Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

καιρός ήταν




 ήταν ο καιρός σε παρατατικό

είναι και τώρα ο καιρός

ασταθής

για να ναι σωστός στα πρώτα φθινοπωρινά βήματά του

ντεμί χιχί

είναι τα σύγνεφα που τα παρασέρνει ο άνεμος

είναι αυτή η μελαγχολία

ένα τι που σε συνεπαίρνει σε αποσυντονίζει και παράλληλα σε βάζει στο δρόμο το σωστό.

είναι.

σε χρόνο ενεστώτα.

έλεγα και συνταίριαζα εικόνες και ήχους και σκέψεις.

λέω και τακτοποιώ και ματα ξανα λέω εντάξει στο εδώ μ έναν ερωδιό.

ο χώρος είναι μια ματαιότητα τρισδιάστατη.

ο χρόνος, πάλι, είναι ασαφής, 

γενέθλια μέρα, ωχ ωχ ωχ.

ας είναι ούλοι  εκεί που δόθηκαν

γουόρσίπι μπι χάπι βρε.

χου γκιβς α ντεεεεμμμμ

αμπλαούμπλα

μπλα μπλα μπλα κλαψ λυγμ μπου χου χου

ώπα τη πιάσαμε τη γκόμενα

κούνια που σας κούναγε

η γκόμενα έχει γενέθλιος

χορεύει σε τάφους

και χαρίζει εικόνες.

πήρανε μια αγάπη και τη κάνανε να φυλάει ο θεός

τόσο ξέραν

τόσο μπορούσαν

πήραν μια ανθρωπιά

και την κάναν

αχ

αλλά

παραποιούμε τους εαυτούς μας και μετατρεπόμαστε σε 

σε

στο 

αυτό που λέμε αύριο

γινόμαστε ματαιότητα

αλλά εδώ είναι το ωραίο

που ή ματαιότητα αυτή

είναι το σκαλοπάτι

ένα κάτι να πιαστείς

και να προχωρήσεις.

γιορτή.



Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2022

so be it!

 ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!

αυτή η πανσέληνος του χιονιού είναι αποπροσανατολιστική. έχουμε ωραίες ζέστες και τα μεσημέρια είναι για κολύμπι - αν είναι κανείς αρκετά γενναίος αλλά και όχι τόσο.

εδώ, κάτι τέτοιες νύχτες με πανσέληνο ου ου ου για να δέσει όλη η κατάσταση χρειάζεται λίγο καλό, παλιό ροκ εν ρολ. 

εδώ, άλλο εδώ αυτό, εδώ και λίγο καιρό που είμαι σε υπεροπτική θέση ως προς το χώρο καθώς πήρα των ομματιών μου και βρέθηκα λίγο πάνω απ την πόλη, μέσα σ ένα χώρο οικείο κι ανοίκειο μαζί με όλα τα μπαγκάζια μου απέξω απ ένα σπίτι και άντε πάλι να ανασυνθέσω το παζλ!

κι έτσι λοιπόν πατινάρω ανάμεσα σε εγκιβωτισμένα πράματα, πράματα δικά μου κι άλλα πολλά ξένα αλλά όχι και τόσο... έχω ένα ξέμπαρκο κρεβάτι σ ένα σαλόνι κι ένα κουζινοκαθιστικό κάπως ανεκτά. ωραία.

και πολύ ωραία θέα

αυτό, το παντού μπλε βαθύ κι η πόλη λευκή και χρυσή κι η θάλασσα νωχελική, ρεμβική, ανεξιχνίαστη.

τώρα είμαι σ αυτόν τον καθμερνό χώρο που είναι πέρα απ τη θέα, φτιάνει ένα μικρό ζεστό κλειστό κόσμο σα μαγκάλι

μάλλον σιγά σιγά εγκλιματίζομαι.

πρώτη φορά σκέφτομαι τα καρναβάλια με τόσο κέφι. 

βλέπω το φεγγάρι

αναπολώντας το φεγγάρι

ισορροπία σε ηλεκτρικές χορδές και ξύλινες μπαγκέτες

γύρισε ο κόσμος ανάποδα

ω! ένα φεγγάρι!!!


μπον νουί και αβροί ασπασμοί κοινώς μάάάάκια!!!






Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

νυχτέρι

 Νοέμβρης στο χρώμα του υδράργυρου. Υαλοκαθαριστήρες εν δράσει στο δρόμο για το χειμώνα.

