Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 α

Η πρώτη μας νύχτα – Κάτω από την τεντα – Έκκληση για βοήθεια - Οι ιδιοτροπίες των τσαγιερών και πώς να τις αντιμετωπίσετε – Δείπνο – πώς να νιώσετε μεγαλόψυχος – Ζητείται έρημο νησί με καλό αποστραγγιστικό σύστημα, κατά προτίμηση στην περιοχή του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού – Κάτι περίεργο που συνέβη στον πατέρα του Τζωρτζ – Μι ανήσυχη νύχτα.

Ο Χάρις κι εγώ αρχίσαμε να σκεφτόμαστε ότι κατ' αναλογίαν θα πρέπει να είχε γκρεμιστεί και το φράγμα του Μπελ. Ο Τζωρτζ μας είχε ρυμουλκήσει μέχρι το Στέινς και μετά αναλάβαμε εμείς. Μας φαινόταν σα να σέρναμε πίσω μας πενήντα τόνους και να είχαμε περπατήσει εξήντα χιλιόμετρα. Ήταν εφτάμισι όταν περάσαμε πια το φράγμα, οπότε μπήκαμε όλοι στη βάρκα και κωπηλατήσαμε προς την αριστερή όχθη, ψάχνοντας για κάποιο σημείο να αράξουμε.

Αρχικά σκοπεύαμε να πάμε στο νησάκι Μάγκνα Κάρτα, ένα πολύ όμορφο σημείο όπου το ποτάμι κυλάει στριφογυριστά μέσα από μια απαλή, πράσινη πεδιάδα, και να κατασκηνώσουμε σ' ένα από τα γραφικά λιμανάκια που βρίσκονται σ' εκείνη τη μικροσκοπική ακτή. Αλλά για κάποιο λόγο δε νιώθαμε την ίδια λαχτάρα για γραφικά τοπία που νιώθαμε πριν. Λίγο νερό ανάμεσα σε μια μαούνα φορτωμένη κάρβουνο κι ένα εργοστάσιο φωταερίου θα μας είχε ικανοποιήσει εξίσου εκείνη τη νύχτα. Δε θέλαμε τοπία. Θέλαμε να φάμε το δείπνο μας και να κοιμηθούμε. Ωστόσο προχωρήσαμε μέχρι εκείνο το σημείο -το λένε τοποθεσία για Πικνίκ- και αράξαμε σε μια πολύ ωραία γωνιά, κάτω από μια μεγάλη φτελιά, που στις χοντρές της ρίζες δέσαμε τη βάρκα.

              Μετά είπαμε να πάρουμε το δείπνο μας (δεν είχαμε πιει τσάι για να κερδίσουμε χρόνο), αλλά ο Τζωρτζ είπε όχι' έπρεπε πρώτα να στήσουμε την τέντα, πριν σκοτεινιάσει, όσο βλέπαμε ακόμα τί κάναμε. Μετά, είπε, θα είχαμε τελειώσει με τις δουλειές και θα καθόμασταν να φάμε με την ησυχία μας.

              Αυτή η τέντα ήθελε πολύ περισσότερο στήσιμο απ' ότι πιστεύω ότι οποιοσδήποτε από εμάς είχε υπολογίσει. Θεωρητικά έμοιαζε΄πολύ απλό. Έπαιρνες πέντε πελώρια σιδερένια τόξα και τα στερέωνες πάνω από τη βάρκα και μετά άπλωνες το κανναβάτσο από πάνω τους και το έδενες χαμηλά' σκεφτήκαμε ότι θα μας έπαιρνε γύρω στα δέκα λεπτά.

              Το υποτιμήσαμε.

              Σηκώσαμε τα τόξα και αρχίσαμε να τα κατεβάζουμε προς τις υποδοχές που ήταν στερεωμένες στη βάρκα. Δε θα φανταζόταν κανείς ότι επρόκειτο για επικίνδυνη δουλειά' αλλά τώρα που αναθυμάμαι το επεισόδιο, αναρωτιέμαι πώς επέζησε κάποιος από μας για να αφηγηθεί την ιστορία. Αυτά δεν ήταν τόξα, ήταν δαίμονες. Κατ' αρχήν δε χωρούσαν καν στις υποδοχές και έπρεπε να πηδάμε επάνω τους και να τα κλωτσάμε και να τα χτυπάμε με το καμάκι της βάρκας. Όταν τελικά μπήκαν, ανακαλύψαμε ότι δεν ήταν αυτές οι υποδοχές τους, οπότε έπρεπε να τα ξαναβγάλουμε.

             Έλα όμως που δεν έβγαιναν, παρά μόνο αφού δύο από μας είχαν παλέψει μαζί τους για πέντε λεπτά τουλάχιστον, και μετά αναπηδούσαν ξαφνικά προσπαθώντας να μας πετάξουν στο νερό και να μας πνίξουν. Είχαν μεντεσέδες στη μέση και, όταν δεν κοιτούσαμε, προσπαθούσαν να μας δαγκ΄βσουν με αυτούς τους μεντεσέδες σε ευαίσθητα σημεία του σώματός μας' την ώρα που παλεύαμε με την μια άκρη του τόξου και προσπαθούσαμε να την πείσουμε να κάνει το καθήκον της, η άλλη άκρη μας πλησίαζε ύπουλα και μας χτυπούσε στο κεφάλι.

            Τελικά τα στερεώσαμε και μετά το μόνον που είχαμε να κάνουμε ήταν να στερεώσουμε και το καναβάτσο από πάνω τους. Ο Τζωρτζ το ξετύλιξε και στερέωσε τη μία την άκρη στην πλώρη της βάρκας. Ο Χάρις στάθηκε στη μέση για να το πάρει από τον Τζωρτζ και να το ξετυλίξει μέχρι εμένα, που στεκόμουν στην πρύμνη για να το παραλάβω. Έκανε πολλή ώρα να έρθει. Ο Τζωρτζ τελείωσε το έργο που του αναλογούσε, αλλά ο Χάρις ήταν καινούριος στη δουλειά και τα έκανε θάλασσα.

              Πώς ακριβώς τα κατάφερε δεν το ξέρω, ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να το εξηγήσει άλλωστε' αλλά με κάποια μυστηριώδη διαδικασία κατάφερε, μετά από δέκα λεπτά υπεράνθρωπης προσπάθειας, να τυλιχτεί ολόκληρος μέσα στο πανί. Ήταν τόσο σφιχτά τυλιγμένος, διπλωμένος και μπουρδουκλωμένος, που ήταν αδύνατον να βγει έξω. Εκείνος, φυσικά, έκανες απελπισμένες προσπάθειες για να ανακτήσει την ελευθερία του – που κάθε Εγγλέζος άλλωστε τη δικαιούται από γεννησιμιού του- και ενώ το έκανε αυτό (απ' ότι έμαθα εκ των υστέρων), έριξε κάτω τον Τζωρτζ' μετά ο Τζωρτζ άρχισε κι εκείνος να παλεύει βρίζοντας τον Χάρις και κατέληξε να μπερδευτεί κι εκείνος και να τυλιχτεί μέσα στο κανναβάτσο.

             Εκείνη τη στιγμή εγώ δεν ήξερα τίποτα απ' όλα αυτά. Προσωπικά δεν καταλάβαινα το παραμικρό απ' ό,τι διαδραματίζονταν. Μου είχαν πει να μείνω στη θέση μου και να περιμένω να μου έρθει το κανναβάτσο, οπότε ο Μονμόρενσυ κι εγώ στεκόμασταν εκεί και περιμέναμε και οι δυο σαν καλά παιδιά. Βλέπαμε το κανναβάτσο να τινάζεται περίεργα και να κουνιέται βίαια' αλλά υποθέσαμε ότι ήταν μέρος της μεθόδου και δε θελήσαμε να παρέμβουμε.

             Ακούγαμε επίσης πολλές πνιχτές βρισιές από κάτω του και υποθέσαμε ότι οι φίλοι μας έβρισκαν τη δουλειά μάλλον ενοχλητική αποφασίσαμε λοιπόν να περιμένουμε μέχρι να απλοποιηθούν κάπως τα πράγματα, πριν συμμετάσχουμε κι εμείς.

              Περιμέναμε κάμποση ώρα, αλλά το ζήτημα έμοιαζε να μπερδεύεται όλο και περισσότερο, μέχρι που τελικά το κεφάλι του Τζωρτζ βγήκε με κόπο πάνω από την κουπαστή της βάρκας και μίλησε.

              Το κεφάλι του Τζωρτζ είπε τα εξής, σε έντονο ύφος:

            “Δώσε ένα χεράκι, επιτέλους, ηλίθιε' ακούς εκεί να στέκεσαι εκεί σα τη μούμια, ενώ βλέπεις ότι πνιγόμαστε και οι δύο, ανόητε!”

             Ποτέ δεν έχω αρνηθεί τη βοήθειά μου, όταν μου τη ζητάνε, έτσι λοιπόν πήγα και τους ξεμπέρδεψα και μάλιστα πάνω στην ώρα, γιατί ο Χάρις κόντευε να μελανιάσει ολόκληρος.

