Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12β

Αφού περάσεις το Παλιό Ουίνσδορ, το ποτάμι γίνεται κάπως πληκτικό και δεν ξαναβρίσει τον ευτό του παρά μόνο όταν πλησιάζεις το Μπόβενι. Ο Τζωρζ κι εγώ κωπηλατήσαμε μέχρι να προσπεράσουμε το Χόουμ Παρκ ου απλώνεται κατα μήκος της δεξιάς όχθης από τη γέφυρα του Αλβέρτου μέχρι τη γέφυρα της Βικτωρίας' και καθώς περνούσαμε μπροστά από το Ντάτσετ, ο Τζωρτζ με ρώτησε αν θυμόμουνα το πρώτο μας ταξίδι στο ποτάμι, τότε που φτάσαμε στο Ντάτσετ στις δέκα το βράδυ και θέλαμε να πάμε για ύπνο.

Απάντησα ότι το θυμόμουνα. Θα περάσει καιρός μέχρι να το ξεχάσω.

Ήταν το Σάββατο πριν απο την Αυγουστιάτικη αργία των τραπεζών. Είμασταν κουρασμένοι και πεινασμένοι, οι τρεις μας πάλι, κι όταν φτάσαμε στο Ντάτσετ βγάλαμε το καλάθι, τις δύο τσάντες, τις κουβέρτες, τα παλτά και τα παρόμοια και ξεκινήσαμε να ψάξουμε για κατάλυμα. Προσπεράσαμε ένα πολύ νόστιμο μικρό πανδοχείο με κλιματσίδες πάνω από την είσοδο' αλλά δεν είχε καθόλου αγιόκλημα και για κάποιο λόγο είχαμε μια εμμονή με το αγιόκλημα και είπα:

           "Αχ, ας μη μείνουμε εδώ! Ας πάμε λίγο πιο πέρα μήπως βρούμε ένα πανδοχείο με αγιόκλημα!".

             Έτσι λοιπόν συνεχίσαμε μέχρι που φτάσαμε σ'ένα άλλο πανδοχείο. Κι αυτό ήταν ένα πολύ όμορφο πανδοχείο και είχε και αγιόκλημα στον πλαινό του τοίχο, αλλά στον Χάρις δεν άρεσε η φάτσα του ανθρώπου που ήταν ακουμπισμένος στην μπροστινή πόρτα. Είπε ότι δεν έδειχνε καθόλου καλός άνθρωπος και φορούσε και απαίσιες μπότες' έτσι συνεχίσαμε ακόμα πιο πέρα. Προχωρήσαμε αρκετά χωρίς να βρούμε άλλα πανδοχεία και μετά συναντήσαμε έναν άντρα και του ζητήσαμε να μας υποδείξει μερικά.

             Μας είπε: "Έχετε απομακρυνθεί από τα πανδοχεία. Πρέπει να κάνετε μεταβολή και να ξαναγυρίσετε πίσω, και θα βρείτε το Ελάφι"

              Είπαμε:

             " Α, εκεί πήγαμε, αλλά δε μας άρεσε -δεν έχει αγιόκλημα"

            " Καλά, τότε" είπε, "υπάρχει το Αρχοντικό, ακριβώς απέναντι. Αυτό το δοκιμάσατε;"

             Ο Χάρις απάντησε ότι δεν θέλαμε να πάμε εκεί -δεν του άρεσε η φάτσα του τύπου που στεκόταν στο κατώφλι, δεν του άρεσε το χρώμα των μαλλιών του, δεν του άρεσαν και οι μπότες του.

            "Τότε δεν ξέρω τί να σας πω" είπε ο πληροφοριοδότης;μας. "Γιατί αυτά είναι τα μόνα πανδοχεία εδώ γύρω".

            "Δεν έχει άλλα πανδοχεία!" αναφώνησε ο Χάρις.

             Τότε μίλησε ο Τζωρτζ. Είπε ο Χάρις κι εγώ θα μπορούσαμε να παραγγείλουμε να χτιστεί πανδοχείο ειδικά για μας, αν θέλαμε, και να παραγγείλουμε και μερικούς ανθρώπους για να τους βάλουμε μέσα.
Όσο για εκείνον, θα ξαναγύριζε στο Ελάφι.

             Τα μεγάλα πνεύματα ποτέ δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν τα ιδεώδη τους σε κανένα ζήτημα' ο Χάρις κι εγώ αναστενάξαμε με τη ματαιότητα όλων των επίγειων επιθυμιών  και ακολουθήσαμε τον Τζωρτζ.

            Κουβαλήσαμε τα συμπράγαλά μας μέχρι το Ελάφι και τα ακουμπήσαμε στην είσοδο.

            Ο ξενοδόχος ήρθε και μας είπε:

           "Καλησπέρα σας, κύριοι".

           "Καλησπέρα", είπε ο Τζωρτζ. "Θέλουμε τρία κρεβάτια, παρακαλώ".

           "Λυπάμαι πολύ, κύριε", είπε ο ξενοδόχος. "Αλλά φοβάμαι ότι δε γίνεται".

           "Καλά, δεν επιράζει", είπε ο Τζωρτζ, "φτάνουν και δύο. Οι δύο από μας μπορούν να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι, έτσι δεν είναι;" συνέχισε, γυρίζοντας στον Χάρις και σ'εμένα.

             Ὁ Χάρις είπε, "Φυσικά", και σκέφτηλε ότι εγώ κι ο Τζωρτζ θα ,μπορούσαμε πολύ εύκολα να κοιμηθούμε στο ίδιο κρεβάτι.

            "Λυπάμαι πολύ, κύριε", επανέλαβε ο οικοδεσπότης, "αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε ένα κρεβάτι ελεύθερο σε όλο το πναδοχείο. Ήδη έχουμε βάλει δύο, ακόμα και τρεις κυρίους σε ένα κρεβάτι".

             Αυτό μας κλόνισε για λίγο.

             Αλλά ο Χάρις, που είναι έμπειρος ταξιδιώτης, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και είπε, μιλώντας χαρούμενα'

            "Καλά, τί να γίνει. Θα πρέπει να το υποστούμε. Βάλτε μας από ένα ράτζο στην αίθουσα του μπιλιάρδου".

            "Λυπάμαι πολύ, κύριε. Τρεις κύριοι κοιμούνται ήδη εκεί και δύο στο καπνιστήριο. Είναι αδύνατον να σας εξυπηρετήσω γι'απόψε".

            Μαζέψαμε τα πράγματά μας και πήγαμε απέναντι στο Αρχοντικό. Ήταν ένα πολύ όμορφο μικρό πανδοχείο. Είπα ότι προσωπικά μου άρεσε καλύτερα από το άλλο πανδοχείο' και ο Χάρις είπε,

            "Βέβαια, βέβαια, δεν πειράζει, δεν είναι ανάγκη να κοιτάμε εκείνον τον άντρα με τα κόκκινα μαλλιά. Άλλωστε τί φταίει ο καημένος που έχει κόκκινα μαλλιά;"

             Ο Χάρις μιλησε πολύ ευγενικά και λογικά γι αυτό το θέμα.

             Οι άνθρωποι στο Αρχοντικό δεν περίμεναν να μας ακούσουν να μιλάμε. Η ιδιοκτήτρια μας πρόλαβε στο κατώφλι με τον ίδιο χαιρετισμό που είχε χρησιμοποιήσει για να διώξει άλλες δεκατέσσερις παρέες την τελευταία μιάμισι ώρα. Όσο για τις δειλές μας προτάσεις για σταύλους, αίθουσες του μπιλιάρδου ή καρβουναποθήκες, τις αντιμετώπισε όλες μ' ένα κοροιδευτικό γέλιο' όλες αυτές οι γωνιές ήταν κατειλημμένες προ πολλού.

            Μήπως ήξερε κανένα μέρος σε όλο το χωριό που θα μπορούσαμε να βρούμε καταφύγιο για τη νύχτα;

            Ε, αν δεν μας πτοούσαν οι δυσκολίες -αν και προσωπικά δεν μας το συνιστούμε- υπήρχε ένα μικρό μαγαζάκι που πουλούσε μπύρα κάτω στον δρόμο του Ήτον...
Δεν περιμέναμε ν'ακούσουμε περισσότερα' αρπάξαμε το καλάθι, τις τσάντες, τα παλτά, τις κουβέτρες και τα πακέτα κι αρχίσαμε να τρέχουμε. Η απόσταση ήταν γύρω στα 1.500 μέτρα αλλά κάποτε φτάσαμε κια μπήκαμε λαχανιασμένοι στο μπαρ.

             Οι άνθρωποι στο μαγαζί ήταν άξεστοι. Υπήρχαν μόνο τρία κρεβάτια σε όλο το πανδοχείο και φιλοξενούσαν ήδη εφτά κυρίους μόνους τους και δυο παντρεμένα ζετγάρια. Ένας πονόψυχος βαρκάρης, πάντως, που έτυχε να είναι παρών, σκέφτηκε ότι θα πορούσαμε να δοκιμάσουμε το μπακάλικο δίπλα στο Ελάφι κι έτσι ξαναγυρίσαμε πίσω.

             Το μπακάλικο ήταν γεμάτο. Μια γριά που βρήκαμε στο μαγαζί προσφέρθηκε να μας στνοδεύσει για ένα ενάμισι χιλιόμετρο μέχρι το σπίτι μιας φίλης της που νοίκιαζε περιστασιακά δωμάτια σε κυρίους.

              Αυτή η γριά γυναίκα περπατούσε πολύ σιγά και κάναμε είκοσι λεπτά τουλάχιστον γιάνα φτάσουμε στης φίλης της. Ζωντάνεψε τη διαδρομή περιγραφοντάς μας καθ' οδόν όλη την γκάμα των πόνων που αισθανόταν στην πλάτη της.

             Τα δωμάτια της φίλης της ήταν νοικιασμένα. Από εκεί μας έστειλα στο νούμερο 27 του δρόμου. Το 27 ήταν γεμάτο' μας έστειλαν στο 32,  καιι το 32 ήταν γεμάτο.

             Μετά ξαναβγήκαμε στον κεντρικό δρόμο κιαι ο Χάρις κάθισε πάνω στο καλάθι και είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα. Είπε ότι αυτό το σημείο του φαινόταν αρκετά ήσυχο και θα ήθελε να πεθάνει εκεί. Ζήτησε από εμένα και τον Τζωρτζ να φιλήσουμε τη μητέρα του εκ μέρους του και να πούμε σε όλους του τους συγγενείς ότι τους είχε συγχωρέσει και είχε πεθάνει ευτυχής.

