Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

παρηγορητικές αρλούμπες


μια μέρα μετά την ισημερία
η μέρα αρχίζει να εξασθενίζει και πάλι μετά από το χτες.
και στο σήμερα, λίγα λεπτά λιγότερη, ξαπλωμένη με φλούδες σύννεφα στον ουρανό, νωχελική και θερμή, καλοκαιριάτικη, υπέροχη.
κλείστηκα μέσα. μέσα σε τοίχους, μισόφωτο. το μυαλό μου μου κάνει επαναληπτικές κινήσεις, λούπες, να βρει στη σκέψη τα σημεία, τα κομποδεμένα σημεία που ορίζουν αυτό το άρπαγμα που φορές φορές νοιώθω.
το μαγνητικό τρέχω στο γκρεμνό. τόσες αδυναμίες. τόσες αδυναμίες. πόσες αδυναμίες πια.
ανθρώπινες. ευλογίες και καταστροφές.
ο εαυτός μου κάθεται στο τραπέζι απέναντι και με κοιτάει.
κάνε πως δεν ξέρεις ό,τι ξέρεις και έτσι, νομίζεις, θα ξεφύγεις, νομίζεις.
εμπέδωσε, κατανόησε, συνειδητοποίησε αυτό που ξέρεις και μετά τα λέμε.
ε αυτό κάνω.
τα μεταξωτά βρακιά, μου λέει, γελώντας ειρωνικά, θέλουν επιδέξιους κώλους.
σώπα! τι μεγάλη φιλοσοφία! τα ανεβάσαμε το επίπεδο πάλι.
ίσως όχι, αλλά είναι η πικρή αλήθεια.
αλήθεια; είναι η αλήθεια στ αλήθεια;
μμμ ναι. πόση μπορείς ν αντέξεις;
όλη;
ωραία η αλήθεια αρχίζει από το α και τελειώνει στο α πάλι. χαχα
ας αφήσουμε τις μαλακίες. πρέπει να βγάλω απ το τσαρδί μου ένα σωρό μπίχλα. δεν έχω χρόνο για αμπελοφιλοσοφίες.
ωραία. πάμε πάλι. πόση αλήθεια μπορείς ν αντέξεις;
όλη.
πάμε μπορείς το α;
όχι
το λ;
όχι
το η;
μπα
το θ;
δεν θα τολμούσα;
το ε;
εδώ κάτι γίνεται αλλά υπάρχουν κάποιοι ενδοιασμοί
το ι;
χμμμμ δε λέω
το α, αυτό το άλλο α;
με τίποτα. είναι θέμα αρχής.
ε τότε ποια όλη την αλήθεια θες.

αυτήν την οποία λέει πως δεν είναι για τα με κάποια πράματα. μα μπορώ να τα ποθώ, φαντασιακά, γιατί έτσι εναρμονίζονται με τις νόρμες μου, γίνονται βατά και προσπελάσιμα και βιώσιμα, η τραγική αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα το φανταστικό με το πραγματικό είναι η μέρα με τη νύχτα.
καλά πας.
θα μείνω στη νύχτα. νύχτα μοναξιά άστρα. αυτά μου ταιριάζουν. και αφήνω τους άλλους να ζουν κουκουρούκου μιάου κι ευτυχισμένοι; και δε μου λείπει τίποτε.
καλά, τώρα σε πίστεψα.
ούτε εγώ δεν πιστεύω τον εαυτό μου. αλλά μπορώ να ελπίζω. λέγε λέγε κάτι θα γίνει.
σαν τι;
θα βρω κι εγώ τη δική μου πραγματικότητα που η σκιά της θα ναι η σωστή φαντασία. θα ταιριάζει το να με τ άλλο.
φέξε μου γλίστρησα.
να κοιτάς που πατάς.
τώρα είναι καλοκαίρι δε πατάω, πετάω.
εντάξει υπάρχουν κι ευτυχισμένοι στον πλανήτη.
ενώ εσύ;
εγώ χαχα, εγώ. ποιο εγώ; αυτό που βλέπω στον καθρέφτη;
ας πούμε.
μου βγάζω τη γλώσσα και μου λέω όλα περνούν.
γεγονός.
φτιάξε ένα λονγκ ντρινκ κι ας τα λόγια.
ωραία πάλι στο πιοτό θα το ρίξουμε;
μπα ένα για τη ζέστα του μεσημεριού.
σωστά. είσαι καλά;
προσπαθώ.
βάστα.



Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2020

φωσφοροατμίδα



βρέχει βρέχει βρέχει βρέχει βρέχει βρέχει
ο ήχος της βροχής
νύχτα
από πού ήρθε η βροχή αυτή;
απρόσκλητη, με τσαμπουκά, με το έτσι το θέλω.
βροχή μου
είσαι συ;
πέφτεις απ τους ουρανούς και με το τραγούδι σου μου μουρμουράς, βροχή μου
λόγια βραχνά σε παλιά γαλλικά που δεν ξέρεις
παίζεις μια κατέντζα ενός μοναδικού πρωτότυπου κοντσέρτου
με καθηλώνεις.
βρέχει απαλά στο νησί.
χίλιες μικρές στάλες;
μικρές φωνές
παράταιρες κοπαδιαστά πέφτουν ανέμελα παντού.
στην γης, στα καλντρήμια, στις στέγες, στους εξώστες, στην παραλία, στις αμμουδιές, στα δάση, στη θάλασσα, στη γούνα μου.
το παραθύρι κάνει τακ τακ σαν το ξύλινο ποδάρι του γέρου πειρατή που γυρνάει με κεφάλι θολό απ την μπύρα και τις αναμνήσεις. και αντηχάει στα κοιμισμένα σοκάκια σαν τον χρόνο. μετράει βήματα. να πάει πού;
ήρθες τελικά.
το ξερα θα ρθεις
το περίμενα.
το ευχόμουν.
γιατί το κραυγαλέο σου ΟΧΙ ήταν το όχι δε θα σ αφήσω.
και ήρθες.
θα σαι εδώ μέχρι να κλείσουν τα μάτια μου απόψε;
θα σαι δω σαν ξυπνήσω αύριο ή θα χεις γίνει λιακάδα;
νομίζω θα σου άρεσε η λιακάδα. ένα κομμάτι γαλάζιος ουρανός.
νομίζω.
πάει πιο πολύ με το χαμόγελό σου και την ιδιοσυγκρασία σου.
αν και, αν με ρωτούσε κάποιος θα έβαζα για σένα μια χαμηλή πτήση
πάνω από ώριμα στάχυα σε μεγάλες επίπεδες πεδιάδες.
υγρή άμμο σε ψαροχώρι και τις βάρκες μαζεμένες καθώς έρχεται ο χειμώνας.
ένα δέντρο στην αυλή
ένα βιβλίο στο γραφείο
ένας περίπατος στο χωριό, πάνω στο βουνό και στο μυαλό μια μικρή ψαλμωδία.
αλλά αυτά θα τα έλεγα εγώ.
νομίζω πως, τώρα, εσύ, αρκείσαι με μια στάλα γαλάζιο.
το παράθυρο χτυπάει.
μια υπενθύμιση τ αέρα.
ναι
δεν ξεχνώ
να πω ευχαριστώ.
και δε φτάνουν όλα τα λουλούδια του κόσμου δε φτάνουν
να εκφράσουν
άστο.
ας κυλήσει κι αυτό με τη βροχή.
που κόπασε τώρα αλλά θα πάω να ξαπλώσω.
ευχαριστημένη.

