Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

sunny και ποιος με σώνει.

αχ αχ αχ
αχ αχ



φουσκοθαλασσιές.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

ένα καλό κι ένα καλό κάνουν δυο καλά.

Η καλοκαιρία δεν κάνει συμβιβασμούς.
Μας περικυκλώνει με τη ζέστη της, τις λιακάδες, "μίνι καύσωνας";;;;
Μακάρια ζέστη, ήπια, αλλά με τη σωστή δόση έντασης.
καίει αλλά όχι και τόσο!!
πικάντικο με μέτρο, χι χι.

και επιμένει.


ΚΑΙ ΖΕΣΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ.
 ΜΗΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΑΠΛΗΣΤΟΙ!!!!
...και την Κυριακή ένα Τζόκερ κι ας μην είναι το τζακ ποτ του αιώνα....

Κάντε ό,τι θα κάνατε σε περίπτωση παράτασης ζωής.
Summertime Blues το αγγελάκι του διαβόλου.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

Οικιακά καθήκοντα - Η αγάπη της δουλειάς - Ο παλιός ναυτικός του ποταμιού, τι κάνει και τι σου λέει ότι έχει κάνει - Σκεπτικισμός της νέας γενιάς - Παλιές κωπηλατικές αναμνήσεις - Ταξίδι με σχεδία - Ο Τζωρτζ το κάνει με στυλ - Ο παλιός βαρκάρης και η μέθοδός του - Τόσο ήρεμος, τόσο γεμάτος γαλήνη - Ο αρχάριος - Η σχεδία θέλει τέχνη - Ιστιοπλοΐα, η πρώτη μου σχετική εμπειρία - Πιθανοί λόγοι για δεν πνιγήκαμε.

Ξυπνήσαμε αργά το επόμενο πρωί και σύμφωνα με τη διακαή επιθυμία του Χάρις φάγαμε ένα απλό πρωινό, "χωρίς λιχουδιες". Μετά καθαρίσαμε και μαζέψαμε τα πάντα (μια συνεχής εργασία που είχε αρχίσει να μου προσφέρει μια αρκετά ξεκάθαρη εικόνα για το θέμα που με είχε συχνά απασχολήσει - συγκεκριμένα, πως περνάει το χρόνο της μια γυναίκα που απασχολείται μόνο με το σπίτι), και γύρω στις 10 ξεκινήσαμε για το ημερήσιο ταξίδι μας, που είχαμε αποφασίσει να είναι χορταστικό. Συμφωνήσαμε ότι σήμερα, για ποικιλία, θα κωπηλατούσαμε αντί να ρυμουλκήσουμε' και ο Χάρις σκέφτηκε ότι ο καλύτερος συνδυασμός θα ήταν να τραβήξουμε κουπί εγώ και ο Τζωρτζ κι αυτός να κάθεται στο τιμόνι. Εμένα δε μου άρεσε καθόλου η ιδέα' είπα ότι η γνώμη μου ήταν πως ο Χάρις θα έδειχνε πολύ πιο καλή θέληση αν πρότεινε να δουλέψουν εκείνος και ο Τζωρτζ, ώστε να αφήσουν εμένα να ξεκουραστώ λιγάκι. Μου φαιν΄'οταν ότι δούλευα πολύ περισσότερο απ' όσο μου αναλογούσε σε αυτό το ταξίδι και η κατάσταση είχε αρχίσει να με εκνευρίζει. 

Πάντα μου φαίνεται ότι δουλεύω περισσότερο από όσο θα έπρεπε. Δεν είναι ότι αντιπαθώ τη δουλειά, υπ' όψιν' μου αρέσει η δουλειά, με ενθουσιάζει. Μπορώ να κάθομαι ώρες ολόκληρες και να παρακολουθώ τους άλλους να δουλεύουν. Μου αρέσει να βρίσκομαι κοντά στη δουλειά' η ιδέα ν' απαλλαγώ απ' αυτήν μου ραγίζει την καρδιά. 

Η δουλειά ποτέ δε μου πέφτει πολύ. Η συσσώρευση δουλειάς πάντα ήταν ένα από τα πάθη μου' το γραφείο μου είναι τόσο γεμάτο δουλειά τώρα πια, που δεν έχει μείνει ούτε πόντος ελεύθερος για να συσσωρεύσω κι άλλη. Πολύ σύντομα, θα; χρειαστεί να προσθέσω νέα πτέρυγα. 

Είμαι δε και πολύ προσεκτικός με τη δουλειά μου. Μερικές δουλειές είναι στην κατοχή μου χρόνια ολόκληρα και δεν έχουν ούτε δαχτυλιά επάνω τους. Υπερηφανεύομαι πολύ για τη δουλειά μου' την κατεβάζω κάθε τόσο και την ξεσκονίζω. Κανείς δεν διατηρεί τη δουλειά του σε καλύτερη κτάσταση από εμένα. 

Αλλά, παρόλο που ψοφάω για δουλειά, θέλω να είμαι και δίκαιος. Δε θέλω περισσότερη από όση μου αναλογεί. 

Την παίρνω όμως, χωρίς να τη ζητάω -τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται- και αυτό με ανησυχεί.

Ο Τζωρτζ λέει ότι δεν πιστεύει ότι θα έπρεπε να με ανησυχεί το θέμα.Νομίζει ότι είναι απλώς η ενοχική μου φ΄τόση που με κάνει να φοβάμαι ότι παίρνω μεγαλύτερο μερος από όσο μου αναλογεί' και ότι στην πραγματικότητα δεν παίρνω ούτε το μισό από όσο μου αξίζει. Αλλά φοβάμαι ότι το λέει μόνο και μόνο για να με παρηγορήσει.

Πάνω στη βάρκα έχω παρατηρήσει ότ κάθε μέλος του πληρώματος διακατέχεται από την έμμονη ιδέα ότι κάνει τα πάντα. Η άποψη του Χάρις ήταν ότι δούλευε μόνο εκείνος και ότι τόσο ο Τζωρτζ όσο κι εγώ τον εκμεταλλευόμασταν αισχρά. Ο Τζωρτζ αντίθετα απέρριπτε την ιδέα ότι ο Χάρις είχε κάνει κάτι περισσότερο από το να τρώει και να κοιμάται και είχε την ακλόνητη πεποίθηση ότι εκείνος, -0 Τζωρτζ αυτοπροσώπως - ήταν που έκανε το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς. 

Έλεγε ότι ποτέ δεν είχε πάει εκδρομή μ' ένα τέτοιο ζευγάρι τεμπέληδων λουφαδόρων όσο ο Χάρις κι εγώ.

Αυτό διασκέδαζε τον Χάρις. 

"Αν είναι δυνατόν να μιλάει και ο Τζωρτζ για δουλειά" είπε γελώντας. "Μισή ώρα δουλειάς θα τον σκότωνε, είναι βέβαιο. Έχεις δει ποτέ σου τον Τζωρτζ να δουλεύει; " ρώτησε, γυρνώντας σ' εμένα. 

Συμφώνησα με τον Χάρις ότι δεν τον είχα δει ποτέ -κι οπωσδήποτε όχι από την μέρα που είχαμε ξεκινήσει μαζί αυτό το ταξίδι.

"Λοιπόν, εγώ δεν καταλαβαίνω πως μπορείς εσύ να έχεις οποιαδήποτε γνώμη επ' αυτού", απάντησε ο Τζωρτζ στον Χάρις, "αφού τις μισές και παραπάνω ώρες κοιμόσουν. Έχεις δει ποτέ σου τον Χάρις εντελώς ξύπνιο, εκτός από τις ώρες του φαγητού;" ρώτησε ο Τζωρτζ, απευθυνόμενος σ' εμένα.

Η αλήθεια με υποχρέωσε να συμφωνήσω με τον Τζωρτζ. Ο Χάρις από την αρχή δεν είχε προσφέρει και πολλά πράγματα μέσα στην βάρκα.

"Όπως και να 'χει το πράγμα, εγώ έκανα πολύ περισότερα από τον φίλο μας τον Τζέρομ", αντέταξε ο Χάρις. 

"Ε, δεν θα μπορούσες να κάνεις και πολύ λιγότερα", σχολίασε ο Τζωρτζ. 

"Υποθέτω ότι ο Τζέρομ αισθάνεται επιβάτης", συνέχισε ο Χάρις.

Και αυτή ήταν η ευγνωμοσύνη τους απέναντι σ' εμένα που τους είχα φέρει κι εκείνους και τη ρημάδα τη βάρκα τους όλη τη διαδρομή από το Κίνγκστον μέχρι εδώ και που είχα επιβλέψει και διαχειριστεί τα πάντα για λογαριασμό τους, που τους είχα φροντίσει και είχα γίνει κομμάτια γι' αυτούς. Αλλά τέτοιοι αχάριστοι είναι οι άνθρωποι. 

Λύσαμε την τρέχουσα διαφωνία κανονίζοντας να κάνουν κουπί ο Τζωρτζ και ο Χάρις μέχρι να περάσουμε το Ρηντινγκ κι εγώ να τραβήξω τη βάρκα από εκεί.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Χάρις έγινε δυσάρεστος μετά το δείπνο -νομίζω ότι πρέπει να ήταν το ραγού που τον είχε αναστατώσει,  δεν είναι συνηθισμένος στην έντονη ζωή-, έτσι λοιπόν ο Τζωρτζ κι εγώ τον αφήσαμε στη βάρκα και συμφωνήσαμε να πάμε για μια τσάρκα στο Χένλει. Εκείνος είπε ότι θα έπινε ένα ποτήρι ουίσκι, θα κάπνιζε μια πίπα και θα τακτοποιούσε τα πράγματα για τη νύχτα. Συμφωνήσαμε να τον φωνάξουμε όταν θα γυρίζαμε και να έρθει από το νησί για να μας πάρει.

"Μη σε πάρει ο ύπνος, φίλε", είπαμε την ώρω που ξεκινούσαμε.

Το Χένλει ετοιμαζόταν για τις λεμβοδρομίες κι ήταν όλο ζωή. Συναντήσαμε αρκετούς γνωστούς στην πόλη και με την ευχάριστη παρέα τους δεν καταλάβαμε πως πέρασε η ώρα' έτσι λοιπόν είχε πάει έντεκα όταν ξεκινήσαμε να κάνουμε πεζή τα έξι χιλιόμετρα της επιστροφής στο σπίτι -όπως είχαμε συνηθίσει να αποκαλούμε πια το μικρο μας σκάφος.

Η νύχτα ήταν σκοτεινή αρκετά κρύα κι έπεφτε ψιλόβροχο' και καθώς προχωρούσαμε μέσα στα σκοτεινά, ήσυχα λιβάδια και μιλούσαμε σιγανά μεταξύ μας και αναρωτιόμασταν\ αν είχαμε πάρει το σωστό δρόμο η όχι, σκεφτόμασταν τη βολική μας βάρκα, με το φως να ξεχύνεται μέσα από την τέντα υτης, τον Χάρις και τον Μονμόρενσυ και το ουίσκι, και λέγαμε μακάρι να είχαμε κιόλας φτάσει.