α παγορευμένες πορείες

μια τρούπα στο διάστημα               εδώ       μπα    εδ     ωωωω     μπα      πού     ποιος ξέρει    χεμφ

φέγγάρής ολόφρεσκος        κέφια    χεμφ

μικρό δειλό υπάρχον ουσία παρουσία πεμπτουσία                                                χεμφ'

έχω ένα υνί μες στην καρδιά 

είσ εσύ

καλά γραπωμένος στο μέσα μου.

αααααααααααααααχ.

χαράζουμε πορείες μες στις νύχτες.  ακάματα. πάμε και πάμε κι όπου μας βγάλει αυτό το περίεργο σχέδιο.

αγκαλίτσες.

μικρός Νοέμβρης. 

σε λίγο τα γέλια κι οι χαρές. 

εν αναμονή.

φιλιά.

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

χαρά - ματιά

φεγγάραρος




 ο ακριβοθώρητος.

Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

sapore di sale 11

 ΤΡΑΤΑΡΗ ΓΙΟΣ



Τον μικρό μας Αντωνάκη δεν τον παίζανε στην παρέα τους οι μεγαλύτεροι΄ούτε του δάνειζαν ποτέ τα παιχνίδια τους. Ήταν, βλέπεις, μεγάλοι. Πήγαιναν στο Δημοτικό ενώ αυτός ήταν νιάνιαρο. Όταν μπερδευόταν στα ποδια τους πάντα τον παραμέριζαν με το γλυκό ή με το άγριο:

- Φύγε, είσαι μικρός!

Κι εκείνος, μη έχοντας ούτε ένα συνομίληκό του στην κάτω γειτονιά, κατάπινε το φαρμάκι της οναξιάς καθισμένος στο πεζούλι της ποταμιάς, που αντάμωνε τη θάλασσα, κουνώντας νευρικά τα γυμνά ποδάρια του στον αέρα. Ακόμα κι όταν βοηθούσε τους μεγάλους, για να τους καλοπιάσει, στο σήκωμα του αετού, στο σώσιο του αερόστατου, στο μάζεμα των τσάκνων για φωτιά, ευχαριστώ δεν άκουγε.

Ο Αντωνάκης έλεγε τον καημό του στη μάνα του, που ξενόπλενε η κακομοίρα για να βοηθησει το σπίτιτ της. Εκείνη έδινε άλλη εξήγηση:

- Δε σε θέλουν στην παρέα τους, καημενάκι μου, γιατί είσαι τρατάρη γιος. Αυτοί είναι πλούσιοι, παιδιά νοικοκυραίων.

Ο πατέρας του μικρού δούλευε λαμπαδόροςσε γιργίλι αλλά παλιότερα ήταν τρατάρης. Όλοι τον ήξεραν μ΄αυτό το παρατσούκλι. Έβλεπε το σπίτι του μια φορά το μήνα όταν γέμιζε το φεγγάρι και το γρι - γρι σταματούσε για λίγες μέρες το ψάρεμα. Πότε γύριζε μ΄άδεια χέρια, πότε με λίγα λεφτά, πότε με περισσότερα, ανάλογα το μερδικό που έβγαινε. Ίσα - ίσα να φυτοζωούν. Έτσι ο Αντωνάκης αδύνατος, μικρόσωμος, κακοντυμένος, ξυπόλυτος καθημερινά,, νυκοκυρευόταν μόνο τις Κυριακάδεςότανν τον σβάρνιζε απ΄το χέρι η γιαγιά του στην εκκλησιά: παπούτσια, πεντακάθαρα ρούχα, χωρίστρ στα μαλλιά, χωρίς τσίμπλες στα πανέξυπνα μαύρα ματάκια του, χωρίς μύξες στα ρουθούνια του.


