Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020

ένα βράδυ

η νύχτα κύλησε ομαλά. λίγη κουβεντούλα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μουσική και μαγειρική, φαγητό, ταινία ή κάποια σειρά που παρακολουθώ, καληνύχτες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κλείσιμο του υπολογιστή, ένα τελευταίο τσιγάρο και μια γουλιά ποτό.
πήγα στο κρεβατάκι μου, καλοστρωμένο με υποδέχτηκε. ξάπλωσα και προσπάθησα ν αποφύγω τη λάθος μεριά, μ αρέσει να κοιμάμαι στο πλάι. απ τη μια μεριά όλα καλά, σκέφτομαι διάφορα και πολλά και με την ονειροπόληση έρχεται κι ο ύπνος. απ την άλλη μεριά, όμως, δύσκολα τα πράματα. λες και πατιέται ένα κουμπί 'έναρξη" του ίδιου σεναρίου. σενάριο. Χτυπάει το τηλέφωνο, "είμαι εδώ" μου λες, "που σαι να ρθω" λέω κι εγώ και μετά σηκώνομαι παπούτσια, ρούχα κι έξω απ την πόρτα να τρέχω στους δρόμους. Κακή πλευρά.
Δεν είχα ύπνο. Είχα τα μάτια κλειστά κι επέπλεα στο σκοτάδι αλλά δε μπορούσα να κοιμηθώ.Δε σκεφτόμουν τίποτα, πεισματικά, για να μην παρασυρθώ σ ένα ακόμη ξενύχτι.
Τότε άκουσα ή μάλλον δεν άκουσα, αισθάνθηκα μια κίνηση στο κάτω πάτωμα, σαν ένα άηχο φρουφρούδισμα. Ωχ κλέφτης, σκέφτηκα και κοκκάλωσα. Με το σώμα ακίνητο, το μυαλό να δουλεύει πυρετωδώς και τ αυτιά τσιτωμένα να πιάσουν και τον παραμικρό ήχο. Από το κάτω πάτωμα ακούγονταν πνιχτοί ήχοι, κάποιος κινούνταν εκεί, ψαχούλευε κι εγώ σκεφτόμουν πανικόβλητη τι να κάνω αλλά το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να μαι ξαπλωμένη, αγαλματοποιημένη λες. Η καρδιά μου ταμπούρλο.
Το δεύτερο σκαλοπάτι της ξύλινης σκάλας κάνει πάντα κριτς κι εγώ που το ξέρω το πηδάω όταν ανεβαίνω. Τώρα το κριτς ακούστηκε ξερό σαν τουφεκιά. Κι εγώ βρέθηκα να μαι όρθια με μια ρόμπα στο χέρι και να βγαίνω απ το δωμάτιο.
Στο κεφαλόσκαλο ήταν ένας άντρας. το χωλ που καταλήγει η σκάλα έχει μια μπαλκονόπορτα και φως ερχόταν από τη λάμπα του δρόμου. Τον είδα. Ίσια σκούρα μαλλιά κανονικά χαρακτηριστικά και μάτια με μια λάμψη απαξίωσης και μικρές σπίθες σκληράδας.
Δεν πτοήθηκα. Δεν είχα αυτήν την πολυτέλεια θαρρώ.
-Ω τι ευχάριστη έκπληξη! είπα πολύ άνετη -μήπως είμαι πολύ άνετη, μήπως το παρατραβάω; Ευτυχώς που δεν κοιμόμουν, θα έπρεπε να με ξυπνήσεις, ίσως. Γιατί δεν πάμε κάτω; συνέχισα, εδώ δεν έχει τίποτα που να σ ενδιαφέρει.