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

ξυπνώντας τα μεσάνυχτα

ΜΑΗΣ
ώριμη Άνοιξη.
ταξιδεύοντας νύχτα με σβηστά φώτα,  με ταχύτητα, πέφτοντας στο αδιέξοδο της Άνοιξης.
μετωπική με απώτερο σκοπό να γκρεμιστεί ο τοίχος κι από κει να πάρει τη σκυτάλη το καλοκαίρι, αγέννητο ακόμη.
αυτή η μικρή μεγάλη διαδρομή 31 ημερών ξεκινάει σήμερα με όλους τους καλούς και τους κακούς οιωνούς. το φεγγάρι σε άνθιση, οι άνεμοι εντάξει, η στάθμη ευδιαθεσίας και μουργέλας στα σωστά επίπεδα, η αναγκαστική απραξία, ηρεμία δουλεμένη με το κύμα και το χρόνο, συλλέγοντας μικρές στρογγυλές πέτρες ηρεμίας   σε αποχρώσεις του λευκού του μπεζ και του γκρι που τοποθετούνται σε ένα ψηφιδωτό υπομονής  κάπου σε ένα νοητό πλανήτη ορατό τις ώρες του βαθιού ονείρου χωρίς ύπνο, ξαπλωμένη.
χτες έγινα θαλασσάκι.
σήμερα, πάλι ψάρι έξω απ το νερό
αύριο ποιος ξέρει;
έγραψα ποιος ξέρεις; άτιμα μηχανήματα. λένε κάποιες αλήθειες; εν τέλει; ω χοχο.
η ζέστη ανεβάζει ένταση και παρασύρει μαζί της κι άλλα σ ένα παιχνίδι " πέτα πια αυτά τα ρημάδια Δεν τα  χρειάζεσαι!!!!"
εγώ πάλι ως υπόδειγμα σωφροσύνης - γκρεμίστηκε κάνα φούρνος; κάνω λίστες με αλφαβητική σειρά των μη χρειωδών. όλα σε τάξη. μετά τις καίω. και τα κρατάω πάλι όλα μην τύχει και.
χορέψαμε σήμερα τον χορό του ενός δευτερολέπτου. έκλεισα τα μάτια μου και πέρασες από πάνω μου και με ξεσήκωσες σ ένα φωτεινό ενσταντανέ. ένα συνταιριασμένο τετ α τετ, μια εναρμονισμένη κίνηση, σε ξέρω, με ξέρεις, κινούμαστε σε άλλους πλανήτες, σε άλλες τροχιές και μια μικρούλα στάλα χρόνου, ίσως η μουσική, ίσως η στιγμή και να που βρισκόμαστε και κάνουμε μία και μοναδική χορευτική φιγούρα, έναν στροβιλισμό και μετά πάλι χανόμαστε ο ένας μακριά απ τον άλλο, ο ένας μέσα στον άλλο, μοναξιά.
κι η μοναξιά αλλάζει. από φθινοπωρινά χνάρια στην παραλία έγινε χειμωνιάτικο αμπέχονο και μετά με την αρχή της άνοιξης επιτακτικό φύσημα που ανοίγει διάπλατα τις τζαμόπορτες και φέρνει τα έξω μέσα και τώρα και τώρα και τώρα;;;;

ένα μέρος του εαυτού μου βρίσκεται σε μια παλιά σκηνοθετική πολυθρόνα με θέα στη θάλασσα και δεν περιμένει τίποτα. είναι κάπου αριστερά και κάτω όπου και να είμαι εγώ στο χωροχρόνο. είναι πάντα ενεργό και πάντα μπορώ να προστρέξω σ αυτό. αυτό το... τίποτα, ας πούμε.
το σώπα σώπα.

μάτια μου.

..... η ώρα περνάει κοιτώντας τον κέρσορα ν αναβοσβήνει.....
.
παίρνω φόρα τρέχω και πηδάω. στο πουθενά σου. στο πουθενά μου.

Μάη μου.
μετωπική.
χίλια λουλούδια  ματώνουν.ανθίζουν.
είσαι το στεφάνι μου.
και κανείς δεν ξέρει
τι.
θα .
πει.
αυτό.
το .
σ αγαπώ.