Το πιο συνηθισμένο παιχνίδι των μεγάλων ήταν να αρμενίζουν στο ποτάμι, απ΄τη γέφυρα μέχρι το γιαλό, τα πιτυκίσια καϊκια τους. Πελεκούσαν το ξύλο με σουγιά, σκάβαν αμπάρι, φύτευαν άλμπουρο στη μέση, μμπαστούνι στην πλώρη, αρματώναν ξαρτια με σπάγκο, στερέωναν πανιά.  Και τάσερναν φορτωμένα ή άδεια απ΄τη μια γούρνα στην απέναντι.Τις γούρνες αυτές στην άμμο τις έσκαβαν στα όχθια του ποταμού και τις βαφτιζαν με ονοματα λιμανιών: Σκιάθος, Σκόπελος, Πλατανιάς, Σαλονίκη, Κασσάνδρα, Λήμνος, Μυτιλήνη. Αναπαράσταση της ναυτικής περιπέτειας των πατεράδων τους που ηταν σχεδόν όλοι θαλασσινοί και έμποροι. Όλα αυτά τα λιμάνια ήταν ιδιοκτησία των μεγάλων. Για τον Αντωνάκη δεν υπήρχε χώρος ούτε για ένα κόρφο. Μόλις έστηνε το λιμάνι του, σκάβοντας με τα χέρια στην άμμο, οι μεγάλοι το ισοπέδωναν με το φτυάρι. Κι αυτός μη μπορώντας να βρει το δίκιο του παραπονιόταν στη μάνα του. Αυτή τον παρηγορούσε:

- Τώρα που θάρθει ο πατέρ σ΄θα τους βολέψ΄!


Λίγο πριν γεμίσει το φεγγάρι ο πατέρα; γύρισε. Άκουσε τα παράπονα του γιού του. Κατενηκε στο υπόγειο και δούλεψε αρκετές ώρες. Πήρε σανίδια, βέργες, πριόνι, σουγιάδες, τιλακια και σκάρωσε ένα καράβι. Το αρμάτωσε, έβαλε πανιά, κάβους από παραγαδόσπαγκο και το δώρισε στο γιο του. Τον φίλησε και του ευ χήθηκε:

- Άντε και καλοτάξιδο! Θα το αρμενίζεις μονάχα στι θάλασσα όταν είναι λαδ΄κάλμα.Δίπλα, πλάι - πλάι στο στάχυ.

Τα ματάκια του μικρού έλαμψαν από ενθουσιασμό.

Ο μικρος καραβοκύρης περίμενε δυο μέρες να καλμάρει η θάλασσα. Το απόγιομα πήρε αγκαλιά το καράβι του κα τράνηξε για το γιαλό, δίπλα στο ποτάμι. Σήκωσε ψηλά τα βρακιά του, μπήκε στο νερό και το ακούμπησε ήρεμα στη θάλασσα. Έπλεγε πολύ στσθερά. Ο πατέρας του ήταν καλός ναυπηγός. Ε'ιχε άλει ύφαλα από βαρύ σανίδι. Τόσμπρωξε προς τ΄ανοιχτά και το ίσαξε με την καλούμα που κρατουσε σφιχτά στη χούφτα του. Οι στεριές, το βραδινό αεράκι, φούσκωνε τα πανιά του και το αρμένιζε προς το πέλαγος. Όλοι οι μεγάλοι άφησαν τα καϊκια τους στο ποτάμι. Μαζεύτηκαν γύρω του και θαύμαζαν το πλεούμενο. Ο Αντωνάκης για να τους πειράξει περισσότερο άναψε τη μηχανή του μιμούμενος το θόρυβό της: ντούκου - ντούκου - ντούκου - ντούκου! Το ταξίδι κράτησε μέχρι κει που τέλειωνε η αμμουδιά κι άρχιζαν τα βράχια. Στο τέλος το φουντάρισε και, κρατώντας το γερά απ΄το σπάγκο, το θαύμαζε καθισμένος στα χαλίκια μέχρι που πηρε να νυχτώσει. Δε χόρταινε να το βλέπει. Μετά το τράνηξε έξω, το στράγγισε απ΄τα νερά, το πήρε αγκαλιά κι έκανε για το σπιτι του. Εκεί το πανηγύρισε με τον πατέρα του.

Το ίδιο ταξιδι έκανε το καραβάκι όλα τα ήσυχα απόβραδα. Οι μεγάοι δεν μπορο΄θσαν να καταπιούν την επιτυχία του νιάνιαρου. Τους έαλε γυαλιά! Η ζήλια τους είχε φτάσει μέχρι τα μπούνια. Ένα ράδυ καθώς το ακολουθούσαν στο συνηθισμένο ταξίδι τουο Γιάνναρος, ο γιος του μπακάλη, πησιασε στα ύπουλα κι εκοψετην καλούμα με το σουγιά. Ο Αντωνάκης έμεινε με το σπάγκο στη χούφτα. Το καραβάκι άρχισε ν΄ανοίγεται. Βούρηξε με τα ρούχα στη θάλασσα να πιάσει το σχονί αλλά δεν πρόκανε. Οι άλλοι χαχάνιζαν δίπλα τουκαι το πείραζαν:

- Πήγαινε να το βρεις στη Λήμνο!

