Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Καντισόν, κεφάλαιο δέκατο έβδομο.


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ
 Ο Μέντωρ είχε απομακρυνθεί μια μέρα από το σπίιτι όπου είχε γεννηθεί και ζούσε ευτυχισμένος. Κυνηγούσε ένα γάτο που του έκλεψε ένα κομμάτι κρέας που του 'δωσε ο μάγειρας. Είχαν βρει πως το κρέας άρχισε να μυρίζει λίγο. Ο Μέντωρ, που δεν ήταν και τόσο δύσκολος στο φαί, τ' άρπαξε και το 'φερε δίπλα στο σπιτάκι του, όταν ξαφνιικά ο γάτος που ήταν κρυμμένος λίγο παράμερα, όρμησα και του το άρπαξε. Ο φίλος μου, που δεν έβρισκε συχνά ευκαιρίες για τέτοια πλούσια γεύματα, έτρεξε μ' όλες του τις δυνάμεις να πιάσει τον κλέφτη, και θα το κατόρθωνε αν ο παλιόγατος δεν σκεφτόταν, ξαφνικά, να σκαρφαλώσει σ' ένα δέντρο. Ο Μέντωρ δεν μπορούσε να τον φτάσει τόσο ψηλά. Αναγκαστηκε, ύστερα απ' αυτό, να βλέπει μόνον τον κατεργάρη να τρώει το κρέας που του 'χε κλέψει. Νευριασμένος από την ατυχία αυτή, στάθηκε στη ρίζα του δέντρου γαυγίζοντας και μαλώνοντας το γάτο. Τα γαυγίσματά του, όμως, τράβηξαν την προσοχή των παιδιών που έβγαιναν εκείνη την ώρα από το σχολείο. Πήγαν δίπλα στον Μέντορα για να πειράξουν κι αυτά το γάτο. Στο τέλος, μάζεψαν πέτρες κι άρχισαν να του πετουν. Μια πραγματική πετροθύελλα. Ο γάτος, για να σωθεί, ανέβηκε πιο αψηλά στο δέντρο και κρύφτηκε σε μέρος γεμάτο φύλλα. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τα κακά παιδιά να συνεχίσουν το παιχνίδι τους και να φωνάζουν "Ζήτω" κάθε φορά που άκουγαν κάποιο παραπονεμένο νιαούρισμα, που τους έδινε να καταλάβουν πως είχαν πετύχει και πληγώσει το γάτο με τις πέτρες τους. 
 Ο Μέντωρ είχε αρχίσει να πλήττει μ' αυτού του είδους το παιχνίδι. Μα και τα γεμάτα πόνο νιαουρίσματα του γατιού είχαν συντείνει στο να ξεθυμάνει η οργή του. Φοβόταν, εξάλλου, μήπως τα παιδιά αρχίσουν να φέρονται ακόμη πιο σκληρά στο γάτο. Άρχισε, λοιπόν, να γαυγίζει στα παιδιά και να τα τραβάει από τα παντελόνια και τα σακάκια τους. Εκείνα συνέχιζαν τον πετροπόλεμο εναντίον του γάτου, ρίχναν, όμως, και μερικές πετριές στο φίλο μου. Τέλος, μια βραχνή και τρομερή φωνή που ακολουθήθηκε από τον ήχο κλαδιών που σπάζουν, τους αναγγειλε πως είχαν πετύχει, ότι ο γάτος είχε λαβωθεί βαριά και ότι έπεφτε από το δέντρο. Σε μισό λεπτό ήταν ξαπλωμένος κατάχαμα, όχι μόνο πληγωμένος, μα και ψόφιος. Μια πέτρα του είχε συντρίψει το κεφάλι. Τα παλιόπαιδα χάρηκαν για του πόνους που είχε νιώσει το δυστυχισμένο ζώο. Ο Μέντωρ κοίταζε το πρώην αντίπαλό του με συμπάθεια και τα παιδιά σα να τα μάλωνε. Σκεφτόταν, τώρα, να γυρίσει στο σπίτι, όταν κάποιο από τα παιδιά φώναξε: 
-Ελάτε να τον λούσουμε στο ποτάμι! Θα διασκεδάσουμε πολύ. 
-Καλά το σκέφτηκες! φώναξαν τα άλλα. Πιάστον, Φρειδερίκο! Mα να που το 'σκασε...
 Και να, τα παλιόπαιδα αυτά, που αρχίζουν να κυνηγουν τον Μέντορα κι εκείνος, για να σωθεί, αρχίζει να τρέχει μ΄όλες του τις δυνάμεις. Δυστυχώς, όμως, αυτά ήταν καμιά δωδεκαριά και είχαν αραιώσει κι αυτό αναγκαζε το σκυλί να τρέχει πότε δεξιά και πότε αριστερά. Στο τέλος, τον περικύκλωαν και τον πιάσαν. Ήταν μικρός ακόμη, μόλις πέντε μηνών, και δεν τα κατάφερε να τους ξεφύγει. Ένας τον άρπαξε από την ουρά, άλλος από το κεφάλι κι οι άλλοι από τα ποδάρια, το λαιμό, τη ράχη, την κοιλιά. Άρχισαν να τον τραβουν, ο καθένας από τη μεριά του και διασκέδαζαν με τις φωνές που 'βγαζε απο τον πόνο. Τέλος, του δεσαν στο λαιμό ένα σπάγγο, τον βάλαν κάτω και τον τραβούσαν, μέχρι που να τον πνίξουν για να περπατάει πιο γλήγορα, ενώ άλλοι του διναν κλωτσιές. Φτάσαν έτσι στο ποταμάκι κι ετοιμαζόταν να τον ρίξουν, όταν το μεγαλύτερο από τα παιδιά φώναξε: 
-Για σταθήτε. Δωσμου το σπάγγο εδώ. θα του δέσουμε δυο μπαλόνια στο λαιμό για να τον κάνουμε να πλέει. Ύστερα θα τον σπρώξουμε ως το εργοστάσιο, για να τον αναγκάσουμε να περάσει κάτω από τον τροχό. 
 Άδικα αγωνιζόταν ο δύστυχος ο Μέντωρ να ξεφύγει. Τί μπορούσε να κάνει μπρος σε δώδεκα παλιόπαιδα; ο Ανδρέας, που ήταν ο χειρότερος από την παρέα, του δεσε τα δυο μπαλόνια κάτω από το λαιμό και τον πέταξε στο ποτάμι. Σπρωγμένος από το ρέμα ο μικρός μου φίλος, έφτασε στο μέρος όπου το νερό αρχίζει να τρέχει με περισσότερη ορμή για να περάσει κάτω από τον τροχό του εργοστασίου. Αν τον άρπαζαν τα φτερά της ρόδας, σίγουρα θα τον κομμάτιαζαν.
 Οι εργάτες, όμως, που γύριζαν εκείνη την ώρα κι ετοιμαζόνταν να σηκώσουν το φράχτη, είδαν τι γινόταν. Καποιος φώναξε: 
-Πάλι παλιοβρωμόπαιδα, έρχεστε εδώ για να σκαρώσετε τα τόσο άσχημα χωρατά σας;