             Εκείνη τη στιγμή ένας άγγελος εμφανίστηκε με τη μορφή ενός μικρού αγοριού ( δεν μπορώ να φανταστώ καμιά καταλληλότερη μορφή για έναν άγγελο), μ'ένα μπουκάλι μπύρα στο ένα χέρι και κάποιο πράγμα δεμένο στην άκρη ενός σπάγγου στο άλλο, το οποίο άφηνε ν'ακουμπήσει σ κάθε επίπεδη πέτρα που συναντούσε και μετά το ξανατράβαγε, κάνοντάς το να παράγει έναν ιδιαίτερα ενοχλητικό ήχο που υποδήλωνε δυστυχία.

             Ρωτήσαμε αυτό το θεόσταλτο, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, πλάσμα, αν ήξερε κανένα μοναχικο σπίτι που οι κάτοικοί του να είναι γέροι και αδύναμοι (κατά προτίμηση γριές κυρίες ή παράλυτοι κύριοι) τους οποίους θα μπορούσαμε εύκολα να τους πειθαναγκάσουμε να παραχωρήσουν τα κρεβάτια τους σε τρεις απελπισμένους άντρες' ή, αν δεν ήξερε κάτι τέτοιο, μήπως μπορούσε να μας συστήσει κάποιο άδειο χοιροστάσιο ή κανένα μισοτελειωμένο γιαπί ή κάτι ανάλογο. Είπε ότι δεν ήξερε κανένα τέτοιο μέρος -τουλάχιστον όχι εκεί κοντά'αλλά είπε ότι ακόμα αν θέλαμε να πάμε μαζί του, η μητέρα του είχε ένα περισσευόμενο σωμάτιο και θα μπορούσε να μας βολέψει για τη νύχτα.

            Πέσαμε στην αγκαλιά του εκεί μέσα στο φεγγαρόφωτο και τον πνίξαμε στις ευλογίες' η εικόνα θα ήταν πολύ όμορφη αν το ίδιο το αγόρι δε είχε αιφνιδιαστεί τόσο από την εκδηλωτικότητά μας, που να αποδειχτεί ανίκανο να σταθεί στα πόδια του κάτω από το βάρος της, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος συμπαρασύροντάς μας όλους από πάνω του. Ο Χάρις ήταν τόσο πλημμυρισμένος από χαρά που λιποθύμησε και αναγκάστηκε να βουτήξει τη μισοτελειωμένη μπύρα του παιδιού και να την αδειάσει για να ξαναβρεί τις αισθήσεις του'αμέσως μετά ξεκίνησε τρέχοντας, αφήνοντας εμένα και τον Τζωρτζ να κουβαλήσουμε τις αποσκευές.

            Το αγόρι έμενε σ'ένα μικρό αγροτόσπιτο τεσσάρων δωματίων και η μάνα του -τί χρυσή γυναίκα!-μας έφτιαξε ζεστό μπέικον για δείπνο και το φάγαμε όλο -δυο κιλά- και μια τάρτα μαρμελάδα μετά και δύο κανάτες τσάι και μετά πήγαμε για ύπνο. Υπήρχαν δυο κρεβάτια στο δωμάτιο' το ένα ήταν ένα κρεβάτι με ρόδες, ογδόντα πόντους φαρδύ, και ο Τζωρτζ κι εγώ κοιμηθήκαμε σ' αυτό, μένοντας επάνω του αφού δεθήκαμε μεταξύ μας με το σεντόνι' το άλλο ήταν το κρεβάτι του μικρού αγοριού και ο Χάρις το είχε όλο στη διάθεσή του' το πρωί τον βρήκαμε με εξήντα πόντους γυμνής γάμπας να προεξέχει στο κάτω μέρος, που ο Τζωρτζ κι εγώ χρησιμοποιήσαμε για να κρεμάσουμε τις πετσέτες μας την ώρα που πλενόμαστε.

              Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε στο Ντάτσετ δε θα είμαστε και τόσο εκλεκτικοί στην αναζήτηση καταλύματος.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Ο Ερρίκος ο Η΄ και η Άννα Μπόλεϊν  -Τί τραβάει όποιος συγκατοικεί μ' ένα ζευγάρι εραστών - Μια δύσκολη εποχή για το αγγλικό έθνος - Νυχτερινή αναζήτηση της γραφικότητας -Άστεγοι και άστεγοι - Ο Χάρις ετοιμάζεται να πεθάνει - Ένας άγγελος εμφανίζεται - Οι συνέπειες της ξαφνικής χαράς του Χἀρις - Ένα μικρό δείπνο - Γεύμα  - Ακριβή η μουστάρδα - Μια τρομερή μάχη - Μέιντενχεντ - Ιστιοπλοΐα - Τρεις ψαράδες - Μας καταριούνται.

Καθόμουν στην όχθη κι οραματιζόμουν αυτή τη σκηνή μόνος μου, όταν ο Τζωρτζ παρατήρησε ότι όταν θα ένιωθα εντελώς ξεκούραστος, καλό θα ήταν να τους βοηθήσω να μαζέψουμε τα πιάτα' αφού λοιπόν με επανέφεραν βίαια από τις ένδοξες μέρες του παρελθόντος στο πεζό παρόν, με όλη τη δυστυχία και την αμαρτία που το χαρακτηρίζουν, μπήκα στη βάρκα και καθάρισα το τηγάνι μ' ένα κομμάτι ξύλο και μια τούφα γρασίδι, σκουπίζοντάς το στο τέλος με το βρεγμένο πουκάμισο του Τζωρτζ.

             Περάσαμε απέναντι στο νησάκι της Μάγκνα Κάρτα και είδαμε την πέτρα που βρίσκεται σε κάποια αγροικία, πάνω στην οποία υποτίθεται ότι υπογράφτηκε το συμβόλαιο. Ωστόσο αρνούμαι να δεσμευτώ κατά πόσο γράφτηκε όντως εκεί ή, όπως ισχυρίζονται μερικοί, στην άλλη όχθη του Ράνιμιντ. Αν ήμουν εγώ πάντως, θα είχα μετ' επιμονής συμβουλέψει τους συντρόφους μου να μεταφέρουμε τους δύσκολους πελάτες όπως ο βασιλιάς Ιωάννης πάνω στο νησάκι, που δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για εκπλήξεις και κόλπα.

              Στο κτήμα του Οίκου Άνκεργουικ, που βρίσκεται κοντά στην Τοποθεσία Πικνίκ, υπάρχουν τα ερείπια ενός παλιού μοναστηριού' σ' αυτό το παλιό μοναστήρι λέγεται ότι ο Ερρίκος Η΄ έδινε το ραντεβού του με την Άννα Μπόλεϊν . Το ζευγάρι συνήθιζε επίσης να συναντιέται και στο κάστρο Χέβερ του Κεντ και στα περίχωρα του Σαιντ Όλμανς. Θα πρέπει να ήταν δύσκολο για το λαό της Αγγλίας εκείνη την εποχή να βρίσκει ένα μέρος όπου εκείνοι οι αστόχαστοι νεαροί ερωτευμένοι δε συνήθιζαν να σαλιαρίζουν.

              Είχατε ποτέ την ατυχία να συγκατοικήσετε με ερωτευμένο ζευγάρι; Είναι πολύ κουραστικό. Κατευθύνεσαι προς το σαλόνι, με την επιθυμία να καθίσεις εκεί και να ηρεμήσεις. Μόλις ανοίγεις την πόρτα, ακούς ένα ήχο σα να θυμήθηκε κάποιος κάτι ξαφνικά, και με το που μπαίνεις μέσα, η Έμιλυ σκύβει από το παράθυρο, κοιτώντας με ζωηρότατο ενδιαφέρον την απέναντι πλευρά του δρόμου, και ο φίλος σου ο Τζων Έντουαρτ βρίσκεται στην άλλη άκρη του δωματίου αφοσιωμένος ολόψυχα στην παρατήρηση φωτογραφιών των συγγενών άλλων ανθρώπων.

             "Ω!" λες και κοντοστέκεσαι στην πόρτα. "Δεν ήξερα ότι ήταν κάποιος εδώ μέσα".

             "Α, ναι;" λέει η Έμιλυ ψυχρά, μ' έναν τόνο που εννοεί ότι δεν σε πιστεύει.

            Κάθεσαι για λίγο και μετά λες:

             "Είναι πολύ σκοτεινά. Γιατί δεν ανάβετε τη λάμπα; "

             Ο Τζων Έντουαρτ λέει ότι δεν το είχε προσέξει και η Έμιλυ λέει ότι δεν αρέσει στο μπαμπά της να ανάβουν τις λάμπες από νωρίς το απόγευμα.

             Τους λες μια δυο κουβέντες, διατυπώνοντας τη γνώμη σου για το ιρλανδικό ζήτημα' αλλά αυτό δε φαίνεται να τους ενδιαφέρει. Το μόνο που παρατηρούν μετά από κάθε φράση είναι, "Ω!" "Αλήθεια;" "Σοβαρά;" "Ναι" και του τύπου, πηγαίνεις προς την πόρτα, γλιστράς έξω και ξαφνιάζεσαι βλέποντάς την να κλείνει αμέσως πίσω σου μόνη της, χωρίς να την έχεις καν αγγίξει.

               Μισή ώρα αργότερα, σκέφτεσαι να καπνίσεις μια πίπα στη σέρα. Η μόνη καρέκλα εκεί μέσα είναι κατειλημμένη από την Έμιλυ' όσο για τον Τζων Έντουαρτ, αν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί την γλώσσα των ενδυμάτων, είναι φανερό ότι καθόταν στο πάτωμα. Δε μιλάνε, αλλά σου ρίχνουν ένα βλέμμα που λέει όλα όσα μπορεί να πει κανείς σε μια πολιτισμένη κοινωνία' βγαίνεις αμέσως και κλείνεις την πόρτα πίσω σου.

                Τώρα πια φοβάσαι να χώσεις τη μύτη σου σε οποιοδήποτε δωμάτιο του σπιτιού' έτσι, αφού ανεβοκατεβαίνεις τις σκάλες μια δυο φορές, πας και κάθεσαι στο υπνοδωμάτιό σου. Μετά από λίγη ώρα ωστόσο αυτό γίνεται βαρετό, οπότε βάζεις το καπέλο σου και βγαίνεις για μια βόλτα στον κήπο. Κατηφορίζεις το μονοπατάκι και, καθώς προσπερνάς το θερινό κιόσκι, ρίχνεις μια ματιά μέσα και νάτοι πάλι εκείνοι οι δύο νεαροί ηλίθιοι κουβαριασμένοι σε μια γωνιά του' σε βλέπουν και δείχνουν να σχηματίζουν την εντύπωση ότι για κάποιους σκοτεινούς λόγους τους έχεις πάρει από πίσω.

                "Γιατί να μην έχουν ένα ειδικό δωμάτιο γι αυτού του είδους τις δουλείες και ν'αναγκάζουν τον κόσμο να περιορίζεται εκεί μέσα;" μουρμουρίζεις' και σπεύδεις πίσω στο χωλ, παίρνεις την ομπρέλα σου και βγαίνεις έξω.



Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν κι όταν εκείνο το ανόητο αγόρι Ερρίκος Η΄ φλερτάριζε τη μικρή του Άννα. Ο κόσμος στο Μπάκιγχαμσαιρ θα έπεφτε πάνω τους αναπάντεχα όποτε σαλιαρίζανε στο Ουίνσδορ και το Ρέισμπερι και θα αναφωνούσε, "Α! Είστε εδώ! " και ο Ερρίκος θα κοκκίνιζε και θα έλεγε πως ναι, είχε έρθει για να επισκεφτεί κάποιον κύριο' και η Άννα θα έλεγε, "Α! Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Συνάντησα τυχαία τον κύριο Ερρίκο Η΄στο δρόμο και πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση μ' εμένα".

               Μετά αυτός ο κόσμος θα έφευγε και θα έλεγε από μέσα του: "Ω! Καλά θα κάνουμε να φύγουμε από εδώ όσο συνεχίζονται τα σαλιαρίσματα και τα γουργουρητά. Ας πάμε στο Κεντ"

               Και θα πήγαιναν στο Κεντ και το πρώτο πράγμα που θα έβλεπαν στο Κεντ θα ήταν ο Ερρίκος Η΄ και η Άννα να χαριεντίζονται στο κάστρο Χέβερ.

               "Ω! Κατάρα!" θα έλεγαν. "Ας του δίνουμε κι από εδώ. Δεν τους αντέχω άλλο. Πάμε στο Σαιντ Όλμπανς -ωραίο, ήσυχο μέρος το Σαιντ Όλμπανς".

               Κι όταν θα έφταναν στο Σαιντ Όλμπανς, θα έπεφταν ξανά πάνω στο αναθεματισμένο το ζευγάρι να φιλιέται κάτω από τους τοίχους του αβαείο. Μετά αυτοί οι άνθρωποι πήγαν και μπάρκαραν σε πειρατικά, μέχρι να γίνει ο γάμος.



Από την Τοποθεσία για Πικνίκ μέχρι τον παλιό υδατοφράχτη του Ουίσδορ το κομμάτι του ποταμού είναι πολύ όμορφο. Ένας σκιερός δρόμος, διάστικτος εδώ κι εκεί με μικρά σπιτάκια, ακολουθεί την όχθη μέχρι τις Καμπάνες του Άουσλι, ένα γραφικό πανδοχείο, όπως είναι τα περισσότερα πανδοχεία ψηλά στο ποτάμι, ένα μέρος που μπορείς να πιεις ένα ποτήρι πολύ καλή μπύρα -έτσι διατείνεται ο Χάρις τουλάχιστον' και σ' ένα παρόμοιο ζήτημα μπορείς να εμπιστευτείς τη γνώμη του Χάρις. Το παλιό Ουίνσδορ είναι επίσης ένα πολύ διάσημο μέρος με τον τρόπο του. Ο Εδουάρδος ο Εξομολογητής είχε ένα παλάτι εδώ κι εδώ ο κόμης Γκόντγουιν κρίθηκε ένοχος από τη δικαιοσύνη εκείνης της εποχής, γιατί συνωμότησε για το θάνατο του βασιλιά αδελφού του. Ο κόμης Γκόντγουιν έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και το κράτησε στο χέρι.

                "Αν είμαι ο ένοχος", είπε ο κόμης, "ας με πνίξει αυτό το ψωμί όταν το καταπιώ".
Μετά έβαλε το ψωμί στο στόμα του και το κατάπιε κι εκείνο του σφηνώθηκε στο λαιμό και πέθανε.  

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11β

Ο Χάρις πρότεινε να φάμε στραπατσάδα για πρωινό. Είπε ότι θα μαγείρευε εκείνος. Το έκανε συχνά στο πικ νικ και στις κρουαζιέρες με κότερο. Ήταν διάσημος για τα αυγά του. Αν κρίνουμε από τα λεγόμενά του, όσοι είχαν δοκιμάσει τη στραπατσάδα του μετά από αυτό δεν ήθελαν να αγγίξουν άλλο φαγητό, αλλά μελαγχολούσαν και πέθαιναν από στέρηση όταν δεν μπορούσαν να την ξαναβρούν.

Μας έτρεχαν τα σάλια ακούγοντάς τον να μιλάει, έτσι λοιπόν του δώσαμε το καμινέτο, το τηγάνι κι όσα αυγά δεν είχαν σπάσει λερώνοντας όλα τα υπόλοιπα πράγματα στο καλάθι, και τον παρακαλέσαμε να ξεκινήσει.

Δυσκολεύτηκε κάπως στο σπάσιμο των αυγών -για την ακρίβεια, δε δυσκολεύτηκε τόσο πολύ να τα σπάσει, όσο να τα πείσει να μπουν στο τηγάνι αφού είχαν σπάσει, να τα κρατήσει μακριά από το παντελόνι του και να του απαγορέψει να κυλήσουν μέσα στο μανίκι του' τελικά όμως κατάφερε να ρίξει πέντ' έξι από δαύτα στο τηγάνι' μετά κάθισε οκλαδόν δίπλα στο καμινέτο και τα τσιγκλούσε συνεχώς μ ένα πηρούνι.

             Έμοιαζε εξαντλητική δουλειά, απ' όσο μπορούσαμε να κρίνουμε εγώ και ο Τζωρτζ. Όποτε πλησίαζε το τηγάνι καιγόταν και μετά του 'πεφτε το πηρούνι και χόρευε γύρω από το καμινέτο, τινάζοντας τα δάχτυλά του και βλαστημώντας. Για την ακρίβεια, κάθε φορά που ο Τζωρτζ κι εγώ γυρίζαμε να κοιτάξουμε, έκανε πάντα αυτή τη δουλειά. Στην αρχή σκεφτήκαμε ότι αυτές οι φιγούρες ήταν αναπόσπαστο τμήμα της μαγειρικής ιεροτελεστίας.

             Δεν ξέραμε τί είναι τα αυγά στραπατσάδα' φανταστήκαμε ότι μπορεί να ήταν κάποια σπεσιαλιτέ των ερυθρόδερμων ή των Νησιών  Σάντουιτς που η προετοιμασία τους απαιτεί τελετουργικό χορό κι επικλήσεις για να συντελεστεί σωστά. Ο Μονμόρενσυ πήγε μια φορά κι έβαλε τη μύτη του από πάνω από το τηγάνι, αλλά το λίπος ξεχείλισε και τον έκαψε και μετά άρχισε εκείνος να χοροπηδάει και να βλαστημάει. Συνολικά επρόκειτο για μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές επιχειρήσεις που έχω ποτέ παρακολουθήσει. Ο Τζωρτζ κι εγώ στεναχωρηθήκαμε πολύ όταν τελείωσε.

             Το αποτέλεσμα δεν είχε ακριβώς την επιτυχία που περίμενε ο Χάρις. Μετά από όλη αυτή τη φασαρία, θα το χαρακτήριζες μάλλον πενιχρό. Έξι αυγά είχα μπει στο τηγάνι κι αυτό που βγήκε από εκεί μέσα ήταν μια κουταλιά καμμένης και απωθητικής στην όψη τροφής.

              Ο Χάρις είπε ότι έφταιγε το τηγάνι και το καμινέτο' πίστευε ότι τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί πιο καλά αν είχαμε μια κατσαρόλα και μια γκαζιέρα' αποφασίσαμε λοιπόν να μην το επιχειρήσουμε ξανά, αν δεν είχαμε μαζί μας αυτά τα μαγειρικά βοηθήματα.

               Ο ήλιος είχε ζεστάνει ώσπου να τελειώσουμε το πρόγευμα, ο αέρας είχε πέσει και το πρωινό ήταν ό,τι ωραιότερο θα μπορούσε να επιθυμήσει κανείς. Απ' όσα βλέπαμε, πολύ λίγα θα μας θύμιζαν το 19ο αιώνα' έτσι όπως αγναντεύαμε το ποτάμι στην πρωινή λιακάδα, μπορούσαμε σχεδόν να φανταστούμε ότι οι αιώνες ανάμεσα σ' εμάς και στο διάσημο εκείνο πρωινό του Ιουνίου του 1215 είχαν εξαφανιστεί, κι εμείς, γιοι Άγγλων γαιοκτημόνων, ντυμένοι με ρούχα που είχαν υφανθεί στο χέρι κι ένα μαχαίρι στη ζώνη, περιμέναμε για να παραστούμε μάρτυρες στο γράψιμο εκείνης της σημαντικής ιστορικής σελίδας, που το νόημά της θα μετέφραζε στους κοινούς θνητούς περίπου 400 χρόνια αργότερα κάποιος Όλιβερ Κρόμγουελ, αφού το μελέτησε επισταμένως.

             
   
                Είναι ένα θεσπέσιο καλοκαιρινό πρωινό -ηλιόλουστο, απαλό και ήσυχο. Όμως στον αέρα πλανάται μια ανατριχίλα που σε προϊδεάζει για την επερχόμενη αναταραχή. Ο βασιλιάς Ιωάννης είχε κοιμηθεί στο Ντάνκροφτ Χολ και όλη την προηγούμενη μέρα η μικρή πόλη του Στέινς αντηχούσε από την κλαγγή των όπλων, τον ήχο από τις οπλές των αλόγων πάνω στις πλατιές της πέτρες, τις κραυγές των βαθμοφόρων, τις βαριές βλαστήμιες και τα άκεφα πειράγματα από γενειοφόρους τοξότες, στρατιώτες οπλισμένους με δόρατα και ξένους λογχοφόρους που μιλούσαν παράξενες γλώσσες.

                Ένα τσούρμο από ιππότες και ακολούθους με πολύχρωμες φορεσιές έχει καταφτάσει πάνω στ' άλογα, σκονισμένοι και λερωμένοι από το ταξίδι. Όλο το βράδυ οι πόρτες των δειλών κατοίκων της πόλης είχαν υποχρεωθεί ν' ανοίξουν στα γρήγορα για να υποδεχτούνε ομάδες στρατιωτών για τους οποίους έπρεπε να εξασφαλιστεί στέγη και φαγητό της καλύτερης ποιότητας, αλλιώς αλίμονο στο σπίτι και όλους του ενοίκους του' γιατί το σπαθί είναι δικαστής κι ένορκοι μαζί, κι ενάγων και δήμιος αυτές τις θυελλώδεις εποχές, και πληρώνει για όσα παίρνει δείχνοντας έλεος σ' εκείνους από τους οποίους τα παίρνει, αν ευαρεστηθεί, βέβαια.