Με κοιτούσε σα να με μετρούσε. Έκσνε μεταβολή και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, ξωπίσω κι εγώ. Φτάσαμε στο καθιστικό και κάτσαμε στο τραπέζι.
-Λοιπόν, λέω πάλι ανάλαφρα, τι να σε τρατάρω; έχω πολύ ωραία κουλουράκια κανέλας και ρούμι. Κι πήγα προς το μέρος του το μπωλ με τα κουλουράκια. Έκανε μια κίνηση με το χέρι, όχι, όχι.  Σηκώθηκα και πηγαίνοντας προς το μπουφέ που είναι απέναντι απ το τραπέζι έβαλα τη ρόμπα μου γιατί είχε όντως λίγη ψύχρα. Άνοιξα το ντουλαπάκι του μπαρ κι έπιασα το μπουκάλι με το ρούμι. Μ άγγιξε στον ώμο και παραλίγο να πηδήξω στο ταβάνι. Μου έδειξε με το δάχτυλο ένα άλλο μπουκάλι, πίσω πίσω στο μπαράκι. Μια μπαντίντα ντε κόκο ( εγώ την καρδιά μου δε τη δανείζω με τόκο) ξεχασμένη από κάποιο πάρτυ από μια πολύ μακρινή εποχή. Του έβαλα σ ένα ποτηράκι μικρό λίγο. Καθόμασταν σιωπηλοί κι εκείνος έπινε αυτό το μπαγιάτικο ποτό συνεχίζοντας να είναι αμίλητος κι εγώ να τον κοιτάζω γιατί δεν είναι πρέπον να 'χεις επισκέπτη και να μην τον κοιτάς. θα νοιώσει προσβεβλημένος. Αναρωτιόμουν τι σόι γεύση θα χε πια αυτή η μπαντίντα ( κι όταν πίσω την πάρω στο κακό της το χάλι) μετά από τόσο χρόνο. Κάποια στιγμή βαρέθηκα και του είπα. ' Θες να πούμε καμιά κουβέντα;' Με κοίταξε με τα περίεργα μάτια του και είπε. 'Ναι' 'Πολύ ωραία, τι να πούμε;' Τον ρωτάω. Είχε στον ώμο του ένα υφασμάτινο πουγκί με κορδόνι. το απίθωσε στο τραπέζι και με ρώτησε."Αυτά είναι όσα πήρα απ΄το σπίτι σου. Θέλεις κάτι πίσω;" Δεν ήξερα τι ν απαντήσω. 'Να το σκεφτώ λίγο και θα σου πω. Δεν μου λες, μιας κι έχω περιέργεια, πάντα τέτοιες ώρες δουλεύεις, Σκληρή δουλειά.' ΄Μπα. Όλες τις ώρες δουλεύω. Απλά έτυχε να έρθω σε σένα βράδυ". 'Βρε, τι τραβάς κι εσύ" είπα συμπονετικά.¨θα έχεις απαιτητικό αφεντικό" 'Κοίτα, λέει, κάποιοι όντως με εκμεταλλεύονται για να κάνουν τη δουλειά τους αλλά να σου πω, κακό του κεφαλιού τους. Δε με ξέρουν καλά. Όταν είμαι στις καλές μου, είμαι έως και χρήσιμος. Ξέρεις, οι άνθρωποι πρέπει να με έχουν υπ' όψιν τους, ότι είμαι εκεί και να προσέχουν" Τι λες! του λέω, δηλαδή μπουκάρεις στα σπίτια και προσφέρεις ανθρωπιστική βοήθεια; Πολύ αστείο" "Πες το κι έτσι. Λοιπόν, αποφάσισες το θέλεις να σου επιστρέψω; Πρέπει να φύγω." ¨Μα, του λέω δεν ξέρω καν τι πήρες απ το σπίτι. Πώς να σου πω τι θέλω πίσω;"  Άνοιξε το πουγκί και άρχισε να λέει κοιτώντας το περιεχόμενό του. "Ηρεμία, θάρρος, ευθυκρισία, αυτοκυριαρχία, λογική, να πω κι άλλα; Έχει μερικά." Τον κοιτούσα άναυδη. Τι μου λέει, σκέφτηκα. 'Μα ποιος είσαι; ποιος είσαι κύριε αλαφροπάτητε διαρρήκτη;" "Δεν κατάλαβες ακόμη; με κοίταξε σκεπτικά. Μα εμείς γνωριζόμαστε από παλιά. Όλη σου τη ζωή με ξέρεις με το ένα ή τον άλλο τρόπο. Είμαι ο Φόβος"