Φανταστήκαμε τους εαυτούς μας εκεί μέσα, κουρασμένους και λίγο πεινασμένους' το σκοτεινό ποτάμι και τις σκιές των δέντρων' και σαν μια πελώρια πυγολαμπίδα από κάτω τους την αγαπημένη μας βαρκούλα, τόσο αναπαυτική, ζεστή και χαρούμενη. Βλέπαμε τους εαυτούς μας να τρώμε κάτι πριν πέσουμε για ύπνο,.λίγο κρύο κρέας και φέτες ψωμί' ακούγαμε το χαρούμενο κουδούνισμα των μαχαιριών μας, τις γελαστές φωνές που γέμιζαν τη βάρκα και ξεχύνονταν έξω στη νύχτα. Και ταχύναμε το βήμα για να πραγματοποιήσουμε το όραμά μας.

Φτάσαμε τελικά στο μονοπάτι της ρυμούλκησης και αυτό μας έκανε πολύ ευτυχισμένους' γιατί πριν απ' αυτό δεν ήμασταν βέβαιοι αν περπατούσαμε προς το ποτάμι ή απομακρυνόμασταν από αυτό και όταν είσαι κουρασμένος και θέλεις να πας για ύπνο, τέτοιου είδους αβεβαιότητες σε ;ανησυχούν. Περάσαμε το Σίπλεικ την ώρα που το ρολόι χτυπούσε δώδεκα παρά τέταρτο' τότε ο Τζωρτζ είπε σκεφτικός:

"Μήπως θυμάσαι που ήταν αυτό το νησί; "

"Όχι", απάντησα, ενώ άρχισαν να με ζώνουν κι εμένα τα φίδια, "δε θυμάμαι. Πόσα νησιά υπάρχουν εδώ γύρω;"

"Μόνο τέσσερα", απάντησε ο Τζωρτζ "όλα θα πάνε καλά, αν έχει μείνε ξύπνιος".

"Και αν όχι;" ρώτησα' αλλά απορρίψαμε αυτήν την υπόθεση.

Όταν φτάσαμε απέναντι στο πρώτο νησί αρχίσαμε να φωνάζουμε, αλλά δεν πήραμε απάντηση' έτσι προχωρήσαμε στο δεύτερο και προσπαθήσαμε κι εκεί με το ίδιο αποτέλεσμα.

"Α, τώρα θυμάμαι", είπε ο Τζωρτζ' "ήταν το τρίτο".

Τρέξαμε γεμάτοι ελπίδα στο τρίτο και βάλαμε τις φωνές.

Καμιά απάντηση!

Η υπόθεση είχε αρχίσει να γίνεται σοβαρή. Τώρα πια ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Τα πανδοχεία στο Σίπλεικ και το Χένλει θα ήταν γεμάτα' και δεν μπορούσαμε να βγούμε στη γύρα και να ξυπνάμε χωρικούς στη μέση της νύχτας, για να ρωτήσουμε μήπως νοικιάζανε δωμάτια! Ο Τζωρτζ πρότεινε να ξαναγυρίσουμε με 5τα πόδια το Χένλει και να επιτεθούμε σ' έναν αστυνομικό, ούτως ώστε να εξασφαλίσουμε μια νύχτα στο κρατητήριο. Αλλά μετά σκεφτήκαμε: Και αν μας ανταποδώσει απλώς το χτύπημα και αρνηθεί να μας κλείσει μέσα;

Δεν μπορούσαμε να περάσουμε όλη μας τη νύχτα παλεύοντας με αστυνομικούς. Άλλωστε, δε θέλαμε και να το παρακάνουμε και να μας κλείσουν μέσα για έξι μήνες.

Μέσα στην απελπισία μας, δοκιμάσαμε και κάτι που στα σκοτεινά μας φάνηκε για τέταρτο νησί, αλλά δεν πετύχαμε τίποτε καλύτερο. Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει για τα καλά τώρα και προφανώς είχε κάθε πρόθεση να συνεχίσει. Ήμασταν μουσκεμένοι ως το κόκαλο, παγωμένοι και δυστυχείς. Αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε αν υπήρχαν μόνο τέσσερα νησιά ή περισσότερα ή μήπως δεν ήμασταν καν κοντά στα νησιά, κι αν ήμασταν σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου γύρω από το σημείο που έπρεπε να είμαστε ή σε εντελώς διαφορετικό σημείο του ποταμιού' όλα φάνταζαν τόσο παράξενα και διαφορετικά μέσα στο σκοτάδι. Αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τί τράβηξε η Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος.

Τη στιγμή που είχα αρχίσει να εγκαταλείπω κάθε ελπίδα -ναι, το ξέρω ότι αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που γίνονται τα πάντα στα μυθιστορήματα και τα παραμύθια' αλλά δεν μπορώ να το αποφύγω. Όταν άρχισα να γράφω αυτό το βιβλίο, αποφάσισα να είμαι απολύτως ειλικρινής σε όλα τα θέματα' και αυτό θα είμαι, ακόμη κι αν αναγκαστώ να χρησιμοποιήσω κοινότοπες φράσεις γι αυτόν το σκοπό.

Ήταν λοιπόν ακριβώς η στιγμή που είχα χάσει κάθε ελπίδα, που διέκρινα ξαφνικά, λίγο πιο κάτω από εμάς, μια παράξενη, αλλόκοτη λάμψη να τρεμοπαίζει ανάμεσα στα δέντρα στην απέναντι όχθη. Για μια στιγμή ο νους μου πήγε στα φαντασματα' τόσο θαμπό και μυστηριώδες ήταν αυτό το φως. Την αμέσως επόμενη στιγμή κατάλαβα ότι επρόκειτο για τη βάρκα μας και έστειλα ένα ουρλιαχτό πάνω από τα νερά, που έκανε τη νύχτα να ταρακουνηθεί στο κρεβάτι της.

Περιμέναμε για ένα λεπτό με κομμένη την ανάσα και μετά -ω θεία μουσική μέσα στο σκοτάδι!- ακούσαμε το γαύγισμα του Μονμόρενσυ σε ;απάντησή μας. Ξαναφωνάξαμε τόσο δυνατά, που σίγουρα θα ξυπνούσε και η Ωραία Κοιμωμένη -ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί χρειάζεται περισσότερος θόρυβος για να ξυπνήσει μια ωραία κοιμωμένη από μια άσχημη- και μετά από ένα διάστημα που μαε φάνηκε μια ώρα, αλλά στην πραγματικότητα υποθέτω ότι θα πρέπει να ήταν γύρω στα πέντε λεπτά, είδαμε τη φωτισμένη βάρκα να πλησιάζει αργά μέσα στο σκοτάδι και ακούσαμε τη νυσταλέα φωνή του Χάρις να μας ρωτάει πού ήμασταν.

Υπήρχε κάτι το ανεξήγητο στη φωνή του Χάρις. Ήταν κάτι πέρα από συνηθισμένη κούραση. Άραξε τη βάρκα σε ένα σημείο της όχθης απ' όπου ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να μπούμε μέσα και ξανακοιμήθηκε αμέσως.

Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια σε ουρλιαχτά και κραυγές για να τον ξαναξυπνήσουμε και να τον λογικέψουμε κάπως' τελικά όμως τα καταφέραμε και ανεβήκαμε στη βάρκα.

Ο Χάρις είχε μια θλομμένη έκφραση στο πρόσωπο, όπως παρατηρήσαμε με το που μπήκαμε. Σου έδινε την εντύπωση ανθρώπου που είχε περάσει πολλά. Τον ρωτήσαμε αν είχε συμβεί τίποτα και εκείνος είπε:

"Κύκνοι!"

Φαίνεται ότι είχαμε αγκυροβολήσει σε μεα φωλιά κύκνων και λίγο αφότου φύγαμε εγώ και ο Τζωρτζ, η θηλύκια γύρισε πίσω και έστησε καυγά ολόκληρο για το θέμα/ Ο Χάρις την είχε διώξει κι εκείνη είχε πάει κι είχε φέρει το σύζυγο. Ο Χάρις είπε ότι είχε διαδραματιστεί πολύ σκληρή μάχη ανάμεσα σ' εκείνον και τους; δύο κύκνους' αλλά το θάρρος και η ικανότητά του στο τέλος είχαν επικρατήσει και τους είχε νικήσει.

Μισή ώρα αργότερα, ξαναγύρισε με άλλους δεκαοχτώ κύκνους! Η μάχη θα πρέπει να ήταν τρομερή, απ' όσο μπορούσαμε να καταλάβουμε από την αφήγηση του Χάρις. Οι κύκνοι είχαν προσπαθήσει να τραβήξουν εκείνον και τον Μονμόρενσυ έξω από τη βάρκα και να τους πνίξουν' κι εκείνος είχε υπερασπιστεί τον εαυτό του σαν ήρωας επί τέσσερις ώρες, τους είχε τραυματίσει όλους κι εκείνοι είχαν απομακρυνθεί κολυμπώντας για να πανε να πεθάνουν κάπου αλλού.

"Πόσοι κύκνοι είπες ότι υπήρχαν;" ρώτησε ο Τζωρτζ.

"Τριάντα δύο" απάντησε ο Χάρις κοιμισμένα.

"Μόλις τώρα είπες δεκαοχτώ", είπε ο Τζωρτζ.

"Λάθος  κάνεις" γρύλισε ο Χάρις. "Είπα δώδεκα. Νομίζεις ότι δεν ξέρω να μετράω;"

Ποια ήταν τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τους κύκνους δε το μάθαμε ποτέ. Ρωτήσαμε τον Χάρις ξανά το πρωί και είπε, "Ποιοι κύκνοι;" κι έδειξε να νομίζει ότι ο Τζωρτζ κι εγώ είχαμε δει κάποιο όνειρο.

Αχ, τί υπέροχο ήταν να είμαστε και πάλι ασφαλείς στη βάρκα μας, μετά από τις δοκιμασίες και τους φόβους μας! Φάγαμε ένα γερό δείπνο, ο Τζωρτζ κι εγώ, θα είχαμε πιει και κάτι μετά αν είχαμε βρει το ουίσκι, αλλά δεν το βρήκαμε. Ανακρίναμε τον Χάρις για να μάθουμε τί το είχε κάνει' αλλά δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τι εννοούσαμε όταν λέγαμε "ουίσκι" ή για ποιο πράγμα μιλούσαμε γενικώς. Ο Μονμόρενσυ είχε ένα ύφος σαν κάτι να ήξερε, αλλά δεν είπε τίποτα.