 Οι συνάδελφοί του τρέξαν αμέσως για να κυνηγήσουν τα παιδια, ενώ εκείνος έρριχνε στο νερό μια σανίδα για να ανεβεί ο Μέντωρ. Πιάσαν τα παιδιά και τους δώσαν το πιο άγριο ξύλο, άλλος με σκοινί, άλλος με καμτσί, κι άλλος με βούρδουλα. Εκείνα φώναζαν από τους πόνους και προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Οι εργάτες, όμως, τα δέρναν περισσότερο. Τέλος τ' άφηκαν και η παρέα έφυγε ουρλιάζοντας και τρίβοντας άλλος τα χέρια και τη ράχη του, άλλος τα πόδια του κι άλλος τα μεριά του. 
 Ο σωτήρας του Μέντορα έκοψε το σπάγγο. Βασίλευε ο ήλιος εκείνη την ώρα και τον ξάπλωσε σε κάτι ξερά χόρτα. Ο Μέντορας στέγνωσε σε λίγο κι ετοιμαζόταν να γυρίσει στο σπίτι του. Ο εργάτης τον σήκωσε και τον πήγε ο ίδιος, του είπαν, όμως, πως θα μπορούσε και να τον κρατήσει, πως είχαν πολλά σκυλιά κι ότι θα το ρίχναν οι ίδιοι στο ποτάμι με μια πέτρα στο λαιμό. Λυπήθηκε τον Μέντορα και τον πήρε στο σπίτι του. Όταν, όμως, η γυναίκα του είδε το σκυλί, του μπηξε τις φωνές λέγοντας πως ο άντρας της γύρευε να βουλιάξει το σπίτι του τρέφοντας ένα ζώο, που δεν θα 'ταν άξιο να κάνει τίποτε. Έπρεπε, μάλιστα, να βγάζαν και άδεια για το σκύλο.
 Τέλος, φώναξε η γυναίκα αυτή τόσο πολύ, που ο άντρας της, για να βρει την ησυχία του, ξεφορτώθηκε το Μέντορα, δίνοντάς τον στο σημερινό αφεντικό.
 Να πως, εγώ κι ο Μέντωρ, είχαμε γνωριστεί και γιατί αγαπούσε ο ένας τον άλλο τόσο πολύ.  