Κυριακή, 19 Απριλίου 2020

νύχτα Πάσχα


αναπολώ το μέλλον, ένα μέλλον ενορχηστρωμένο από τη δική μου φαντασία, βολικό.
το μέλλον, βέβαια, ερχόμενο θα μου αποδείξει ότι μπορώ να αναπολώ ό,τι θέλω αλλά υπάρχουν παράγοντες απροσδόκητοι που αναιρούν τα πάντα και τα πιο καλοσχεδιασμένα πλάνα που, τάχα, δε μπάζουν από πουθενά.
να πω την αλήθεια μου, ποτέ δεν κατάφερα να κάνω ένα πλάνο που να μη μπάζει από πουθενά.
κι όχι επειδή δεν είχα τη γνώση και τη μαεστρία αλλά επειδή ως άνθρωπος έχω πάρα πολύ - ή πάρα πολύ λίγη;- εμπιστοσύνη στον συνάνθρωπο.
έτσι, καταλήγω να αναπολώ το μέλλον που θα ερχόταν αλλά ποτέ δεν έφτασε.
ονειρεμένες ουτοπίες!
είναι η νύχτα τη; Ανάστασης απόψε.
είναι ωραία, γλυκειά, ανοιξιάτική, είμαστε υπό περιορισμό κι όμως βγήκαμε από τις εξώπορτές μας ή στα παράθυρά μας και με το κωδικό μήνυμα Χριστός Ανέστη επικοινωνήσαμε, δώσαμε το παρόν, ναι, δεν είμαστε ολομόναχοι σ ένα πλανήτη που περιστρέφεται και ταξιδεύει σε ένα αχανές σύμπαν και ναι, αφήνουμε την ενθουσιώδη φωνή του παπά με το Χριστός Ανέστη να μας παρασύρει σε μιαν άγρια χαρά, την άγρια χαρά που καταλαμβάνει την ψυχή η αίσθηση της υπεροχής απέναντι σε κάτι ανυπέρβλητο. Και γινόμαστε για λίγο Δαυίδ και ο Γολιάθ κείτεται άψυχος και το αίμα μας βράζει κι καρδιά φτερουγίζει και η αλληλεγγύη σπάει όλα τα φράγματα και έχουμε όνομα και δεν έχουμε όνομα γιατί τι σημασία έχει, σημασία έχει αυτό, το πάταξον. το απεταξάμην.
ωραία και μεγαλόπνοα συναισθήματα εν τω μέσω της ανοίξεως 
η δε άνοιξις, γλαφυρή.
γλυκόπιοτη, κορίτσι με σύννεφα στην κεφαλή, αγόρι άγουρο.
αυτά περί της ανοίξεως όπου όλα, τα πάντα έχουν ένα ανατρεπτικό άρωμα, ολίγον εξωτικό, αρκούντως μυστηριώδες και πολλά μα πολλά υποσχόμενο.
η αληθινή ζωή είναι άλλου παπά ευαγγέλιο χτυπάει τα; κουδούνια, χτυπάει τα τηλέφωνα, στέλνει φαξ και αφήνει μηνύματα, στέλνει υποσχετικές και χρεωστικά και μας χαρίζει ένα παπούτσι για κάθε δύο πόδια.
αλλά ποιος νοιάζεται. 
τώρα, πηγαίνοντας στο μικρό και εύχαρες εγώ μου, θα κάνω τις ευχές και τις κατάρες μου - χαχα- για τα μένα και για τα σας που σας αγαπώ περίσσια και το ξεύρετε δε είναι μυστικό δα, η φιλάνθρωπος ψυχή μου είναι οικεία και στις πέτρες ακόμη χου χου.
Αναστάσιμες ευχές το λοιπόν και μην ξεχνιόμαστε. πρέπει και μπορούμε ν αντέξουμε και τα θαύματα σε τούτη τη ζωή. και να τ απολαμβάνουμε γουλιά γουλιά.
Ανάσταση και γιλντιρίμ και βροχή μετά.
αγάπες ες αύριον.
φιλιά. 

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2020

κόκκινο κρασί



κομπολόι συναστριών
εδώ ή εκεί ή παντού ή πουθενά
αναρχία
σκόρπια παράλληλα σύμπαντα που μπαίνουν σε τροχιά και γελούν όλα μαζί
κι ανθίζουν όλα μαζί
και οι ήλοι τους ανατέλλουν και δύουν τη ίδια στιγμή
σ εκπληκτικές ανατολές και μαγευτικές δύσεις.
κι όταν κάποια στιγμή επέρχεται η στιγμή που γίνεται σιωπή
τότε η στιγμή διευρύνεται και γίνεται ένα ατελεύτητο δευτερόλεπτο του οποίου η δόνηση πάει ως τα πέρατα όλων των κόσμων και μ 'ένα πλατάγισμα του ηχητικού κύματος όλα επαναπροσδιορίζονται και παίρνουν και πάλι μια  θέση στο συμμετρικό όπου να ναι του χαρτογραφημένου, λέμε, κόσμου μας.
κι όλα πάλι αταίριαστα είναι.

αλλά μες στο γενετικό κώδικα καθενός απ αυτά τα ανεξάρτητα αλλοπρόσαλλα σύμπαντα μπήκε η πληροφορία.
που ωριμάζοντας ίσως φέρει μια κοσμική σταυροφορία ή ίσως απλά στην επίγνωση της δυνατότητας ίσως να μπορέσουμε ν ανοίξουμε τα μάτια μας και να συνειδητοποιήσουμε αυτά τα απλά πράματα που μας ενώνουν και μας διευρύνουν ταυτόχρονα.
 για τη ώρα διανύουμε την εν Χριστώ εβδομάδα των Παθών, ημέρα της Σταύρωσης, πάθος και πένθος ομόρριζα.

κι η όλη ιστορία είναι ένα ωραίο ένδυμα. ή άσχημο; καινούριο ή πολυφορεμένο; μια νέα εμπειρία ή το χρονικό μιας προαναγγελθείσας έκβασης; πόσα παράσημα έχουμε, ολόδικά μας να βάλουμε σ αυτό το ρούχο; κερδισμένα από άνισες μάχες; από νικηφόρες μάχες με πολλές απώλειες; από άλλες νικηφόρες μάχες από τις οποίες θεωρητικά περάσαμε αλώβητοι αλλά κι εμείς με τη σειρά μας σπείραμε παράσημα να μαζέψουν οι άλλοι;

ίσως πάλι, στο πνεύμα αυτής της μέρας, ίσως πάλι το πνεύμα αυτής της μέρας να είναι αυτό ακριβώς. το να μη βάλουμε κανένα ένδυμα, να μείνουμε για λίγο γυμνοί και περιφερόμενοι στα δαιδαλώδη μονοπάτια της ύπαρξής μας μέχρι να βρούμε εκείνη την για πολλούς κλειστή πόρτα του σκοτεινού δωμάτιου. είναι δωμάτιο ή είναι πόρτα εξόδου ή είναι πόρτα εισόδου; ας ανοίξουμε αυτή την πόρτα.