                Γύρω από τη μεγάλη υπαίθρια φωτιά στην αγορά, μαζεύονται κι άλλα στρατεύματα των βαρόνων' τρώνε και μπεκρουλιάζουν, μουγκρίζουν τραγούδια του πιοτού, στοιχηματίζουν και καυγαδίζουν, ενώ προχωράει το σούρουπο και αρχίζει να νυχτώνει. Η ανταύγεια της φωτιάς ρίχνει παράξενες σκιές στα στοιβαγμένα τους όπλα και τα άξεστα μούτρα τους. Τα παιδιά της πόλης κρυφοκοιτάνε απορημένα' πληθωρικές επαρχιώτισσες πλησιάζουν γελώντας για ν' ανταλλάξουν καλαμπούρια και πειράγματα της μπύρας με τους μεθυσμένους στρατιώτες, που δε μοιάζουν καθόλου με τους αγροίκους ντόπιους, που στέκουν παράμερα περιφρονημένοι και χαζεύουν με κενά χαμόγελα στα πλατιά τους πρόσωπα. Από τους αγρούς ολόγυρα αχνοφέγγουν τα φώτα από πιο μακρινά στρατόπεδα, γιατί εδώ έχουν μαζευτεί υποστηρικτές κάποιου μεγάλου άρχοντα κι εκεί οι Γάλλοι μισθοφόροι του προδότη Ιωάννη καιροφυλακτούν σαν τους λύκους έξω από την πόλη.

                Έτσι λοιπόν, με φρουρούς σε κάθε σκοτεινό δρομάκι και φωτιές σκοπιάς να τρεμοπαίζουν σε όλους τους γύρω λόφους, πέρασε η νύχτα σ' εκείνη την όμορφη κοιλάδα του παλιού Τάμεση και ξημέρωσε το πρωινό της μεγάλης μέρας που έμελλε να έχει τόσο μεγάλες επιπτώσεις στη μοίρα των επερχόμενων γενεών.

                 Από πολύ νωρίς, πριν ακόμα χαράξει, στο πῖο χαμηλό από τα δύο νησιά, ακριβώς πάνω από εκεί που καθόμαστε, ακούγεται πολύ φασαρία και άνθρωποι που δουλεύουν. Η μεγάλη εξέδρα που έφεραν από την προηγούμενη έχει στηθεί και οι ξυλουργοί έχουν βαλθεί να καρφώνουν σειρές καθισμάτων, ενώ μαθητευόμενοι ράφτες από το Λονδίνο βρίσκονται εκεί με πολύχρωμες στόφες και μετάξι και υφάσματα κεντημένα με χρυσό και ασήμι.

                 Και τώρα ιδού! Καμιά δεκαριά ρωμαλέοι άντρες με ψηλούς πελέκεις - άνθρωποι των βαρόνων- κατηφορίζουν το δρόμο που ακολουθεί τηνΣτέινς, γελώντας και κουβεντιάζοντας με βαθιές, βαριές φωνές' σταματάνε γύρω στα εκατό μέτρα πάνω από εμάς, στην απέναντι όχθη, στηρίζονται στα όπλα τους και περιμένουν.

                 Έτσι, ώρα με την ώρα, ανηφορίζουν το δρόμο ολοένα και περισσότερες ομάδες οπλισμένων αντρών, με τις περικεφαλαίες και τις πανοπλίες τους ν' αστράφτουν στη λιακάδα μέχρι που, όσο φτάνει το μάτι, ο δρόμος είχε γεμίσει αστραφτερό ατσάλι και ανυπόμονα άλογα. Καβαλάρηδες πηγαινοέρχονται από ομάδα σε ομάδα, μικρά λάβαρα ανεμίζουν τεμπέλικα στη χλιαρή αύρα, και κάθε τόσο γίνεται μεγαλύτερο σούσουρο, καθώς οι γραμμές των αντρών παραμερίζουν κι από τις δυο πλευρές και κάποιος μεγάλος βαρόνος με το πολεμικό του άτι και τη φρουρά των ακολούθων γύρω του περνάει για να πάρει θέση επικεφαλής των δουλοπάροικων και των υποτελών του.

                 Και πάνω στην πλαγιά του λόφου Κούπερ, ακριβώς απέναντι, έχουν μαζευτεί περίεργοι αγρότες και κάτοικοι της πόλης που έχουν σπεύσει από το Στέινς και κανείς τους δεν είναι βέβαιος γιατί γίνεται όλη αυτή η φασαρία, αλλά ο καθένας έχει και μια προσωπική εκδοχή για το μεγάλο γεγονός που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν. Μερικοί λένε ότι ο λαός θα δει καλό από όσα θα γίνουν ετούτη τη μέρα' αλλά οι γέροντες κουνάνε το κεφάλι, γιατί αυτήν την ιστορία την έχουν ξανακούσει πολλές φορές.

                Όλο το ποτάμι μέχρι κάτω το Στέινς είναι γεμάτο από μικρά σκάφη, βάρκες και μικροσκοπικές σχεδίες -αν κι οι τελευταίες θεωρούνται πια ξεπερασμένες και τις χρησιμοποιούν μόνο οι πιο φτωχοί άνθρωποι. Οι ρωμαλέοι κωπηλάτες ανάγκασαν τα πλεούμενα να περάσουν τους καταρράκτες, εκεί που σε μεταγενέστερες εποχές θα κατασκευαστεί το φράγμα του Μπελ, και τώρα συγκεντρώνονται όσο πιο κοντά τολμούν να πλησιάσουν τις μεγάλες σκεπασμένες μαούνες που είναι έτοιμες να μεταφέρουν το βασιλιά Ιωάννη εκεί που το μοιραίο συμβόλαιο περιμένει την υπογραφή του.

              Είναι μεσημέρι κι εμείς και όλος ο υπόλοιπος κόσμος περιμένουμε υπομονετικά πολλή ώρα' έχει κυκλοφορήσει η φήμη ότι ο δόλιος Ιωάννης ξέφυγε πάλι από τα χέρια των βαρόνων, έφυγε κρυφά από το Ντάνκροφτ Χολ με τους μισθοφόρους του και σύντομα θα κάνει άλλες δουλειές αντί να υπογράφει συμβόλαια για την ελευθερία του λαού του.

              Όμως όχι! Αυτή τη φορά η λαβή επάνω του ήταν σιδερένια' μάταια πάλεψε να ξεφύγει. Στο βάθος του δρόμου έχει σηκωθεί ένα μικρό σύννεφο σκόνης που πλησιάζει και μεγαλώνει' ο ήχος των οπλών ακούγεται ολοένα και πιο δυνατά κι ανάμεσα στις σκορπισμένες ομάδες των συγκεντρωμένων αντρών προχωράει μια περίλαμπρη ομάδα έφιππων λόρδων και ιπποτών, φανταχτερά ντυμένων. Μπροστά και πίσω και δεξιά και αριστερά της καλπάζουν οι ακόλουθοι των βαρόνων και στη μέση τους βρίσκεται ο βασιλιάς Ιωάννης.

              Πλησιάζει πάνω στο άλογο το σημείο όπου περιμένουν πανέτοιμες οι μαούνες και οι μεγάλοι βαρόνοι προχωράνε μπροστά από τα στρατεύματά τους για να τον συναντήσουν. Τους χαιρετάει με χαμόγελα και γλυκές κουβέντες, λες και πρόκειται για κάποια γιορτή που έχει οργανωθεί προς τιμήν του. Αλλά την ώρα που κάνει να ξεκαβαλικέψει, ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στους Γάλλους μισθοφόρους του, που έχουν μαζευτεί από πίσω, και στις σκοτεινές ορδές των ανθρώπων των βαρόνων που τον ζώνουν.

              Είναι πολύ αργά άραγε; Ένα δυνατό χτύπημα στον ανυποψίαστο ιππότη δίπλα του, μια κραυγή στα γαλλικά του στρατεύματα, μια απεγνωσμένη έφοδος στις απροετοίμαστες δυνάμεις μπροστά του, κι εκείνοι οι επαναστατημένοι βαρόνοι μπορεί να μετανιώσουν την ώρα και τη στιγμή που τόλμησαν να αντιταχθούν στα σχέδιά του! Ένα πιο τολμηρό χέρι θα μπορούσε ν' αλλάξει το ρου της ιστορίας ακόμη κι εκείνη τη στιγμή. Αν ήταν εκεί ένας Ριχάρδος! Το κύπελλο της ελευθερίας μπορεί να είχε απομακρυνθεί από τα χείλη της Αγγλίας κι η γεύση της να είχε καθυστερήσει άλλα εκατό χρόνια.

               Αλλά η καρδιά του βασιλιά Ιωάννη δείλιασε μπροστά στα βλοσυρά πρόσωπα των Άγγλων πολεμιστών' και το χέρι του κατέβηκε ξανά στο χαλινάρι του, ξεπέζεψε κι επιβιβάστηκε στην πρώτη μαούνα. Οι βαρόνοι επιβιβάστηκαν μετά από εκείνον, με το γαντοφορεμένο τους χέρι πάνω στη λαβή του ξίφους τους και δόθηκε εντολή να ξεκινήσουν.

               Σιγά σιγά οι βαριές, πλουμιστές μαούνες απομακρύνονται από την ακτή του Ράνιμιντ. Προχωράνε μεγαλόπρεπα κι αργά, κόντρα στο γρήγορο ρεύμα, μέχρι που με ένα σιγανό γογγητό προσαράζουν στην όχθη του μικρού νησιού που από εκείνη τη μέρα και μετά θα γίνει γνωστό ως το νησάκι της Μάγκνα Κάρτα. Ο βασιλιάς Ιωάννης βγαίνει στη στεριά κι εμείς περιμένουμε με κομμένη την ανάσα μέχρι που μια μεγάλη κραυγή σκίζει τον αέρα και καταλαβαίνουμε ότι μόλις έβαλε το θεμέλιο λίθο του ναού της ελευθερίας της Αγγλίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11α

Πώς ο Τζωρτζ, για πρώτη φορά στη ζωή του, ξύπνησε νωρίς το πρωί - Ο Τζωρτζ, ο Χάρις και ο Μονμόρεσνυ δυσπιστούν στη θέα του κρύου νερού - Ηρωισμός και αποφασιστηκότητα του Τζέρομ - Ο Τζωρτζ και το πουκάμισό του: ιστορία με ηθικό δίδαγμα - Ο Χάρις μαγειρεύει - Ιστορική αναδρομή που παρεμβάλλεται ειδικά για τα σχολεία.

Ξύπνησα στις έξι το επόμενο πρωί και βρήκα τον Τζὠρτζ να έχει ξυπνήσει κι εκείνος. Γυρίσαμε και οι δύο πλευρό και προσπαθήσαμε να ξανακοιμηθούμε, αλλά δεν μπορούσαμε. Αν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ξανακοιμηθούμε, αλλά έπρεπε να σηκωθούμε και να ντυθούμε επιτόπου, θα μας είχε πάερει ο ύπνος αμέσως μόλις κοιτούσαμε τα ρολόγια μας και θα κοιμόμαστα μέχρι τις δέκα. Τώρα όμως που μπορούσαμε άνετα να κοιμηθούμε άλλες δύο ώρες τουλάχιστον και ήταν τελείως παράλογο να σηκωθούμε από τα άγρια χαράματα, αισθανθήκαμε ότι δεν αντέχουμε να μείνου με ξαπλωμένοι ούτε άλλα πέντε λεπτά, έτσι από πείσμα.