ούριος άνεμος


ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ
ΣΕ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΚΑΒΟΥΣ
ΣΤ ΑΝΟΙΧΤΑ. ΣΤ΄ΑΝΟΙΧΤΑ!!!
ΧΩΡΟΣ ΜΠΟΛΙΚΟΣ
ΑΠΕΡΑΝΤΩΣΙΑ.

Μια καλημέρα, Παρασκευάκι εδώ.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Η γάτα και άλλα θηρία.



Φθινοπωράκι.
Πέφτει το μαλλί ακαταπαύστως.
Είναι αυτό που λέμε τριχόπτωση ή συναισθηματική φόρτιση;
Το καίω λοιπόν και κάνω κοτσιδάκια με τις στάχτες.
Με κυνηγάει μια γλώσσα που δεν μιλιέται πια'
με τσακώνει εκεί που δεν το περιμένω κι αρχινά'
κάτι μου λέει μα δεν καταλαβαίνω.


Στον ύπνο μου ήρθε ένας τύπος.
Φορούσε σαρίκι, ευρωπαϊκό κοστούμι, αμερικάνικα σπορτέξ και κρατούσε γκλίτσα. 
Αμάν πια! Όλοι για ψυχανάλυση είμαστε!


-Δε σ' ακούω.
-Γιατί;
-Γιατί τραβάω τ' αυτιά μου.
-Γιατί τραβάς τ' αυτιά σου;
-Για να μάθουνε!

Σήμερα στο dinner -τραγανές τηγανιτές φτερούγες κοτόπουλου μαριναρισμένες με μπούκοβο και το αναγκαίο αλατοπίπερο, κάποιος είπε "κοινοβουλευτική ολιγαρχία".
Όταν μιλάει το κρασί....(άσπρο).
Μπορεί βέβαια να μιλάει και η Γαλλική ζαλάτα ή η μελαχροινή....(θα τα πάρω! μου το βγάζει το οι στη μελαχροινή λάθος και πού θα πάει η χροιά του μέλανος ζωμού, κι αν λάθος το σκαρφίζομαι ας είμ' εγώ λάθος και το σωστό -σωστό!).


Στην Αθήνα του πάλαι προ -ποτέ, τους δρόμους κοσμούσαν οι Ερμού κεφαλαί.
Ξέρετε κάτι για τον Ερμή;
Βαριά κληρονομιά. Βαθύ τ΄αυλάκι.
Το όλον και το ένα εναλλάξ
μια εσύ, μια ο βλαξ.
όπως έλεγε ο πατήρ.


Μα ποιο πάλαι παρα-ποτέ; Εδώ γίνεται της Μαρίας Θηρεσίας!
Ελλάδα με τα καρυοφύλλια σου! Εξελιγμένης τεχνολογίας αντιαρματικά κι άλλα πιο απλά!
Μπάζο το Αμέρικα απ' αυτής της απόψεως' δυάρα δεν πιάνει. Έχουμε όπλα σωρό, αστακοί σωστοί.
- ωραίο το έδεσμα υπάρχει. από ντρινκ πώς πάμε;-


Όλα φωνάζουν'
τα τηλέφωνα, τ' αμάξια, οι πόρτες στις τράπεζες, φωνάζουμε ο ένας στον άλλο.
Τόση επικοινωνία!


Στο Αμέρικα μεγάλο, σεβαστό ποσοστό του πληθυσμού δεν ξέρει να βάλει ούτε  την υπογραφή του - αυτό είναι τώρα καλό για κείνον το έρμο τον ασπρούλη που γεννήθηκε λίγο σκούρος; δεν ξέρω, δεν απαντώ!
Εμείς ακόμα έχουμε δρόμο...
Πόσο;
Ρώτησα ένα νεαρούλη 14χρονο που καυχιόνταν, θα πάει εκδρομή έλεγε στο Άγιο Όρος "και που είν' αυτό;"
Με κοίταξε με αβέβαιο βλέμμα και είπε με τόνο ερωτηματικό "Στην Αθήνα;"
Αθήνα και πάλι Αθήνα!
Να γίνουμε όλοι Αθήνα βρε παιδιά!
Μα Περικλή θα βρούμε;
Ή τον βρήκαμε -το λαχείο στη σακούλα δώρο -έκπληξη, να σας πω την αμαρτία μου άμα βρω τέτοια μπιχλιμπίδια σε περίπτερο δεν αντιστέκομαι. Δοκιμάστε και θα με θυμηθείτε!- φάγαμε και τα λεφτά απ' το συμμαχικό ταμείο και τώρα μας "τακτοποιούν" οι κάποιοι Σπαρτιάτες;;!!!