Κοιμήθηκα καλά εκείνο το βράδυ και θα είχα κοιμηθεί ακόμα πιο καλά αν δεν ήταν ο Χάρις. Θυμάμαι αχνά να ξύπνησα τουλάχιστον δώδεκα φορές στη διάρκεια της νύχτας από τον Χάρις που κουνιόταν ασταμάτητα στη βάρκα, με το φανάρι στο χέρι, ψάχνοντας για τα ρούχα του. Φαινόταν να ανησυχεί για τα ρούχα του όλη νύχτα.
Δύο φορές ανασήκωσε το Τζωρτζ κι εμένα για να δει μήπως είχαμε ξαπλώσει πάνω στο παντελόνι του. Ο Τζωρτζ εκνευρίστηκε πολύ τη δεύτερη φορά.

"Τι στην ευχή το θες το παντελόνι σου, μέσα στη νύχτα; " ρώτησε αγανακτισμένος. Γιατί δεν ξαπλώνεις να κοιμηθείς; "

Την επόμενη φορά που ξύπνησα, τον βρήκα να προβληματίζεται που δεν μπορούσε να βρει τις κάλτσες του' και το τελευταίο που θυμάμαι είναι να με γυρίζουν στο πλευρό και ν' ακούω τον Χ'αρις να μουρμουρίζει κάτι σχετικά με το πόσο περίεργο ήταν που είχε χαθεί η ομπρέλα του.


Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

πρωτοπλίτς

και να, συννεφιά και... άρχισαν τα πρωτοβρόχια!!!


ξάφνου το φως στο χωλάκι απόκτησε νόημα.οι ήχοι γύρω μου άλλαξαν. η γη όμως είναι ζεστή. κι η θάλασσα εξαίσια, η αγκαλιά της θερμή μες τ ουρανού το δάκρυ...
μπορώ να ξαπλώσω, ν αφεθώ σ αυτήν την κατάσταση για λίγες στιγμές, να μεταφερθώ νοερά όπου η καρδιά μου λαχταρά, να μετουσιωθώ μέσα από τις σταγόνες της βροχής, τί απόλαυση!
.

του Σταυρου

ποια είναι η ουσία των πραγμάτων 
όταν το μεγαλύτερο μέρος της πίτας το καρπώνεται η διαδικασία;

τελικά τί είναι πιο σημαντικό;
το στρείδι ή το μαργαριτάρι;

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Μονμόρενσυ έστησε καυγά με την τσαγιέρα στη διάρκεια του τσαγιού και ήρθε δεύτερος και καταϊδρωμένος.

Σ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού είχε εκδηλώσει μεγάλη περιέργεια σχετικά με την τσαγιέρα. Καθόταν και την κοίταζε με απορημένη έκφραση την ώρα που έβραζε και κάθε τόσο προσπαθούσε να την ξεσηκώσει γρυλίζοντάς της. Όταν εκείνη άρχιζε να σφυρίζει και να βγάζει ατμό, εκλάμβανε το γεγονός ως πρόκληση και ήθελε να της στήσει καβγά,  μόνο που την ίδια ακριβώς στιγμή κάποιος ορμούσε μονίμως και του έπαιρνε τη λεία πριν προλάβει να ορμήξει.

Σήμερα όμως ήταν αποφασισμένος να προλάβει. Στον πρώτο ήχο που έβγαλε η τσαγιέρα, σηκώθηκε γρυλίζοντας και προχώρησε απειλητικά κατά πάνω της. Ήταν μια μικρή αλλά θαρραλέα τσαγιέρα κι όρθωσε το ανάστημά της και τον έφτυσε.
"Α, έτσι!" γρύλισε ο Μονμόρενσυ, δείχνοντας τα δόντια του. "Θα σου μάθω εγώ, να φέρεσαι με τέτοιο θράσος σ' έναν αξιοπρεπή εργαζόμενο σκύλο' βρώμικε, άθλιε, μυταρά, ορίστε μας. Εμπρός λοιπόν!".

Και χίμηξε καταπάνω σ' αυτήν την καημένη τη μικρή τσαγιέρα και την άρπαξε από το στόμιο. 

Τότε, μέσα στην ηρεμία του απογεύματος, ακούστηκε ένα ουρλαιχτό που σου πάγωνε το αίμα κι ο Μονμόρενσυ εγκατέλειψε τη βάρκα κι έφερε τρεις φορές βόλτα το νησί με ταχύτητα 55 χιλιομέτρων την ώρα, σταματώντας κάθε τόσο για να βουτά τη μουσούδα του στην κρύα λάσπη.

Από εκείνη τη μέρα, ο Μονμόρενσυ κοιτούσε την τσαγιέρα μ' ένα μείγμα δέους, καχυποψίας και μίσους. Όποτε την έβλεπε, άρχιζε να γρυλίζει και να πισωπατάει βιαστικά, με την ουρά κατεβασμένη, και τη στιγμή που η τσαγιέρα ακουμπούσε πάνω στο καμινέτο κατέβαινε αμέσως από τη βάρκα και καθόταν στην όχθη μέχρι να τελειώσει όλη η τελετουργία του τσαγιού.

Ο Τζωρτζ έβγαλε το μπάντζο του μετά το φαΐ και ήθελε να παίξει, αλλά ο Χάρις έφερε αντιρρήσεις:  Είπε ότι είχε πονοκέφαλο και ότι δεν είχε αρκετό σθένος για να το αντέξει. Ο Τζωρτζ σκέφτηκε ότι η μουσική μπορεί να του έκανε καλό -είπε ότι η μουσική συχνά καλμάρει τα νεύρα και ανακουφίζει τον πονοκέφαλο' έπαιξε δυο τρεις νότες, ίσα ίσα για να δείξει στο Χάρις πώς ήταν.

Ο Χάρις είπε ότι προτιμούσε τον πονοκέφαλο. 

Ύστερα από τη γενική αποδοκιμασία που αντιμετώπισε, ο Τζωρτζ δεν έμαθε να παίζει μπάντζο μέχρι σήμερα. Δοκίμασε δύο τρία απογεύματα που ήμασταν στο ποτάμι να εξασκηθεί λιγάκι, αλλά δεν είχε ποτέ επιτυχία. Η γλώσσα του Χάρις ήταν ικανή να πτοήσει οποιονδήποτε' κι επιπλέον ο Μονμόρενσυ καθόταν και ούρλιαζε σταθερά σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ποτέ δεν του δόθηκε η ευκαιρία του ανθρώπου.

"Γιατί ουρλιάζει μ' αυτό τον τρόπο όποτε παίζω;" έλεγε αγανακτισμένος ο Τζωρτζ την ώρα που τον έβαζε σημάδι με μια μπότα.

"Κι εσύ γιατί παίζεις μ' αυτόν τον τρόπο όποτε ουρλιάζει;" απαντούσε ο Χάρις, αρπάζοντας την μπότα. "Να τον αφήσεις ήσυχο, σε παρακαλώ. Δε φταίει αυτός που ουρλιάζει. Έχει μουσικό αυτό και το παίξιμό σου τον κάνει να ουρλιάζει".

Έτσι λοιπόν ο Τζωρτζ αποφάσισε να αναβάλλει τη μελέτη του μπάντζο μέχρι να γυρίσει σπίτι. Ούτε κι εκεί όμως του δόθηκε ευκαιρία. Η κυρία Π. ανέβαινε κι έλεγε ότι λυπόταν πολύ -στην ίδια άρεζε πολύ να τον ακούει, αλλά η κυρία στο επάνω πάτωμα ήταν σε ενδιαφέρουσα κι ο γιατρός φοβόταν μήπως πάθει κάτι το παιδί.

Μετά ο Τζωρτζ προσπάθησε να το παίρνει μαζί του αργά τη νύχτα και να εξασκείται στη γωνιά του δρόμου. Αλλά οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν σχετικά στην αστυνομία και μια περίπολος τον περίμενε αργά τη νύχτα και τον συλλάβανε. Τα στοιχεία εναντίον του ήτανε συντριπτικά και υποχρεώθηκε ν' αφήσει τον κόσμο ήσυχο για έξι μήνες.

Μετά από αυτό φάνηκε να αποκαρδιώνεται. Έκανε, βέβαια, μι δυο δειλές προσπάθειες να συνεχίσει τη δουλειά μετά το πέρας των έξι μηνών, αλλά αντιμετώπιζε παντού την ίδια ψυχρότητα -είχε να παλέψει με την ίδια έλλειψη κατανόησης εκ μέρους του κόσμου' μετά από λίγο απελπίστηκε εντελώς και δημοσίευσε σε μια αγγελία που έλεγε ότι το όργανο πωλείται σε πολύ χαμηλή τιμή -"δεδομένου ότι ο ιδιοκτήτης του δε μπορεί να το χρησιμοποιήσει πλέον"- και βάλθηκε αντ' αυτού να μαθαίνει κόλπα με την τράπουλα.

Πρέπει να είναι πολύ αποκαρδιωτικό να προσπαθείς να μάθεις ένα μουσικό όργανο. Θα πίστευε κανείς ότι η κοινωνία, για το δικό της καλό, θα έκανε τα πάντα για να βοηθήσει κάποιον να κατακτήσει την τέχνη του να παίζει κάποιο μουσικό όργανο. Όμως δεν το κάνει!

Ήξερα κάποτε ένα νεαρό που μάθαινε να παίζει πίπιζα ' η βιαιότητα της αντίδρασης που είχε να αντιμετωπίσει ήταν απερίγραπτη. Ούτε από τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας δεν είχε καμιά ενθάρρυνση. Ο πατέρας του ήταν εξαρχής ενάντια στην όλη υπόθεση και είχε μιλήσει πολύ άκαρδα για το θέμα.

Ο φίλος μου συνήθιζε να ξυπνάει νωρίς το πρωί για να εξασκηθεί, αλλά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αυτό το πρόγραμμα εξαιτίας της αδελφής του, η οποία είχε κάπως έντονες θρησκευτικές τάσεις κι έλεγε ότι της φαινόταν φριχτό να ξεκινάει κανείς τη μέρα του μ' αυτόν τον τρόπο.

Έτσι λοιπόν καθόταν αργά το βράδυ κι έπαιζε αφού η οικογένεια είχε πέσει για ύπνο, αλλά ούτε αυτό δεν απέδωσε κι είχε και ως αποτέλεσμα να βγάλει το σπίτι τους κακό όνομα. Οι άνθρωποι που γυρνούσαν σπίτι τους αργά το βράδυ σταματούσα απέξω κι άκουγαν και μετά, το άλλο πρωί, διέδιδαν σε όλη την πόλη ότι μια φριχτή δολοφονία είχε γίνει στο σπίτι του κυρίου Τζέφερσον το προηγούμενο βράδυ' και περιέγραφαν πως είχαν ακούσει τις στριγκλιές του θύματος και τις βάναυσες βλαστήμιες και τις κατάρες του δολοφόνου και μετά μια έκκληση για έλεος και τον επιθανάτιο ρόγχο του θύματος.