               Μας πήρε άλλη μισή ώρα σκληρής δουλειάς για να στηθεί η τέντα' μετά καθαρίσαμε τη βάρκα και βγάλαμε το δείπνο. Βάλαμε την τσαγιέρα να βράζει, ψηλά στην πλώρη της βάρκας' μετά πήγαμε πίσω και συνεχίσαμε να βγάζουμε τα υπόλοιπα πράγματα, κάνοντας πως δεν της δίναμε σημασία.

               Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πείσεις μια τσαγιέρα να βράσει όταν είσαι σε ποτάμι. Έτσι και σε πάρει χαμπάρι ότι την περιμένεις πώς και πώς, δεν πρόκειται ποτέ της να τραγουδήσει. Πρέπει να απομακρυνθείς και να αρχίσεις να τρως, σαν να μη σκόπευες να πιεις καθόλου τσάι. Δενούτε να γυρίσεις να την κοιτάξεις.Έτσι μόνο θα ακούσεις πολύ σύντομα το νερό να γουργουρίζει ανυπομονώντας να μετατραπεί σε τσάι.

              Έτσι και βιάζεστε πολύ, μάλιστα, καλό θα είναι να μιλάτε δυνατά ο ένας στον άλλο και να λέτε ότι δεν έχετε ανάγκη να πιείτε τσάι και επομένως δεν προτίθεστε να φτιάξετε. Πλησιάζετε την τσαγιέρα, τόσο κοντά ώστε να σας ακούσει, και μετά ουρλιάζετε, “Εγώ δε θέλω τσάι' τί λες κι εσύ, Τζωρτζ;” και τότε ο Τζωρτζ ουρλιάζει εις απάντησιν, “Α, όχι, δε μ' αρέσει το τσάι' ας πιούμε λεμονάδα καλύτερα -το τσάι είναι τόσο δυσκολοχώνευτο”. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η τσαγιέρα ξεχειλίζει και σβήνει το καμινέτο.

              Υιοθετήσαμε αυτό το άκακο κόλπο και το αποτέλεσμα ήταν πως μέχρι να ετοιμαστούν όλα τα υπόλοιπα, το τσάι μας περίμενε. Τότε ανάψαμε τη λάμπα και κάτσαμε να πάρουμε το δείπνο μας.

              Το χρειαζόμασταν εκείνο το δείπνο.

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012


κεφάλαιο 9β

Απ' όλες τις εμπειρίες σχετικά με τη ρυμούλκηση, η πιο ευχάριστη αίσθηση είναι να σε ρυμουλκούν κορίτσια. Είναι μια αίσθηση που κανείς δεν θα έπρεπε να χάσει. Χρειάζονται πάντα τρία κορίτσια για να ρυμουλκήσουν' δύο κρατάνε το σκοινί κι η άλλη τρέχει ολόγυρα και γελάει. Γενικά αρχίζουν με το να βρεθούν δεμένες. Ο κάβος τυλίγεται στα πόδια τους κι αναγκάζονται να κάτσουν κάτω για να λύσουν η μία την άλλη' μετά τους τυλίγεται γύρω από το λαιμό και κινδυνεύουν να στραγγαλιστούν. Τελικά τη γλιτώνουν και ξεκινάνε τρέχοντας, τραβώντας τη βάρκα ξωπίσω τους με μάλλον επικίνδυνη ταχύτητα. Μετά από εκατό μέτρα, φυσικά, τους έχει κοπεί η ανάσα, οπότε σταματάνε ξαφνικά, κάθονται όλες στο γρασίδι και βάζουν τα γέλια' τότε η βάρκα παρασύρεται μέχρι τη μέση του ποταμού και γυρίζει ανάποδα πριν πάρεις χαμπάρι τί ακριβώς συνέβη και πριν προλάβεις να πιάσεις κανένα κουπί. Μετά εκείνες σηκώνονται και κοιτάνε ξαφνιασμένες.

               “Αχ, κοίτα!” λένε.”Πήγε μέχρι τη μέση του ποταμιού”.

               Μετά από αυτό τραβάνε αρκετά σταθερά για λίγο κι ύστερα, ξαφνικά, η μία το σκέφτεται να μαζέψει το φουστάνι της για διευκολύνει τη δουλειά τους, κι η βάρκα προσαράζει. Τινάζεσαι όρθιος, την ξεκολλάς με μια σπρωξιά και τους φωνάζεις να μη σταματάνε.

              “Ναι; Τι συμβαίνει;” λένε εκείνες.
   
              “Μη σταματάτε”. Ουρλιάζεις εσύ.

              “Μην τί;” 

              “Μη σταματάτε – συνεχίστε – συνεχίστε!”

              “Πήγαινε πίσω Έμιλυ και δες τί θέλουν”, λέει η μία' η Έμιλυ γυρίζει πίσω λοιπόν και ρωτάει τί τρέχει.

             “Τί θέλετε;” λέει. “Συνέβη κάτι;'

             “Όχι”, απαντάς, “όλα καλά' μόνο να προχωράτε σταθερά, αν γίνεται. Μη σταματάτε καθόλου”.

              “Γιατί όχι;'

             “Γιατί δεν μπορούμε να κουμαντάρουμε τη βάρκα αν σταματάτε συνέχεια. Της ανακόπτετε την κίνηση”.

           “Τί κάνουμε;”

            “Της ανακόπτετε την κίνηση – πρέπει ν' αφήνετε τη βάρκα να κινείται συνεχώς”.

            “Α, καλά, θα τους το πω. Καλά τα πάμε κατά τα άλλα;”

            “Ναι, ναι, πολύ καλά, αλήθεια, μόνο μη σταματάτε”

            “Δεν είναι καθόλου δύσκολο. Εγώ νόμιζα ότι είναι πολύ δύσκολο”.

            “Α, μπα, είναι αρκετά απλό. Απλώς πρέπει να έχετε κάποια σταθερότητα, αυτό είναι όλο”.

            “Κατάλαβα. Μου δίνεις το κόκκινό μου σάλι; Είναι κάτω από το μαξιλάρι”.

             Βρίσκεις το σάλι και της το δίνεις και τότε έρχεται άλλη μία που θέλει και το δικό της και παίρνουν και της Μαίρης μήπως το χρειαστεί, αλλά η Μαίρη δεν το θέλει, οπότε το φέρνουν πίσω και ζητάνε μια τσατσάρα. Περνάνε τουλάχιστον είκοσι λεπτά μέχρι να ξεκινήσουν πάλι και στην επόμενη στροφή βλέπουν μια αγελάδα οπότε εσύ πρέπει να κατέβεις από τη βάρκα για να βγάλεις την αγελάδα από το δρόμο τους.

             Δεν μπορείς να ηρεμήσεις ούτε λεπτό μέσα στη βάρκα όταν σε ρυμουλκούν κορίτσια.

             Με τα πολλά, ο Τζωρτζ βρήκε την άκρη του κάβου και μας ρυμο΄τλκησε σταθερά μέχρι το Πέντον Χουκ. Εκεί συζητάμε το σημαντικό θέμα της κατασκήνωσης. Είχαμε αποφασίσει να κοιμηθούμε μέσα στη βάρκα εκείνο το βράδυ κι έπρεπε είτε να σταματήσουμε κάπου εκεί είτε να συνεχίσουμε μέχρι μετά το Στέινς. Ωστόσο μας φάνηκε νωρίς για να σταματήσουμε αμέσως, με τον ήλιο ακόμα ψηλά στον ουρανό, κι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε τριάμισι μίλια ακόμα, μέχρι το Ράνιμιντ, ένα ήσυχο, δασωμένο μέρος του ποταμιού που προσφέρει καλό καταφύγιο.


            Αργότερα, πάντως, όλοι ευχηθήκαμε να είχαμε σταματήσει στο Πέντον Χουκ. Τρία τέσσερα μίλια κόντρα στο ρεύμα δεν είναι τίποτε νωρίς το πρωί, αλλά είναι πολύ κουραστική δουλειά στο τέλος της μέρας. Σε αυτά τα λίγα τελευταία μίλια, το τοπίο δε σε συγκινεί καθόλου. Δεν κουβεντιάζεις ούτε γελάς. Κάθε μισό μίλι που κάνεις σου μοιάζει για δύο. Δε μπορείς να το πιστέψεις ότι έχεις φτάσει μόνο εκεί που έχεις φτάσει και είσαι πεπεισμένος ότι ο χάρτης πρέπει να κάνει λάθος' κι όταν έχεις διανύσει με κόπο μια απόσταση που νομίζεις ότι θα πρέπει να είναι τουλάχιστον δέκα μίλια, αλλά ακόμα δε φαίνεται πουθενά ο υδατοφράχτης, αρχίζεις πραγματικά να φοβάσαι ότι κάποιος θα πρέπει τον πήρε στα κρυφά και να έφυγε.



             Θυμάμαι μια φορά στο ποτάμι που είχα πάει στον άλλο κόσμο (μιλώντας μεταφορικά, φυσικά). Είχα βγει με μια νεαρή κυρία -εξαδέλφη από την πλευρά της μητέρας μου- και πηγαίναμε κατά το Γκόρινγκ. Ήταν αργούτσικα και βιαζόμασταν να φτάσουμε -τουλάχιστον εκείνη ανυπομονούσε να φτάσει. Ήταν εξήμισι όταν φτάσαμε στον υδατοφράχτη του Μπένσον και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, κι εκείνη τότε άρχισε να ανησυχεί. Είπε ότι έπρεπε να είχε γυρίσει για το δείπνο. Είπα ότι το δείπνο ήταν κάτι στο οποίο θα ήθελα να συμμετέχει κι εγώ' κι έβγαλα ένα χάρτη που είχα μαζί μου για να δω πόσο μακριά ακριβώς ήταν. Είδα ότι ήταν μόνο ενάμιση μίλι μέχρι τον επόμενο υδατοφράχτη -στο Γουόλινγκφορντ- και πέντε από εκεί μέχρι το Κληβ.