Ωραία αυτά τα γκρίζα κοτσιδάκια....


Πώς λέει ο Οσκαρ ο Άγριος στο θεατρικό του "Η σημασία του να 'ναι κανείς σοβαρός" ( στο περίπου)
-Κυρία, πρέπει να σας ανακοινώσω κάτι δραματικό!
-Τί! τελείωσαν τα σάντουιτς με αγγούρι;  
Επίπεδο λέμε! Ευροζώνη Αγνότητος! Και Άγιοι Τόποι! Άγριοι Τόποι. τόπι....
Οι Άγιοι Τόποι αντεπιτίθενται.
La classe ouvrière va au paradis.
Μα. σε μια σκέψη μόνο, ήπειροι υπάρχουν κι άλλοι και πορτοκαλιές aussi.


Λένε πως την Ιστορία την γράφουν οι νικητές.
Σιγά!
Την Ιστορία την γράφουν οι, απανταχού ενταγμένοι, γραμματιζούμενοι.
Αλλιώς θα το ρίξουμε στις ραψωδίες, σ' αυτό το υπέροχο μείγμα λόγου και φαντασίας που ο καθείς θα βάλει μια συνταγή, ένα σκύλο και διακοπές στην Πρέβεζα. και μετά άντε να μην αυτοκτονήσει ο Καρυωτάκης.
Γέλασε κανείς;
Εγώ μειδιώ. 
Τί θυμάστε απ' τους Μήδους;
Τί θυμόμαστε γενικώς;
Ν' απαντήσουμε ή θα μπει στη φοροκάρτα και θα το πληρώσουμε ακριβά, θ' ανακριθούμε σκληρά, θα μαρτυρήσουμε -λες και τώρα ξεσαλώνουμε-, στο ικρίωμα!!!
-Πήρες σοκολάτα γάλακτος; ε; ρεμάλι;;;; θα πεθάνεις!


Προς ποιητάς και ποιήτριας: 
( θρηνώ και θλίβομαι μου τελειώνουν οι πολυτέλειες, κοινώς τσιγάρα -άσχετο, μα αληθές)
Χρησιμοποιείστε τις ανάγκες σας και λέξεις. Μαζί.
Ανακατώστε με ανθρωπιά, λίγο υπερπέραν, μια δόση φύση.
Παράγετε έργο.


Έλεγα "γίναμε Θεοί και ξεχάσαμε πως είμαστε άνθρωποι".
Μα η θνητότητα έρχεται με κατραπακιά.
Μπούφλα.


Μελαγχολώ.
Το στόμα ξερό.
Στο αίμα μου κυλάει η χαρά.
Μα το κερί, φυτίλι δεν έχει.


Μια έτσι, μια γιουβέτσι, γιογιό γίναμε. Μια κρύο, μια ζέστη.
Μια τρακ, μια πατατράκ. 


Πως 'έλεγε σ' εκείνο το παλιό βιβλίο εκμάθησης Γαλλικών.
 Sur le toit la lune rêve... Une petite voiture passe.
-Ne roule pas si vite, lui dit la lune. Regarde - moi, ma belle lumière est là.
-Garde ta lumière pour toi, laisse moi!
 Et la petite voiture roule vite sous les arbres.
-Arrête, arrête, il fait noir là - bas, reste avec moi. Tu n' écoutes pas!
 Patatrac! Quel bruit! C' est la petite voiture qui culbute...
 Sur le toit la lune la regarde et rit.




τσιγάρα τέλος, καλό ξημέρωμα.

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Σασυφής 19 παλιό.


Περάσαμε απ του διαβόλου το πηγάδι και πήγαμε σ άλλα.
Εν αλλοφροσύνη.
Εν ευδαιμονία.
Ακαταλαβίστικα ιερογλυφικά παίζουν τρίλιζα..
Κι ο ήλιος θα ρθει να σπάσει τα στερότυπα.
Να τα γκρεμίσει όλα.
Αγάπες.
Εύνοιες των άστρων.
Μακαρισμούς.
Η ζωή τρέχει μ' ένα χαϊμαλί που συντρέχει στην ευημερία, στην καλοζωία, 
στον καταιγισμό αναθυμιάσεων - αισθήσεων.
Ειμί Σασυφής.
Διατελώ εν ευδαιμονία.
Ακλόνητος.
Μες στη βροχή.
Μες στο ξημέρωμα.
Σπάει η νύχτα, πονάει.
Η νέα μέρα γεννιέται.
Αχ αχ αχ!
Μικρό, πικρό, βαθύ.
Καλημέρα. 