             Ο Τζωρτζ είπε ότι αυτό ακριβώς το πράγμα, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό, του είχε συμβεί πριν από δεκαοχτώ περίπου μήνες, όταν έμενε μόνος του στο σπίτι κάποιας κυρίας Γκίπινγκς. Είπε ότι ρολόι του χάλασε ένα βράδυ και σταμάτησε στις 8:15. Αυτό δεν το ήξερε εκείνη τη στιγμή γιατί, για κάποιο λόγο, είχε ξεχάσει να το κουρδίσει όταν πήγε για ύπνο (πράγμα περίεργο γι αυτόν), και το κρέμασε πάνω από το μαξιλάρι του χωρίς να του ρίξει ούτε μία ματιά. Αυτό είχε συμβεί το χεμὠνα, που η μέρα είναι πολύ μικρή, και μάλιστα μια βδομάδα με συνεχή ομίχλη, οπότε το γεγονός ότι ήταν πολύ σκοτεινά όταν ο Τζωρτζ ξύπνησε το πρωί δεν τον βοήθησε να συμπεράνει την ώρα. Άπλωσε το χέρι και κατέβασε το ρολόι του. Ήταν 8:15!

           "Θεέ και Κύριε!" αναφώνησε ο Τζωρτζ. "Κι εγώ πρέπει να βρίσκομαι στο Σίτυ στις 9:00. Γιατί δε με ξύπνησε κανείς;  Τί φρίκη!". Πέταξε κάτω το ρολόι, τινάχτηκε από το κρεβάτι, έκανε ένα κρύο μπάνιο, ντύθηκε και ξυρίστηκε με κρύο νερό γιατί δεν προλάβαινε να περιμένει το ζεστό και μετά έτρεξε κι έριξε άλλη μια ματιά στο ρολόι.

            Είτε από το τράνταγμα που είχε φάει όταν ο Τζωρτζ το πέταξε στο κρεβάτι, είτε για κάποιο άλλο λόγο τον οποίο ο Τζωρτζ δεν μπορούσε να ξέρει, το σίγουρο ήταν ότι από τις 8:15 είχε προχωρήσει και τώρα έδειχνε 8:40.
 
            Ο Τζωρτζ το άρπαξε και κατέβηκε τρέχοντας στο ισόγειο. Στο σαλόνι όλα ήταν σκοτεινά και ήσυχα' δεν υπήρχε φωτιά στο τζάκι ούτε πρωινό. Ο Τζωρτζ σκέφτηκε ότι η κυρία Γκ. θα έπρεπε να ντρέπεται γι'αυτό και αποφάσισε να της πει τη γνώμη του, όταν θα ξαναγύριζε στο σπίτι το απόγευμα. Μετά έβγαλε βιαστικά το παλτό και το καπέλο του και αρπάζοντας την ομπρέλα του, κίνησε για την πόρτα.

             Η πόρτα δεν ήταν καν ξεκλείδωτη. Ο Τζωρτζ αναθεμάτισε την τεμπελιά της κυρίας Γκ., σκέφτηκε πόσο περίεργο ήταν που ο κόσμος δεν μπορούσε να σηκωθεί μιαν αξιοπρεπή λογική ώρα για να ξεκλειδώσει μια πόρτα και βγήκε έξω τρέχοντας.

             Έτρεξε γρήγορα καμιά τριακοσαριά μέτρα και στο τέλος εκείνης της απόστασης άρχισε να του φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι κυκλοφορούσαν πολύ λίγοι άνθρωποι και τα μαγαζιά δεν ήταν ανοιχτά. Το πρωινό ήταν βέβαια πολύ ομιχλώδες και σκοτεινό, αλλά παρόλα αυτά έμοιαζε ασυνήθιστο να προκαλείται γενική στάση εργασίς γι'αυτό το λόγο. Αν εκείνος ἐπρεπε να πάει στη δουλειά του, γιατί ο υπόλοιπος κόσμος να μένει στο κρεβάτι μόνο και μόνο επειδή είχε σκοτάδι και ομίχλη;

             Τελικά έφτασε στο Χόλμπορν. Ούτε ένα παντζούρι δεν ήταν ανοιχτό! Ούτε ένα λεωφορείο δεν φαινόταν πουθενά! Είδε μονάχα τρεις άντρες, εκ των οποίων ο ένας ήταν αστυνομικός, ένα κέρρο γεμάτο λάχανα και μια άμαξα διαλυμένη. Ο Τζωρτζ έβγαλετο ρολόι του και το κοίταξε'ήταν εννέα παρά πέντε! Έμενε ακίνητος και πήρε το σφυγμό του. Έσκυψε κάτω και ψαχούλεψε τα πόδια του.


Μετά, με το ρολόι ακόμα στο χέρι, πήγε στον αστυνομικό και τον ρώτησε αν ήξερε τί ώρα ήταν.

             "Τί ώρα είναι;" εἰπε ο άντρας και κοίταξε τον Τζωρτζ με προφανή καχυποψία. "Περιμένετε και θα το ακούσετε να χτυπάει".

             "Μα χτύπησε μόνο τρεις φορές!" είπε ο Τζωρτζ με πληγωμένο ύφος όταν το ρολόι σταμάτησε.

             "Και πόσες θέλατε να χτυπήσει;" απάντησε ο αξιωματικός.

             "Εννιά, βέβαια", είπε ο Τζωρτζ, δείχνοντας το ρολόι του.

             "Ξέρετε τη διεύθυνση της κατοικίας σας;" είπε ο φύλακας της δημόσιας τάξης σοβαρά.

             Ο Τζωρτζ σκέφτηκε λίγο και μετά του έδωσε τη διεύθυνσή του.

             "Α. εκεί μένετε, ε;" απάντησε ο άντρας. "Λοιπόν, εγώ θα σας συμβούλευα να γυρίσετε σπίτι σας και να πάρετε μαζί σας και το ρολόι σας. Δε νομίζω ότι έχουμε να πούμε τίποτ' άλλο".

              Κι έτσι ο Τζωρτζ ξαναγύρισε σπίτι, περπατώντας συλλογισμένος, και μπήκε μέσα.

           
              Η πρώτη του σκέψη μόλις επέστρεψε ήταν να γδυθεί και να ξαναπέσει για ύπνο' αλλά όταν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να ξαναντυθεί και να ξαναπλυθεί και να ξανακάνει μπάνιο, αποφάσισε να μην ξαπλώσει, αλλά να πάρει έναν υπνάκο στην πολυθρόνα.

             Δεν του κολλούσε όμως ύπνος' ποτέ δεν είχε νιώσει πιο ξύπνιος στη ζωή του' έτσι λοιπόν άναψε τη λάμπα, έβγαλε τη σκακιέρα κι έπαιξε μια παρτίδα σκάκι με τον εαυτό του' αλλά ούτε και αυτό τον ικανοποίησε: φαινόταν κάπως αργό' έτσι λοιπόν παράτησε το σκάκι και προσπάθησε να διαβάσει. Δεν έδειχνε όμως ικανός να ενδιαφερθεί ούτε για το διάβασμα, οπότε ξαβαφόρεσε το παλτό του και βγήκε να κάνει μια βόλτα.

              Έξω ήταν πολύ μοναχικά και έρημα' οι αστυνομικοί που συναντούσε τον κοιτούσαν με απροκάλυπτη καχυποψία, γύριζαν τα φανάρια τους προς το μέρος του και τον έπαιρναν από πίσω. Αυτό τελικά τον επηρέασε τόσο πολύ, που άρχισε να αισθάνεται σαν να είχε πραγματικά κάνει κάτι, οπότε άρχισε να στρίβει στα σοκάκια και να κρύβεται στις σκοτεινές εισόδους των σπιτιών, μόλις άκουγε το βήμα του νόμου να πλησιάζει.

             Φυσικά, αυτή η συμπεριφορά ενέτεινε τη δυσπιστία της αστυνομικής δύναμης απέναντί του' έρχονταν και τον ξετρύπωναν και τον ρωτούσαν τί έκανε εκεί πέρα' όταν απαντούσε, τίποτα, απλώς είχε βγει για μια βόλτα (ήταν πια τέσσερις το πρωί), τον κοίταζαν σα να μην τον πίστευαν' δύο αστυνομικοί με πολιτικά τον συνόδευσαν τελικά μέχρι το σπίτι του για να βεβαιωθούν αν έμενε πραγματικά εκεί που τους είχε δηλώσει. Όταν τον είδαν να μπαίνει μέσα με το κλειδί του, στήθηκαν απέναντι και βάλθηκαν να παρακολουθούν το κτίριο.

         
             Όταν μπήκε μέσα, σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά κια να ετοιμάσει κάτι για πρωινό, ίσα ίσα για να περάσει η ώρα' αλλά έμοιαζε ανύμπορος να πιάσει οτιδήποτε, από μια χούφτα κάρβουνα μέχρι ένα κουταλάκι του τσαγιού, χωρίς να του πέσει ή να σκοντάψει επάνω του και χωρίς να κάνει τόση φασαρία, που η κυρία Γκ. θα ξυπνούσε και θα σκεφτόταν ότι επρόκειτο για διάρρηξη, θα άνοιγε το παράθυρο και θα φώναζε, "Αστυνομία!" και μετά εκείνοι οι δύο αστυνομικοί θα μπουκάριζαν επί τόπου, θα του περνούσαν χειροπέδες και θα τον οδηγούσαν στο αστυνομικό τμήμα.

             Τώρα πια τα νεύρα του ήταν σμπαράλια' άρχισε να οραματίζεται τη δίκη του, πως δεν θα τον πίστευε κανείς, πως θα καταδικαζόταν σε είκοσι χρόνια φυλάκιση και η μητέρα του θα πέθαινε από την καρδιά της. Έτσι λοιπόν εγκατέλειψε την προσπάθεια να φτιάξει πρωινό, τυλίχτηκε με το παλτό του και κάθισε στην πολυθρόνα μέχρι τις εφτάμισι που κατέβηκε η κυρία Γκ.

             Είπε ότι μετά από εκείνο το πρωί, δεν είχε ποτέ ξανασηκωθεί νωρίς' το είχε εκλάβει ως προειδοποίηση.




            Καθόμασταν τυλιγμένοι στις κουβέρτες μας όσο ο Τζωρτζ μου έλεγε αυτή την αληθινή ιστορία' όταν τελείωσε, άρχισα να προσπαθώ να ξυπνήσω τον Χάρις μ'ένα κουπί. Στο τρίτο σκούντημα τα κατάφερα: από το άλλο πλευρό και μας είπε ότι θα κατέβαινε σε ένα λεπτό και να του ετοιμάσουμε τις δετές του μποτες. Εμείς σπεύσαμε να του διευκρινήσουμε πού βρισκόταν με τη βοήθεια του καμακιού και τότε ανακάθισε απότομα, στέλνοντας τον Μονμόρενσυ, που κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, στην άλλη άκρη της βάρκας μπρούμητα πανω στην κοιλιά του.