Ο φταίχτης τόβαλε στα πόδια. Ο μικρός βρεμμένος κάθισε σ΄ένα βραχάκι΄έκλαιγε, έκλαιγε και με τα νοτισμένα μάτια του αποχαιρετούσε το καράβι του που ανοιγόταν και ξανοιγόταν. Μέρι που χάθηκε.

Το νέο έφτασε στ΄αυτιά των μανάδων, των πατεράδων, του δασκάλου. Μαθεύτηκε ότι ο τελευταίος ξεκόλλησε τ΄αυτιά του Γιάνναρου΄ότι ο πατέρας του τον έριξε ένα μπερντάκι και του τσουκνίδισε τη χούφτα που κρατούσε το σουγιά. Αλλά τι έβγαινε μ άυτό; Το κακό είχε γίνει.


Ο Αντωνάκης κάθε νύχτα στον ύπνο του βλέπει ζωντανό το καράβι του να ταξιδεύει χωρίς καπετάνιο από λιμάνι σε λιμάνι. Στις φουρτούνε ξυπνάει, τινάζεται όρθιος. Πατώντας στις μύτες των ποδιών του βγαίνει στην αυλή και κοιτάζει ανάμεσα σταξεφτισμένα σύγνεφα το φεγγάρι ννα μαγαλώνει φλούδα- φλούδα. Σε λίγες μέρες, σίγουρα, ο πατέρας του θα γυρίσει να του σκαρώσει ένα καινουριο καράβι!

    


Θάλασσα άπ΄όλα τα νερά και τα ποτάμια πίνεις,
πάρε κι εμέ το δακρυ μου πλατύτερη να γίνεις.
δημοτικό Κρήτης.




Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

sapore di sale 10

 Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ




Μόνο αριθμούς ήξερε να διαάζει η καλόψυχη η κυρα - Λουκία. Κι αυτούς δεν τους έμαθε απ΄το σχολείο. Απ, το μακαρίτη τον πατέρα της τους είχε μάθει. Πόλεμοι, προσφυγιά, πείνα, μετακομίσεις, αρρ΄βστιες, θάνατοι, δεν την είχαν αφήσει α πάρει ανάσα, ούτε να πιάσει αλφαβητάριο στα χέρια της. Οι μικρότερες αδελφές της, που φρόνυιζε μετά τον χαμό των γονιών της ήταν τυχερότερες΄κάτι πρόκαναν κι άρπαξαν.

Αυτ'ο 'ηταν το μεγαλύτερο παράπονό της. Το δεύτερο οι τσιλιμπουρδιές του άντρα της του Βαγγέλη΄που ακουγόταν αλλά δεν εξακριβωνόταν. Ο χρόνος έσβηνε σιγά- σιγά τις διαδόσεις που καμιά απ΄τις κουτσομπολες του χωριού δεν επαλήθευε χειροπιαστά. Όλες κάτι είχαν ακούσει, κάτι είχε πάρει τ΄αυτί τους απ΄τους άντρες τους, συνταξιδιώτες του Βαγγέλη στα ποστάλια που φέρναν βόλτα στα μεγάλα λιμάνια της Μεσογείου. Οι φήμες έλεγαν ότι, που λαι που, όταν δάγκωνε καμιά λαμαρίνα, έκανε στάσεις αναψυχής στα πόρτα. Η κυρά - Λουκία αυτοπαρηγοριόταν μονολογώντας: Οι δ΄κοί τ΄ς είναι καλύτεροι; Όλοι ένα σόι!

Τώρα πια δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Ο Βαγγέλης συνταξιούχος ξέμπαρκος, με τα ρευματικα, ήταν ησυχότερος απ΄τον άγιο Σωφρόνιο. Ελαφρές δουλειές στο περβόλι, πρέφα στον καφενέ, κανένα παραγαδάκι.