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Συρακούσες

Καλή η ζωή στο πειρατικό. Να κοιμάσαι και να ξυπνάς πάνω σ' ένα αναμμένο φυτίλι που τσιτσιρίζει και ποιος ξέρει πότε θα βρει το μπαρούτι και θα εκραγεί;
Ίσως ποτέ.
Κι ο καπετάνιος αυταρχικός.
Και ρούμι, ούτε στάλα. 
Κουπί αβέρτα.
Ονειρεμένη ζωή!
Μαύρες σκέψεις, μαύρη θάλασσα, μαύρα σύννεφα, μαύρ' είν' η νύχτα στα βουνά.
Μαύρη κι άραχνη. 
Κατράμι.
Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. Συνταγές πετρελαίου και φυσικού αερίου για ονειροπόλους.
Τί γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;


Μου είπαν πως είναι ωραία στη Στοκχόλμη τον Οκτώβριο. Έχει και καλές προσφορές το ταξιδιωτικό γραφείο. Πειρασμός. Αφού το καλοκαίρι δεν κατάφερα να ξεκουνηθώ, γιατί όχι τώρα; Τώρα που είναι ακόμη Πασχαλιά, σε λίγο Μεγάλη Σαρακοστή'  δε με βλέπω ούτε εισιτήριο για το αστικό λεωφορείο να παίρνω. Πάλι όμως η φρονιμάδα μου, μου χτυπά την πόρτα.
-Μήπως δε σκέφτεσαι συνετά; μου λέει.
Τιτιβίσματα σοφίας.
Άρα, θα μείνω εδώ. Στις επάλξεις. Μεροδούλι, μεροφάι να με τρώει η αγωνία. Να μετράω τα κουκιά. Που θα τα μετρούσα, δεν τίθεται θέμα, αν τα είχα. Αλλά δεν τα 'χω, κάνω όμως ότι έχω. Καλό κι αυτό.
Ο μήνας έχει σε λίγο, τί σε λίγο, είναι ήδη 4. Μόνο 4. Είναι και τζαναμπέτης, μήνας των Ζυγών άρα 31 μέρες όλος. 27 μέρες ακόμη. 
Πώς το λένε εκείνο που μπαίνεις στο ψυγείο για λίγο και μετά ανασταίνεσαι και δεν τρέχει τίποτε; Θα μου ήταν πολύ χρήσιμο. Έχει κανείς υπ' όψιν του κανένα τέτοιο μαγαζί που να λειτουργεί δωρεάν; Να γίνω πειραματόζωο, ναι, ακόμη μια φορά, αλλά ορίστε! Θα βοηθήσω και την ανθρωπότητα!
Οι υποχρεώσεις μου, μου βγάζουνε τη γλώσσα κοροϊδευτικά.
-Θα 'θελες, μου λένε εν χορώ.
-Συγχαρητήρια, απαντώ, κερδίσατε.
-Εμείς; Η ανάγκη το καλεί!
Τα λένε αυτά για να με μπερδέψουν. Να με φάει μια ζωή η θάλασσα.
Το ξέρω. Το βλέπω. Το μυρίζομαι. Το γεύομαι. Το αισθάνομαι γενικότερα. Και συνεχίζω τη ρότα μου ανάμεσα σε κύματα από όχι, όχι, όχι κι όχι.
Μην πάρεις το 'να, μην πεις τ' άλλο, μη σκεφτείς το τρίτο, όχι και μη.
Αν έσκαβα ένα τούνελ θα έφευγα απ' το πειρατικό αυτό;
Μα τί τούνελ να σκάψω στη θάλασσα.
Βαρκάκι χρειάζομαι αλλά είναι γεμάτα λαθρεπιβάτες που κι αυτοί άνθρωποι είναι, μη τους πάρω στο λαιμό μου.
Αν έκανα μια σχεδία;
Μα τα ξύλα είναι μετρημένα, δε γίνεται.
Αν έπιανα παρέα μ' ένα δελφίνι;
Κάθομαι λοιπόν τις νύχτες στην απραξία και περιμένω κάποιο να φανεί.


Τελευταία διαβάζω βιβλία της Unesco. Πολιτιστική κληρονομιά το λένε, κάπως έτσι. Τα είχα πάρει με εφημερίδες. Έτσι, τώρα, τα ξεφυλλίζω για να περνάει η ώρα. Πως το είπα;  Πολιτιστική κληρονομιά; Εγώ τί έκανα όταν η Ελληνική γλώσσα αποποιήθηκε τα πνεύματα και τους τόνους; Πανηγύριζα. Τι χαρά ήταν εκείνη!


