μια λύση στη σιωπή.
την ανεπιθύμητη σιωπή.
να βρω μαι δικλείδα για το προφανές.
και μια σανίδα σωτηρίας για το απέραντο.
Ήθελα να βρω το πασαπόρτι που χρειάζεσαι για να έχεις αιτία να ζεις.
μα αυτό είναι πολύ μόχθος για γυναικείους ωμους.
Το ήθελα πάντως.
Καθώς θύμωσα που μια μέρα βρέθηκες κάτω από το θυμό ενός άσπλαχνου Θεού.
έχω γράψει 294 λέξεις.
σιγά τα λάχανα.
300.
Θέλω να φύγω, να πάω σ’ ένα δάσος, σ’ ένα βουνό, σε μια ερημιά.
να συνουσιαστώ με την απουσία κι η απουσία να είναι μια σταθερή δύναμη στον τόπο και το χρόνο.
να είναι μια πραγματικότητα.
όχι ένα αβέβαιο πρόσωπο.
μου λείπει η αγάπη αυτές τις Αυγουστιάτικες μέρες και νύχτες
Αγάπη, που το α της να σε νανουρίζει
το γα της να σ αποκοιμίζει
και το πη της να σε ξυπνάει σε αμβλείες φωτεινές γωνίες,
μια αγάπη για το καλοκαίρι.
ψυχομαχάει ο Αύγουστος.
οι νύχτες χάσαν το χρώμα του παθους, της ανυμπόριας μπρος στον πόθο.
αμβλείες γωνίες.
world wide open.
ο κόσμος σε έκρηξη.
τελευταίες αφίξεις.
με είδες, σε είδα, χαθήκαμε.
ένα ποτήρι θάνατο θα πιω.
κρυφολαμπυρίζει το μαύρο μου καφτάνι.
άστρα.
στον αστερισμό μιας κοσμοχαλασιάς
και στο παιχνίδι των λέξεων και των κενών
1
0
1
1
δεν υπακούω.
σιγοντάρω κι ένα αστέρι πέφτει,

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 α

Η πρώτη μας νύχτα – Κάτω από την τεντα – Έκκληση για βοήθεια - Οι ιδιοτροπίες των τσαγιερών και πώς να τις αντιμετωπίσετε – Δείπνο – πώς να νιώσετε μεγαλόψυχος – Ζητείται έρημο νησί με καλό αποστραγγιστικό σύστημα, κατά προτίμηση στην περιοχή του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού – Κάτι περίεργο που συνέβη στον πατέρα του Τζωρτζ – Μι ανήσυχη νύχτα.

Ο Χάρις κι εγώ αρχίσαμε να σκεφτόμαστε ότι κατ' αναλογίαν θα πρέπει να είχε γκρεμιστεί και το φράγμα του Μπελ. Ο Τζωρτζ μας είχε ρυμουλκήσει μέχρι το Στέινς και μετά αναλάβαμε εμείς. Μας φαινόταν σα να σέρναμε πίσω μας πενήντα τόνους και να είχαμε περπατήσει εξήντα χιλιόμετρα. Ήταν εφτάμισι όταν περάσαμε πια το φράγμα, οπότε μπήκαμε όλοι στη βάρκα και κωπηλατήσαμε προς την αριστερή όχθη, ψάχνοντας για κάποιο σημείο να αράξουμε.

Αρχικά σκοπεύαμε να πάμε στο νησάκι Μάγκνα Κάρτα, ένα πολύ όμορφο σημείο όπου το ποτάμι κυλάει στριφογυριστά μέσα από μια απαλή, πράσινη πεδιάδα, και να κατασκηνώσουμε σ' ένα από τα γραφικά λιμανάκια που βρίσκονται σ' εκείνη τη μικροσκοπική ακτή. Αλλά για κάποιο λόγο δε νιώθαμε την ίδια λαχτάρα για γραφικά τοπία που νιώθαμε πριν. Λίγο νερό ανάμεσα σε μια μαούνα φορτωμένη κάρβουνο κι ένα εργοστάσιο φωταερίου θα μας είχε ικανοποιήσει εξίσου εκείνη τη νύχτα. Δε θέλαμε τοπία. Θέλαμε να φάμε το δείπνο μας και να κοιμηθούμε. Ωστόσο προχωρήσαμε μέχρι εκείνο το σημείο -το λένε τοποθεσία για Πικνίκ- και αράξαμε σε μια πολύ ωραία γωνιά, κάτω από μια μεγάλη φτελιά, που στις χοντρές της ρίζες δέσαμε τη βάρκα.