Σήμερα, η κυρα - Λουκία ασβέστωσε το υπόγειο του σπιτιού της. Ο διάβολος τόφερε να μπει και στο καμαράκι με το ξύλινο χώρισμα. Εκεί που ο άντρας της απαγόρευενα μπει άνθρωπος για να μην ανακατέψει τα σύνεργά του της ψαρικής: παραγάδια, κιούρτους, σχοινιά, σημαδούρια. Αλλά η καθαριότητα είναι καθαριότητα. Καθώς μετακινούσε τα μικροπράγματα στην κουφωτή παραθύρα κάτι πήρε το μάτι της στον πάτο μιας μικρης κασόνας, κατω απ΄τις μολυβήθρες. Ήταν μια μακρόστενη δερμάτινη θήκη σαν πορτοφόλι. Η γυναικεία περιέργεια την έκανε να τραβήξει το εύρημά της. Θάναι τίποτα λεφτά, σκέφτηκε, που τα πάτσιασε ο άντρας της για ώρα ανάγκης. Έκανε λάθος. Όταν άνοιξε το πορτοφόλι έμεινε ξερή. Τς ανέβηκε το αιμα στο κεφάλι. Βρήκε φωτογραφίες γυναικών, κιτρινισμένα γράμματα, κάρτες, αντρέσσες. Τότε κατάλαε γιατί ο Βαγγέλης, μόλις ξεμπαρκάρισε, δεν ήθελε να μπει αανθρωπος στο καμαράκι του. Περιεργάστηκε τις φωτογραφίες μία - μία, τις ξανατσούπωξε στη θέση τους κι έρριξε το πορτοφόλι στην βαθειά τσέπη τη ποδιάς της.  Απόψ΄θ΄ακούσ΄τα σχολιανά τ΄! μονολόγησε.


Το βράδυ, μετά το φαγητό, η κυρά - Λουκία βόλεψε την κουζίνα της και στρογγυλοκάθισε στην πολυθρόνα μπροστα στο τζάκι, πράγμα που δεν έκανε συχνά. Ο άντρας της απέναντι ξαπλωμένος στον καναπέ ξεκουραζοταν. Απ΄τις νευρικές κινήσεις της γυναίκας του, το βλέμμα της, μυρίστηκε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει. Δε άργηφε να το επιβεβαιώσει. Η κυρά - Λουκία έβγαλεκαι ακούμπησε στο τραπέζι τη θήκη με τις φωτογραφίες κι άρχισε να τις βγάζει θριαμβευτικά μία - μία όπως ο χαρτοπαίκτης τους βαλέδες.

- Δε μ΄λες Βαγγέλ΄, αυτή εδώ η ξανθομαλλούσα ποια είναι; Και του πέταξε μια φωτογραφία.

- Πού θες να ξέρω, απάντησε ο άντρας της, φορώβτας τα γυαλιά του κι εξετάζοντας τη φωτογραφία. 

- Θα τη θυμηθείς! Γύρνα την από πίσω. Έχει ραβασάκι και΄μερομηνία, σήκωσε τη φωνή της η Λουκία. Ο Βαγγέλης κατάλαβε το κακό που τον είχε βρει. Όμως το δικαιολόγησε:

- Είναι μια πλούσια κυρία που ταξίδεψε απ΄την Αλέξάνδρεια στη Μασσαλία, ψέλλισε. Για να μας ευχαριστήσει για το καλό ταξίδι που έκανε, έδωσε σ΄όλο το πλήρωμα μαζί με το πουρμπουάρ κι από μια φωτογραφία τς για να τη θυμόμαστε. 

Ακολούθησε δεύτερη επίθεση:

- Αυτη η καγκελοφρύδα που χαζογελάει ήταν κι αυτη ταξιδιώτισσα; 

- Όχι! Όχι! τη σταμάτησε ο Βαγγέλης. Αυτή η φωτογραφία είναι στη Βηρυττό όταν γιορτάσαμε τις Αποκριές στο καράβι μας για να διασκεδάσουμε τους επιάτες και το πλήρωμα. Αυτή ήταν τραγουδίστρια και έδωσε σ΄όλους μας από μια φωτογραφία της για διαφήμιση. Τραγουδούσε, βλέπεις, σ΄ελληνικό κέντρο της πόλης.

- Αυτή εδώ η μαντόνα στο σαλόνι; στνέχισε η Λουκία.

- Είναι η γυναίκα του ατζέντη της Εταιρίας μας στη Μασσαλία. Μας φιλοξένησαν την πρωτοψρονιά στη βίλα τους. Όλους τους αξιωματικούς. Αυτός εδ΄β, που φαίνεται μικός στην άκρια είναι ο Πρόξενος. Τον είχαν καλεσμένο κι αυτόν, διακιολογεί ο Βαγγέλης.