             Μετά μαζέψαμε την τέντα και τέσσερα κεφάλια ξεμύτισαν προς τη μεριά του ποταμιού' όταν κοιτάξαμε κάτω το νερό, ανατριχιάσαμε κι οι τέσσερις. Το προηγούμενο βράδυ είχαμε αποφασίσει να σηκωθούμε νωρίς το πρωί, να πετάξουμε τις κουβέτρες και τα κασκόλ μας, να ρίξουμε πίσω την τέντα, να πέσουμε στο νερό με μια χαρωπή κραυγή και να απολαύσουμε ένα παρατεταμένο κι απολαυστικό μπάνιο. Τώρα όμως που είχε έρθει το πρωί, για κάποιο λόγο η ιδέα αυτή δε φαινόταν το ίδιο δελεαστική. Το νερό έμοιαζε υγρό και κρύο' ο αέρας έδειχνε παγωμένος.

             "Λοιπόν, ποιος θα μπει πρώτος;" είπε ο Χάρις τελικά.

              Δεν υπήρξε μεγάλος συνωστισμός για την προτεραιότητα. Ο Τζωρτζ έλυσε το ζήτημα από πλευράς του μπαίνοντας μέσα στη βάρκα και φορώντας τις κάλτσες του. Ο Μονμόρενσυ έβγαλε ένα αθέλητο αλύχτισμα, λες και η σκέψη και μόνο του μπάνιου τον είχε τρομοκρατήσει' και ο Χάρις είπε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να ξανασκαρφαλώσουμε στη βάρκα και μπήκε μέσα και ταχτοποίησε το παντελόνι του.

              Εγώ δεν ήθελα να εγκαταλείψω αμέσως την προσπάθεια, παρόλο που δε με ενθουσίαζε η ιδέα της βουτιάς' μπορεί να υπήρχαν κλαδιά ή βούρλα, σκέφτηκα. Είπα να συμβιβάσω τα πράγματα πηγάινοντας ως την άκρη και ρίχνοντας λίγο νερό επάνω μου' έτσι λοιπόν πήρα μια πετσέτα, βγήκα στην όχθη και πήγα και κάθισα πάνω σ' ένα χοντρό κλαδί που έφτανε μέχρι το νερό.

              Το νερό ήταν παγωμένο κι ο αέρας θέριζε. Σκέφτηκα τελικά να μη βραχώ καθόλου, αλλά να ξαναγυρίσω στη βάρκα και να ντυθώ. Έκανα μεταβολή λοιπόν,. αλλά καθώς γυρνούσα, το ηλίθιο το κλαδί υποχώρησε, και εγώ μαζί με την πετσέτα μου πέσαμε μ'ένα τρομερό πλατς στο νερό' και βρέθηκα στη μέση του ποταμού μ'ένα γαλόνι νερό του Τάμεση μέσα μου, πριν προλάβω να καταλάβω τί ακριβώς είχε συμβεί.

             "Θεέ μου! Ο μάγκας ο Τζέρομ μπήκε μέσα", άκουσα τον Χάρις να λέει, καθώς έβγαινα στην επιφάνεια ξεφυσώντας. "Δεν περίμενα να έχει το κουράγιο να το κάνει. Εσύ το περίμενες;"

             "Ωραία είναι;" φώναξε ο Τζωρτζ.

             "Υπέροχα" απάντησα χτυπώντας τα δόντια. "Χάνετε που δε μπαίνετε. Εγώ δεν θα το έχανα για τίποτε στον κόσμο. Γιατί δεν δοκιμάζετε;  Λίγη αποφασιστηκότητα θέλει μόνο".
Αλλά δεν μπορούσα να τους πείσω.


              Την ώρα που ντυνόμουνα, μου συνέβη κάτι πολύ διασκεδαστικό. Κρύωνα τρομερά όταν ανέβηκα πάνω στη βάρκα, και στη βιασύνη μου να φορέσω το πουκάμισό μου το έριξα κατά λάθος στο νερό.

               Το γεγονός μ' εκνεύρισε τρομερά, ιδίως επειδή ο Τζωρτζ έβαλε τα γέλια. Δεν μπορούσα να καταλάβω πού το έβλεπε το αστείο, και το είπα αυτό στο Τζωρτζ, αλλά εκείνος απλώς γέλασε ακόμα περισσότερο. Τελικά έχασα την ψυχραιμία μου μαζί του και του είπα ελεύθερα τη γνώμη μου για το άτομό του' αυτός όμως ξεκαρδίστηκε ακόμα πιο πολύ. Αλλά μετά, ενώ ψάρευα το πουκάμισο, παρατήρησα ότι τελικά δεν ήταν το δικό μου πουκάμισο αλλά του Τζωρτζ, που το είχα περάσει για δικό μου' εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόση πλάκα είχε το γεγονός τελικά και άρχισα κι εγώ να γελάω. Κι όσο πιο πολύ κοιτούσα μια το βρεγμένο πουκάμισο του Τζωρτζ και μια τον Τζωρτζ που είχε πνιγεί στα γέλια, τόσο πιο πολύ διασκέδαζα' γέλασα τόσο πολύ, που μου ξανάπεσε το πουκάμισο στο νερό.

               "Δε ... δε θα το βγάλεις έξω;" είπε ο Τζωρτζ ανάμεσα στα χαχανήτά του.

               Για λίγη ώρα ήταν αδύνατον να του απαντήσω, γιατί είχα πεθάνει στα γέλια, αλλά τελικά, ανάμεσα στα χαχανητά μου κατάφερα να πετάξω:

              "Δεν είναι το δικό μου πουκάμισο -αλλά είναι το δικό σου!"

              Ποτέ δεν είδα έκφραση ανθρώπου να αλλάζε τόσο γρήγορα από εύθυμη σε σοβαρή.

              "Τί! " Ούρλιαξε και τινάχτηκε όρθιος. "Ηλίθιε άντρα! Γιατί δεν προσέχεις τί κάνεις; Γιατί δεν πας να ντυθείς στην όχθη; Δεν είσαι άξιος να κυκλοφορείς σε βάρκα. Δώσε μου το καμάκι".

              Προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει πόσο αστείο ήταν το όλο θέμα, αλλά δεν καταλάβαινε. Ο Τζωρτζ μερικές φορές δεν χαμπαρίζει από αστεία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10γ
Πέσαμε για ύπνο στις δέκα εκείνο το βράδυ και ήμουνα σίγουρος ότι, με την κούραση που είχα, θα κοιμόμουνα μια χαρά' αλλά τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν έτσι. Κατά κανόνα γδύνομαι, ακουμπάω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και αμέσως μετά κάποιος χτυπάει την πόρτα και μου λέει ότι η ώρα είναι οκτώμισι το πρωί. Απόψε όμως όλα έμοιαζαν να συνωμοτούν εναντίον μου' η εμπειρία ήταν καινούρια, η βάρκα ήταν σκληρή, η θέση μου ήταν άβολη (είχα ξαπλώσει με τα πόδια κάτω από το ένα κάθισμα και το κεφάλι μου πάνω σ' ένα άλλο) και ο ήχος του παφλασμού του νερού γύρω από τη βάρκα και ο άνεμος στα κλαδιά μου προκαλούσαν ενόχληση και ανησυχία.

Κοιμήθηκα τελικά λίγες ώρες και μετά κάποιο κομμάτι της βάρκας που φαίνεται ότι μεγάλωνε μόνο στη διάρκεια της νύχτας -γιατί σίγουρα δεν ήταν εκεί όταν ξεκινήσαμε και είχε εξαφανιστεί όταν ξυπνήσαμε το πρωί- άρχισε να χώνεται στην πλάτη μου. Συνέχισα να κοιμάμαι για λίγο, ονειρευόμενος ότι είχα καταπιεί μια λίρα και ότι κάποιοι μου άνοιγαν μια τρύπα στην πλάτη μ' ένα τρυπάνι, προσπαθώντας να τη βγάλουν. Το βρήκα πολύ άκαρδο εκ μέρους τους και τους είπα ότι θα τους χρωστούσα τα λεφτά και μέχρι το τέλος του μήνα θα τους τα είχα δώσει. Αλλά δεν ήθελαν ν' ακούσουν και είπαν ότι ήταν πολύ καλύτερα να τα πάρουν εκείνη τη στιγμή, γιατί αλλιώς θα μαζεύονταν πολλοί τόκοι. Κατόπιν αυτού θύμωσα πολύ μαζί τους και τους είπα τί σκεφτόμουν γι' αυτούς, εκείνοι όμως έστριψαν το τρυπάνι τόσο βάρβαρα, που ξύπνησα.

              Η βάρκα φαινόταν πνιγηρή και το κεφάλι μου πονούσε' έτσι λοιπόν σκέφτηκα να βγω λίγο έξω στο δροσερό αέρι της νύχτας. Φόρεσα ό,τι ρούχο βρήκα γύρω μου -μερικά δικά μου και μερικά του Τζωρτζ και του Χάρις-και γλίστρησα κάτω από την τέντα στην όχθη.

             Η νύχτα ήταν ατάραχη. Το φεγγάρι είχε δύσει και είχε αφήσει την ήσυχη γη μόνη με τα αστέρια. Μέσα στην ησυχία και τη γαλήνη, θα 'λεγε κανείς ότι εν΄β τα παιδιά της κοιμόνταν, εκείνη μιλούσε με τ' αδέλφια της, τα αστέρια -μιλούσαν για τα μεγάλα μυστήρια με φωνές τόσο βαθιές και απέραντες, που τα παιδικά, ανθρώπινα αυτιά δεν μπορούσαν να συλλάβουν τον ήχο τους.

            Τα αστέρια μας προκαλούν δέος' είναι τόσο ψυχρά, τόσο καθαρά. Είμαστε σαν τα μικρά παιδιά που τα βήματά τους τα οδήγησαν σε κάποιο αχνοφωτισμένο ναό του θεού που διδάχτηκαν να λατρεύουν χωρίς να τον γνωρίζουν και καθώς στέκονται εκεί όπου ο μεγαλόπρεπος τρούλος χάνεται μέσα στο λυκόφως, σηκώνουν το βλέμμα με την ελπίδα και το φόβο ότι θα δουν κάποια τρομερή οπτασία να αιωρείται εκεί ψηλά.