Η καρδιά μου σφίχτηκε. Το μυαλό μου θόλωσε. Τα χέρια μου ξαφνικά ξύλιασαν και τα έβαλα στις τσέπες της ρόμπας. Εκεί, στη μια τσέπη έπιασα αφηρημένα ένα κομματάκι χαρτί. ένα μικρο κομματάκι χαρτί, υπόλοιπο σελίδας, εκείνης της σελίδας που μου είχες δώσει μια μέρα και μου είπες "αυτή είναι η αγάπη μου" κι εγώ γέλασα και είπα "μπλα μπλα και με το χρόνο φθάρθηκε τόσο και ζάρωσε και θρυμματίστηκε και πέρασε το σαράντα κύματα και τίποτε δεν έμεινε παρά αυτή η τριγωνική ακρίτσα που ποιος ξέρει πόσες φορές θα πλύθηκε στο πλυντήριο και παρόλη την ταλαιπωρία βρισκόταν ακόμη στην τσέπη μου. Κάτι άλλαξε στο μυαλό μου. "Δε με νοιάζει, του λέω, δε θέλω τίποτα. Είμαι εντάξει" Με κοιτούσε προσεκτικά. "Δηλαδή μου λες ότι έχεις κάτι που δε σου έχω πάρει, αυτό μου λες; Και δε σε νοιάζει για όλα τα άλλα;" "Δε σου λέω τίποτα" του απαντάω ¨μόνο ότι δε χρειάζομαι τίποτα από αυτά που εσύ θεώρησες καλό να μου πάρεις. Πάρτα." Ήταν παράτολμο, ομολογώ αλλά στα αλήθεια δε μ' ενδιέφερε καθόλου εκείνη την τόσο δύσκολη στιγμή Σηκώθηκε αφήνοντας το πουγκί στο τραπέζι και πήγε προς το παράθυρο. Θα φύγει, σκέφτηκα, από εκεί που ήρθε. "Μια στιγμή" του λέω μη φύγεις με άδεια χέρια" Και πήγα στη βιβλιοθήκη, πήρα μια μπάμπουσκα και του την πήγα."Αυτό είναι για σένα" του είπα.Επειδή ο φόβος γεννάει κι άλλο φόβο και πάει λέγοντας. Αλλά αν θέλεις μπορείς να το δεις κι από όποια οπτική εσύ θεωρείς πιο ταιριαστή" Με ξανακοίταξε και κάτι ζεστό φώτισε τα μάτια του. 'Είσαι μια παράξενη γυναίκα νομίζω" είπε. "Τώρα που σε βλέπω έτσι, του αντιγυρίζω, θα μπορούσα και να σε ερωτευτώ" "Α! Αυτό συμβαίνει ταχτικά. Και μη νομίζεις είναι πολλοί κι αυτοί που με αγαπάνε. Αλλά μη το κάνεις. Μην αλλάξεις" Πήδηξε απ το παράθυρο κι εξαφανίστηκε.
Κάθισα στο τραπέζι κι άναψα ένα τσιγάρο.Τι μου συνέβη απόψε! σκέφτηκα. Κοίταξα το άδειο ποτηράκι του λικέρ. Μπαντίντα ντε κόκο (λέω πάλι χαλάλι και μπαντίντα ντε κόκο)
Έσβησα το τσιγάρο κι ανέβηκα στο υπνοδωματιο. Ξάπλωσα και γύρισα στο πλάι. Από τη λάθος μεριά. 'Εναρξη. Το τηλέφωνο χτυπάει "Είμαι εδώ"....

