Το απόγευμα πήγα έναν περίπατο σ' ένα πευκόφυτο λόφο στην ανατολική μεριά της πόλης. Πεύκα, κυπαρίσσια και θάμνοι έκαναν με τη σκιά τους και τ' άρωμά τους το περπάτημα ευχάριστο. Πολυσύχναστο μέρος, αθλητικές φόρμες και παπούτσια τρεξίματος περνούσαν βιαστικά από δίπλα μου, αλλά δεν πτοήθηκα. Στην κορυφή έχει ένα εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, και στον αυλόγυρο μια βελανιδιά. Έκατσα στο πεζούλι κι απέναντί μου , ακριβώς μπρος στο πρόσωπό μου, πάνω από μια ρόδινη γιρλάντα και μέσα στο φωτεινό γαλάζιο να η πανσέληνος λεπτεπίλεπτη κι ημιδιάφανη, πριγκιπέσσα απόλυτη, ολομόναχη στον ουρανό. Μια συντροφιά με άλογα ανέβηκε εκείνη την ώρα φασαριόζικη κι ήδη όλα τα παγκάκια ήταν πιασμένα από ζευγαράκια που είχαν ανεβεί με πιο πρακτικό τρόπο, με μηχανάκια κι είχαν ήδη μπει στο πνεύμα της ρομάντζας. Ένας ποδηλάτης έφτασε κι ακούμπησε το πόδι απ το πετάλι στο πεζούλι καταϊδρωμένος. Μάλλον αυτός δεν πήρε χαμπάρι από τέτοιες λεπτομέρειες με τόσο αγώνα ν' ανέβει την ανηφόρα. Είχε ωραία δροσίτσα, σκέτη απόλαψη να ξαποσταίνει κανείς για λίγο. Πήρα το δρόμο του γυρισμού κι έφτασα κάτω στην αμμουδιά την πιο κοντινή στην πόλη με τα τρία μαγαζάκια στην άμμο, το πάρκο, το νοσοκομείο και συνέχισα πηγαίνοντας προς το σπίτι. Με κάτι ανθυγιεινό για φαγητό έφτασα επιτέλους και σωριάστηκα σε μια καρέκλα -οι αθλοπαιδίες δεν είναι του στυλ μου. Γρήγορο ντουσάκι και μπαλκόνι. Άλλο φεγγάρι αυτό! Το δικό μου.
-Γεια σου φεγγάρι.
Σε λίγο η ταινία έπαιζε κι εγώ του καλού καιρού! Καλές κι οι εξοχές! ( πότε -πότε!)
-Γεια σου φεγγάρι.
Σε λίγο η ταινία έπαιζε κι εγώ του καλού καιρού! Καλές κι οι εξοχές! ( πότε -πότε!)