              Μετά είπαμε να πάρουμε το δείπνο μας (δεν είχαμε πιει τσάι για να κερδίσουμε χρόνο), αλλά ο Τζωρτζ είπε όχι' έπρεπε πρώτα να στήσουμε την τέντα, πριν σκοτεινιάσει, όσο βλέπαμε ακόμα τί κάναμε. Μετά, είπε, θα είχαμε τελειώσει με τις δουλειές και θα καθόμασταν να φάμε με την ησυχία μας.

              Αυτή η τέντα ήθελε πολύ περισσότερο στήσιμο απ' ότι πιστεύω ότι οποιοσδήποτε από εμάς είχε υπολογίσει. Θεωρητικά έμοιαζε΄πολύ απλό. Έπαιρνες πέντε πελώρια σιδερένια τόξα και τα στερέωνες πάνω από τη βάρκα και μετά άπλωνες το κανναβάτσο από πάνω τους και το έδενες χαμηλά' σκεφτήκαμε ότι θα μας έπαιρνε γύρω στα δέκα λεπτά.

              Το υποτιμήσαμε.

              Σηκώσαμε τα τόξα και αρχίσαμε να τα κατεβάζουμε προς τις υποδοχές που ήταν στερεωμένες στη βάρκα. Δε θα φανταζόταν κανείς ότι επρόκειτο για επικίνδυνη δουλειά' αλλά τώρα που αναθυμάμαι το επεισόδιο, αναρωτιέμαι πώς επέζησε κάποιος από μας για να αφηγηθεί την ιστορία. Αυτά δεν ήταν τόξα, ήταν δαίμονες. Κατ' αρχήν δε χωρούσαν καν στις υποδοχές και έπρεπε να πηδάμε επάνω τους και να τα κλωτσάμε και να τα χτυπάμε με το καμάκι της βάρκας. Όταν τελικά μπήκαν, ανακαλύψαμε ότι δεν ήταν αυτές οι υποδοχές τους, οπότε έπρεπε να τα ξαναβγάλουμε.

             Έλα όμως που δεν έβγαιναν, παρά μόνο αφού δύο από μας είχαν παλέψει μαζί τους για πέντε λεπτά τουλάχιστον, και μετά αναπηδούσαν ξαφνικά προσπαθώντας να μας πετάξουν στο νερό και να μας πνίξουν. Είχαν μεντεσέδες στη μέση και, όταν δεν κοιτούσαμε, προσπαθούσαν να μας δαγκ΄βσουν με αυτούς τους μεντεσέδες σε ευαίσθητα σημεία του σώματός μας' την ώρα που παλεύαμε με την μια άκρη του τόξου και προσπαθούσαμε να την πείσουμε να κάνει το καθήκον της, η άλλη άκρη μας πλησίαζε ύπουλα και μας χτυπούσε στο κεφάλι.

            Τελικά τα στερεώσαμε και μετά το μόνον που είχαμε να κάνουμε ήταν να στερεώσουμε και το καναβάτσο από πάνω τους. Ο Τζωρτζ το ξετύλιξε και στερέωσε τη μία την άκρη στην πλώρη της βάρκας. Ο Χάρις στάθηκε στη μέση για να το πάρει από τον Τζωρτζ και να το ξετυλίξει μέχρι εμένα, που στεκόμουν στην πρύμνη για να το παραλάβω. Έκανε πολλή ώρα να έρθει. Ο Τζωρτζ τελείωσε το έργο που του αναλογούσε, αλλά ο Χάρις ήταν καινούριος στη δουλειά και τα έκανε θάλασσα.

              Πώς ακριβώς τα κατάφερε δεν το ξέρω, ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να το εξηγήσει άλλωστε' αλλά με κάποια μυστηριώδη διαδικασία κατάφερε, μετά από δέκα λεπτά υπεράνθρωπης προσπάθειας, να τυλιχτεί ολόκληρος μέσα στο πανί. Ήταν τόσο σφιχτά τυλιγμένος, διπλωμένος και μπουρδουκλωμένος, που ήταν αδύνατον να βγει έξω. Εκείνος, φυσικά, έκανες απελπισμένες προσπάθειες για να ανακτήσει την ελευθερία του – που κάθε Εγγλέζος άλλωστε τη δικαιούται από γεννησιμιού του- και ενώ το έκανε αυτό (απ' ότι έμαθα εκ των υστέρων), έριξε κάτω τον Τζωρτζ' μετά ο Τζωρτζ άρχισε κι εκείνος να παλεύει βρίζοντας τον Χάρις και κατέληξε να μπερδευτεί κι εκείνος και να τυλιχτεί μέσα στο κανναβάτσο.