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2020

μέρα της γυναίκας.


μια καλή μέρα αφιερωμένη στο μυστήριο!
αυτό το μυστήριο που περιβάλλει τη γυναικεία φύση και ιδιοσυγκρασία.

είναι άραγε ο τίτλος δεύτερο φύλο σωστός ορισμός ή είναι ο κρυφός άσσος στο μανίκι κάτα το cherchez la femme?
ενδελεχείς έρευνες προσδιορίζουν το γυναικείο σε μαλακό, σκοτεινό, υγρό, γήινο, ομιχλώδες.
εμένα, πάλι, μου φαίνεται τα στοιχεία στον καθένα άνθρωπο διαφέρουν. Υπάρχουν γυναίκες πολύ φωτεινές, πολύ διάφανες, πολύ αέρινες, πολύ σκληρές και πολύ στεγνές ακόμη. Και αυτό το κάτα κανόνα αντίθετο τις κάνει να είναι και γυναίκες και ο εαυτός τους χωρίς πλαίσια.

η πολυπλοκότητα σ όλο της το μεγαλείο. αυτό μάλιστα.
το πολύ πάει πάντα και σε όλα όταν μιλάμε για γυναίκες. καλό ε;
στο γυναικείο θυμικό η μετριότητα είναι ανύπαρκτη.
πολύ λοιπόν σε όλα. κι αυτό το πολύ όποιος είναι αρκετά σώφρων ή απλά έξυπνος ή και καπάτσος και μπορέσει να το εκμαιεύσει δεν υπάρχει άλλο στον κόσμο σαν το γυναικείο πάθος, τη γυναικεία αγάπη, τη γυναικεία εξυπνάδα, τη γυναικεία αφοσίωση, τη γυναικεία κακία ακόμη και τη γυναικεία υποταγή - αυτό είναι θεϊκό, εξολοκλήρου Σαλώμη αλλά έχει τόσο γούστο!

οι γυναίκες κουβαλάνε βαρύ φορτίο σε τούτη τη γη, σε τούτη τη ζωή όπως έχει διαμορφωθεί. Το μυστήριο είναι αναγκαιότητα, είναι όπλο, είναι ταυτότητα. κι από μικρά κορίτσια, σαν ακατέργαστες πολύτιμες πέτρες μαθαίνουν με τον εύκολο ή το δύσκολο τρόπο να λειαίνουν τον εαυτό τους και να γίνονται σιγά σιγά πρίσματα.
Μακάρι κάθε γυναίκα να βρει το φως που της αξίζει και να αναδείξει όλα της τα χρώματα. Ευτυχία και ολοκλήρωση για την ίδια, ευλογία για όλους.



Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2020

εκτός χρόνου




διανύουμε τη μακριά νύχτα της τελευταίας αποκριάς.
είμαι σε μια περίεργη διάθεση απόψε.
σ ένα εδώ σιωπηλό μοναχικό απαιτητικό.
το παρελθόν, σαν εκείνες τις πολυταξιδεμένες βαλίτσες γεμάτες αναμνηστικά αυτοκόλλητα με απεικονίσεις τόπων κοντινών και μακρινών, παροπλισμένο σε κάποιο πατάρι.
το μέλλον, ποιο μέλλον, δεν ξέρω τίποτε για το μέλλον.
αυτήν την εποχή αισθάνομαι σαν εκείνους τους κατάδικους που τους χαρίζεται η ζωή αν πέσουν απ το γκρεμό και τη βγάλουν καθαρή.
η ειρωνική όψη της μοίρας.
αλλά επειδή είμαι άνθρωπος συνεπής δε μπόρεσα ν' αντισταθώ και σήμερα το έριξα στις μουσικές.
διάλειμμα στα πάντα.
και στο τώρα και στο πριν και στο μετά.

                                                      cello octet conjunto The secret agent.




Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

ευθεία

Άγρια χαρά πρώιμης άνοιξης.
Άγρια χαρά γδέρνει το σκληρό πετσί του χειμώνα.
Δροσερές λιακάδες κι ατίθασα λουλούδια που ανθίζουν.
Άγρια χαρά μες στη γαλήνη
μες στο φως.
Περπατάω στην πόλη.
Είμαι εγώ και δε θα σταματήσω παρά μόνο σα φτάσω
στις όχθες του καλοκαιριού.
Βαδίζω.
Μοναξιά.
Δρόμος.
και χαρά. Άγρια χαρά.

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2020

tabula rasa



Σε 3 πράξεις
Το προαίσθημα
Εκεί, στην άκρη της ακροθαλασσιάς στάθηκα και σ είδα να έρχεσαι. Χίλιες θύμησες, χίλια οράματα με κατέκλυσαν.  Μου έτεινες το χέρι, να με πάρεις κοντά σου. –Είσαι ο έρωτας; Ρώτησα. Είσαι  η ζωή; Μ αγκάλιασες. Ταξιδέψαμε μαζί.  Ήσουν ο Θάνατος.
Η ζωή
…και τώρα που το υνί της αγάπης είχε καθαρίσει το χωράφι της καρδιάς από πέτρες, παλιές ρίζες, αρχαία κοχύλια,  άγρια χόρτα κι  άλλα κρυμμένα και θαμμένα κι ήταν το έδαφος μαλακό  αλαφρό κι αφράτο, τώρα φοβόμουν πιο πολύ μην τύχει κι έρθει ένας άλλος πιο επικίνδυνος θάνατος και πέσει απαλά και πιάσει. Ο έρωτας.
Και
Καθόμασταν αντικριστά. Στον ένα τοίχο εγώ, στον απέναντι αυτός. Με κοίταξε κι ενώ δεν τον έβλεπα, ένιωθα κάτι ν αναδύεται από μέσα του. Σα να είδε κάτι γνώριμο σε μένα, κάτι  μυστικό που το ήξερε αλλά τώρα του φανερωνόταν. Είχε ένα αλάφιασμα, το νοιωθα μα δε το βλεπα. Έβλεπα μόνο τα παπούτσια του. Ένα βήμα με τα αριστερό. Ορίστε, σκέφτηκα, θα χορέψουμε ταγκό εξ αποστάσεως. –Είσαι χάλια! Είπε. Με μια τραγική, ραγισμένη φωνή, Είσαι χάλια! Κοίταζα τα παπούτσια του, ακαλαίσθητα καρπουζί κροκς,  κι αναρωτιόμουν αν αυτό το χρώμα βγαίνει σε αντρικό νούμερο. –Είσαι χάλια!  Ένταση, δόνηση, ανακάλυψη. Μπα σκέφτηκα, μαϊμού θα είναι , απ αυτά που πουλάν στα παζάρια. –Είσαι χάλια!!! Πήρε το βήμα πίσω κι ακούμπησε ξανά στον τοίχο, ξέπνοος.
Τότε σήκωσα τα μάτια κι είδα τα δικά του τα ανταριασμένα.
…κι απ την καρδιά ξεπήδησε ένα γιγάντιο μπαομπάμπ  και στο κεφάλι μου φτάσαν τα κλαριά του γιομάτα ηλιαχτίδες,  φεγγαροστάλες κι εξωτικά πουλιά πολύχρωμα που φτεροκοπούν σ ένα ασυννέφιαστο γαλάζιο χαρούμενης ψυχής. Και στο σώμα μου ωκεανοί εξεγείρονται και γκρεμίζονται, ηφαίστεια εκρήγνυνται, παγόβουνα διαμελίζονται, νέες γαίες δημιουργούνται. Μια κοσμοχαλασιά και μια κοσμογονία.
Λίγος χρόνος έξω απ το χρόνο.
Εξαφανίστηκα.
Παραπατώντας περπατούσα στην πόλη και βγήκε σα ματωμένο μαχαίρι από  την καρδιά μου η φωνή.