Τώρα περιμένω το δελφίνι. Όχι εκείνο το μηχανικό που κάνει θόρυβο κι είναι στριμωξίδι και πανάκριβο. Το άλλο.
Και λίγο κρασάκι ντόπιο για τη μακροθυμία. Για το τσιγάρο.
Το φεγγάρι πέφτει στο κρασοπότηρο.
-Άμα σε δαγκώσω, του λέω, και γελάμε μαζί.
Ο θαλασσινός αέρας φέρνει σιωπές.
Κι όμως τις λατρεύω τούτες τις νύχτες σ' αυτήν την παράξενη γη.
Καταχνιά σηκώθηκε απ' τη θάλασσα.
Μια λέαινα π' ορμά και μπήγει τα νύχια της στην καρδιά μου.
Μα δεν πεθαίνω.
Ευφορία.
Το ποτήρι άδειασε. Το φεγγάρι έφυγε.
Βάζω λίγο κρασί ακόμη. Μόνο και μόνο για να ξανάρθει.
Αφήνω το ποτήρι στο τραπέζι, τ' άγιου κέρασμα.
καληνύχτα.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Καντισόν, κεφάλαιο δέκατο έκτο.


Ο ΜΕΝΤΩΡ

Από αρκετό καιρό γνώριζα τον Μέντορα. Ήμουν νέος κι ήταν κι εκείνος πιο νέος όταν γνωριστήκαμε κι αγαπηθήκαμε. Ζούσα, τότε, πανάθλια, στα πολύ κακά αφεντικά που με είχαν αγοράσει από κάποιο γαιδουρέμπορο κι από τα οποία ξέφυγα αργότερα με πολύ καπατσοσύνη. Ήμουν αδύνατος κι υπέφερα αδιάκοπα από την πείνα. Ο Μέντωρ, που τους τον είχαν δώσει για φύλακα, αλλά που ήταν ένα θαυμάσιο κυνηγόσκυλο, ήταν λιγότερο δυστυχισμένος από μένα. Διασκέδαζε τα παιδιά κι αυτά του δίναν ψωμί κι όσο γάλα τους περίσσευε από εκείνο που τους δίναν. Εκτός αυτό, καθώς κι ο ίδιος μου είχε εξομολογηθεί, κάθε φορά που κατόρθωνε να χωθεί με την κυρία ή με τον κύριο στην αποθήκη, όπου φύλαγαν το γάλα, τα κατάφερνε πάντα να πίνει κάμποσο, μα και καϊμάκι ακόμη να τρώει και μικρά επίσης κομμάτια βούτυρο, καθώς αυτά πέφταν χάμω όταν το φτιάχναν. Ο Μέντωρ ήταν καλός. Με λυπόταν πάντα, γιατί ήμουνα ξερακιανός κι αδύναμος. Μια μέρα μου φερε ένα κομμάτι ψωμί και μου το δωσε θριαμβευτικά: 
-Φάε, μου είπε στη γλώσσα του, φιλαράκο μου. Μου δωσαν αρκετό και χόρτασα, ενώ εσύ δεν τρως άλλο από γαιδουράγκαθα και παλιόχορτα, μα κι αυτά είναι τόσο λίγα, που μόλις και τα καταφέρνεις να ψευτοζείς!
-Καλέ μου Μέντορα, του απάντησα. Είμαι βέβαιος πως το στερήθηκες εσύ για να μου το δώσεις. Δεν υποφέρω τοσο όσο νομίζεις. Συνήθισα, άλλωστε, να τρώγω και να κοιμάμαι λίγο, καθώς και δουλεύω πολύ μα και να τρώγω πολύ ξύλο.
-Δε πεινάω, φίλε μου, είπε ο Μέντωρ. Σε βεβαιώνω πως δεν πεινώ καθόλου. Δείξε μου τη φιλία σου παίρνοντας το μικρό αυτό δώρο. Είναι ελάχιστο, στο προσφέρω, όμως, με όλη μου την ευχαρίστηση. Αν αρνηθείς, θα λυπηθώ πάρα πολύ. 
-Αφού είναι έτσι, το δέχομαι, καλέ μου Μέντορα, γιατί σ΄αγαπώ πολύ. Και σου  ομολογώ πως και με τούτο το ψωμάκι μου κάνεις αφάνταστο καλό γιατί πεινώ.
 Έφαγα το ψωμάκι του καλού μου Μέντορα, που κοιτούσε με χαρά την όρεξη που είχα καθώς το μασούσα και το κατάπινα, γκαρίζοντας.Ένιωσα να συνέρχομαι κάπως από το ασυνήθιστο αυτό φαΐ. Το είπα και στο Μέντορα, νομίζοντας πως έτσι του δειχνα με καλύτερο τρόπο την ευγνωμοσύνη μου. Αποτέλεσμα: Κάθε μέρα, να μου φέρνει το πιο μεγάλο κομμάτι ψωμιού απ' όσα του διναν. Το βράδυ ερχόταν να ξαπλώσει δίπλα μου, κάτω από το δέντρο που διάλεγα για να περάσω τη νύχτα μου. Μιλούσαμε τότε, συζητούσαμε, χωρίς κανένας ποτέ ν' ακούσει τα λεγόμενά μας, γιατί συζητούσαμε δίχως να μιλάμε. Εμείς τα ζώα δεν προφέρουμε λέξεις, καθώς κάνουν οι άνθρωποι, αλλά καταλαβαίνουμε το ένα το άλλο με κλεισίματα των ματιών, κουνήματα του κεφαλιού, των αυτιών, της ουράς και συνεννοούμαστε έτσι μεταξύ μας. 