Τελικά, τον άφησαν να εξασκείται στη διάρκεια της ημέρας πίσω στην κουζίνα με όλες τις πόρτες κλειστές, αλλά τα πιο επιτυχημένα μέρη των κομματιών που έπαιζε ακούγονταν καθαρά στο σαλόνι, παρά τις προφυλάξεις, κι έφερναν δάκρυα στα μάτια της μητέρας του.



Μετά του έχτισαν ένα μικρό σπιτάκι στο βάθος του κήπου, καμιά τριακοσαριά μέτρα από το σπίτι, και τον ανάγκασαν να κουβαλάει το όργανο εκεί κάτω, όποτε ήθελε να εξασκηθεί' και μερικές φορές ερχόταν στο σπίτι κάποιος επισκέπτης που δεν είχε ιδέα για την όλη υπόθεση, ξεχνούσαν να τον προειδοποιήσουν σχετικά, κι εκείνος βρισκόταν ξαφνικά μέσα στο ακουστικό βεληνεκές εκείνης της πίπιζας χωρίς να έχει προετοιμαστεί γι αυτό  και χωρίς να ξέρει περί τίνος επρόκειτο. Αν ήταν άνθρωπος με γερό μυαλό, πάθαινε μια απλή νευρική κρίση' αλλά αν ήταν άτομο ασθενέστερης διανοητικής κράσης συνήθως τρελαινόταν εντελώς. Πρέπει να ομολογήσει κανείς ότι υπάρχει κάτι το πολύ αποκαρδιωτικό στις πρώτες προσπάθειες ενός ερασιτέχνη με την πίπιζα. Το ένιωσα κι ο ίδιος ακούγοντας τον νεαρό μου φίλο. Μοιάζει πολύ δύσκολο όργανο για να το παίξεις. Πρέπει να πάρεις εκ των προτέρων αρκετή αναπνοή για ολόκληρο το τραγούδι -τουλάχιστον έτσι κατάλαβα παρακολουθώντας τον Τζεφερσον.

 Ξεκινούσε καταπληκτικά με ένα άγριο, γεμάτο πολεμαχαρές είδος ήχου που σε ξεσήκωνε. Αλλά όσο προχωρούσε, η έντασή του έπεφτε διαρκώς και η τελική στροφή συνήθως κοβόταν στη μέση μ' ένα πλατάγισμα κι ένα σφύριγμα.

Πρέπει να έχεις καλή υγεία για να παίζεις πίπιζα.

Ο νεαρός Τζερσον έμαθε τελικά να παίζει μόνο ένα σκοπό στην πίπιζα' αλλά ποτέ δεν άκουσε διαμαρτυρίες για το περιορισμένο του ρεπερτόριο -καμία απολύτως. Αυτός ο σκοπός ήταν το Έρχονται οι Κάμπελ, Ζήτω, Ζήτω! όπως έλεγε, αν κι ο πατέρας του πάντα πίστευε ότι ήταν Οι Γαλάζιες Καμπάνες της Σκωτίας. Κανείς δεν ήταν βέβαιος ποιος ακριβώς ήταν ο σκοπός, όλοι όμως συμφωνούσαν ότι ακουγόταν αυθεντικά σκωτσέζικος.

Στους ξένους επιτρεπόταν να προσπαθήσουν τρεις φορές να μαντέψουν και οι περισσότεροι από αυτούς μάντευαν διαφορετικό σκοπό κάθε φορά.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
Το Γουόργκρειβ - Κομψοτεχνήματα από κερί - Το Σόνικ - Το ραγού - Ο Μονμόρενσυ γίνεται σαρκαστικός - Οι προσπάθειες του Τζωρτζ στο μπάντζο συναντούν τη γενική αποδοκιμασία - Δυσκολία στη ζωή του ερασιτέχνη μουσικού - Μαθαίνοντας πίπιζα - Ο Χάρις μελαγχολεί μετά το δείπνο - Ο Τζωρτζ κι εγώ πάμε βόλτα - Ξαναγυρνάμε πεινασμένοι και βρεγμένοι - Υπάρχει κάτι παράξενο με τον Χάρις - Ο Χάρςι και οι κύκνοι, μια αξιοπρόσεκτη ιστορία - Ο Χάρις περνάει ανήσυχη νύχτα.

Μετά το δείπνο σηκώθηκε μια αύρα που μας έσπρωξε απαλά μέχρι το Γουόργκρειβ και το Σίπλεικ. Το Γουόργκρειβ, γαλήνιο μέσα στο νυσταλέο φως του καλοκαιρινού απογεύματος, φωλιασμένο μέσα στη στροφή του ποταμού, σου προσφέρει μια χαριτωμένη εικόνα βγαλμένη από άλλες, θαρρείς, εποχές καθώς το προσπερνάς, μια εικόνα που μένει ώρα χαραγμένη στη μνήμη.

Το πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος στο Γουόργκρειβ καυχιέται για μια επιγραφή, ζωγραφισμένη από τη μια της πλευρά από τον Λέσλι, τον ζωγράφο της Αυλής, κι από την άλλη από τον ομότεχνό του Χόντσον. Ο Λέσλι έχει φιλοτεχνήσει την πάλη' ο Χόντσον έχει συλλάβει τη σκηνή "Μετά την Πάλη" -τον Άγιο Γεωώργιο μετά τον αγώνα ν' απολαμβάνει ένα ποτήρι μπύρα.

Ο Ντέι, ο συγγραφέας του Σάντφορντ και Μέρτον, έζησε στο Γουόργκρειβ και -προς ακόμα μεγαλύτερη τιμή της περιοχής- σκοτώθηκε εκεί. Μέσα στην εκκλησία υπάρχει μια πλάκα στη μνήμη της κυρίας Σάρας Χίλ, που είχε κληροδοτήσει μια λίρα ετησίως για να μοιράζεται το Πάσχα σε δυο αγόρια και δυο κορίτσια που "ποτέ δεν είχαν παρακούσει τους γονείς τους και ποτέ δεν είχαν ακουστεί να βλαστημάνε ή να λένε ψέμματα ή να κλέβουν ή να σπάνε παράθυρα". Φανταστείτε να παραιτείται κανείς από όλα αυτά τα πέντε σελίνια το χρόνο! Δεν αξίζει τον κόπο.

Φημολογείται στην πόλη ότι κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, εμφανίστηκε ένα αγόρι που πραγματικά δεν είχε κάνει ποτέ του τίποτε από όλα αυτά -ή τουλάχιστον, πράγμα που ήταν η μόνη προϋπόθεση του κληροδοτήματος και το μόνο που μπορούσε να απαιτήσει κανείς ούτως ή άλλως, ποτέ δεν είχε ακουστεί να κάνει κάτι από όλα αυτά- κι έτσι είχε κερδίσει το τρόπαιο. Επί τρεις βδομάδες μετά το γεγονός, τον εξέθεταν στο δημαρχείο μέσα σε γυάλινη βιτρίνα.

Τί γίνεται με το χρήμα έκτοτε, κανείς δεν ξέρει. Λένε ότι πάει κάθε χρόνο στο πιο κοντινό μουσείο κέρινων ομοιωμάτων.

Το Σίπλεικ είναι όμορφο χωριό, αλλά βρίσκεται ψηλά στο λόφο και δε φαίνεται από το ποτάμι. Ο Τένεσσον αναφέρθηκε στην εκκλησία του Σίπλεικ.


Το ποτάμι μέχρι το Σόνινγκ ελίσσεται ανάμεσα σε πολλά νησάκια και είναι πολύ ήρεμο, ήσυχο και μοναχικό. Λίγος κόσμος, εκτός από ένα δυο ζευγάρια τοπικών εραστών, περπατάει στις όχθες του το δειλινό. Τα στίφη των εκδρομέων τα αφήσαμε πίσω στο Χένλει και δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο ζοφερό, βρώμικο Ρήντινγκ. Είναι ένα κομμάτι του ποταμού κατάλληλο για να ονειρεύεται κανείς περασμένες μέρες, χαμένες μορφές και πρόσωπα και πράγματα που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί αλλά δεν συνέβησαν, π' αναθεμά τα.

Βγήκαμε στο Σόνινγκ και πήγαμε μια βόλτα στο χωριό. Είναι η πιο παραμυθένια μικρή γωνιά σ' ολόκληρο το ποτάμι. Θυμίζει περισσότερο θεατρικό σκηνικό, παρά αληθινό χωριό χτισμένο με τούβλα και λάσπη. Όλα τα σπίτια είναι πνιγμένα στις τριανταφυλλιές και τώρα, στην αρχή του Ιουνίου, ήταν όλες ανθισμένες. Αν σταθείτε στο Σόνινγκ, να μείνετε οπωσδήποτε στον Ταύρο, πίσω από την εκκλησία. Είναι αληθινό πρότυπο παλιού επαρχιακού πανδοχείου, με μια πράσινη τετράγωνη αυλή μπροστά, όπου, σε καθίσματα κάτω από τα δέντρα, οι γέροι άντρες μαζεύονται τ' απογεύματα για να πιουν τη μπύρα τους και να κουτσομπολέψουν για τα πολιτικά ζητήματα του χωριού' με χαμηλοτάβανα,γραφικά δωμάτια, παράθυρα με δικτυωτό, άβολες σκάλες και στριφογυριστούς διαδρόμους.

Περιπλανηθήκαμε στο γλυκό Σόνινγκ για καμιά ώρα περίπου και μετά, δεδομένου ότι ήταν πολύ αργά για να συνεχίσουμε μέχρι πιο πέρα από το Ρήντινγκ, αποφασίσαμε να γυρίσουμε σ' ένα από τα νησάκια Σίπλεικ για να μείνουμε εκεί το βράδυ. Ήταν ακόμη νωρίς όταν εγκατασταθήκαμε κι ο Τζωρτζ είπε ότι, αφού είχαμε άνεση χρόνου, ήταν καλή ευκαιρία να ετοιμάσουμε ένα πλήρες, κανονικό δείπνο. Είπε ότι θα μας έδειχνε τι μπορούσε να κάνει κανείς στο ποτάμι από πλευράς μαγειρέματος και πρότεινε να φτιάξουμε ένα ιρλανδέζικο ραγού με λαχανικά, το υπόλοιπο κρύο βοδινό και διάφορα άλλα υλικά.