            Κι όμως η νύχτα μοιάζει γεμάτη κουράγιο και δύναμη. Μπροστά στην επιβλητική παρουσία της, οι μικροσκοτούρες μας χάνονται ντροπιασμένες. Η μέρα είναι γεμάτη μπελάδες κι έγνοιες, οι καρδιές μας γεμάτες με κακές και πικρές σκέψεις και ο κόσμος μάς φαίνεται σκληρός και άδικος. Κι ύστερα η νύχτα, σαν κάποια μεγάλη τρυφερή μητέρα, ακουμπάει απαλά το χέρι της επάνω στο φλογισμένο μας μέτωπο και γυρίζει τα μικρά, δακρυσμένα μας πρόσωπα προς το μέρος της και χαμογελάει' και παρ' όλο που δε μιλάει, ξέρουμε τί θέλει να μας πει' ακουμπάμε το ζεστό, ξαναμμένο μας πρόσωπο στο στήθος της κι ο πόνος εξαφανίζεται.

              Μερικές φορές ο πόνος μας είναι πολύ βαθύς και γνήσιος και στέκουμε μπροστά της πολύ σιωπηλοί, γιατί δεν υπάρχουν λέξεις για να τον περιγράψουμε, μόνο ένα βογκητό. Τότε η καρδιά της νύχτας είναι γεμάτη θλίψη για μας: δεν μπορεί να ελαφρύνει τον πόνο μας' παίρνει το χέρι μας στο δικό της και ο μικρός μας κόσμος γίνεται ακόμα μικρότερος και φαντάζει πολύ μακρινός' πάνω στα σκοτεινά της φτερά βιώνουμε για λίγο μια Παρουσία πιο ισχυρή από τη δική της και στο θαυμαστό φως εκείνης της μεγάλης Παρουσίας όλη η ανθρώπινη ζωή ανοίγεται μπροστά μας σαν βιβλίο και ξέρουμε ότι ο Πόνος και η Θλίψη δεν είναι παρά άγγελοι του Θεού.

              Μόνο όσοι έχουν φορέσει το στέμμα του πόνου μπορούν να κοιτάξουν ασταμάτητα αυ΄το το θαυμαστό φως' κι εκείνοι, όταν ξαναγυρίζουν, δεν μπορούν να μιλήσουν γι' αυτό και να αποκαλύψουν το μυστήριο που γνώρισαν.



             Κάποτε, σε μια παράξενη χώρα, ταξίδευαν κάποιοι αγαθοί ιππότες. Το μονοπάτι τους περνούσε δίπλα από ένα πυκνό δάσος, όπου τα βάτα φύτρωναν πολύ χοντρά και δυνατά και έσκιζαν τη σάρκα όσων έχαναν το δρόμο τους εκεί μέσα. Και τα φύλλα των δέντρων που μεγάλωναν στο δάσος ήταν πολύ σκούρα και παχιά, έτσι που ούτε μαι αχτίδα φωτός δεν μπορούσε να περάσει μέσα από τα κλαδιά για να φωτίσει το σκοτάδι και τη θλίψη.

              Καθώς περνούσαν λοιπόν δίπλα από εκείνο το σκοτεινό δάσος, ένας από τους ιππότες που προχωρούσε χωριστά από τους συντρόφους του περιπλανήθηκε μακριά και δεν τους ξαναβρήκε πια' εκείνοι, πολύ στεναχωρημένοι, συνέχισαν το δρόμο τους πενθώντας τον σαν να είχε πεθάνει.

             Έφτασαν στο ωραίο κάστρο που ήταν ο προορισμός τους και έμειναν εκεί πολλές μέρες και περνούσαν ζωή χαρισάμενη. Ένα βράδυ, εκεί που κάθονταν άνετοι και χαρούμενοι γύρω από τα κούτσουρα που έκαιγαν στη μεγάλη σάλα και έπιναν ένα ποτηράκι, εμφανίστηκε ο σύντροφος που είχαν χάσει και τους χαιρέτισε. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα σαν του ζητιάνου και πολλοί λένε ότι η τρυφερή του σάρκα ήταν πληγωμένη, αλλά στο πρόσωπό του άστραφτε η λάμψη μιας βαθιάς χαράς.

             Τον βομβάρδισαν με ερωτήσεις για να μάθουν τί του είχε συμβεί. Εκείνος τους είπε ότι είχε χαθεί μέσα στο σκοτεινό δάσος και είχε περιπλανηθεί πολλές μέρες και νύχτες μέχρι που, κουρελιασμένος και ματωμένος, είχε ξαπλώσει κάτω για να πεθάνει.

             Μετά, έτσι όπως κειτόταν ετοιμοθάνατος, ιδού! Μέσα στο άγριο σκοτάδι τον πλησίασε μια επιβλητική παρθένα που τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε μέσα από λοξά μονοπάτια, άγνωστα στους ανθρώπους, μέχρι που μέσα στο σκοτάδι του δάσους ανέτειλε ένα φως τόσο λαμπρό, που μπροστά του το φως της μέρας φάνταζε σαν το κερί μπροστά στον ήλιο και μέσα σ' εκείνο το θαυμαστό φως, ο ταλαίπωρος ιππότης μας είδε κάτι σαν όνειρο ή οπτασία και το όραμά του αυτό ήταν τόσο εξαίσιο και πανέμορφο, που έπαψε να σκέφτεται πια τις ματωμένες του πληγές και στάθηκε σα μαγεμένος, νιώθοντας απερίγραπτη χαρά, βαθιά σαν τη θάλασσα που κανείς δεν ξέρει το πραγματικό της βάθος.

            Μετά το όραμα χάθηκε και ο ιππότης γονάτισε στο χώμα κι ευχαρίστησε τον καλό άγιο που είχε οδηγήσει τα βήματά του μέσα σ' εκείνο το δάσος, όπου αξιώθηκε να δει το όραμά που κρυβόταν μέσα του.


Το όνομα του δάσους ήταν Θλίψη' όσο για το όραμα που είδε εκεί μέσα ο καλός ιππότης, δεν μπορούμε ούτε να το πούμε ούτε και να το διηγηθούμε.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10β

Επί τριάντα πέντε λεπτά ούτε ένας ήχος δεν ακούστηκε κατά μήκος της βάρκας, εκτός από το κουδούνισμα των πιατικών και των μαχαιροπίρουνων και το σταθερό άλεσμα από τέσσερα ζευγάρια μασέλες. Μετά από τριάντα πέντε λεπτά, ο Χάρις είπε, “Α!” και έβγαλε το αριστερό του πόδι από κάτω και έβαλε στη θέση του το δεξί.

Πέντε λεπτά αργότερα, ο Τζωρτζ είπε κι εκείνος “Α!” και εκσφενδόνισε το πιάτο του έξω στην όχθη' τρία λεπτά αργότερα, ο Μονμόρενσυ έδειξε το πρώτο σημάδι ευχαρίστησης από τότε που είχαμε ξεκινήσει: ξάπλωσε στο πλάι και τέντωσε τα πόδια' μετά είπα κι εγώ, “Α!” και έγειρα το κεφάλι μου πίσω και το χτύπησα σ' ένα από τα τόξα της τέντας, αλλά δε μ' ένοιαξε. Ούτε που έβρισα καν.

Τί ωραία που νιώθει κανείς όταν είναι χορτάτος -πόσο ικανοποιημένοι ήμασταν με τον εαυτό μας και με όλον τον κόσμο/! Άνθρωποι που το έχουν δοκιμάσει, μου λένε ότι μια καθαρή συνείδηση σε κάνει πολύ ευτυχισμένο και ικανοποιημένο αλλά το γεμάτο στομάχι κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά και είναι πιο φτηνό και πιο εύκολο να το πετύχεις. Νιώθεις τόσο γενναιόδωρος και μεγαλόψυχος μετά από ένα πλήρες και καλοχωνεμένο γεύμα -τόσο υψηλόφρων, τόσο καλόκαρδος.

Τί περίεργη που είναι αυτή η κυριαρχία των οργάνων της χώνεψης επί του εγκεφάλου. Δεν μπορούμε να δουλέψουμε, δεν μπορούμε να σκεφτούμε καν, αν δεν μας το επιτρέψει το στομάχι μας. Μας υπαγορεύει τα συναίσθήματά μας και τα πάθη μας. Μετά από αυγά και μπέικον λέει, “δούλεψε!”, μετά από μπριζόλα και κρασί λέει, “κοιμήσου!”. Μετά από ένα φλιτζάνι τσάι (δύο κουταλιές για κάθε φλιτζάνι και να μην το αφήνετε να μένει περισσότερο από τρία λεπτά) λέει στον εγκέφαλο, “τώρα σήκω και δείξε μας τη δύναμή σου. Γίνε εύγλωττος, βαθυστόχαστος και τρυφερός' δες με καθαρό μάτι τη φύση και τη ζωή' άπλωσε τα άσπρα φτερά της τρομαγμένης σου σκέψης και πέτα σαν καλό πνεύμα, ψηλά στους μακρινούς δρόμους των φλογισμένων άστρων μέχρι τις πύλες της αιωνιότητας!”.

Μετά από ζεστό κέικ λέει, “Γίνε νωθρός και άψυχος, σα ζώο του αγρού -ανόητο ζώο με ανήσυχο μάτι, στερημένο από το παραμικρό ίχνος φαντασίας, ελπίδας, φόβου, έρωτα ή ζωής”. Και μετά από ικανή ποσότητα μπράντυ λέει, “Εμπρός λοιπόν, ανόητε, χαμογέλασε και περπάτα, για να γελάσουν οι συνάνθρωποί σου -κάνε τρέλες, τραύλισε ανόητους ήχους και δείξε τί αβοήθητο πλάσμα είσαι ο καημένος ό άντρας που το πνεύμα και η θέληση του έχουν πνιγεί  δίπλα δίπλα, σαν τα γατιά, σε μισό πόντο οινόπνευμα”.

Είμαστε οι πιο γνήσιοι, οι πιο αξιοθρήνητοι σκλάβοι, του στομαχιού μας. Μην ψάχνετε για ηθική και δίκαιο, φίλοι μου' προσέχετε σχολαστικά το στομάχι σας, ταίστε το με φροντίδα και σωστή κρίση. Τότε η αρετή και η ευχαρίστηση θα έρθουν να βασιλέψουν στην καρδιά σας χωρίς καμιά προσπάθεια εκ μέρους σας' και θα είστε καλός πολίτης, στοργικός σύζυγος και καλός πατέρας -ευγενικός, ευσεβής άντρας.

Πριν από το δείπνο μας, ο Χάρις, ο Τζωρτζ κι εγώ ήμασταν εριστικοί, ευερέθιστοι και κακοδιάθετοι' μετά το δείπνο καθόμασταν και χαμογελούσαμε ο ένας στον άλλο, χαμογελούσαμε και στο σκύλο. Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο, αγαπούσαμε τους πάντες. Ο Χάρις κάποια στιγμή αποφάσισε να μετακινηθεί και πάτησε κατά λάθος τον κάλο του Τζωρτζ. Αν αυτό είχε συμβεί πριν από το δείπνο, ο Τζωρτζ θα είχε εκφράσει ευχές κι επιθυμίες σχετικά με τη μοίρα του Χάρις σ' αυτόν τον κόσμο και στον άλλο, που θα έκαναν ν ανατριχιάσει και ο μεγαλύτερος σκεπτικιστής.