Συνάντηση και γιορτασμός διαζυγίου.

ΣΤΑ ΣΑΛΩΝΑ ΣΦΑΖΟΥΝ ΑΡΝΙΑ!!!!
παντρεύονται οι φίλοι μας, χαιρόμαστε, γλεντάμε.
χωρίζουν οι φίλοι μας, μια απ' τα ίδια.
Μήπως μας ψεκάζουν;
Σε μια τέτοια σύναξη πέρασα το Σαββατοκύριακό μου, σ' ένα πάρτυ διαζυγίου.
Πρότεινα να βάλουμε και συγχαρητήριο στην εφημερίδα αλλά δεν με άκουγαν εκείνη την ώρα, τραγουδούσαμε όλοι παράφωνα, φρίξαν μέχρι κι οι γάτες!
Και πάμε από την αρχή.
Τηλέφωνα, προσκλήσεις, ραντεβού, το χαρτί, η κουζίνα, το αρνάκι στο φούρνο απ' τα χεράκια του εξαίρετου μάγειρα, ζωντοχήρος, χα! Σαμπάνια και σοκολατόπιτα στο κατόπι. Θαύμα!
Μια εκ των απόρων κορασίδων αναγνώσκει το Διαζευκτήριο.
-Μα πρέπει, λέει, για να δούμε καλά Ελληνικά, να διαβάζουμε τέτοια; γέλιο.
Μαζευόμαστε σιγά σιγά, ο καθείς και τα ωράριά του. Είναι και Σάββατο, μέρα μάρκετ κι αν δεν πας θα μείνει το ψυγείο αδειανό...
-Δεν μπορώ να διαχειριστώ το παρελθόν μου.
Δεν μπορώ να διακονίζω το παρόν μου.
Δεν μπορώ. Η μοιραία.
-Good Lord! Η εξαϋλωμένη.


Έρχεται ο άγνωστος Χ. Διαβάζει το χαρτί.
-Γιατί είναι τόσο αρχαία γραμμένα ρε πούστη;
χα χα χα.


Αναπολήσεις.
Το καλοκαίρι πέρασε.
-Είπε ο καλός μου. Αγάπη μου, αγάπη μου θα σε πάω στα νησιά, αγάπη μου, στις Κυκλάδες, εσύ κι εγώ, αγάπη μου.
-Ναι, του λέω, θέλω.
-Αλλά αγάπη μου, αγάπη μου, καλύτερα να σε πάω στα παλιά σου τα μέρη, αγάπη μου.
-...
-Αγάπη μου, αγάπη μου να μην πάμε στον Αχέροντα;
-...
Αγάπη μου , αγάπη μου, να μην πάμε στους Παξούς;
Εδώ μπαίνει το Άγριο Θηλυκό και ρωτάει:
-Οι Παξοί πήγαν στις Κυκλάδες;
χο χο!


-Μα τί καλοκαίρι!
Κόσμος, κόσμος, κόσμος, κόσμος!
Καλαρύτες, Τζουμέρκα, κόσμο να δει το μάτι σου!


ντριν. το τηλέφωνο.
-Έλα παιδί μου, ναι παιδί μου, τί κάρτα, δεν έχω λεφτά αγόρι μου. Πού είσαι; Το 'κλεισε!


-Τέλος πάντων. Σημασία έχει η αγάπη.


-Σοκολατόπιτα, κόλαση!
-Μμμμμμ Σ' άρεσε;
μες στην τρελή χαρά. ταΐζει ο ένας τον άλλο στο στόμα!


-Πήγα στη συνυφάδα επίσκεψη,λέει ο Ψ και με κέρασε ένα κρασί που το 'χε στο ψυγείο ανοιχτό ποιος ξέρει από πότε! Σαν τέλειωσε, γυρνάει και μου λέει "κάτσε να δω αν έχει τίποτ' άλλο ανοιχτό!!!