Η ιδέα έμοιαζε καλή. Ο Τζωρτζ μάζεψε ξύλα και άναψε φωτιά και ο Χάρις κι εγώ αρχίσαμε να καθαρίζουμε τις πατάτες. Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι το καθάρισμα της πατάτας είναι τέτοιος μπελάς. Η δουλειά αποδείχτηκε ένα από τα δυσκολότερα έργα που είχα ποτέ αναλάβει -στο είδος του, βέβαια. Ξεκινήσαμε χαρούμενα, θα έλεγε κανείς παιχνιδιάρικα σχεδόν, αλλά ο ενθουσιασμός μας είχε εξανεμιστεί πριν καλά καλά τελειώσουμε την πρώτη πατάτα. Όσο πιο πολύ ξεφλουδίζαμε, τόσο περισσότερη φλούδα φαινόταν να μένει' μέχρι να βγάλουμε όλη τη φλούδα και όλα μας τα μάτια, δεν είχε μείνει τίποτα από πατάτα -τουλάχιστον τίποτα πυ να αξίζιε ν' αναφερθεί. Ο Τζωρτζ ήρθε και την κοίταξε -είχε μέγεθος μπιζελιού πάνω κάτω. Είπε:

"Α, μα τί κάνετε εκεί; Εσείς τις χαραμίζετε. Πρέπει να τις ξύνετε αντί να τις ξεφλουδίζετε".

Έτσι λοιπόν αρχίσαμε να τις λύνουμε κι αυτή η δουλειά ήταν ακόμη πιο δύσκολη από το ξεφλούδισμα. Τί περίεργο σχήμα που έχουν οι πατάτες -όλο λακούβες, προεξοχές και τρύπες. Δουλέψαμε σταθερά επί 25 λεπτά και τελειώσαμε τέσσερις πατάτες. Μετά σταματήσαμε. Είπαμε ότι θα αφιερώναμε όλο το υπόλοιπο βράδυ στο καθάρισμα του εαυτού μας.

Δεν έχω ξαναδίι δραστηριότητα που να λερώνει τόσο πολύ όσο το καθάρισμα της πατάτας. Έμοιαζε δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο σωρός από φλούσια που είχαν μισοσκεπάσει τον Χάρις κι εμένα μπορεί να είχαν βγει από τέσσερις πατάτες. Πράγμα που αποδεικνύει τί μπορεί να κάνει κανείς, όταν επιδείξει πνεύμα οικονομίας και προσοχής.

Ο Τζωρτζ είπε ότη ήταν παράλογο να βάλουμε μόνο 4 πατάτες σ' ένα ιρλανδέζικο ραγού, έτσι λοιπόν πλύναμε ακόμα 5 -6 και τις βαμε μέσα χωρίς να τις ξεφλουδίσουμε. Βάλαμε επίσης ένα λάχανο και περίπου ένα τέταρτο αρακά. Ο Τζωρτζ τα ανακάτεψε όλα και είπε ότι υπήρχε πολύ χώρος ακόμα, έτσι λοιπόν αναποδογυρίσαμε και τα δυο καλάθια, ξεδιαλέξαμε όλα τα υπόλοιπα και τα προσθέσαμε στο ραγού. Υπήρχε μισή κρεατόπιτα από χοιρινό και λίγο κρύο μπέικον, που τα βάλαμε και αυτά. Μετά ο Τζωρτζ βρήκε μισή κονσέρβα σολωμό και την άδειασε κι εκείνη στη χύτρα.

Είπε ότι αυτό ήταν το καλό με το ιρλανδέζικο ραγού: ξεφορτώνεσαι ένα σωρό αποφάγια. Ψάρεψα δυο αυγά που είχαν ραγίσει και τα βάλαμε κι αυτά μέσα. Ο Τζωρτζ είπε ότι θα έδενε τη σάλτσα.

Ξεχνώ τα υπόλοιπα συστατικά, αλλά ξέρω ότι δεν πετάξαμε τίποτε' και θυμάμαι ότι προς το τέλος ο Μονμόρενσυ, που είχε εκδηλώσει ζωηρό ενδιαφέρον σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας, απομακρύνθηκε με σοβαρό και σκεφτικό ύφος και ξαναφάνηκε μετά από λίγα λεπτά με έναν ψόφιο νεροπόντικα  στο στόμα, που προφανώς σκεφτόταν να προτείνει ως προσωπική συνεισφορά στο δείπνο' δεν είμαι βέβαιος αν το έκανε από σαρκαστική διάθεση ή με γνήσια πρόθεση να βοηθήσει.

Συζητήσαμε κατά πόσο θα έπρεπε να βάλουμε μέσα το ποντίκι ή όχι. Ο Χάρις είπε ότι πίστευε ότι δεν πείραζε, αφού θα ανακατευόταν με όλα τα υπόλοιπα, κι ότι κάθε προσθήκη ήταν ευπρόσδεκτη' αλλά ο Τζωρτζ ήταν αμετάπειστος. Είπε ποτέ του δεν είχε ακούσει να βάζουν νεροπόντικες στην ιρλανδέζικη σούπα και προτιμούσε να μη το ρισκάρει πειραματιζόμενος.

Ο Χάρις είπε:

"Άμα δε δοκιμάσεις ποτέ κάτι καινούριο, πώς ξέρεις πως είναι; Οι 'ανθρωποι σαν κι εσένα είναι που εμποδίζουν την πρόοδο της ανθρωπότητας. Σκέψου τον άνθρωπο εκείνο που δοκίμασε για πρώτη φορά γερμανικό λουκάνικο".

Το ιρλανδέζικο ραγού είχε μεγάλη επιτυχία. Δε θυμάμαι να έχω απολαύσει ποτέ μου γεύμα τόσο πολύ. Με μια φρέσκια και πικάντικη γεύση. Ο ουρανίσκος κουράζεται από τα συνηθισμένα φαγητά και αυτό ήταν ένα πιάτο με καινούρια γεύση, μαι γεύση που δε θύμιζε τίποτε άλλο απί της γης.

Και ήταν και θρεπτικό. Όπως είπε ο Τζωρτζ, είχε καλά συστατικά. Ο αρακάς και οι πατάτες θα μπορούσαν να είναι πιο μαλακά, αλλά είχαμε όλοι γερά δόντια, οπότε δεν πείραζε και πολύ' όσο για τη σάλτσα, ήταν ένα ποίημα -ίσως κάπως υπερβολικά παχιά για αδύνατο στομάχι αλλά θρεπτική.
Τελειώσαμε με τσάι και τάρτα κεράσι. Ο Μονμόρενσυ έστησε καυγά με την τσαγιέρα στη διάρκεια του τσαγιού και ήρθε δεύτερος και καταϊδρωμένος.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012


Ανεβήκαμε το κανάλι μέχρι το Γουόργκέιβ. Έτσι κόβεις δρόμο και βγαίνεις ξανά στη δεξιά όχθη γύρω στα 800 μέτρα πάνω από τον υδατοφράχτη του Μαρς, και αξίζει τον κόπο να το κάνεις γιατί είναι ένα όμορφο, σκιερό μικρό ποταμάκι, άσε που γλιτώνεις και σχεδόν 800 μέτρα απόσταση.

Φυσικά η είσοδός του είναι γεμάτη παλούκια και αλυσίδες και περιβάλλεται από προειδοποιητικές πινακίδες που απειλούν με κάθε είδους βασανιστήρια, φυλάκιση και θάνατο όποιον τολμήσει ν' ακουμπήσει το κουπί του σ' αυτά τα νερά -αναρωτιέμαι πώς και μερικοί από αυτούς τους παραποτάμιους χωριάτες δε διεκδικούν και τον αέρα του ποταμιού και δεν απειλούν με 40 σελίνια πρόστιμο όποιον τον αναπνεύσει-, αλλά τα παλούκια και τις αλυσίδες τις αποφεύγεις εύκολα με λίγη επιδεξιότητα και όσο για τις πινακίδες, αν σου περισσεύουν 5 λεπτά και δεν είναι κανείς εκεί γύρω, μπορείς να κατεβάσεις μια δυο από δαύτες και να τις πετάξεις στο ποτάμι.

Όταν είχαμε ανεβεί στα μισά του καναλιού, βγήκαμε έξω και βηματίσαμε' στη διάρκεια εκείνη του γεύματος ο Τζωρτζ κι εγώ υποστήκαμε ένα τρομερό σοκ.

Και ο Χάρις υπέστη σοκ' αλά δε νομίζω ότι το σοκ του Χάρις μπορεί να ήταν τόσο τρομερό όσο αυτό που υποστήκαμε ο Τζωρτζ κι εγώ από αυτή την ιστορία.


Να πως έγιναν τα πράγματα: ήμασταν σε ένα λιβάδι, περίπου δέκα μέτρα από την άκρη του ποταμιού, και είχαμε μόλις καθίσει αναπαυτικά για να τραφούμε. Ο Χάρις είχε την κρεατόπιτα ανάμεσα στα πόδια του και την έκοβε κι Ο Τζωρτζ κι εγώ περιμέναμε με τα πιάτα έτοιμα.

“Έχετε κανένα κουτάλι πρόχειρο;” λέει ο Χάρις. “Χρειάζομαι ένα κουτάλι για να σερβιρίσω τη γέμιση”.

Το καλάθι ήταν κοντά πίσω μας και ο Τζωρτζ κι εγώ γυρίσαμε κι οι δύο ταυτόχρονα για να πιάσουμε ένα κουτάλι. Δε μας πήρε ούτε πέντε δευτερόλεπτα για να το βρούμε. Όταν ξαναστίψαμε, ο Χάρις και η κρεατόπιτα είχαν εξαφανιστεί!

Ήταν ένα πλατύ, ανοιχτό λιβάδι. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος φράχτη για εκατοντάδες μέτρα. Αποκλειόταν να είχε κυλήσει στο ποτάμι, γιατί εμείς ήμασταν πιο κοντά από εκείνον προς την όχθη και θα έπρεπε να είχε περάσει από πάνω μας για να το κάνει.

Ο Τζωρτζ κι εγώ κοιτάξαμε ολόγυρα. Μετά κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο.

“Μήπως ανελήφθη στους ουρανούς;' ρώτησα.

“Σ' αυτήν την περίπτωση, δεν θα έπαιρναν και την πίτα”, είπε ο Τζωρτζ.

Το επιχείρημά του είχε κάποια βαρύτητα, οπότε απορρίψαμε τη θεωρία περί αναλήψεως.

“Υποθέτω ότι αυτό που συνέβη”, πρότεινε ο Τζωρτζ, περιοριζόμενος στα κοινά και λογικά, “είναι κάποιος σεισμός”.