            “Α, εντάξει”, είπα 'θα έχουμε περάσει τον επόμενο υδατοφράχτη μέχρι τις εφτά, και μετά μένει άλλος ένας μόνο' ' και στρώθηκα στη δουλειά και άρχισα να κωπηλατώ.

              Περάσαμε τη γέφυρα και λίγο μετά ρώτησα αν έβλεπε τον υδατοφράχτη. Εκείνη είπε πως όχι, δεν έβλεπε κανέναν υδατοφράχτη' κι εγώ είπα, “Α!” και συνέχισα να ρυμουλκώ. Πέρασαν άλλα πέντε λεπτά και μετά της ζήτησα να ξανακοιτάξει.

           ΄Οχι', είπε. “Δε βλέπω ίχνος από υδατοφράχτη πουθενά'.

          “Είσαι σίγουρη ότι αν δεις ένα υδατοφράχτη θα τον αναγνωρίσεις;' ρώτησα διστακτικά μη θέλοντας να την προσβάλλω.

              Η ερώτηση δεν την πρόσβαλλε, αλλά μου πρότεινε να κοιτάξω καλύτερα μόνος μου' έτσι λοιπόν άφησα τα κουπιά και έριξα μια ματιά. Το ποτάμι απλωνόταν ολόισια μπροστά μας μέσα στο λυκόφως για ένα δυο χιλιόμετρα' ίχνος υδατοφράχτη δε διακρινόταν πουθενά.

             “Δε πιστεύω να έχουμε χαθεί, ε;” ρώτησε η σύντροφός μου.

             Δεν καταλάβαινα πώς ήταν δυνατόν να χαθούμε' ωστόσο, όπως είπα, μπορεί με κάποιο τρόπο να είχαμε μπει ήδη στο φράγμα και να οδεύαμε προς τους καταρράκτες,

             Αυτή η ιδέα καθόλου δε με παρηγόρησε κι έβαλα τα κλάματα. Είπα ότι θα πνιγόμασταν κι οι δύο κι ότι καλά να πάθει, αφού είχε αποφασίσει να έρθει μαζί μου.

             Μου φάνηκε ότι η τιμωρία ήταν υπερβολική, αλλά η εξαδέλφη μου φρονούσε το αντίθετο και ήλπιζε μόνο όλα να τελειώνουν πολύ σύντομα.

              Προσπάθησα να την καθησυχάσω και να ελαφρύνω την όλη κατάσταση. Είπα πως ήταν προφανές ότι δεν κωπηλατούσα όσο γρήγορα νόμιζα, αλλά ότι πολύ σύντομα θα φτάναμε στον υδατοφράχτη' και συνέχισα για άλλο ένα μίλι.

              Μετά άρχισα κι εγώ να αισθάνομαι άσχημα. Ξανακοίταξα τον χάρτη. Υπήρχε ο υδατοφράχτης του Γουόλινγκφορντ, καθαρά σημειωμένος, ενάμισι μίλι κάτω από τον υδατοφράχτη του Μπένσον. Ο χάρτης ήταν καλός και αξιόπιστος' εκτός αυτού κι εγώ ο ίδιος θυμόμουνα τον υδατοφράχτη. Πού βρισκόμασταν; Τί μας είχε συμβεί; Άρχισα να σκέφτομαι ότι όλα αυτά πρέπει να ήταν ένα όνειρο και ότι στην πραγματικότητα κοιμόμουνα στο κρεβάτι μου και όπου να 'ταν θα ξυπνούσα και θα μου έλεγαν ότι ήταν περασμένες δέκα.

              Ρώτησα την εξαδέλφη μου αν πίστευε ότι μπορεί να ονειρευόμασταν κι εκείνη μου είπε ότι σκεφτόταν να μου κάνει την ίδια ερώτηση' μετά αναρωτηθήκαμε και οι δύο μήπως κοιμόμασταν και, αν ήταν έτσι, ποιος ήταν εκείνος που ονειρευόταν και ποιος εκείνος που ήταν μόνο μέσα στο όνειρο. Το ερώτημα παρουσίαζε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Εγώ πάντως συνέχιζα να τραβάω κουπί, αλλά ο υδατοφράχτης δε φαινόταν ακόμα πουθενά' το ποτάμι γινόταν όλο και πιο σκοτεινό και μυστηριώδες κάτω από τις σκιές της νύχτας που συγκεντρώνονταν κι όλα τα πράγματα γύρω μας άρχισαν να φαντάζουν μυστηριώδη. Σκέφτηκα τα τελώνια, τα δαιμόνια και τα ξωτικά κι εκείνα τα κακά κορίτσια που κάθονται όλη νύχτα πάνω στα βράχια; και παρασύρουν τους ανθρώπους σε δίνες και άλλα παρόμοια' ευχήθηκα να ήμουν καλύτερος άνθρωπος και να ήξερα περισσότερες προσευχές. Κι ενώ με έπνιγαν οι μαύρες σκέψεις, ξαφνικά άκουσα ένα ακορντεόν να παίζει φάλτσα ένα λαϊκό σκοπό' και τότε κατάλαβα αμ΄'εσως ότι είχαμε σωθεί/.

             Κατά κανόνα δεν αγαπώ ιδιαίτερα τον ήχο του ακορντεόν' αλλά ω, τί όμορφη που μας φάνηκε και στου δύο η μουσική εκείνη την ώρα -πολύ πολύ πιο όμορφη από τη φωνή του Ορφέα ή τη λύρα του Απόλλωνα ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να έχει ποτέ ακουστεί. Στην ψυχολογική κατάσταση ου βρισκόμασταν εκείνη την ώρα, μια θεία μελωδία απλώς θα μας είχε ανησυχήσει έτι περαιτέρω. Μια συγκινητική μελωδία σωστά παιγμένη θα την είχαμε εκλάβει ως προανάκρουσμα του τέλους και θα είχαμε εγκαταλείψει κάθε έλπισα. Αλλά εκείνες οι νότες του λαϊκού τραγουδιού, παιγμένες σπασμωδικά και με ακούσιες παραλλαγές από ένα βραχνό ακορντεόν, είχαν κάτι το μοναδικά ανθρώπινο και καθησυχαστικό.

             Ο γλυκός ήχος δυνάμωνε και σύντομα μας πλησίασε και η βάρκα απ' όπου προερχόταν.
Φιλοξενούσε μια παρέα επαρχιωτών που είχε βγει βαρκάδα με το φεγγαρόφωτο (φεγγάρι δεν υπήρχε, αλλά δεν έφταιγαν εκείνοι γι αυτό). Ποτέ στη ζωή ,μου δεν είχα δει πιο συμπαθητικούς, πιο αξιαγάπητους ανθρώπους. Τους χαιρέτισα και ρώτησα αν μπορούσαν να μου πουν το δρόμο για τον υδατοφράχτη του Γουόλινγκφορντ' εξήγησα ότι τον έψαχνα τις τελευταίες δύο ώρες τουλάχιστον.
“Τον υδατοφ΄ραχτου του Γουόλινγκφορντ!” απάντησαν. “Μα την πίστη μου, κύριε, αυτός γκρεμίδτηκε εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο τώρα. Δεν υπάρχει πια υδατοφράχτης στου , κύριε. Τώρα πλησιάζετε στο Κληβ. Θα τρελαθώ' ακούς, Μπιλ, είναι εδώ ένας κύριος που ψάχνει τον υδατοφράχτη του Γουόλινγκφορντ!”
           
             Αυτό δε μου είχε περάσει από το μυαλό. Ήθελα να τους αγκαλιάσω και να τους ευλογήσω, αλλά το ποτάμι σ' εκείνο το σημείο κυλούσε πολύ ορμητικά για να μου το επιτρέψει έτσι λοιπόν αναγκάστηκα να αρκεστώ σε απλά λόγια ευγνωμοσύνης που μου φάνηκαν πολύ ψυχρά.

             Τους ευχαριστήσαμε ξανά και ξανά, είπαμε πόσο ωραία ήταν η νύχτα και τους ευχηθήκαμε καλό ταξίδι' νομίζω μάλιστα ότι τους κάλεσα να έρθουν να τους φιλοξενήσω καμιά εβδομάδα και η εξαδέλφη μου είπε ότη η μητέρα της πολύ θα χαιρόταν να τους γνωρίσει. Τραγουδήσαμε μαζί τους το χορωδιακό μέρος των στρατιωτικών από το Φάουστ και καταφέραμε να φτάσουμε στο σπίτι εγκαίρως για το δείπνο.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 α

Ο Τζωρτζ στρώνεται στη δουλειά – Βάρβαρα ένστικτα των κάβων ρυμούλκησης – Αχαρακτήριστη συμπεριφορά μιας βάρκας – Ρυμουλκούντες και ρυμουλκούμενοι – Σε τί χρησιμεύουν οι εραστές – Περίεργη εξαφάνιση γηραιάς κυρίας – Μια υπέροχη αίσθηση: να σε ρυμουλκούν κορίτσια – Ο χαμένος υδατοφράχτης ή το στοιχειωμένο ποτάμι.