αιωρούμουν στο σκοτάδι και είχε κρύο. το κρύο ήταν μια αντικειμενική συνειδητοποίηση, δε μ ενοχλούσε, ήταν μια απλή διαπίστωση. πολλοί βαθμοί κάτω από το μηδέν. αλλά δεν ένιωθα μούδιασμα. μόνο άπλα. 

ο θάνατος σαν προοπτική, σα συμβάν, σα γεγονός σαν ανάμνηση είναι άρρηκτα δεμένος με την κοσμογονία.
χτίζει μέσα μας κόσμους περίεργους, πρωτόγνωρους.
είναι μια σφραγίδα με ανεξίτηλο μελάνι.

κοιτούσε το δρόμο πέρα κι ένα κάτι έκανε το τέρμα του να μοιάζει χαμένο στο πουθενά. "Κάτι που μου αρπάζει τα όνειρα σαν τα μάτια σφαλλούν, κάτι που πίνει το μεθύσι στην τελευταία γουλιά του κρασιού, κάτι που κάνει το βήμα μου βαρύ κι αφηρημένο, κάτι που ναι πλάι μου; πίσω μου; σίγουρα μπροστά μου."

εδώ, τώρα, υπάρχει μια ηλεκτρική κένωση. μια δυναμική που κάνει το αποτρόπαιο ακόμη πιο δυσεπεξέργαστο.
η θυσία.

η ύστατη προσφορά
η αναίρεση του θανάτου

δεν παίζω έτσι, λέει, πρέπει να με φοβάσαι.
μη σε μέλλει, ξέρω εγώ,

το οικειοθελώς και η γνώση.
αχ αυτή η γνώση.
έκλεισεν την παράδεισον διά παντός και όπου ξεφυτρώνει ανατροπές πολλές.

αφέθηκα σ αυτήν την πρωτόγνωρη άγνοια και δεν είχε τίποτα να κάνει με μαθηματικές εξισώσεις. ήταν απλά εκπληκτικό. να μην ξέρεις τίποτα πια αλλά να έχεις επίγνωση των πάντων.

φέτο δεν έχει εκκλησίες. οι ξύλινοι χτύποι των ήλων δε θα μπλεχτούν με τους βαρείς μεταλλικούς ήχους από τις καμπάνες, αργόσυρτους και θλιβερούς. το βιβλιαράκι της σύνοψης στο ράφι μ ένα κερί μισοκαμμένο  από τα πέρσι κάπου στις σελίδες του.

μες στο συνειδητό μας ο θάνατος είναι κάτι σαν ελάττωμα. κι όμως ζούμε τόσους πολλούς που είναι παράδοξο. με ποιους μπορούμε να πορευτούμε και ποιους δεν μπορούμε ν αντιπαλέψουμε.

σκέψεις και περισυλλογή.  κι η Άνοιξη σφριγηλή. λουλουδιασμένη. βροχοστολισμένη. ανυπάκουη.
θα περάσει μες απ τη φωτιά και καψαλισμένη θα μας οδηγήσει με σταθερά βήματα και φέτος σε μια νέα....

το κάθε πράμα στην ώρα του. έλα κοντά μου. είναι νύχτα είναι βράδυ. όλα ακόμη είναι ζωντανά. όλα ακόμη παίζονται. έλα.









Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020

ένα βράδυ

η νύχτα κύλησε ομαλά. λίγη κουβεντούλα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μουσική και μαγειρική, φαγητό, ταινία ή κάποια σειρά που παρακολουθώ, καληνύχτες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κλείσιμο του υπολογιστή, ένα τελευταίο τσιγάρο και μια γουλιά ποτό.
πήγα στο κρεβατάκι μου, καλοστρωμένο με υποδέχτηκε. ξάπλωσα και προσπάθησα ν αποφύγω τη λάθος μεριά, μ αρέσει να κοιμάμαι στο πλάι. απ τη μια μεριά όλα καλά, σκέφτομαι διάφορα και πολλά και με την ονειροπόληση έρχεται κι ο ύπνος. απ την άλλη μεριά, όμως, δύσκολα τα πράματα. λες και πατιέται ένα κουμπί 'έναρξη" του ίδιου σεναρίου. σενάριο. Χτυπάει το τηλέφωνο, "είμαι εδώ" μου λες, "που σαι να ρθω" λέω κι εγώ και μετά σηκώνομαι παπούτσια, ρούχα κι έξω απ την πόρτα να τρέχω στους δρόμους. Κακή πλευρά.
Δεν είχα ύπνο. Είχα τα μάτια κλειστά κι επέπλεα στο σκοτάδι αλλά δε μπορούσα να κοιμηθώ.Δε σκεφτόμουν τίποτα, πεισματικά, για να μην παρασυρθώ σ ένα ακόμη ξενύχτι.
Τότε άκουσα ή μάλλον δεν άκουσα, αισθάνθηκα μια κίνηση στο κάτω πάτωμα, σαν ένα άηχο φρουφρούδισμα. Ωχ κλέφτης, σκέφτηκα και κοκκάλωσα. Με το σώμα ακίνητο, το μυαλό να δουλεύει πυρετωδώς και τ αυτιά τσιτωμένα να πιάσουν και τον παραμικρό ήχο. Από το κάτω πάτωμα ακούγονταν πνιχτοί ήχοι, κάποιος κινούνταν εκεί, ψαχούλευε κι εγώ σκεφτόμουν πανικόβλητη τι να κάνω αλλά το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να μαι ξαπλωμένη, αγαλματοποιημένη λες. Η καρδιά μου ταμπούρλο.
Το δεύτερο σκαλοπάτι της ξύλινης σκάλας κάνει πάντα κριτς κι εγώ που το ξέρω το πηδάω όταν ανεβαίνω. Τώρα το κριτς ακούστηκε ξερό σαν τουφεκιά. Κι εγώ βρέθηκα να μαι όρθια με μια ρόμπα στο χέρι και να βγαίνω απ το δωμάτιο.
Στο κεφαλόσκαλο ήταν ένας άντρας. το χωλ που καταλήγει η σκάλα έχει μια μπαλκονόπορτα και φως ερχόταν από τη λάμπα του δρόμου. Τον είδα. Ίσια σκούρα μαλλιά κανονικά χαρακτηριστικά και μάτια με μια λάμψη απαξίωσης και μικρές σπίθες σκληράδας.
Δεν πτοήθηκα. Δεν είχα αυτήν την πολυτέλεια θαρρώ.
-Ω τι ευχάριστη έκπληξη! είπα πολύ άνετη -μήπως είμαι πολύ άνετη, μήπως το παρατραβάω; Ευτυχώς που δεν κοιμόμουν, θα έπρεπε να με ξυπνήσεις, ίσως. Γιατί δεν πάμε κάτω; συνέχισα, εδώ δεν έχει τίποτα που να σ ενδιαφέρει.
Με κοιτούσε σα να με μετρούσε. Έκσνε μεταβολή και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, ξωπίσω κι εγώ. Φτάσαμε στο καθιστικό και κάτσαμε στο τραπέζι.
-Λοιπόν, λέω πάλι ανάλαφρα, τι να σε τρατάρω; έχω πολύ ωραία κουλουράκια κανέλας και ρούμι. Κι πήγα προς το μέρος του το μπωλ με τα κουλουράκια. Έκανε μια κίνηση με το χέρι, όχι, όχι.  Σηκώθηκα και πηγαίνοντας προς το μπουφέ που είναι απέναντι απ το τραπέζι έβαλα τη ρόμπα μου γιατί είχε όντως λίγη ψύχρα. Άνοιξα το ντουλαπάκι του μπαρ κι έπιασα το μπουκάλι με το ρούμι. Μ άγγιξε στον ώμο και παραλίγο να πηδήξω στο ταβάνι. Μου έδειξε με το δάχτυλο ένα άλλο μπουκάλι, πίσω πίσω στο μπαράκι. Μια μπαντίντα ντε κόκο ( εγώ την καρδιά μου δε τη δανείζω με τόκο) ξεχασμένη από κάποιο πάρτυ από μια πολύ μακρινή εποχή. Του έβαλα σ ένα ποτηράκι μικρό λίγο. Καθόμασταν σιωπηλοί κι εκείνος έπινε αυτό το μπαγιάτικο ποτό συνεχίζοντας να είναι αμίλητος κι εγώ να τον κοιτάζω γιατί δεν είναι πρέπον να 'χεις επισκέπτη και να μην τον κοιτάς. θα νοιώσει προσβεβλημένος. Αναρωτιόμουν τι σόι γεύση θα χε πια αυτή η μπαντίντα ( κι όταν πίσω την πάρω στο κακό της το χάλι) μετά από τόσο χρόνο. Κάποια στιγμή βαρέθηκα και του είπα. ' Θες να πούμε καμιά κουβέντα;' Με κοίταξε με τα περίεργα μάτια του και είπε. 