Και μετά πρόσθεσε, με μια πινελιά θλίψης στη φωνή: “Μακάρι να μην κρατούσε εκείνη την πίτα εκείνη τη στιγμή”. Αναστενάξαμε και γυρίσαμε το βλέμμα άλλη μια φορά προς στο σημείο που ο Χάρις και η πίτα θεάθηκαν για τελευταία φορά επί προσώπου γης' κι εκεί με τις τρίχες όρθιες και το αίμα παγωμένο στις φλέβες μας, είδαμε το κεφάλι του Χάρις -τίποτα περισσότερο από το κεφάλι του- να προεξέχει όρθιο ανάμεσα στο ψηλό γρασίδι, με κατακόκκινο πρόσωπο κι έκφραση βαθειάς αγανάκτησης!

Ο Τζωρτζ ήταν ο πρώτος που συνήλθε.

Μίλα!' φώναξε. “Πες μας αν είσαι ζωντανός ή πεθαμένος -και πού βρίσκεται το υπόλοιπο σώμα σου;”

Ωωω, κόψε την πλάκα!” είπε το κεφάλι του Χάρις. “Εγώ νομίζω ότι το κάνατε επίτηδες”.

Να κάνουμε τί επίτηδες;” αναφωνήσαμε μαζί ο Τζωρτζ κι εγώ.

Να με βάλετε να κάτσω εδώ, φυσικά -πολύ ηλίθιο κόλπο! Ορίστε, πιάστε την πίτα”.

Και μέσα από τη γη, όπως μας φάνηκε, αναδύθηκε η πίτα -πολύ στραπατσαρισμένη και μάλλον κατεστραμμένη- και μετά από αυτή βγήκε με κόπο κι ο υπόλοιπος Χάρις -τσαλακωμένος, βρώμικος και βρεγμένος.

Καθόταν, χωρίς να το ξέρει, στην άκρη ενός μικρού χαντακιού που το μακρύ και πυκνό χορτάρι το έκρυβε από τα μάτια του' και σκύβοντας λίγο πίσω, είχε πέσει μέσα, μαζί με την πίτα.

Είπε ότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόση έκπληξη, όσο την πρώτη στιγμή που αισθάνθηκε να φεύγει χωρίς να μπορεί με τίποτα να υποθέσει τί ακριβώς συνέβαινε.Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ότι είχε έρθει η συντέλεια του κόσμου.

Ο Χάρις πιστεύει μέχρι σήμερα ότι ο Τζωρτζ κι εγώ το είχαμε προσχεδιάσει. Έτσι βαραίνουν οι υποψίες ακόμα και του ς αθωότερους ανάμεσά μας' γιατί, όπως λέει κι ο ποιητής, “Ποιος μπορεί να γλιτώσει από τη συκοφαντία;”

Ποιος αλήθεια;

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012


Στον υδατοφράχτη του Χάμπλεντον ανακαλύψαμε ότι είχαμε ξεμείνει από νερό' έτσι λοιπόν πήραμε τα παγούρια μας και ανεβήκαμε μέχρι το σπίτι του φύλακα του υδατοφράχτη για να του ζητήσουμε λίγο.

Ο Τζωρτζ ήταν ο εκπρόσωπός μας. Φόρεσε το πιο καλό του χαμόγελο και είπε:

“Παρακαλώ, μήπως θα μπορούσατε να μας δώσετε λίγο νερό;”

“Φυσικά”, απάντησε ο γέρος κύριος' “πάρτε όσο θέλετε και αφήστε το υπόλοιπο”.

“Ευχαριστούμε πολύ”, μουρμούρισε ο Τζωρτζ, κοιτώντας γύρω του. “Πού... πού το έχετε;”

“Στο ίδιο μέρος πάντα αγόρι μου”, ήταν η αναίσθητη απάντηση. “Ακριβώς από πίσω σου'.

“Δεν το βλέπω”, είπε ο τζωρτζ κοιτώντας πίσω του.

“Τρέχει τίποτα με τα μάτια σου, λεβέντη μου;” ήταν το σχόλιο του άντρα, που έστριψε τον Τζωρτζ και του έδειξε κάτω το ποτάμι. “Δε σου φτάνει αυτό;”

Ά!” αναφώνησε ο Τζωρτζ, συνειδητοποιώντας τί εννοούσε ο άνθρωπος. “Μα δεν μπορούμε να πιούμε από το ποτάμι, δα!”

“Όχι' αλλά μπορείτε να πιείτε ένα μέρος του”, απάντησε ο γέρος. “Αυτό πίνω εγώ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια”.

Ο Τζωρτζ του είπε ότι η εμφάνισή του μετά από την κούρα που είχε ακολουθήσει δεν αποτελούσε καλή διαφήμιση για τη μάρκα' και ότι θα προτιμούσε το δικό του νερό να είναι από αντλία.

Πήραμε το νερό από ένα αγροτόσπιτο λίγο πιο πάνω. Τολμώ να πω ότι εκείνο θα πρέπει να ήταν νερό από το ποτάμι. Αλλά δεν το ξέραμε, οπότε δεν μας πείραζε. Αυτό που δεν βλέπει το μάτι δεν ενοχλεί το στομάχι.


Δοκιμάσαμε μια φορά να πιούμε νερό από το ποτάμι, λίγο αργότερα εκείνη την εποχή, αλλά η δοκιμή δεν είχε επιτυχία. Κατεβαίναμε το ρεύμα κι είχαμε σταθεί να πιούμε το τσάι μας σ' ένα κανάλι κοντά στο Ουίνσδορ. Τα παγούρια μας ήταν πάλι άδεια και είτε θα μέναμε χωρίς τσάι είτε θα παίρναμε νερό από το ποτάμι. Ο Χάρις πρότεινε να το διακινδυνεύσουμε. Είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα, αφού το νερό θα το βράζαμε έτσι κι αλλιώς. Είπε ότι τα διάφορα δηλητηριώδη μικρόβια που υπήρχαν στο νερό θα ψοφούσαν με το βράσιμο' και προσέξαμε ιδιαίτερα ώστε να βράσει καλά.

Είχαμε φτιάξει το τσάι κι ήμασταν έτοιμοι να βολευτούμε για να το πιούμε με την άνεσή μας, όταν ο Τζωρτζ, με το φλιτζάνι έτοιμο ν' ακουμπήσει στα χείλη του, σταμάτησε και φώναξε:

“Τί είναι αυτό;”

“Τί είναι ποιο;” ρωτήσαμε ο Χάρις κι εγώ.

“Αυτό!” είπε ο Τζωρτζ, κοιτώντας δυτικά.

Ο Χάρις κι εγώ ακολουθήσαμε το βλέμμα του και είδαμε να μας πλησιάζει κολυμπώντας στο νωθρό ρεύμα ε΄νας σκύλος. Ήταν ένας απ' τους πιο ήσυχους κι ειρηνικούς σκύλους που έχω δει ποτέ μου. 

Ποτέ μου δεν συνάντησα σκύλο που να δείχνει πιο ευχαριστημένος -πιο ήρεμος στην ψυχή. Κυλούσε ονειροπόλα ανάσκελα, με τα τέσσερα πόδια στον αέρα. Θα μπορούσα να πω ότι ήταν ένας εύσωμος σκύλος, με πολύ αναπτυγμένο στέρνο. Ερχόταν προς το μέρος μας, αξιοπρεπής, ήρεμος και γαλήνιος μέχρι που βρέθηκε δίπλα στη βάρκα μας κιο εκεί, ανάμεσα στα βούρλα, έκοψε ταχύτητα και βολεύτηκε για να περάσει τ' απόγευμά του.

Ο Τζωρτζ είπε ότι δεν ήθελε τσάι κι άδειασε το φλιτζάνι του στο νερό. Ούτε ο Χάρις διψούσε κι έκανε το ίδιο. Εγώ, που είχα πιει το μισό δικό μου, ευχήθηκα να μην το είχα κάνει.

Ρώτησα τον Τζωρτζ αν κινδύνευα να πάθω τύφο.

Είπε ότι πίστευε ότι είχα πο9λλές πιθανότητες να τη σκαπουλάρω. Πάντως μέσα σε 15 μέρες θα ήξερα αν είχα ή δεν είχα κολλήσει.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012


Εκείνο το πρωί είχαμε μεγάλους μπελάδες με τις ατμακάτους. Σε λίγες μέρες γινόταν στο Χένλει οι περίφημες ετήσιες λεμβοδρομίες και οι ατμάκατοι είχα συρρεύσει στο ποτάμι κατά δεκάδες, μερικές μόνες τους, μερικές ρυμουλκώντας πλωτά σπίτια. Σιχαίνομαι τις ατμακάτους και υποθέτω ότι το ίδιο αισθάνονται όλοι οι κωπηλάτες. Δεν μπορώ να δω ατμάκατο χωρίς να νιώσω την παρόρμηση να την παρασύρω σ' ένα μοναχικό μέρος του ποταμιού κι εκεί, μέσα στη σιωπή και την απομόνωση να τη στραγγαλίσω.

Οι ατμάκατοι έχουν μια αυθάδη ξιπασιά που καταφέρνει να ξυπνάει όλα τα κακά μου ένστικτα και να με κάνει να νοσταλγώ τις παλιές, καλές εκείνες ημέρες που μπορούσες να πηγαίνεις και να λες τη γνώμη σου στον κόσμο μ' ένα τσεκούρι κι ένα τόξο και βέλη. Η έκφραση στο πρόσωπο του άντρα που στέκεται στην πρύμνη με τα χέρια στις τσέπες καπνίζοντας το πούρο του είναι από μόνη της αρκετή για να δικαιολογήσει παραβίαση της εκεχειρίας και το ξιπασμένο σφύριγμα προς το μέρος σου για να κάνεις στην μπάντα για να περάσει είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει ετυμηγορία “ανθρωποκτονίας εν βρασμώ ψυχής” απ' οποιαδήποτε σύνθεση δικαστηρίου με ενόρκους επιλεγμένους μεταξύ των κατοίκων του ποταμού.

Συνήθως αναγκάζονται να σφυρίξουν για να παραμερίσουμε. Αν μου το επιτρέπετε να το κάνω χωρίς να με θεωρήσετε καυχησιάρη, νομίζω ότι μπορώ να πω ειλικρινά ότι η μικρή μας βάρκα, εκείνη την εβδομάδα, προκάλεσε περισσότερη ενόχληση, καθυστέρηση και θυμό στις ατμακάτους που συναντήσαμε, απ' όσο όλα μαζί τα υπόλοιπα σκάφη που κυκλοφορούσαν στο ποτάμι.

“Έρχεται ατμάκατος!” φώναζε ένας από εμάς διακρίνοντας το εχθρό σε απόσταση' και σε ένα λεπτό, είχαμε ετοιμάσει την υποδοχή. Εγώ έπιανα το πηδάλιο κι Χάρις με τον Τζωρτζ κάθονταν δίπλα μου, όλοι μας με την πλάτη γυρισμένη στην ατμάκατο, και η βάρκα κυλούσε ήσυχα προς τη μέση του ποταμού.