Στρώσαμε το Τζωρτζ στη δουλειά, τώρα που τον είχαμε. Εκείνος, φυσικά, δεν είχε καμιά όρεξη να δουλέψει' αυτό εννοείται. Μας εξήγησε ότι είχε κουραστεί όλη μέρα στο Σίτυ. Ο Χάρις, που από φύσει είναι μάλλον αναίσθητος και διόλου επιρρεπής στον οίκτο, είπε:

“Τώρα λοιπόν θα κουραστείς στο ποτάμι, έτσι για ποικιλία. Η ποικιλία κάνει καλό σε όλους. Εμπρός λοιπόν βγες έξω!”.

Η συνείδησή του – ακόμα και του Τζωρτζ η συνείδηση – δεν του επέτρεπε να αρνηθεί, αν και φρόντισε να προτείνει ότι μπορεί να ήταν καλύτερα να μείνει στη βάρκα και να φτιάξει τσάι ενώ εγώ και ο Χάρις θα ρυμουλκούσαμε, επειδή η ετοιμασία του τσαγιού ήταν πολύπλοκη δουλειά και ο Χάρις κι εγώ δείχναμε κουρασμένοι. Η μόνη απάντηση που καταδεχτήκαμε να του δώσουμε, πάντως, ήταν να του εγχειρήσουμε τον κάβο, οπότε εκείνος τον πήρε και βγήκε έξω.


            Υπάρχει κάτι πολύ περίεργο και ακατανόητο με τους κάβους Τυλίγεις τον κάβο με την υπομονή και τη φροντίδα που θα επιδείκνυες διπλώνοντας ένα καινούριο παντελόνι και, πέντε λεπτά αργότερα, όταν πας να τον πάρεις, έχει μετατραπεί σ' ένα φριχτό, εξοργιστικό κουβάρι.

           Δε θέλω να φανώ προσβλητικός αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι αν πάρεις ένα μέσο κάβο και τον απλώσεις ολόισιο σ' ένα λιβάδι και μετά του γυρίσεις την πλάτη για τριάντα δευτερόλεπτα έτσι και ξαναγυρίσεις και κοιτάξεις, θα ανακαλύψεις ότι έχει μπερδευτεί από μόνος του, έχει δεθεί κόμπους, έχουν χαθεί οι άκρες του κι έχει γίνει όλο θηλιές' και θα σου πάρει τουλάχιστον μισή ώρα να κάθεσαι στο γρασίδι να ιδρώνεις και να ξεϊδρώνεις για να τον ξεμπερδέψεις από την αρχή.

           Αυτή είναι η γνώμη μου για τους κάβους εν γένει. Φυσικά, μπορεί να υπάρχουν και οι καλές εξαιρέσεις' δε λέω ότι δεν υπάρχουν. Μπορεί να υπάρχουν κάβοι που τιμούν το είδος τους - ευσυνείδητοι, αξιοπρεπείς κάβοι – κάβοι που δεν φαντασιώνουν ότι είναι χαλάκια πλεγμένα με το βελονάκι ούτε προσπαθούν να γίνουν πλεκτές κουβερτούλες, έτσι και τολμήσεις να τους αφήσεις μόνους για μια στιγμή. Λέω ότι μπορεί να υπάρχουν τέτοιοι κάβοι ελπίζω ειλικρινά να υπάρχουν. Όμως εγώ προσωπικά δεν τους έχω συναντήσει.

           Αυτόν τον κάβο τον είχα τυλίξει ιδιοχείρως λίγο πριν φτάσουμε στον υδατοφράχτη. Δεν άφησα τον Χάρις να απλώσει χέρι πάνω του, γιατί είναι άτσαλος. Τον είχα μαζέψει αργά και προσεκτικά, τον είχα δέσει στη μέση, τον είχα διπλώσει στα δύο και τον είχα αποθέσει απαλά στον πάτο της βάρκας. Ο Χάρις τον είχε σηκώσει με επιστημονικές κινήσεις και τον είχε βάλει στο χέρι του Τζωρτζ. Ο Τζωρτζ τον είχε πάρει σταθερά και τον είχε κρατήσει μακριά από το σώμα του και είχε αρχίσει να τον ξετυλίγει λες κι έβγαζε τα σπάργανα από νεογέννητο' όμως πριν ξετυλίξει καμιά δεκαριά μέτρα, το ηλίθιο αυτό κατασκεύασμα θύμιζε έντονα κακοφτιαγμένο χαλάκι εξώπορτα.

           Πάντα το ίδιο συμβαίνει και οι συνέπειες είναι επίσης πάντα ίδιες. Αυτός που περπατάει στην όχθη και προσπαθεί να ξεμπερδέψει τον κάβο πιστεύει ότι το σφάλμα είναι εκείνου που τον τύλιξε' και στο ποτάμι όταν κάποιος σκέφτεται κάτι δεν ντρέπεται να το πει.

          “Τί προσπαθούσες να κάνεις με τον κάβο, δίχτυ έπλεκες; Ωραία τα κατάφερες' δεν μπορούσες να τον τυλίξεις σωστά, ανόητε;' μουρμουρίζει κάθε τόσο, ενώ παλεύει απεγνωσμένα με τον κάβο και τον απλώνει κάτω στη γλίστρα της ρυμούλκησης και τρέχει ολόγυρά του προσπαθώντας να βρει την άκρη.

            Από την άλλη αυτός που τον τύλιξε είναι βέβαιος ότι για όλα ευθύνεται εκείνος που προσπαθεί να τον ξετυλίξει.

          “Μια χαρά ήταν όταν τον πήρες!” φωνάζει αγανακτισμένος. “Γιατί δεν προσέχεις τί κάνεις; Έτσι αδέξιος είσαι πάντα. Και δήμιος να γινόσουνα θα σου μπερδευόταν το σκοινί της κρεμάλας!”

           Και θυμώνουν τόσο πολύ, που πολύ θα θέλανε να κρεμάσουν ο ένας τον άλλο με τον καταραμένο τον κάβο. Περνάνε δέκα λεπτά και τότε ο πρώτος άντρας βγάζει μια φωνή και αποτρελαίνεται' αρχίζει να χοροπηδάει πάνω στο σκοινί, και προσπαθεί να το ισιώσει αρπάζοντας το πρώτο κομμάτι που πιάνει το χέρι του και τραβώντας το. Φυσικά αυτό μπερδεύεται πιο σφιχτά παρά ποτέ. Μετά ο δεύτερος άντρας βγαίνει από τη βάρκα κι έρχεται να βοηθήσει και τότε ο ένας μπερδεύεται στα πόδια του άλλου και ο ένας εμποδίζει τον άλλο. Πιάνουν και οι δύο την ίδια άκρη, την τραβάνε σε αντίθετες κατευθύνσεις και μετά αναρωτιούνται πού έχει πιάσει. Στο τέλος καταφέρνουν να τον ξεμπερδέψουν και μετά γυρίζουν από τη άλλη και ανακαλύπτουν ότι η βάρκα τους έχει παρασυρθεί από το ρεύμα και πάει ίσια για τον υδατοφράχτη.


           
            Αυτό συνέβη κάποτε μπροστά στα μάτια μου. Ήταν ψηλά στο Μπόβενι, ένα πρωινό που φυσούσε κάπως. Ρυμουλκούσαμε τη βάρκα αντίθετα στο ρεύμα κι όταν στρίψαμε στο γύρισμα, είδαμε δύο άντρες στην όχθη. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλο με τις πιο απορημένες και θλιβερά ανήμπορες εκφράσεις που είχα δει ποτέ μου σε ανθρώπινο πρόσωπο και κρατούσαν ένα μακρύ σκοινί στα χέρια. Ήταν σαφές ότι κάτι είχε συμβεί, έτσι λοιπόν κόψαμε ταχύτητα και τους ρωτήσαμε τί έτρεχε.

          “Έφυγε η βάρκα μας!” απάντησαν αγανακτισμένοι. “Βγήκαμε έξω για λίγο για να ξεμπλέξουμε τον κάβο και όταν γυρίσαμε να δούμε είχε εξαφανιστεί!”

           Έδειχναν πληγωμένοι από το γεγονός, που προφανώς το είχαν εκλάβει ως πράξη κακίας και αχαριστίας εκ μέρους της βάρκας,

            Βρήκαμε τη δραπέτιδα για λογαριασμό τους πεντακόσια μέτρα πιο κάτω, σφηνωμένη σε κάτι βούρλα, και τους τη φέραμε πίσω. Στοιχηματίζω ότι δεν την αφήσαν λεπτό μόνη της, τουλάχιστον για μια βδομάδα.

Δε θα ξεχάσω ποτέ μου την εικόνα εκείνων των δύο αντρών που περπατούσαν πάνω κάτω στην όχθη μ' ένα κάβο στα χέρια, ψάχνοντας για τη βάρκα τους.