- Και σας περιποιήθηκε έτσι τσίτσιδη; ξαναρώτησε η Λουκία.

- Έτσι ντύνονται οι κομψές κυρίες στη Γαλλία, μάτια μου! εξηγεί ο κατηγορούμενος. 

Ακολούθησαν κι άλλες φωτογραφίες, ερωτήσεις, κι ο Βαγγέλης όλο και στριμωχνόταν περισσότερο να απαντήσει. Είχε αρχίσει να νευριάζει. Αλλά η Λουκία δεν είχε τελειώσει ακόμα:

- Μήπως σας έκανε γιορτή στον Πειραιά και η Κοραλία η παλιά μας γειτόνισσα; Και του πέταξε στο μούτρα τη φωτογραφία μιας μελαγχροινής με κυμματιστές μπούκλες. Είχε φύγει απ΄το χωριό για τον Πειραιά μετά το χαμό του άντρα της. η ΄μερομηνία πόχ΄πίσω είναι λίγο πριν ξεπαρκάρ΄ς. , πρόσθεσε. 

Ο Βαγγέλης δεν άντεξε άλλο. Τινάχτηκε πάνω σαν ελατήριο, μ΄όλους τους ρευματισμούς του. άρπαξε ό,τι είχε μπροστά της η γυναίκα του, τις φωτογραφιες που,χε δίπλα του στον καναπέ και με μια ξαφνική κίνηση, όλο θυμό, τα πέταξε όλα στο αναμμένο τζάκι. Η Λουκία δεν πρόλαβε ν΄αντιδράσει. Σηκώθηκε αμίλητη, χαμήλωσε τη λάμπα, κι έκανε προς το δωμάτιό της. Κατά βάθος, παρά την πίκρα της, αισθανόταν τώρα κυρίαρχη στην καρδιά του αντρός της.  Όλες οι ανταγωνίστριές της έχαν γίνει  στάχτη!

Ο άντρας της κοίταζε τις ψιλόλιγνες φλόγες του τζακιού που χόρευαν. Περνούσαν απ΄τη θυμησή του μια - μια οι παλιές του αμαρτίες. Τη νύχτα η φωτιά καταλάγιασε. Το τελευταίο κάρβουνο ήταν μάυρο, κατάμαυρο σαν τα μαλλιά της Κοραλλίας.




Τα μυστικά της θάλασσας
ξεχνιούνται στ΄ακρογιάλια...

Γιώργος Σεφέρης..


Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

sapore di sale 9

 ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

μιας κι είναι τ΄Αη Φανούρη σήμερα, ταίριαξε κουτί.



Τρεις μέρες κράτησε ο Γραίγος. Την τέταρτη το γύρισε Λεβαντε. Απόψε ο αγέρας άρχισε να καταλαγιάζει, η θάλασσα να φρονιμεύει κι οι άνθρωποι νάρχονται στα ζύγια τους μετά την ξαφνική λαχτάρα. Ας πάρουμε τα πράματα π΄την αρχή.

Στο ξαφνικό προβέντζο όλες οι ψαρόβαρκες πρόλαβαν, με την ψυχή στα δόντια, να χωθούν και ν΄απαγκιάσουν στο λιμάνι. Όλες, εξόν απ΄το διχτυάρικο του Λευτέρη. Μέσα στο χαλασμό, μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας κανείς δεν τον είδε, κανένας δεν άκουσε τη μηχανή του. Φαίνεται πως είχε προχωρήσει α καλάρει πολύ βόρεια και δεν πρόκανε να γυρίσει. Έτσι πίστευαν οι λιμανίσιοι που τον περίμεναν χωμένοι στα κασκέτα τους, περπατώντας νευρικά στο μώλο, μέχρι που ξημέρωσε. Τη γνώμη τους συμμεριζόταν ο καπετάν - Τρύφωνας, ο πιο παλιός του λιμανιού. Πότε - πότε τον φώναζαν, από σεβασμό, Λιμενάρχη γιατί οι κουβέντες του, οι προβλέψεις του έβγαιναν παντα στον πόντο.