Όσο πλησίαζε η ατμάκατος σφυρίζοντας, τόσο εμείς προχωρούσαμε προς τη μέση. Στα εκατό μέτρα περίπου η ατμάκατος άρχιζε να σφυρίζει σαν τρελή και οι επιβάτες της έσκυβαν από την κουπαστή και μας φώναζαν' αλλά εμείς δεν ακούγαμε! Ο Χάρις μας διηγιόταν ένα ανέκδοτο για τη μητέρα του κι ο Τζωρτζ κι εγώ δε θέλαμε να χάσουμε ούτε λέξη από τα λεγόμενά του.

Η ατμάκατος έβγαζε ένα τελευταίο απεγνωσμένο σφύριγμα που κινδύνευε να κάνει τη μηχανή να σκάσει και μετά έβαζε όπισθεν, ξεφύσαγε ατμό, έστριβε επιτόπου και προσάραζε στην όχθη' όλοι οι επιβάτες της έτρεχαν στην πλώρη και μας φώναζαν και οι άνθρωποι στην όχθη σηκώνονταν όρθιοι και μας φώναζαν και όλα τα άλλα περαστικά σκάφη σταματούσαν για να δουν τί συμβαίνει, μέχρι που όλο το ποτάμι για πολλά μίλια μπροστά και πίσω από εμάς περιερχόταν σε κατάσταση φρενιτιώδους ταραχής. Και μετά ο Χάρις σταματούσε στο πιο ενδιαφέρον σημείο τη διήγηση, σήκωνε το κεφάλι με ελαφριά έκπληξη κι έλεγε στο Τζωρτζ:

“Τζωρτζ, μου φαίνεται ότι είδα μαι ατμάκατο!”

Κι ο Τζωρτζ απαντούσε:

“Κι εμένα μου φάνηκε ότι κάτι άκουσα!'

Μετά από αυτό εκδηλώναμε σύγχυση κι εκνευρισμό και δεν ξέραμε πώς να βγάλουμε τη βάρκα από τη μέση και οι άνθρωποι από την ατμάκατο μας έδιναν οδηγίες:

“Τράβα δεξιά -εσύ, εσύ ηλίθιε! Κάνε πίσω με το αριστερό. Όχι, όχι εσύ -ο άλλος- αφήστε ήσυχα τα σκοινιά, επιτέλους -τώρα, και οι δύο μαζί. ΟΧΙ έτσι. Βρε, που να!.....”

Μετά κατέβαζαν μια βάρκα κι έρχονταν να μας βοηθήσουν' και μετά από προσπάθεια ενός τετάρτου της ώρας μας έβγαζαν από το δρόμο τους για να μπορέσουν να συνεχίσουν' εμείς τους ευχαριστούσαμε θερμά και τους ζητούσαμε να μας ρυμουλκήσουν. Αλλά ποτέ δεν το έκαναν.

Άλλος ένας τρόπος που βρήκαμε για να ενοχλούμε το αριστοκρατικό είδος της ατμακάτου ήταν να εκλαμβάνουμε τους επιβάτες της για εκδρομικό γκρουπ και να τους ρωτάμε αν ήταν οι εργαζόμενοι στο φωταέριο ή ο Φιλανθρωπικός Όμιλος του Μπέρμοντσι κι αν μπορούσαν να μας δανείσουν ένα τηγάνι.

Οι γριές κυρίες, ασυνήθιστες στο ποτάμι, αισθάνονται πολύ άσχημα πάντα με τις ατμακάτους. Θυμάμαι κάποτε που ανέβαινα από το Στέινς στο Ουίνσδορ -μια έκταση νερού ιδιαίτερα πλούσια σ' αυτά τα μηχανικά τερατουργήματα- με μια παρέα που αποτελούνταν από τρεις κυρίες αυτής της περιγραφής. Είχε πολύ πλάκα. Μόλις έπαιρνε το μάτι τους ατμάκατο, επέμεναν ν' αράξουμε και να καθίσουμε στην όχθη μέχρι να ξαναχαθεί από τα μάτια μας. Έλεγαν ότι λυπούνταν πολύ, αλλά είχαν χρέος προς τις οικογένειές τους να μην είναι ριψοκίνδυνες.  

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012


Όπως έλεγα, γυρίζαμε από το πρωινό μας μπάνιο, όταν στα μισά της Χάι Στρητ μια γάτα πετάχτηκε με φόρα από ένα σπίτι μπροστά μας κι άρχισε να διασχίζει το δρόμο. Ο Μονμόρενσυ έβγαλε μια κραυγή χαράς -την κραυγή του ανελέητου πολεμιστή που βλέπει να του παραδίδουν τον εχθρό στα χέρια του-, το είδος της κραυγής που μπορεί να είχε βγάλει ο Κρόμγουελ όταν οι σκωτσέζοι κατέβηκαν το λόφο- κι όρμηξε πίσω από τη λεία του.

Το θύμα του ήταν ένας μεγάλος μαύρος γάτος. Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί μεγαλύτερο γάτο και πιο ανυπόληπτο στην όψη. Είχε χάσει τη μισή του ουρά, ένα από τα αυτιά του κι ένα σημαντικό τμήμα της μύτης του. Ήταν ένα μακρύ, νευρώδες ζώο. Είχε ύφος ήρεμο κι αυτάρεσκο.

Ο Μονμόρενσυ όρμησε εναντίον εκείνου του φτωχού γάτου με 40 χιλιόμετρα την ώρα' αλλά ο γάτος δεν επιτάχυνε το βήμα του -φαινόταν να μην είχε συνειδητοποιήσει ότι κινδύνευε η ζωή του. Συνέχισε να προχωράει ήρεμα, μέχρι που ο επίδοξος δολοφόνος του βρισκόταν σε απόσταση ενός μέτρου πίσω του' και τότε έκανε μεταβολή, κάθισε στη μέση του δρόμου και κοίταξε τον Μονμόρενσυ μ' ευγενικό, απορημένο ύφος που έλεγε:

“Παρακαλώ; Θέλετε τίποτα;”

Ο Μονμόρενσυ συνήθως δεν κωλώνει' αλλά υπήρχε κάτι στο βλέμμα εκείνου του γάτου που θα μπορούσε να παγώσει το αίμα και του πιο θαρραλέου σκύλου. Σταμάτησε απότομα και ανταπέδωσε το βλέμμα του γάτου.

Κανείς τους δεν μίλησε' αλλά η συνομιλία που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πολύ εύκολα ήταν η εξής;
Ο ΓΑΤΟΣ: Μπορώ να κάνω κάτι για σας;

ΜΟΝΜΟΡΕΝΣΥ: Όχι – όχι ευχαριστώ.

Ο ΓΑΤΟΣ: Μην ντρέπεστε να το πείτε, αν θέλετε κάτι.

ΜΟΝΜΟΡΕΝΣΥ (οπισθοχωρώντας στη Χάι Στρητ): Α, μπα, καθόλου, σίγουρα – μην ενοχλείστε. Φοβάμαι πως έκανα λάθος. Νόμιζα ότι σας ήξερα. Λυπάμαι για την ενόχληση.

Ο ΓΑΤΟΣ: Καθόλου – ευχαρίστησή μου.Είστε βέβαιος, πάντως, ότι δεν θέλετε κάτι;

ΜΟΝΜΟΡΕΝΣΥ (οπισθοχωρώντας συνεχώς) : Τίποτε, ευχαριστώ – τίποτε απολύτως- πολύ ευγενικό εκ μέρους σας. Καλή σας μέρα.

Ο ΓΑΤΟΣ: Καλημέρα.

Μετά ο γάτος σηκώθηκε και συνέχισε τη βόλτα του κι ο Μονμόρενσυ, βάζοντας αυτό που αποκαλεί ουρά του με προσοχή ανάμεσα στο σκέλια, ξαναγύρισε σ' εμα΄ς και πήρε ταπεινά θέση από πίσω μας.

Μέχρι σήμερα, έτσι κι αρθρώσεις τη λέξη “γάτες!” στο Μονμόρενσυ, θα ζαρώσει εμφανώς και θα σε κοιτάξει ικετευτικά, σα να λέει:

“Σε παρακαλώ, μη μου το κάνεις αυτό”.



Μετά το πρωινό κάναμε τα ψώνια μας κι ανεφοδιάσαμε τη βάρκα για τρεις μέρες. Ο Τζωρτζ είπε ότι θα έπρεπε να αγοράσουμε λαχανικά -ήταν ανθυγιεινό να μην τρώμε καθόλου λαχανικά. Είπε ότι ήταν αρκετά εύκολα στο μαγείρεμα και θα φρόντιζε ο ίδιος γι' αυτό' έτσι λοιπόν αγοράσαμε 5 κιλά πατάτες, ένα τέταρτο αρακά και μερικά λάχανα. Πήραμε μια κρεατόπιτα, δυο τάρτες φραγκοστάφυλο κι ένα μπούτι αρνιού από το πανδοχείο και φρούτα, κέικ, ψωμί, βούτυρο, μαρμελάδα, μπέικο, αυγά και άλλα πράγματα για τα οποία εξορμήσαμε σε όλη την πόλη.

Την αποχώρησή μας από το Μάρλοου την καταχωρώ ως μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μας. Ήταν αξιοπρεπής κι επιβλητική, χωρίς να είναι επιδεικτική. Είχαμε επιμείνει σε όλα τα καταστήματα που είχαμε επισκεφτεί ότι τα πράγματα θα έπρεπε να μας σταλούν αμέσως. Δεν θέλαμε αηδίες του τύπου, “Μάλιστα, κύριε, θα τα στείλω αμέσως' το αγόρι θα φτάσει πριν από σας, κύριε!” και μετά να χαζολογάμε στην αποβάθρα και να ξαναγυρίζουμε δυο φορές στο μαγαζί και να τσακωνόμαστε γι' αυτά. Περιμέναμε να συσκευαστεί το πανέρι και παίρναμε το παιδί του μαγαζιού μαζί μας.

Πήγαμε σε πολλά μαγαζιά, υιοθετώντας σε όλα την ίδια τακτική' η συνέπεια ήταν πως, μέχρι να τελειώσουμε, μας ακολουθούσε η πλουσιότερη συλλογή αγοριών με πανέρια που θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε' και η τελική πορεία μας στη μέση της Χάι Στρητ προς το ποτάμι θα 'πρεπε να ήταν το πιο επιβλητικό θέαμα που είχε δει το Μάρλοου εδώ και πολύ καιρό.

Η σειρά της πομπής ήταν η εξής:
Ο Μονμόρενσυ που κουβαλούσε ένα ξύλο.
Δυο κοπρόσκυλα, φίλοι του Μονμόρενσυ.

Ο Τζωρτζ φορτωμένος με παλτά και κουβέρτες,
καπνίζοντας μια κοντή πίπα.