            Βλέπεις πολλά αστεία περιστατικά στο ποτάμι που σχετίζονται με τη ρυμούλκηση. Ένα από τα πιο συχνά είναι το θέαμα δύο ρυμιουλκούντων να περπατάνε με ζωηρό βήμα, απορροφημένοι από τη συζήτησή τους, ενώ ο άντρας στη ρυμουλκούμενη βάρκα, διακόσια μέτρα πιο πίσω, τους φωνάζει μάταια να σταματήσουν και κάνει απεγνωσμένα σινιάλα μ' ένα κουπί Κάτι έχει πάει στραβά' του βγήκε το πηδάλιο ή του γλίστρησε το καμάκι από τη βάρκα ή το καπέλο του έπεσε στο νερό και απομακρύνεται ολοταχώς. Τους φωνάζει να σταματήσουν, στην αρχή μάλλον ήσυχα κι ευγενικά.

         “Έι! Σταματήστε μια στιγμή, ντε!' φωνάζει πρόσχαρα. “Έπεσε το καπέλο μου στο νερό!”

           Μετά: “Ε! Τομ – Ντικ! Δεν ακούτε;”  όχι και τόσο πρόσχαρα αυτή τη φορά.

           Μετά: “Έι, πανάθεμά σας, χοντροκέφαλοι! Έι σταματήστε, βρε παλιο!....”

           Μετά από αυτό πετάγεται όρθιος και αρχίζει να χοροπηδάει και να ουρλιάζει μέχρι που γίνεται κόκκινος σαν το παντζάρι κι εκτοξε΄τει όσες βρισιές ξέρει. Τα αγοράκια στην όχθη στέκονται και τον κοροϊδεύουν και του πετάνε πέτρες την ώρα που περνάει ρυμουλκούμενος από μπροστά τους με ταχύτητα τεσσάρων μιλίων την ώρα και δεν μπορεί να βγει έξω.


          
            Πολλές από αυτές τις ιστορίες θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν εκείνοι που ρυμουλκούν μπορούσαν να θυμούνται ότι ρυμουλκούν, και να ρίχνουν κάθε τόσο μια ματιά πίσω για να βλέπουν. Πώς τα πάει ο άνθρωπός τους. Και είναι καλύτερα να ρυμουλκεί μόνο ένας. Όταν το κάνουν δύο μαζί, το ρίχνουν στην κουβέντα και ξεχνιούνται και η βάρκα ατό πλευρά της, δεδομένου ότι δεν προβάλλει μεγάλη αν΄τισταση, δε βοηθάει πολύ στο να τους υπενθυμίζει το γεγονός.

             Εν είδει παραδείγματος του πόσο αφηρημένο μπορεί να αποδειχτεί ένα ζευγάρι που ρυμουλκεί, ο Τζωρτζ μας αφηγήθηκε, αργά εκείνο το βράδυ, όταν συζητούσαμε το θέμα μετά το δείπνο, ένα πολύ περίεργο περιστατικό.

             Εκείνος και τρεις άλλοι άντρες, όπως μας είπε, κωπηλατούσαν σε μια παραφορτωμένη βάρκα ένα απόγευμα, κοντά στο Μέιντεχεντ, όταν λίγο πάνω από τον υδατοφράχτη του Κούκχαμ παρατήρησαν ένα τύπο κι ένα κορίτσι να περπατάνε κατά μήκος της γλίστρας ρυμούλκησης, απορροφημένοι σε μια προφανώς ενδιαφέρουσα και συναρπαστική συζήτηση. Κρατούσαν ένα γάντζο στα χέρια τους και σ' αυτόν τον γάντζο ήταν δεμένος ένας κάβος που σερνόταν πίσω πους με την άκρη του στο νερό. Βάρκα δε φαινόταν πουθενά εκεί κοντά. Κάποια στιγμή θα πρέπει να υπήρχε μια βάρκα δεμένη σ' εκείνον τον κάβο, αυτό ήταν βέβαιο' αλλά τί είχε απογίνει, ποια θλιβερή μοίρα είχε βρει τη βάρκα και τους επιβάτες της, ήταν άλυτο μυστήριο. Ό,το ατύχημα κι αν είχε συμβεί, πάντως, δεν είχε επ' ουδενί ενοχλήσει τη νεαρ΄ή κυρία και τον κύριο που ρυμουλκούσαν. Είχαν τον γάντζο, είχαν και τον κάβο, και αυτά ήταν τα μόνα σύνεργα που θεωρούσαν απαραίτητα για τη δουλειά τους.
    
           Ο Τζωρτζ ήταν έτοιμος να τους βάλει μια φωνή για να ξυπνήσουν, αλλά εκείνη τη στιγμή του πέρασε από το μυαλό μια καταπληκτική ιδέα και συγκρατήθηκε. Πλησίασε τη βάρκα, πήρε το καμάκι κι έφερε μέσα την άκρη του κάβου' έφτιαξαν μια θηλιά, την έδεσαν στη δική τους βάρκα και μετά μάζεψαν τα κουπιά, πήγαν και κάθισαν στην πρύμνη και άναψαν τις πίπες τους.

           Έτσι λοιπόν το νεαρό ζευγάρι ρυμούλκησε τέσσερις μαντράχαλους μέχρι το Μάρλοου.

           Ο Τζωρτζ είπε ότι ποτέ του δεν είχε δει τόση θλίψη συμπυκνωμένη σε ένα βλέμμα, όσο τη στιγμή που το νεαρό ζευγάρι αντελήφθη ότι, για δυο μίλια τουλάχιστον, ρυμουλκούσαν λάθος βάρκα. Ο Τζωρτζ σκέφτηκε ότι ο νεαρός θα μπορούσε να παρασυρθεί σε λεκτικές βιαιότητες, αν δεν το συγκρατούσε η παρουσία της γλυκειάς κοπέλας στο πλευρό του.

           Το κορίτσι ήταν το πρώτο που συνήλθε από την έκπληξη' όταν μπόρεσε να μιλήσει, σταύρωσε τα χέρια και είπε με αγωνία:
          
          “Αχ, Χένρι, πού είναι η θεία;”
            
        
           “ Τη βρήκαν ποτέ τη γηραιά κυρία;' ρώτησε ο Χάρις.

           Ο Τζωρτζ απάντησε ότι δεν ήξερε.



           Ο Τζωρτζ κι εγώ είχαμε υπάρξει μάρτυρες ενός ακόμη παραδείγματος της επικίνδυνης διχογνωμίας μεταξύ ρυμουλκούντων και ρυμουλκουμένων κάποια φορά ψηλά κοντά στο Γουόλτον. 

          Ήταν εκεί που η γλίστρα της ρυμούλκησης κατηφόριζε απαλά προς το νερό, κι εμείς είχαμε κατασκηνώσει στην απέναντι όχθη, κόβοντας κίνηση γενικά. Σε λίγο εμφανίστηκε μια μικρή βάρκα που τη ρυμουλκούσε με τρομερή ταχύτητα ένα δυνατό άλογο πάνω στο οποίο καθόταν ένα πολύ μικρό αγόρι. Σκορπισμένοι στη βάρκα σε ονειροπόλες και αναπαυτικές στάσεις ήταν ξαπλωμένοι πέντε τύποι, και ο άντρας, που ήταν στο πηδάλιο έμοιαζε εντε΄'ως 'ηρεμος.

         “Θα ήθελα να δω να τραβάει το λάθος σκοινί”, μουρμούρησε ο Τζωρτζ την ώρα που περνούσαν. 

           Εκείνη τη στιγμή ο άντρας έκανε αυτό ακριβώς και η βάρκα ανέβηκε βιαστικά στη γλίστρα μ' ένα θόρυβο σαν να σκιζόταν σαράντα χιλιάδες λινά σεντόνια ταυτόχρονα. Δύο άντρες, ένα καλάθι και τα κουπιά εγκατέλειψαν τη βάρκα επιτόπου από την αριστερή πλευρά κι εναποτέθηκαν στην όχθη' ενάμιση λεπτό αργότερα άλλοι δυο άντρες αποβιβάστηκαν από τη δεξιά πλευρά και κάθισαν κάτω ανάμεσα σε γάντζους, πανιά, κουτές και μπουκάλια. Ο τελευταίος συνέχισε άλλα είκοσι μέτρα και μετά βγήκε με το κεφάλι.

           Αυτό φάνηκε να ελαφραίνει κάπως τη βάρκα, που συνέχισε το δρόμο της με πολύ μεγαλύτερη ευκολία, καθώς το αγοράκι φώναζε με όλη του τη δύναμη και παρότρυνε το άλογό του να καλπάσει.Οι τύποι κάθονταν και κοίταζαν ο ένας τον άλλο.Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσουν τί τους είχε συμβεί, και τότε άρχιζαν να φωνάζουν απεγνωσμένα στο αγόρι να σταματήσει. Εκείνο όμως ήταν τόσο απασχολημένο με το άλογο, που δεν τους άκουγε κι εμείς τους παρακολουθήσαμε να τρέχουν απεγνωσμένα προς το μέρος του, μέχρι που η απόσταση τους έκρυψε από τα μάτια μας.