Κουβέντιασαν όλα τα ενδεχόμενα. Νάκανε βόρεια για τον ψευτόκορφο, το μικρολίμανο; Αδύνατον με τέτοιον αγέρα. Να τόριξε έξω και να ξεροσταλιάζει μούσκεμα σε κάποιους βράχους; Ίσως. Το πιο πιθανό όμως ήταν αυτό που όλοι φιβόταν και δεν τολμουσαν να πουν. Ατμοσφαιρα βαρειά. Αυτό που έκαναν ήταν πρώτα να στείλουν χάρα - μέρα δυο τσακάλια για να ψάξουν βράχο - βράχο βόρεια, μέχρι κει που μπορούσαν, τον κακοτράχαλο γυαλό κι ύστερα να ειδοποιήσουν το Λιμεναρχείο με μια αράδα πόστειλαν στη χώρα με τον ανηψιό του Λευτέρη: ¨Αγνοείται λέμβος Σμαράγδα Λ.Χ.43 ".

Στο σπίτι του Λευτέρη, πάνω απ΄το σχολείο, λαματα και σπαραγμός! η κυρά - Σμαράγδα μια πεταγόταν στην αυλή να ψάξει ε το βλέμμα της στο φουρτουνιασμένο πέλαγος, μια ξανάμπαινε να γείρει το κεφάλι της στις χούφτες της και να κλάψει μπροστά στα ΄κονίσματα. Τα δυο της κοριτσόπουλα είχαν βουβαθεί. Οι γειτόνισσες προσπαθούσαν να της δώσουν κουράγιο. Κάπ΄θάνει πατσιασμένος! την παρηγορούσαν. Ο Λευτέρης ήταν νοικοκύρης σωστός, αγαπητός σ΄όλους, καλός θαλασσινός. Η αντάρα, ομως, δεν ζητάει ταυτοτητες!

Αργότερα η παρέα των αντρών χώθηκε στον καφενέ του μπ΄ρμπα - Λουκά, μπροστά στη τζαμαρία ν΄αγναντεύει τη θάλασσα. Λες και περίμεναν να δουν τη "Σμαράγδα" ανάμεσα στους αφρούς να θαλασσώσουν, να την σώσουν. Τη βουβαμάρα τους έσπασαν τα τσιρίγματα δυο ιτσιρικάδων που έτρεχαν αγκομαχώντας προς τον καφενέ και παραμέρισαν την πορτα:

- Καπετάν - Τρύφωνα κοίτα τι βρήκαμε!

Όλοι στράφηκαν προς το μέρος τους. Οι μικροί άφησαν με προσοχή πάνω στο ξύλινο τραπέζι, αν΄μεσα στους καφέδες, ένα ξύλινο σύμπλεγμα.

- Πού το βρήκατε παιδιά; ρώτησε ο καπετάν - Τρύφωνας, παίρνοντάς το στα χέρια του. 

- Πίσω απ΄τον κάβο΄στην μικρή την αμμουδίτσα, εξήγησαν.

- Ήτσν συνήθεια της μαρίδας στις μεγάλες φουρτούνες, που η θάλασσα ξεφορτώνει στη στεριά μαζί με τα φύκια ένα σωρό ευρήματα, να αναζητούν κοχύλες για το ράφι του τζακιού, πιτύκια για ψευτόβαρκες, λαφρόπετρες για τρόχισμα των σουγιάδων τους.

Ο καπετάν Τρύφωνας πήρε στα χέρια του το ξύλινο κομμάτι της κουπαστής. Όλοι έσυραν τις καρέκλες του; κοντά στο τραπέζι. Τα πιτσιρίκια περίμεναν παράμερα τη γνωμάτευση. Η κουπαστή ήταν από πλωριό τμήμα βάρκας. Βαμμένη άσπρη.Από κάτω ένα θαασσί ξύλινο κορδόνι. Όλοι δαγκώθηκαν. Το τσακισμένο κομμάτι ταίριαζετης "Σμαράγδας". Ο καπετάν Τρύφωνας φώναξε τον καφετή, τούδωσε το κομμάτι και τον παρακάλεσε να το βολέψει στην αποθήκη του μαγαζιού. Τα δυο παιδιά διάβασα τις γκριμάτσες των μεγάλων κι έφυγαν με χαμηλωμένα μάτια. Κατάλαβαν τι είχαν φέρει.

Η μέρα έγειρε. Η νύχτα που την ακολούθησε σκέπασε με τη σιωπή και τα σύννεφά της το χωρι όλες και προσπαθούσε να κρύψει απ΄τις γύρω πλαγιές το θαλασσινό δράμα. 