Ο Χάρις, που προσπαθούσε να περπατήσει
με άνεση και χάρη
                                                      ενώ κουβαλούσε
                                                      μια παραφουσκωμένη ταξιδιωτική τσάντα στο ένα χέρι
και ένα μπουκάλι λεμονάδα στο άλλο.

Μπακαλόπαιδο και φουρναρόπαιδο με πανέρια.

Ο μικρός του πανδοχείου,
κουβαλώντας ένα πανέρι.

Το παιδί του ζαχαροπλάστη με πανέρι.
                                                     
Μακρύτριχος σκύλος.

Το παιδί του αλλαντοπωλείου με πανέρι.
                                                     
Άσχετος κύριος που κουβαλούσε μια τσάντα.
                                                     
Αδελφικός φίλος του άσχετου κύριου με τα χέρια στις τσέπες,
                                                      που κάπνιζε μια κοντή πίπα.

Το παιδί του οπωροπώλη με πανέρι.

Εγώ, κουβαλώντας τρία καπέλα
κι ένα ζευγάρι μπότες με ύφος αδιάφορο.

                                                     Έξι μικρά αγόρια και τέσσερις αδέσποτοι σκύλοι.


Όταν φτάσαμε στην αποβάθρα, ο βαρκάρης είπε :
'Για να θυμηθώ, κύριε' ποιο ήταν το σκάφος σας, η ατμάκατος ή το πλωτό σπίτι;”
Όταν τον ενημερώσαμε ότι είχαμε έρθει με το δίκωπο σκιφ, φάνηκε να εκπλήσσεται.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012


Σηκωθήκαμε αρκετά νωρίς τη Δευτέρα το πρωί στο Μάρλοου και πήγαμε για μπάνιο, πριν από το πρωινό. Στην επιστροφή, ο Μονμόρενσυ φέρθηκε εντελώς γαιδουρινά. Το μόνο ζήτημα στο οποίο ο Μονμόρενσυ κι εγώ διαφωνούμε ριζικά είναι οι γάτες. Εγώ αγαπώ τις γάτες' ο Μονμόρενσυ όχι.

Όποτε δω καμιά γάτα, λέω, “Καημένο γατί!” και σκύβω και της ξύνω το κεφάλι πίσω από το αυτί' κι η γάτα ορθώνει την ουρά της ολόισια σαν σιδερένιο ραβδί, καμπουριάζει τη ράχη και τρίβει τη μύτη της στο παντελόνι μου' κι όλα είναι καλά και ειρηνικά. Αντίθετα, έτσι και δει ο Μονμόρενσυ καμιά γάτα, όλη η γειτονιά μαθαίνει το γεγονός' και μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα έχουν ακουστεί τόσες βρισιές, που με λίγη οικονομία θα μπορούσαν να φτάσουν σ' ένα συνηθισμένο, αξιοπρεπή άνθρωπο για όλη του τη ζωή.

Δεν κατακρίνω το σκύλο (κατά κανόνα, αρκούμαι στο να του ρίξω μια απλή σφαλιάρα στο κεφάλι ή στο να του πετάξω πέτρες), γιατί θεωρώ ότι είναι μέρος της φύσης του. Τα φοξ τεριέ γεννιούνται με τετραπλάσια περίπου έμφυτη κακία μέσα τους από τα υπόλοιπα σκυλιά' και χρειάζονται χρόνια και χρόνια ακάματης προσπάθειας εκ μέρους ημών των χριστιανών για κάποια στοιχειώδη αναμόρφωση της τραχιάς φύσης τους.

Θυμάμαι κάποια μέρα που ήμουνα στην είσοδο των καταστημάτων Χέιμαρκετ κι ολόγυρά μου υπήρχαν σκύλοι που περίμεναν την επιστροφή των αφεντικών τους που ψώνιζαν μέσα. Υπήρχε ένα σκυλί – φύλακας, ένα δύο κόλει, ένας σκύλος του Αγίου Βερνάρδου, μερικά λαγόσκυλα και πουλόσκυλα, ένα σκυλί για κυνήγι αγριογούρουνου, ένα γαλλικό κανίς με φουντωτές τρίχες γύρω στο κεφάλι και ξυρισμένο στη μέση, ένα μπουλντόγκ, μερικά παρακατιανά ζώα σε μέγεθος ποντικιού, και δυο κοπρόσκυλα του Γιόρκσαιρ.

Κάθονταν όλα εκεί, υπομονετικά, καλά και στοχαστικά. Σοβαρή ηρεμία βασίλευε σ' εκείνον το χώρο της εισόδου. Μια ατμόσφαιρα γαλήνης, εγκαρτέρησης και ευγενικής θλίψης.

Μετά μπήκε μια γλυκειά νεαρή κυρία με ένα μικρό φοξ τεριέ με μειλίχιο ύφος και το έδεσε ανάμεσα στο μπουλντόγκ και στο κανίς. Αυτό κάθισε και κοίταζε γύρω του για ένα λεπτό περίπου.Μετά σήκωσε τα μάτια του στο ταβάνι και, κρίνοντας από την έκφρασή του, μου φάνηκε ότι σκεφτόταν τη μητέρα του. Μετά χασμουρήθηκε. Μετά κοίταξε τους άλλους σκύλους γύρω του, όλους σιωπηλούς, σοβαρούς και αξιοπρεπείς.

Κοίταξε το μπουλντόγκ που κοιμόταν βαθιά στα δεξιά του.Κοίταξε το κανίς, όρθιο και ακατάδεχτο στ' αριστερά του. Μετά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, δάγκωσε το μπροστινό πόδι εκείνου του κανίς που βρέθηκε μπροστά του κι ένα γάβγισμα αγωνίας αντήχησε στις ήσυχες σκιές εκείνης της αίθουσας.
Το αποτέλεσμα του πρώτου πειράματος φαίνεται ότι το ικανοποίησε ιδιαίτερα κι αποφάσισε να συνεχίσει, μπας και ζωντανέψει λίγο την ατμόσφαιρα εκεί μέσα. Πήδηξε πάνω από το κανίς και επιτέθηκε με μανία σ' ένα κόλει' το κόλει ξύπνησε κι έστησε βίαιο και θορυβώδη καυγά μα το κανίς. Μετά ο Φόξυ ξαναγύρισε στη θέση του, έπιασε το μπουλντογκ από τ' αυτί και προσπάθησε να το πετάξει μακριά' και το μπουλντόγκ, ένα ασυνήθιστα αμερόληπτο ζώο, όρμησε σε ό,τι βρισκόταν γύρω του, συμπεριλαμβανομένου και του θυρωρού, γεγονός που έδωσε σ' εκείνο το γλυκό, μικρό τεριέ την ευκαιρία ν' απολαύσει ένα δικό του καυγά με το εξίσου πρόθυμο κοπρόσκυλο του Γιόρκσαιρ.

Οποιοσδήποτε είναι στοιχειωδώς εξοικειωμένος με τη σκυλίσια φύση δε χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να υποθέσει ότι τώρα πια όλα τα σκυλιά τσακώνονταν λες και σ' αυτόν το καυγά έπαιζαν την περιουσία και τη ζωή τους. Οι μεγάλοι σκύλοι καυγάδιζαν μεταξύ τους σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς και οι μικροί καυγάδιζαν κι αυτοί μεταξύ τους κι ενδιαμέσως δάγκωναν τα πόδια των μεγάλων σκύλων.

Πανδαιμόνιο επικρατούσε σε ολόκληρο το χώρο της εισόδου κι η φασαρία ήταν ανυπόφορη. Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στο Χέιμαρκετ και ρωτούσαν αν είχε οργανωθεί παζάρι της ενορίας' ή , αν όχι, ποιον δολοφονούσαν και γιατί;

Άντρες κατέφταναν με στυλιάρα και σχοινιά και προσπαθούσαν να χωρίσουν τα σκυλιά' κάποιος φώναξε και την αστυνομία.

Τότε, στη μέση του καυγά, επέστρεψε εκείνη η γλυκειά νεαρή κυρία και πήρε το γλυκό της σκυλάκι στην αγκαλιά της (το οποίο, αφού είχε βγάλει νοκ άουτ τον κοπρίτη για κανένα μήνα τουλάχιστον, τώρα είχε έκφραση νεογέννητου αρνιού) και το φίλησε και το ρωτούσε αν έπαθε τίποτε και τί του έκαναν όλα εκείνα το μεγάλα, κακά κτήνη' εκείνο φώλιασε στην αγκαλιά της και την κοίταξε στα μάτια μ' ένα ύφος που έμοιαζε να λέει: “Αχ, πόσο χαίρομαι που ήρθες να με πάρεις μακριά από αυτή την απαράδεκτη σκηνή!”

Η κυρία είπε ότι οι άνθρωποι του καταστήματος, δεν είχαν το δικαίωμα να επιτρέπουν μεγάλα, άγρια πλάσματα να δένονται δίπλα στους σκύλους των αξιοπρεπών ανθρώπων κι ότι σκόπευε να αναφερθεί αρμοδίως.

Αυτή είναι η φύση των φοξ τεριέ. Κατά συνέπεια, δεν κακίζω τον Μονμόρενσυ για την τάση του να στήνει καυγά με τις γάτες' ο ίδιος όμως ευχήθηκε να μην είχε παρασυρθεί από το πάθος του, εκείνο ειδικά το πρωί. 

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

είναι το στόμα σου πικρό και το φεγγάρι γεμάτο.
άδειο το κρεβάτι.
φεγγάρι κομματιασμένο στα κλαριά του δέντρου.
κομμάτια φεγγάρι.πέφτουν άταχτα στο πάτωμα και μένουν εκεί.
κομμάτια μ' ερωτηματικά.
ζωής, ονείρου, αποφυγής.
παράδοξες σκιές.
παράδοξες παρουσίες.
απροσδόκητες συναντήσεις.
στο έλα και στο φεύγα του φεγγαριού, της μέρας,
της αιωνιότητας μωρέ ολόκληρης.παράταιρα κομμάτια, ψιμύθια, στάχτες, μπούρμπερη, αχ βαχ
Έλα, ένα φεγγάρι είναι ακόμα. μην κλαις..
σφούγγιξε τα δάκρυά σου, μέρα θα ρθει, πάει ο Αυγουστής.Θα ρθει ο Σεπτέμβρης, ο Κτώβρης κι οι άλλοι όλοι, μήνες μ ένα φεγγάρι μοναχό.
Αχ, ο χρόνος κι οι μονάδες μέτρησης, υπολογισμοί και τα χρωστούμενα.
φεγγάρι απόψε.
μια μαχαιριά στο σουγιά.
μια πληγή.
ακόμα.
που χορεύει στων σκιών τις χαρτογραφίες. μια ζωής ακούσιας.
μιας ζωής με πας παρτού.
μαζί. παντού.
μαζί.
κι ας είναι χίμαιρες....