             Δε μπορώ να πω ότι λυπήθηκα για το ατύχημά τους. Στην πραγματικότητα εύχομαι όλοι οι ανόητοι που αφήνουν τις βάρκες τους να ρυμουλκούνται μ' αυτόν τον τρόπο -κι είναι πολλοί που το κάνουν- να πάθουν τα ίδια και χειρότερα. Εκτός από τον κίνδυνο που διατρέχουν οι ίδιοι, γίνονται κίνδυνος κι ενόχληση για κάθε άλλη βάρκα που προσπερνούν. Πηγαίνοντας με το ρυθμό που πηγαίνουν, είναι αδύνατον να απομακρυνθούν από το δρόμο όλων των άλλων, και όλοι οι άλλοι ε΄ναι αδύνατον ν' απομακρυνθούν από το δρόμο τους. Ο κάβος τους πιάνεται στο κατάρτι σου και σε ανατρέπει ή πιάνει κάποιον από τη βάρκα και είτε τον ρίχνει στο νερό είτε του σκίζει το πρόσωπο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις για να σώσεις τη ζωή σου είναι να είσαι έτοιμος να τους απομακρύνεις με τη λαβή ενός κουπιού.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012


κεφάλαιο 8β

Μιλώντας για σατυρικά τραγουδάκια και γιορτές, θυμήθηκα ένα μάλλον περίεργο περιστατικό που έζησα κάποτε, το οποίο νομίζω ότι οφείλει να καταγραφεί σ' αυτές εδώ τις σελίδες, δεδομένου ότι ρίχνει άπλετο φως στις εσωτερικές διανοητικές διεργασίες της ανθρώπινης φύσης.


            Ήμασταν συγκεντρωμένοι σε μια γιορτή, διάφοροι μοντέρνοι και μορφωμένοι άνθρωποι. Φορούσαμε τα καλά μας και μιλούσαμε όμορφα και περνούσαμε πολύ καλά – όλοι εκτός από δύο τύπους, φοιτητές, που μόλις είχαν γυρείσει από τη Γερμανία' ήταν δύο συμηθισμένοι νέοι άντρες, που έδειχναν ανήσυχοι και αμήχανοι, σα να θεωρούσαν ότι η βραδιά κυλούσε πολύ αργά. Η αλήθεια είναι ότι τους πέφταμε πολύ έξυπνοι. Η πνευματώδης και σπινθηροβόλα συζήτηση και το καλό μας γούστο τους ξεπερνούσαν. Ένιωθαν έξω από τα νερά τους ανάμεσά μας. Δε θα 'πρεπε να έχουν έρθει καθόλου. Όλοι συμφώνησαν πάνω σ' αυτό, εκ των υστέρων.

            Παίξαμε κομμάτια των παλιών Γερμανών δασκάλων. Συζητήσαμε φιλοσοφία και ηθική. Φλερτάραμε με χαριτωμένη αξιοπρέπεια. Μέχρι και χιούμορ κάναμε – καλόγουστο, φυσικά.

            Κάποιος απήγγειλε ένα γαλλικό ποίημα μετά το δείπνο και όλοι είπαμε πόσο ωραίο ήταν' και μετά κάποια κυρία τραγούδησε μια ρομαντική μπαλλάντα στα ισπανικά κι έφερε δάκρυα στα μάτια μερικών από εμάς – τόσο θλιβερό ήταν.

            Και μετά εκείνοι οι δύο νεαροί σηκώθηκαν και μας ρώτησαν αν είχαμε ακούσει ποτέ τον Πιερ Σλόσεν Μπόσεν (που μόλις είχε φτάσει και βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στην τραπεζαρία) να τραγουδάει το καταπληκτικό γερμανικό σατυρικό του τραγουδάκι.

            Κανείς μας δεν τον είχε ακούσει, από όσο θυμόμασταν.

            Ο ένας νεαρός είπε ότι ήταν το πιο αστείο τραγούδι που είχε γραφτεί ποτέ, και ότι, αν θέλαμε, μπορεί να έπειθαν τον χερ Σλόσεν Μπόσεν, τον οποίον γνώριζαν πολύ καλά, να μας το τραγουδήσει. Είπαν ότι ήταν τόσο αστείο που, όταν ο χερ Σλόσεν Μπόσεν το είχε τραγουδήσει μπροστά στο γερμανό αυτοκράτορα, τον είχαν πάει (το Γερμανό αυτοκράτορα) σηκωτό στο κρεβάτι.

            Είπαν ότι κανείς δεν μπορούσε να τραγουδήσει σαν τον χερ Σλόσεν Μπόσεν' ήταν τόσο σοβαρός την ώρα που τρεγουδούσε, που θα νόμιζε κανείς ότι απήγγειλε τραγωδία, και αυτό, φυσικά, ήταν που το έκανε ακόμα πιο αστείο. Είπαν ότι τίποτε στο ύφος ή στη φωνή του δεν άφηνε να εννοηθεί ότι τραγουδούσε κάτι το αστείο – αυτό θα τα χαλούσε όλα. Ήτανα εκείνο το σοβαρό του ύφος, το παθιασμένο σχεδόν, που τον έκανε τόσο ακαταμάχητα αστείο.

            Είπαμε ότι ανυπομονούσαμε να τον ακούσουμε κι ότι ένα καλό γέλιο πολύ θα το θέλαμε' κι εκείνοι πηγαν κάτω κι έφεραν τον χερ Σλόσεν Μπόσεν.

            Φάνηκε να τον ευχαριστεί η ιδέα να τραγουδήσει, γιατί ανέβηκε αμέσως και κάθισε στο πιάνο χωρίς δεύτερη κουβέντα.

            “Α, θα διασκεδάσετε σίγουτα. Θα γελάσετε μέχρι δακρύων”, ψιθύρισαν οι δύο νεαροί καθώς διέσχιχαν το δωμάτιο για να πιάσουν θέση διακριτικά πίσω από την πλάτη του καθηγητή.


            Ο χερ Σλόσεν Μπόσεν συνόδευσε ο ίδιος τον εαυτό του. Η εισαγωγή δεν παρέπεμπε ακριβώς σε αστείο τραγουδάκι. Ήταν μια αλλόκοτη, παθιασμένη μελωδία. Σου σήκωνε την τρίχα, για την ακρίβεια' αλλά μουρμουρίσαμε μεταξύ μας ότι αυτό ήταν το γερμανικό στυλ κι ετοιμαστήκαμε να το απολαύσουμε.

            Προσωπικά δεν καταλαβαίνω γερμανικά. Τα διδάχτηκα στο σψολείο, αλλά ξέχασα και την τελευταία λέξη μέσα σε δύο χρόνια από την αποφοίτητσή μου κι έκτοτε αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Ωστόσο δεν ήθελα να μαντέψει η ομήγυρη την άγνοιά μου' έτσι λοιπόν σκαρφίστηκα μαι καλούτσικη ιδέα. Καρφωσα τα μάτια μου στους δύο φοιτητές και τους παρακολουθούσα. Όταν χαχάνιζαν. Χαχάνιζα' όταν ξεκαρδίζονταν, ξεκαρδιζόμουν κι εγώ' και κάγχαζα κάθε τόσο από δική μου πρωτοβουλία, σα να είχα γνωρίσει κάτι χιουμοριστικό που είχε διαφύγει στους άλλους. Το θεώρησ α πολύ έντεχνο εκ μέρους μου.

            Παρατήρησα, καθώς προχωρούσε το τραγούδι, ότι και άλλοι πολλοί έμοιαζαν να έχουν τα μάτια καρφωμένα στους συο νεαρούς, ακριβώς όπως εγώ. Κι εκείνοι χαχάνιζαν όταν οι νεαροί χαχάνιζαν και ξεκαρδίζονταν όταν ξεκαρδίζονταν οι νεαροί. Και δεδομένου ότι οι δυο νεαροί χαχάνιζαν και ξεκαρδίζοντας συνέχεια σ' όλη τη διάρκεια του τραγουδιού, τα πράγματα κυλούσαν πολύ καλά.

            Ωστόσο ο γερμανός καθηγητής δεν έμοιαζε ευτυχής. Στην αρχή, όταν αρχίσαμε να γελάμε, η έκφραση στο πρόσωπό του υποδήλωνε έντονη έκπληξη, λες και το γέλιο ήταν η τελευταία αντίδραση που περίμενε να προκαλέσει. Αυτό μου φάνηκε πολύ αστείο: είπαμε ότι το σοβαρό του ύφος ήταν που είχε πιο πολύ γούστο απ' όλα. Η παραμικρή έκφραση εκ μερους του που θα υποδήλωνε πόσο αστείος ήταν θα τα χάλαγε όλα. Καθώς συνεχίζαμε να γελάμε, η έκπληξή του παραχώρησε τη θέση της σ' ένα ύφος ενόχλησης και αγανάκτησης και μας κοίταξε όλους συνοφρυωμένος (όλους εκτός από τους δύο νεαρούς που δεν μπορούσε να τους δει, γιατί είχαν σταθεί πίσω του). Αυτό μας έκανε να σκάσουμε στα γέλια. Λέγαμε ο ένας στον άλλο ότι, αν συνεχίζαμε έτσι, θα πεθαίναμε από τα γέλια. Τα λόγια και μόνο προσθέσαμε, ήταν αρκετά για να μας κάνουν να ξεκαρδιστούμε, αλλά μαζί μ' αυτήν τη δήθεν κατήφεια – αυτό πια πήγαινε πολύ!