-Εγώ πήγα σ' ένα φίλο για φαΐ και χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει και λέει "Προβείτε!" Δεν έδωσα σημασία αλλά αυτό έγινε κατά τη διάρκεια του γεύματος 3 -4 φορές . Καλά του λέω γιατί δε λες "παρακαλώ" "ναι" ή "εμπρός" όπως όλος ο κόσμος; Α μου λέει με παίρνουμε οι τράπεζες. Μου λένε "θα προβούμε..." Κι εγώ τους προλαβαίνω και λέω Πρώτος "προβείτε!"


-Βοήθεια!
μετά από κενό σκέψης κι εντελώς αδικαιολόγητα.
-Μα το σεξ είναι πάρα πολύ ωραίο. Θα μπορούσα να το κάνω απ' το πρωί ως το βράδυ!!
-Μπορείς αλήθεια;
-Μπορώ, γαμώ την τρέλα μου αλλά όχι πάντα!


-Μας ψεκάζουν;
-Ναι, μας ψεκάζουν αλλά εγώ δε χαμπαριάζω! Έχω ανοσία. το καλύτερο παιδί απόφοιτος ψυχολογίας απ' το Νιου Χάμσαϊρ.
-Αχ κι εγώ! Ζω στο όνειρο!! δε λέω ποια το 'πε.
-Εγώ πάλι από όνειρο τζίφος! Ανάσα δεν παίρνω, είμαι φουλ!


-Αλλάζει ο άνθρωπος;
-Αν αλλάζει λέει!




-Α πα πα! Φτάνουν οι συζητήσεις! Ας κάνουμε μούρλες!
-Α πα πα! Δε μου τα επιτρέπω αυτά!
-Άει στο διάολο βλαμμένο!
-Να πας, να πας, να πας, να πας!


Κάποιος ρωτούσε στα χαμένα για ένα τηλέφωνο.
-Τηλέφωνο είπαμε, έξι εννιά ....
αλλά απάντηση δεν πήρε.


-Πω, πω χωρίς γυαλιά ούτε την καμήλα δε βλέπω!
-Άστα αυτά και πες με το νι και με το σίγμα. Μας ψεκάζουν;
-Εμένα μ' αρέσει που Δεν επαναλαμβάνεσαι!
-Συγνώμη που σ' αγάπησα πολύ!!


Αγκαλιές και δάκρυα.
-Με συνέτρεξες τόσο πολύ. Ήσουν τόσο κοντά μου.
-Τα 'χεις λίγο μπερδεμένα...
-Η πραγματικότητα είναι ότι πραγματικά ήσουν πολύ κοντά σ' εμένα.
-Ε μην κάνεις και σταυρό!
Αλλά απ' την άλλη δε μ' απασχόλησε κι ούτε και μ' απασχολεί.


Κενό, τσιγάρα παφ πουφ, συμβουλές.
-Πρέπει να σβήσεις αυτή τη φλόγα. Υπάρχει πολύ φλόγα μέσα σου. 


Τελευταίο κρασί, τελευταίο τσιγάρο, όλο έτσι λέμε.
Πιο τελευταίο απ' αυτό δε γίνεται!


-Μη μου λες πως η ζωή είναι δύσκολη. Κοίτα το Σείριο και κάνε μια ευχή!
-Σου πέρασε απ' το μυαλό πως μπορεί να μη μπορώ;
μοιραία λόγια.
-Et alors?
-....


Παλιοπαρέα, εσαεί!




Συμμαχίες κι αψιμαχίες. Μετά τη φλυαρία, η σιωπή. Μικρές, γλυκές μπουκίτσες. Και μια μέρα μετά, όλοι μας, ο καθένας μας, αλλού. Στο μακρινό απρόσιτο αλλού του. 
Ωραία βρεθήκαμε χτες.
Πυροτεχνήματα σωρό.
Και γέλιο πολύ και κλάμα μπόλικο κι απ' όλα.
Κλαιν οι χήρες, κλαιν κι οι παντρεμένες!
Οι ανύπαντροι δε χολοσκάν.
Οι ανύπαντρες αναρωτιούνται αν θα πρέπει να μπουν στον κόπο.
Τόση φασαρία!
Οι παντρεμένοι ήταν μόνο ένας.
Μια χαρά άνθρωπος κατά τα άλλα.
Η άλλη δεν πιάνεται, δεν είναι παντρεμένη, ταγμένη είναι.
Ζωντοχήρος εις.
Ζωντοχήρες 2 και μισή! χα, χα! 
Ωραία. Από πάρτυ σε πάρτυ μας βλέπω.



ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ.
εικόνα και μουσική ένα απ' αυτά που μ' άρεσε.