Τώρα όμως είπε μόνο, “Προσεχε, λεβέντη μου”.

Και ο Χάρις αντί να παρατηρήσει απλώς με το πιο δυσάρεστό του ύφος ότι ήταν φύσει αδύνατον να μην πατήσει κάποιος ένα μέρος του ποδιού του Τζωρτζ, αν έπρεπε να κινηθεί οπωσδήποτε σε ακτίνα δέκα μέτρων από το σημείο που καθόταν ο Τζωρτζ, και να συμβουλέψει τον Τζωρτζ να μην μπαίνει ποτέ σε βάρκα κανονικού μεγέθους, αφού είχε τόσο μεγάλα πόδια και να του προτείνει να τα κρεμάει απέξω, όπως θα είχε σίγουρα κάνει πριν από το δείπνο, τώρα είπε: “Αχ, συγνώμη, φίλτατε' ελπίζω να μη σε πόνεσα”.

Ο δε Τζωρτζ είπε: “Μα τί λες τώρα”, υπονοώντας ότι έφταιγε εκείνος και ο Χάρις πως όχι, το σφάλμα ήταν όλο δικό του.

Ήταν απόλαυση να τους ακούς.


Ανάψαμε τις πίπες μας και καθίσαμε, κοιτώντας την ήσυχη νύχτα, και το ρίξαμε στην κουβέντα.



Ο Τζωρρτζ αναρωτήθηκε γιατί να μην μπορούμε να είμαστε πάντα έτσι -μακριά από τον κόσμο με τις αμαρτίες και τους πειρασμούς του- να διάγουμε βίο ειρηνικό και να κάνουμε το καλό. Είπα ότι κι εγώ είχα συχνά λαχταρήσει κάτι ΄τετοιο' και συζητήσαμε την πιθανότητα να φύγουμε μακριά, οι τέσσερίς μας, σε κάποιο βολικό, καλά εξοπλισμένο έρημο νησί και να ζήσουμε εκεί στα δάση.

Ο Χάρις είπε πως το πρόβλημα με τα έρημα νησιά, απ' όσο είχε ακούσει, ήταν η μεγαλύτερη υγρασία' αλλά ο Τζωρτζ είπε ότι αυτό δεν ίσχυε, αν είχαν καλό αποστραγγιστικό σύστημα.

Συνεχίσαμε για λίγο τη συζήτηση για αποχετεύσεις και μετά ο Τζωρτζ θυμήθηκε κάτι που είχε συμβεί κάποτε στον πατέρα του. Είπε ότι ο πατέρας του ταξίδευε με έναν φίλο του στην Ουαλία και κάποια νύχτα σταμάτησαν σ' ένα μικρό πανδοχείο, όπου υπήρχαν και κάτι άλλοι τύποι που τους έπιασαν κουβέντα και πέρασαν το βράδυ μαζί.


Περνούσαν πολύ ωραία και το ξενυχτήσανε πολύ' μέχρι να πάνε για ύπνο, είχαν περιέλθει (αυτό συνέβη όταν ο πατέρας του Τζωρτζ ήταν πολύ νέος) σε κατάσταση ελαφράς ευθυμίας. Επρόκειτο να κοιμηθούν (ο πατέρας του Τζωρτζ και ο φίλος του πατέρα του Τζωρτζ) στο ίδιο δωμάτιο, αλλά σε διαφορετικά κρεβάτια. Πήραν το κερί και ανέβηκαν στις σκάλες. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο, ακούμπησαν το κερί σε μια εσοχή του τοίχου κι εκείνο έσβησε, οπότε ήταν αναγκασμένοι να γδυθούν και να πλαγιάσουν στα σκοτεινά. Αυτό και έκαναν' αλλά, αντί να πέσουν σε διαφορετικά κρεβάτια, σκαρφάλωσαν και οι δύο στο ίδιο κρεβάτι χωρίς να το καταλάβουν -ο ένας τους με το κεφάλι στην πάνω μεριά και ο άλλος στην κάτω, ξαπλώνοντας με τα πόδια του στο μαξιλάρι.

Προς στιγμήν έπεσε σιωπή και μετά ο πατέρας του Τζωρτζ είπε:

“Τζο!”

“Τί τρέχει, Τομ;” απάντησε η φωνή του Τζο από την άλλη μεριά του κρεβατιού.

“Είναι ένας άντρας στο κρεβάτι μου”, είπε ο πατέρας του Τζωρτζ. Βρήκα τα πόδια του στο μαξιλάρι μου”.

“Περίεργο πράγμα, Τομ”, απάντησε ο άλλος, “αλλά, πού να με πάρει η ευχή, είναι κι εμένα ένας άντρας στο κρεβάτι μου!”

“Τί σκοπεύει να κάνεις;” ρώτησε ο πατέρας του Τζωρτζ.

“Λέω να τον πετάξω κάτω”, απάντησε ο Τζο.

“Το ίδιο θα κάνω κι εγώ' είπε ο πατέρας του Τζωρτζ γενναία.

Ακολούθησε σύντομη πάλη και μετά δυο βαριοί γδούποι στο πάτωμα' και μετά μια πονεμένη φωνή είπε:

“Δε μου λες, Τομ!”

“Έλα!”

“Τί απέγινε;”

“Να σου πω την αλήθεια ο τύπος πέταξε κάτω εμένα”

“Το ίδιο και ο δικός μου! Για να είμαι ειλικρινής, αυτό το πανδοχείο αρχίζει να μου δίνει στα νεύρα. Τί λες κι εσύ;”

“Πώς το έλεγαν εκείνο το πανδοχείο;” ρώτησε ο Χάρις.

“Το Γουρούνι και η Σφυρίχτρα”, είπε ο Τζωρτζ. “Γιατί;”

“Α!, Καλά, τότε δεν είναι το ίδιο”, απάντησε ο Χάρις.

“Τί εννοείς” ρώτησε ο Τζωρτζ.

“Είναι πολύ περίεργο”, μουρμούρισε ο Χάρις, “αλλά ακριβώς το ίδιο πράγμα συνέβη στο δικό μου πατέρα κάποτε, σ' ένα επαρχιακό πανδοχείο. Τον έχω ακούσει πολλές φορές να λέει την ιστορία. Σκέφτηκα μήπως ήταν το ίδιο πανδοχείο”.

Τσικουδιά - Τσιμουδιά.

είπα να μην ενδώσω, που θα με φάει η θλίψις.
αλλά αδύνατον να είναι ο διάβολος στα παρτέρια σου και να μην ενδώσεις.
α πα πα πα πα, δε γιένεται.
άντε ωρέ,μου λέω.
μιαν στάλα.
κι η στάλα έγινε ποταμός, κι ο ποταμός λίμνη, λιμνοθάλασσα, θάλασσα, ωκεανός.
ατμός και σφαίρα. μια για το καλως όρισες και η ή ίδια για το καλό κατευόδιο.
μαζεύω μαγικές κορδέλλες και μπιχλιμπίδια αλλά ακόμα να μαζέψω την στόμα μου. μπρρρρ.
φραγή οδόντων.
θέλω να ριβάρω και να πάω σε πολιτείες παραθαλάσσιες.
εκεί που να μην έχω ούτε φωνή ούτε όνομα.
να πέφτω και να σκώνομαι και να φοράω ένα φουστάνι μαύρο και μακρύ.
μαύρο σα σύννεφο καταιγίδας
και μακρύ να συμβολίζει τη σιωπή.
και μέσα σ αυτό το κουκούλι να αφήσω τον πάλλευκο εαυτο μου.
ν αφεθώ.
σε μια Βαβέλ ήχων ξενόφερτων.
φωνών αμετάφραστων.
το τρίξιμο του πατώματος
το χτύπημα της πόρτας
η κίνηση.
η σκέψη μου.
ένα ανοιχτό βιβλίο στο τραπέζι.
ραδιόφωνο, πυρκαγιές, εξωτερική πολιτική, εσωτερικές αναταραχές.
καλοκαίρι στην άκρη του κόσμου.
εκεί που το καλοκαίρι είναι μάστιγα
και τα φεγγάρια φανοστάτες σε συμπλέγματα.
τα ιδιωτικά μας μακροβούτια στην ενύπαρξη.
κι ο κόσμος;
α! ο κόσμος, η ζωή, είναι ένα ζευγάρι παπούτσια που δεν ταιριάζουν στα πόδια μου.
μου λένε ότι φλερτάρω με την αθανασία εκ του ασφαλούς.
ότι προπαγανδίζω το απνευστί έχοντας καλές καβάτζες.
πλήρης άγνοια.
τώρα, θα έδινα το τελευταίο μισοκαμμένο μου κουλουράκι μελιού για να βρω μια λύση στη σιωπή.
την ανεπιθύμητη σιωπή.
να βρω μαι δικλείδα για το προφανές.
και μια σανίδα σωτηρίας για το απέραντο.
Ήθελα να βρω το πασαπόρτι που χρειάζεσαι για να έχεις αιτία να ζεις.
μα αυτό είναι πολύ μόχθος για γυναικείους ωμους.
Το ήθελα πάντως.
Καθώς θύμωσα που μια μέρα βρέθηκες κάτω από το θυμό ενός άσπλαχνου Θεού.
έχω γράψει 294 λέξεις.
σιγά τα λάχανα.
300.
Θέλω να φύγω, να πάω σ’ ένα δάσος, σ’ ένα βουνό, σε μια ερημιά.
να συνουσιαστώ με την απουσία κι η απουσία να είναι μια σταθερή δύναμη στον τόπο και το χρόνο.
να είναι μια πραγματικότητα.
όχι ένα αβέβαιο πρόσωπο.
μου λείπει η αγάπη αυτές τις Αυγουστιάτικες μέρες και νύχτες
Αγάπη, που το α της να σε νανουρίζει
το γα της να σ αποκοιμίζει
και το πη της να σε ξυπνάει σε αμβλείες φωτεινές γωνίες,
μια αγάπη για το καλοκαίρι.
ψυχομαχάει ο Αύγουστος.
οι νύχτες χάσαν το χρώμα του παθους, της ανυμπόριας μπρος στον πόθο.
αμβλείες γωνίες.
world wide open.
ο κόσμος σε έκρηξη.
τελευταίες αφίξεις.
με είδες, σε είδα, χαθήκαμε.
ένα ποτήρι θάνατο θα πιω.
κρυφολαμπυρίζει το μαύρο μου καφτάνι.
άστρα.
στον αστερισμό μιας κοσμοχαλασιάς
και στο παιχνίδι των λέξεων και των κενών
1
0
1
1
δεν υπακούω.
σιγοντάρω κι ένα αστέρι πέφτει,