              Στην τελευταία στροφή ξεπέρασε τον εαυτό του. Κοίταξε ολόγυρα μ' ένα βλέμμα τέτοιας συμπυκνωμένης αγριότητας που, αν δεν μας είχαν προειδοποιήσει για τον γερμανικό τρόπο σατυρικού τραγουδιού, θα είχαμε νιώσει αμηχανία' κι έβγαλε μια τόσο θρηνητική νότα αγωνίας στην αλλόκοτη μουσική που, αν δεν ξέραμε ότι πρόκειται για σατυρικό τραγουδάκι, μπορεί κα να είχαμε δακρύσει.

            Τελείωσε εν μέσω ασυγκράτητων γέλιων. Είπαμε ότι ήταν το πιο αστείο πράγμα που είχαμε ακούσει ποτέ στη χωή μας. Είπαμε πόσο περίεργο ήταν που, παρά το σημερινό γεγονός, η γενική αντίληψη για τους γερμανούς είναι ότι δεν έχουν αίσθηση του χιούμορ. Και ρωτήσαμε τον καθηγητή γιατί δεν μετέφραζε το τραγούδι στα αγγλικά για να το καταλάβουν οι κοινοί άνθρωποι και να ακούσουν τί σήμαινε αληθινά σατυρικό τραγούδι.

            Τότε ο χερ Σλόσεν Μπόσεν σηκώθηκε και αντέδρασε πολύ βίαια. Μας έβρισε στα γερμανικά (που ως γλώσσα την κρίνω ιδιαίτερα αποτελεσματική γι αυτόν το σκοπό) κι άρχισε να χοροπηδάει και να μας δείχνει τις γροθιές του και να μας φωνάζει όσα αγγλικά ήξερε. Είπε ότι ποτέ στη ζωή του δεν τον είχαν προσβάλλει τόσο βάναυσα.

            Φαίνεται ότι το τραγούδι τελικά δεν είχε την πρόθεση να είναι αστείο. Μιλούσε για ένα κορίτσι που ζούσε στα όρη Χαρτς και είχε θυσιάζει τη ζωή της για να σώσει την ψυχή του εραστή της' εκείνος πέθανε και τα πνεύματά τους συναντήθηκαν στον ουρανό' και μετά, στην τελευταία στροφή, εκείνος είχε εγκαταλείψει το πνεύμα της και το είχε σκάσει με ένα άλλο πνεύμα – δεν είμαι σίγουρος για τις λεπτομέρειες, αλλά ξέρω ότι επρόκειτο για κάτι πολύ θλιβερό. Ο χερ Μπόσεν είπε ότι το είχε τραγουδήσει κάποτε ενώπιον του Γερμανού αυτοκράτορα και είχε κλάψει ( ο Γερμανός αυτοκράτορας) σαν μικρό παιδί. Είπε (ο χερ Μπόσεν) ότι ήταν γενικώς παραδεκτό ότι επρόκειτο για ένα από τα πιο τραγικά και συγκινητικά τραγούδια της γερμανικής γλώσσας.

            Ήταν μια δύσκολη στιγμή για μας – πολύ δύσκολη. Μείναμε άφωνοι. Ποτέ δεν είδα γιορτή να δυαλύεται τόσοο γρήγορα και τόσο αθόρυβα. Ούτε καληνύχτα δεν είπαμε μεταξύ μας. Κατεβήκαμε τη σκάλα ένας ένας, στις μύτες των ποδιών, από τη σκιερή της πλευρά. Ζητήσαμε από τον υπηρέτη τα καπέλα και τα παλτά μας ψιθυριστά, ανοίξαμε τηνν εξώπορτα μόνοι μας και γλιστρήσαμε έξω, και στρίψαμε στα γρήγορα τη γωνία, αποφεύγοντας όσο ήταν δυνατόν ο ένας τον άλλο.
Έκτοτε δεν έχω ασχοληιθεί ιδιαίτερα με τα γερμανικά τραγούδια.



            Φτάσαμε στον υδατοφράχτη του Σάμπερι στις τρεισήμισι. Το ποτάμι είναι πολύ όμορφο σ' εκείνο το σημείο λίγο πριν περάσεις τις πύλες και τα νερά από πίσω δείχνουν μαγευτικά' αλλά δεν είναι να προσπαθήσεις να τα ανέβεις κωπηλατώντας.

            Κάποτε το προσπάθησα. Εγώ τραβούσα κουπί και ρωτούσα τους τύπους που ήταν στο τιμόνι αν πίστευαν ότι μπορεί να γίνει, κι εκείνοι είπαν, φυσικά μπορούσε να γίνει, αρκεί να κωπηλατούσα δυνατά. Βρισκόμασταν μόλις κάτω από τη μικρή γέφυρα για πεζούς που διασχίζει το ποτάμι ανάμεσα στα δύο μικρά φράγματα. Όταν το είπαν αυτό, κι εγώ έσκυψα πάνω από τ ακουπιά, μάζεψα κουράγιο και στρώθηκα στη δουλειά.

            Κωπηλάτησα θαυμάσια. Πήρα σταθερό ρυθμό. Δούλευα με τα μπράτσα, τα πόδια και την πλάτη. Τα χτυπήματά μου ήταν ωραία, γρήγορα, κοφτά και είχαν πολύ ωραίο στυλ. Οι δύο φίλοι μου είπαν ότι ήμουν χάρμα οφθαλμών. Μετά από πέντε λεπτά, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να είχαμε πλησιάσει το φράγμα αρκετά και σήκωσα τα μάτια. Βρισκόμασταν κάτω από τη γέφυρα ακριβώς στο ίδιο σημείο όπου είμασταν όταν είχα αρχίσει να κωπηλατώ, κι ήτανε κι εκείνοι οι δύο ηλίθιοι που κόντευαν να πνιγούν από τα γέλια. Τόση ώρα τραβούσα κουπί σαν τρελός για να κρατήσω τη βάρκα σταθερή στο ίδιο σημείο κάτω από εκείνη τη γέφυρα. Τώρα πια αφήνω τους άλλους να βγάζουν τη βάρκα από τα υδατοφράγματα κωπηλατώντας αντίθετα στο ρεύμα

         
            Τραβήξαμε κουπί μέχρι το Γουόλτον, ένα μέλος μαλλον μεγάλο για παραποτάμια πόλη. Όπως συμβαίνει με όλα τα παραποτάμια μέρη, μόνο ένα ελάχιστο κομμάτι του κατεβαίνει μέχρι το νερό, έτσι ώστε μέσα από τη βάρκα να φαντάζεσαι ότι πρόκειται για κάποιο χωριό με έξι εφτά σπίτια όλα όλα. Το Γουίνσδορ και το Άμπινγκτον είναι οι μόνες πόλεις ανάμεσα στο Λονδίνο και την Οξφόρδη που μπορείς να δεις κάποιο κομμάτι τους από το ποτάμι. Όλες οι άλλες κρύβονται πίσω από τις γωνίες και κρυφοκοιτάνε το ποτάμι από ένα τους δρόμο' τις ευχαριστώ πολύ για την ευγένειά τους ν΄ αφήνουν τις όχθες του ποτσαμού στα δάση και τους αγρού και τις εγκταστάσεις ύδρευσης.
Ακόμα και το Ρήντινγκ, παρόλο που βάζει τα δυνατά του προκειμένου να χαλάσει και να λερώσει και να ασχημύνει όσο μεγαλύτερο κομμάτι του ποταμού μπορεί, μας έχει κάνει τη χάρη τουλάχιστον να κρατάει την άσχημη όψη του στο μεγαλύτερό της μέρος καλά κρυμμένη.

            Ο Καίσαρ, φυσικά, είχε ένα μικρό στέκι στο Γουόλτον – στρατόπεδο, χαράκωμα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ο Καίσαρ ήταν τακτικός θαμώνας των παραποτάμιων περιοχών. Το ίδιο και η βασίλισσα Ελισσάβετ. Όπου και να πας, είναι αδύνατο να ξεφύγεις απ' αυτή τη γυναίκα. Ο Κρομγουελ και ο Μπραντ Σω, το πρωτοπαλλίκαρο του βασιλιά Καρόλου, σύχναζαν κι εκείνοι σ' αυτά τα μέρη. Θα πρέπει να ήταν πολύ ευχάριστη παρέα όλοι μαζί.

             Υπάρχει ένα σιδερένιο “χαλινάρι της γλωσσούς” στην εκκλησία του Γουόλτον. Αυτά τα πράγματα τα χρησιμοποιούσαν τα παλιά χρόνια για να δένουν τις γλώσσες των γυναικών. Τώρα πια έχουν εγκαταλείψει την προσπάθεια. Υποθέτω ότι ο σίδηρος έχει αρχίσει να σπανίζει και κανένα άλλο υλικό δεν είναι αρκετά ανθεκτικό.

           Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτοι τάφοι στην εκκλησία και φοβήθηκα ότι ποτέ δεν θα κατάφερνα να πείσω τον Χάρις να τους προσπεράσει' αλλά φάνηκε να έχει το μυαλό του αλλού, και συνεχίσαμε. Πάνω από τη γέφυρα το ποτάμι αρχίζει να κάνει πολλές στροφές. Αυτό το κάνει πολύ γραφικό' αλλά είναι κι ενοχλητικό από ρυμουλκιτικής ή κωπηλατικής πλευράς και δημιουργεί καυγάδες ανάμεσα στον άνθρωπο που τραβάσει κουπί και τον άνθρωπο που οδηγεί.