Σαν ξημέρωσε ο Θεός τη νέα μέρα, ο Αντώνης, ο μικρός γιος του καλυβιώτης, του Θωμα, διέσχιζε τρέχοντας το μονοπάτι προς το χωριό. Μασούσε και ξαναμασούσε τα λόγια που το ΄πε ο πατέρας του για να μη τα ξεχάσει: Ο Λευτέρης βγήκε στη Νταμούχαρη. Θάρθει μόλις μπουνατσάρει." Την ειδηση είχε φέρει στο καλύβι ο Λιάκος ο Κιραντζής με εντολή να μαθευτεί στο χωριό έεστω και τη νύχτα.

Ο Αντωνάκης έφτασε λαχανιασμένος στην πάνω πλατεία του χωριού αλλά δεν ήξερε για ποιο σπίτι ηταν το μαντατο. Βρήκε μπροστά του το Μενέλαο, τον πελεκάνο, που πήγαινε με τ΄άλογό του πρωί - πρωί στο δάσος. Αντί για καλημέρα του φώναξε τραυλιστά το μήνυμα. " Ο Λευτέρης είναι στη μπουνάτσα. Θάρθει στη Νταμούχαρη" και κάθησε στη ρίζα του πλάτανου να πάρει ανάσα. Ο Λιάκος ξεπέζεψε, έδεσε το ζώο του και πήρε τοπαιδί απ΄το χέρι. Πήγαν στο σπίτι της κυρά - Σμαράγδας που καθότεν άυπνη, με πρισμένα κόκκινα μάτια στο κεφαλόσκαλο, ανάμασσα στις γειτόνισσες. Το μήνυμα διορθώθηκε και το γυναικομάι όρμησε να πνίξει στα φιλια τον πιτσιρίκο. Η κυρά -Σμαράγδα πριν γονατισει μπροστά το ΄κόνισμα του Αη - Νικόλα, έτρεξε στο σεντούκι της, έβγαλε μια χρυσή λίρα και την έδωσε στον πιτσιρίκο που δεν πολυκαταλάβαινε τι γινόταν.


Ο Λευτέρης γύρισε σήμερα Κυριακή πρωί, χαράματα, με τη "Σμαράγδα". Η κουβέρτα της ισοπεδωμένη απ΄τη φουρτούνα. Οι κουπαστές της άθικτες. Έτσι μάθαμε πως εκείνη τη νύχτα το γιργίλι του καπετάν - Μπατάγια είχε ανάψει τις λάμπες του κοντά στο ακρωτήρι που χε καλάρει ο καπετάν - Λευτέρης. Μυρίστηκε το προβέντζιο κι αφού συμμάζεψε σαν κλώσσα τα κλωσσόπουλά της έκανε γύρα, έρριξε καβο απ΄τον τελευταίο λαμπαδόρο του, στη "Σμαράγδα". Ο καιρός τους πρόλαβε αλλά κατάφερε να χαθεί στον κόρφο της Νταμούχαρης. Ο καπετάν - Μπατάγιας όπως εξιστόρησε ο Λευτέρης, δε δέχτηκε ούτε σώστρα, ούτε κέρασμα.

- Είμαι υπάλληλος του Αη - Νικόλα! απάντησε χαμογελώντας.

Μάθαμε αργότερα πως χτες το Λιμεναρχείοβρήκε πνιγμένο στα νερά ας ένα ψαρά απ΄την Κασσάνδρα και απομεινάρια απ΄την τσακισμένη βάρκα του. Ίσως το κομμάτι της κουπαστής στην αποθήκη του Λουκά νάταν παρτσιάδι απ το τσόφλι της.


Σήμερα Κυριακή η κυρά - Σμαράγδα, στη λειτουργία του Αη - Νικόλα, δεν άναψε μικρό κερί σαν τις άλλες Κυριακάδες. Άναψε λαμπάδα, ίσα με το μπόι του άντρα της. 

Ο καπετάν - Τρύφωνας άναψε δυο κεριά.Ένα για το σωσμό του Λευτέρη κι ένα για την ψυχή του Κασσανδρινού. Ανάβοντας το δεύτερο μουρμούρησε:

Κι αυτός δικος μας ήταν! Κι έκανε το σταυρό του.


Ομπρός να πάγω πνίγομαι, γεμάτα δε γλιτώνω,
πάω να το ρίξω στη στεριά, πάλι το μετανοιώνω.

απ΄τ΄Αϊβαλί.