Άι. Σκατά. Ερωτεύτηκα.

- απόσπασμα από το Μικρό Φεγγάρι.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

Σκιάθος

γεια και χαρά. εδώ η πρώτη ανάρτηση για το 2020.


η ζωή είναι ωραία.
βρέθηκα σ ένα νησί και παραμένω ακόμη εδώ
όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό.
κι ενώ ο Γενάρης μας έχει περιποιηθεί καταλλήλως και με κρύα
και μ απ όλα
και μοιάζει ατέλειωτος παρ όλο που είμαστε πια στην ουρά
κυκλοφορώ ακόμη με τα καλοκαιρινά 
μπρρρρρ
μα τι έγινε; 
ήταν η θάλασσα στο χρώμα του νεφρίτη, τα βράχια σα βουβοί πέτρινοι δράκοι ξαπλωτοί στη σμαραγδένια θάλασσα, η ακύμαντη γαλήνη κι η σιωπή που χαρωπά τη διασχίζουν τα σπουργίτια κι οι γλάροι, ήταν ένα φάντασμα που μ αγάπησε κι ένα μη φάντασμα που με βασάνισε, ήταν η κατάλληλη ώρα για να πω μια στάση εδώ. Μια στάση εδώ. 

μικρά σπίτια, κολλητά το να στ άλλο, με σοκάκια και καλντρήμια, κάποια με κλειστές αυλές, αυτές τις παραδεισένιες κλειστές αγκαλιές με λεμονιές και ροδιές και κληματαριές, και απ τη βράση του καλοκαιριού περπατώντας στο χινόπωρο ο κόσμος λιγοστεύει μέχρι που το χειμώνα το σούρουπο περπατάς εσύ και μερικές γάτες. α οι γάτες. καλοθρεμμένες, στειρωμένες και φιλικές, αραχτές παντού. 

μ αρέσει εδώ. είμαι εγώ κι εαυτός μου.καλή παρέα για να μπαλώσεις παλιά δίχτυα και να κάνεις όνειρα για νέα ταξίδια. κι ανάμεσα στα σχέδια του μέλλοντας μικρά κενά για ν αναλογιστώ αν θα θελα και με τι κόστος να ζήσω ένα όνειρο στο κύμα. γρήγορα το προσπερνάω, αυτά τα μικρά κενά είναι παραπλανητικά, μικρά φαίνονται΄υπάρχει, όμως, η πιθανότης να είναι αβυσσαλέα μικρά κενά.

ο έρωτας ήρθε με μια παραισθησιακή μορφή, έδρασε ακαριαία, τα έκανε όλα σμπαράλια κι έφυγε με ρεαλιστική σκληρότητα. Η πραγματικότης είναι φίνα και κομψή αλλά τα νυχάκια της θερίζουν τις ονειροπόλες καρωτίδες. Δεν πλάνταξα. Μαθημένα γαρ τα βουνά απ τα χιόνια.

Αίσθηση και παραίσθηση, ήλιοι ανατέλλουν και δύουν, φεγγάρια αυξομειώνονται, όλα πασπαλισμένα με μια δόση αλμύρας. 

Απ το παράθυρό μου που είναι βορινό βλέπω μόνο σύννεφα, όταν υπάρχουν. Και τις ώρες της νύχτας, τώρα πια δεν ακούγεται απέξω ούτε τσικ κι η μουσική αλλάζει διάσταση γίνεται μαγικότερη κι η σκέψη τρέχει παίζοντας παιχνίδια με το χρόνο, την αλήθεια, το φθαρτό και το αέναο.

Καθότι μοναχή κέρδισα της βασιλόπιτας το φλουρί. Καλό ή κακό θα δείξει.

Υπομονή, 

και, μη ξεχνιόμαστε φιλιά πολλά φιλιά κι αγκαλιές. μυρωμένες και θαλασσινές.

   



Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

που



πούπουλο

πόπολο