'Ναι' 'Πολύ ωραία, τι να πούμε;' Τον ρωτάω. Είχε στον ώμο του ένα υφασμάτινο πουγκί με κορδόνι. το απίθωσε στο τραπέζι και με ρώτησε."Αυτά είναι όσα πήρα απ΄το σπίτι σου. Θέλεις κάτι πίσω;" Δεν ήξερα τι ν απαντήσω. 'Να το σκεφτώ λίγο και θα σου πω. Δεν μου λες, μιας κι έχω περιέργεια, πάντα τέτοιες ώρες δουλεύεις, Σκληρή δουλειά.' ΄Μπα. Όλες τις ώρες δουλεύω. Απλά έτυχε να έρθω σε σένα βράδυ". 'Βρε, τι τραβάς κι εσύ" είπα συμπονετικά.¨θα έχεις απαιτητικό αφεντικό" 'Κοίτα, λέει, κάποιοι όντως με εκμεταλλεύονται για να κάνουν τη δουλειά τους αλλά να σου πω, κακό του κεφαλιού τους. Δε με ξέρουν καλά. Όταν είμαι στις καλές μου, είμαι έως και χρήσιμος. Ξέρεις, οι άνθρωποι πρέπει να με έχουν υπ' όψιν τους, ότι είμαι εκεί και να προσέχουν" Τι λες! του λέω, δηλαδή μπουκάρεις στα σπίτια και προσφέρεις ανθρωπιστική βοήθεια; Πολύ αστείο" "Πες το κι έτσι. Λοιπόν, αποφάσισες το θέλεις να σου επιστρέψω; Πρέπει να φύγω." ¨Μα, του λέω δεν ξέρω καν τι πήρες απ το σπίτι. Πώς να σου πω τι θέλω πίσω;"  Άνοιξε το πουγκί και άρχισε να λέει κοιτώντας το περιεχόμενό του. "Ηρεμία, θάρρος, ευθυκρισία, αυτοκυριαρχία, λογική, να πω κι άλλα; Έχει μερικά." Τον κοιτούσα άναυδη. Τι μου λέει, σκέφτηκα. 'Μα ποιος είσαι; ποιος είσαι κύριε αλαφροπάτητε διαρρήκτη;" "Δεν κατάλαβες ακόμη; με κοίταξε σκεπτικά. Μα εμείς γνωριζόμαστε από παλιά. Όλη σου τη ζωή με ξέρεις με το ένα ή τον άλλο τρόπο. Είμαι ο Φόβος"
Η καρδιά μου σφίχτηκε. Το μυαλό μου θόλωσε. Τα χέρια μου ξαφνικά ξύλιασαν και τα έβαλα στις τσέπες της ρόμπας. Εκεί, στη μια τσέπη έπιασα αφηρημένα ένα κομματάκι χαρτί. ένα μικρο κομματάκι χαρτί, υπόλοιπο σελίδας, εκείνης της σελίδας που μου είχες δώσει μια μέρα και μου είπες "αυτή είναι η αγάπη μου" κι εγώ γέλασα και είπα "μπλα μπλα και με το χρόνο φθάρθηκε τόσο και ζάρωσε και θρυμματίστηκε και πέρασε το σαράντα κύματα και τίποτε δεν έμεινε παρά αυτή η τριγωνική ακρίτσα που ποιος ξέρει πόσες φορές θα πλύθηκε στο πλυντήριο και παρόλη την ταλαιπωρία βρισκόταν ακόμη στην τσέπη μου. Κάτι άλλαξε στο μυαλό μου. "Δε με νοιάζει, του λέω, δε θέλω τίποτα. Είμαι εντάξει" Με κοιτούσε προσεκτικά. "Δηλαδή μου λες ότι έχεις κάτι που δε σου έχω πάρει, αυτό μου λες; Και δε σε νοιάζει για όλα τα άλλα;" "Δε σου λέω τίποτα" του απαντάω ¨μόνο ότι δε χρειάζομαι τίποτα από αυτά που εσύ θεώρησες καλό να μου πάρεις. Πάρτα." Ήταν παράτολμο, ομολογώ αλλά στα αλήθεια δε μ' ενδιέφερε καθόλου εκείνη την τόσο δύσκολη στιγμή Σηκώθηκε αφήνοντας το πουγκί στο τραπέζι και πήγε προς το παράθυρο. Θα φύγει, σκέφτηκα, από εκεί που ήρθε. "Μια στιγμή" του λέω μη φύγεις με άδεια χέρια" Και πήγα στη βιβλιοθήκη, πήρα μια μπάμπουσκα και του την πήγα."Αυτό είναι για σένα" του είπα.Επειδή ο φόβος γεννάει κι άλλο φόβο και πάει λέγοντας. Αλλά αν θέλεις μπορείς να το δεις κι από όποια οπτική εσύ θεωρείς πιο ταιριαστή" Με ξανακοίταξε και κάτι ζεστό φώτισε τα μάτια του. 'Είσαι μια παράξενη γυναίκα νομίζω" είπε. "Τώρα που σε βλέπω έτσι, του αντιγυρίζω, θα μπορούσα και να σε ερωτευτώ" "Α! Αυτό συμβαίνει ταχτικά. Και μη νομίζεις είναι πολλοί κι αυτοί που με αγαπάνε. Αλλά μη το κάνεις. Μην αλλάξεις" Πήδηξε απ το παράθυρο κι εξαφανίστηκε.
Κάθισα στο τραπέζι κι άναψα ένα τσιγάρο.Τι μου συνέβη απόψε! σκέφτηκα. Κοίταξα το άδειο ποτηράκι του λικέρ. Μπαντίντα ντε κόκο (λέω πάλι χαλάλι και μπαντίντα ντε κόκο)
Έσβησα το τσιγάρο κι ανέβηκα στο υπνοδωματιο. Ξάπλωσα και γύρισα στο πλάι. Από τη λάθος μεριά. 'Εναρξη. Το τηλέφωνο χτυπάει "Είμαι εδώ"....