             Εκείνη τη στιγμή εγώ δεν ήξερα τίποτα απ' όλα αυτά. Προσωπικά δεν καταλάβαινα το παραμικρό απ' ό,τι διαδραματίζονταν. Μου είχαν πει να μείνω στη θέση μου και να περιμένω να μου έρθει το κανναβάτσο, οπότε ο Μονμόρενσυ κι εγώ στεκόμασταν εκεί και περιμέναμε και οι δυο σαν καλά παιδιά. Βλέπαμε το κανναβάτσο να τινάζεται περίεργα και να κουνιέται βίαια' αλλά υποθέσαμε ότι ήταν μέρος της μεθόδου και δε θελήσαμε να παρέμβουμε.

             Ακούγαμε επίσης πολλές πνιχτές βρισιές από κάτω του και υποθέσαμε ότι οι φίλοι μας έβρισκαν τη δουλειά μάλλον ενοχλητική αποφασίσαμε λοιπόν να περιμένουμε μέχρι να απλοποιηθούν κάπως τα πράγματα, πριν συμμετάσχουμε κι εμείς.

              Περιμέναμε κάμποση ώρα, αλλά το ζήτημα έμοιαζε να μπερδεύεται όλο και περισσότερο, μέχρι που τελικά το κεφάλι του Τζωρτζ βγήκε με κόπο πάνω από την κουπαστή της βάρκας και μίλησε.

              Το κεφάλι του Τζωρτζ είπε τα εξής, σε έντονο ύφος:

            “Δώσε ένα χεράκι, επιτέλους, ηλίθιε' ακούς εκεί να στέκεσαι εκεί σα τη μούμια, ενώ βλέπεις ότι πνιγόμαστε και οι δύο, ανόητε!”

             Ποτέ δεν έχω αρνηθεί τη βοήθειά μου, όταν μου τη ζητάνε, έτσι λοιπόν πήγα και τους ξεμπέρδεψα και μάλιστα πάνω στην ώρα, γιατί ο Χάρις κόντευε να μελανιάσει ολόκληρος.

               Μας πήρε άλλη μισή ώρα σκληρής δουλειάς για να στηθεί η τέντα' μετά καθαρίσαμε τη βάρκα και βγάλαμε το δείπνο. Βάλαμε την τσαγιέρα να βράζει, ψηλά στην πλώρη της βάρκας' μετά πήγαμε πίσω και συνεχίσαμε να βγάζουμε τα υπόλοιπα πράγματα, κάνοντας πως δεν της δίναμε σημασία.

               Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πείσεις μια τσαγιέρα να βράσει όταν είσαι σε ποτάμι. Έτσι και σε πάρει χαμπάρι ότι την περιμένεις πώς και πώς, δεν πρόκειται ποτέ της να τραγουδήσει. Πρέπει να απομακρυνθείς και να αρχίσεις να τρως, σαν να μη σκόπευες να πιεις καθόλου τσάι. Δενούτε να γυρίσεις να την κοιτάξεις.Έτσι μόνο θα ακούσεις πολύ σύντομα το νερό να γουργουρίζει ανυπομονώντας να μετατραπεί σε τσάι.

              Έτσι και βιάζεστε πολύ, μάλιστα, καλό θα είναι να μιλάτε δυνατά ο ένας στον άλλο και να λέτε ότι δεν έχετε ανάγκη να πιείτε τσάι και επομένως δεν προτίθεστε να φτιάξετε. Πλησιάζετε την τσαγιέρα, τόσο κοντά ώστε να σας ακούσει, και μετά ουρλιάζετε, “Εγώ δε θέλω τσάι' τί λες κι εσύ, Τζωρτζ;” και τότε ο Τζωρτζ ουρλιάζει εις απάντησιν, “Α, όχι, δε μ' αρέσει το τσάι' ας πιούμε λεμονάδα καλύτερα -το τσάι είναι τόσο δυσκολοχώνευτο”. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η τσαγιέρα ξεχειλίζει και σβήνει το καμινέτο.

              Υιοθετήσαμε αυτό το άκακο κόλπο και το αποτέλεσμα ήταν πως μέχρι να ετοιμαστούν όλα τα υπόλοιπα, το τσάι μας περίμενε. Τότε ανάψαμε τη λάμπα και κάτσαμε να πάρουμε το δείπνο μας.

              Το χρειαζόμασταν εκείνο το δείπνο.