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2020

μέρα της γυναίκας.


μια καλή μέρα αφιερωμένη στο μυστήριο!
αυτό το μυστήριο που περιβάλλει τη γυναικεία φύση και ιδιοσυγκρασία.

είναι άραγε ο τίτλος δεύτερο φύλο σωστός ορισμός ή είναι ο κρυφός άσσος στο μανίκι κάτα το cherchez la femme?
ενδελεχείς έρευνες προσδιορίζουν το γυναικείο σε μαλακό, σκοτεινό, υγρό, γήινο, ομιχλώδες.
εμένα, πάλι, μου φαίνεται τα στοιχεία στον καθένα άνθρωπο διαφέρουν. Υπάρχουν γυναίκες πολύ φωτεινές, πολύ διάφανες, πολύ αέρινες, πολύ σκληρές και πολύ στεγνές ακόμη. Και αυτό το κάτα κανόνα αντίθετο τις κάνει να είναι και γυναίκες και ο εαυτός τους χωρίς πλαίσια.

η πολυπλοκότητα σ όλο της το μεγαλείο. αυτό μάλιστα.
το πολύ πάει πάντα και σε όλα όταν μιλάμε για γυναίκες. καλό ε;
στο γυναικείο θυμικό η μετριότητα είναι ανύπαρκτη.
πολύ λοιπόν σε όλα. κι αυτό το πολύ όποιος είναι αρκετά σώφρων ή απλά έξυπνος ή και καπάτσος και μπορέσει να το εκμαιεύσει δεν υπάρχει άλλο στον κόσμο σαν το γυναικείο πάθος, τη γυναικεία αγάπη, τη γυναικεία εξυπνάδα, τη γυναικεία αφοσίωση, τη γυναικεία κακία ακόμη και τη γυναικεία υποταγή - αυτό είναι θεϊκό, εξολοκλήρου Σαλώμη αλλά έχει τόσο γούστο!

οι γυναίκες κουβαλάνε βαρύ φορτίο σε τούτη τη γη, σε τούτη τη ζωή όπως έχει διαμορφωθεί. Το μυστήριο είναι αναγκαιότητα, είναι όπλο, είναι ταυτότητα. κι από μικρά κορίτσια, σαν ακατέργαστες πολύτιμες πέτρες μαθαίνουν με τον εύκολο ή το δύσκολο τρόπο να λειαίνουν τον εαυτό τους και να γίνονται σιγά σιγά πρίσματα.
Μακάρι κάθε γυναίκα να βρει το φως που της αξίζει και να αναδείξει όλα της τα χρώματα. Ευτυχία και ολοκλήρωση για την ίδια, ευλογία για όλους.