            Εδώ βλέπεις το Ότλαντς Παρκ στο δεξί σου χέρι. Είναι ένα περίφημο, παλιό κτίσμα Ο Ερρίκος ο Η΄το είχε κλέψει από κάποιον, δε θυμάμαι πώς τον έλεγαν κι έμενε εκεί. Υπάρχει μια σπηλιά μέσα στην ιδιοκτησία που μπορείς να την επισκεφτείς έναντι εισιτηρίου και η οποία υποτίθεται ότι είναι πολύ όμορφη' εγώ προσωπικά δεν της βρίσκω κάτι το ιδιαίτερο. Η αείμνηστη δούκισσα του Γιορκ ζούσε στο Ότλαντς, αγαπούσε πολύ τα σκυλιά και συντηρούσε πλήθος ολόκληρο από δαύτα. Είχε βάλει να της διαρρυθμίσουν ένα ειδικό νεκροταφείο όπου τα έθαβε όταν πέθαιναν και βρίσκονται ακόμα εκεί, γύρω στα πενήντα με μια ταφόπλακα το καθένα και μια επιγραφή απάνω.

            Θα τολμούσα να πω ότι το αξίζουν εξίσου με το μέσο χριστιανό.

            Στην ταβέρνα Κόργουεϊ Στέικς – στην πρώτη στροφή πάνω από τη γέφυρα του Γουόλτον έγινε μια μάχη μεταξύ του Καίσαρα και του Κασσιβέλαυνου. Ο Κασσιβέλαυνος είχε ετοιμάσει το ποτάμι για τον Καίσαρα, γεμίζοντάς το με πασσάλους (σίγουρα θα είχε κρεμάσει και τη σχετική επιγραφή). Αλλά ο Καίσαρ το διέσχισε παρ' όλα αυτά. Ούτε πνιγμένο δεν τον έβγαζες τον Καίσαρα από αυτό το ποτάμι. Τέτοιους ανθρώπους θα χρειαζόμασταν σήμερα στους υδατοφράχτες

            Το Χάλιφορντ και το Σέπερτον είναι δύο μικρά , μέρη που δείχνουν όμορφα από το ποτάμι' αλά στην ουσία κανένα από τα δύο δεν έχει τίποτε το αξιοσημείωτο. Εν τούτοις, υπάρχει ένας τάφος στο νεκροταφείο του Σέπερτον, μ' ένα ποίημα επάνω του, και φοβήθηκα μήπως ο Χάρις ήθελε να πάει εκεί να χαζέψει. Τον είδα να καρφώνει ένα βλέμμα όλο λαχτάρα στην αποβάθρα καθώς την πλησιάζαμε, κι έτσι κατάφερα, με μια επιδέξια κίνηση, να πετάξω το κασκέτο του στο νερό, και μέσα στην αναμπουμπούλα μέχρι να το πιάσει, και την αγανάκτησή του για την αδεξιότητά μου, ξέχασε τους αγαπημένους του τάφους,

            Στο Γουέιμπριτζ ο Γουέι (ένα μικρό, χαριτωμένο ποταμάκι, που οι μικρές βάρκες μπορούν να το ανέβουν μέχρι το Γκίλντφορντ, και που ανέκαθεν σκόπευα να εξερευνήσω, αλλά ποτέ μου δεν το έκανα), ο Μπορν και το κανάλι του Μπαζινγκστόουκ εκβάλλουν μαζί στον Τάμεση. Ο υδατοφράχτης βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την πόλη και το πρώτο πράγμα που είδαμε όταν βρεθήκαμε μπροστά του ήταν το σακάκι του Τζωρτζ σε μια από τις μεγάλες πύλες του υδατοφράχτη' μετά από προσεκτικότερη επιθεώρηση αποδείχτηκε ότι μέσα στο σακάκι βρισκόταν και ο Τζωρτζ.

         
            Ο Μονομόρενσυ άρχισε να γαυγίζει σαν τρελός, εγώ ξεφώνισα, ο Χάρις ούρλιαξε' ο Τζωρτζ μας κούνησε το καπέλο και ούρλιαξε κι εκείνος σε απάντηση. Ο φύλακας του υδατοφράχτη βγήκε έξω άρον άρον με την εντύπωση ότι κάποιος είχε πέσει στο νερό και φάνηκε μάλλον να στεναχωριέται όταν ανακάλυψε ότι δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.

            Ο Τζωρτζ κουβαλούσε ένα κάπως περίεργο πακέτο τυλιγμένο σε λαδόκολλα. Ήταν στρογγυλό κι επίπεδο από τη μία μεριά, μ' ένα μακρύ χερούλι να προεξέχει.

            “ Τί είναι αυτό;', είπε ο Χάρις, 'τηγάνι;'
            “'Όχι”, είπε ο Τζωρτζ με μια περίεργη λάμψη στα μάτια, “είναι η τρέλα της εποχής' όλοι εδώ γύρω έχουν πάρει. Είναι μπάντζο'.
            “Δεν ήξερα ότι παίζεις μπάντζο!” φωνάξαμε εγώ και ο Χάρις μ' ένα στόμα, μια φωνή.
            “Όχι ακριβώς”, απάντησε ο Τζωρτζ. “Αλλά είναι πολύ εύκολο απ' ότι μου λεν. Άλλωστε πήρα κι ένα βιβλιαράκι με οδηγίες!”.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 α

Εκβιασμοί και πώς να τους αντιμετωπίσετε – Ο σωστός δρόμος – Ιδιοκτήτης παραλιακού κτήματος αποδεικνύεται αγροίκος – Οι επιγραφές “Προσοχή” - Αντιχριστιανικά αισθήματα του Χάρις – Πώς τραγουδάει ο Χάρις ένα σατυρικό τραγούδι – Ένα πάρτυ της υψηλής κοινωνίας – Άθλια συμπεριφορά δύο νεαρών – Μερικές άχρηστες πληροφορίες – Ο Τζωρτζ αγοράζει ένα μπάντζο.

Σταματήσαμε κάτω από τις ιτιές στο Κέμπτον Παρκ και φάγαμε το μεσημεριανό μας. Είναι ένα πολύ όμορφο σημείο' κατά μήκος της όχθης απλώνεται ένα ευχάριστο ίσκιωμα με γρασίδι και σκιάζεται με ιτιές. Μόλις αρχίζαμε το τρίτο πιάτο – το ψωμί με τη μαρμελάδα – όταν ένα κύριος χωρίς σακάκι, με την κοντή πίπα, ήρθε και μας ρώτησε αν ξέραμε ότι βρισκόμαστε σε ξένη ιδιοκτησία. Είπαμε ότι δεν είχαμε σκεφτεί εκτενώς το ζήτημα ώστε να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε ασφαλές συμπέρασμα γι αυτό, αλλά αν εκείνος ήταν έτοιμος να μας διαβεβαιώσει στο λόγο της τιμής του ότι όντως βρισκόμασταν σε ξένη ιδιοκτησία, ήμασταν διατεθειμένοι να τον πιστέψουμε χωρίς δεύτερη κουβέντα.

            Μας έδωσε τη διαβεβαίωση που ζητήσαμε και τον ευχαριστήσαμε, αλλά εκείνος καθυστερούσε και έδειχνε δυσαρεστημένος, έτσι λοιπόν τον ρωτήσαμε αν υπήρχε κάτι ακόμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε γι αυτόν και ο Χάρις, που είναι πάντα πολύ φιλικός του πρόσφερε ένα κομμάτι ψωμί με μαρμελάδα.

            Υποθέτω ότι κύριος θα πρέπει να ανήκε σε κάποια αδελφότητα που έχουν ορκιστεί αποχή από το ψωμί και τη μαρμελάδα γιατί αρνήθηκε πολύ κατηγορηματικά, σαν να ενοχλήθηκε που τον βάλαμε στον πειρασμό, και πρόσθεσε ότι ήταν καθήκον του να μας διώξει από εκεί.
Ο Χάρις είπε ότι αν ήταν καθήκον του, θα έπρεπε να προσπαθήσει να το κάνει, και ρώτησε τον άνθρωπο ποια ήταν η άποψή του σχετικά με τον καλύτερο τρόπο για να το εκπληρώσει. Ο Χάρις είναι αυτό που θα αποκαλούσε κανείς καλοφτιαγμένος άνδρας – πρώτο μπόι και δείχνει σκληρός και μυώδης' ο άντρας τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και είπε ότι θα πήγαινε να συμβουλευτεί τον κύριό του και αμέσως μετά θα ξαναγύριζε για να μας πετάξει και τους δυο στο ποτάμι.

            Φυσικά δεν τον ξανάδαμε, και φυσικά το μόνο που ήθελε ήταν ένα σελίνι. Υπάρχουν κάτι άξεστοι στα παρόχθια κτήματα που μαζεύουν μπόλικο παραδάκι το καλοκαίρι σουλατσάροντας στις όχθες κι εκβιάζοντας μ' αυτόν τον τρόπο διάφορους ανόητους αδυνάτου χαρακτήρος. Εμφανίζονται ως εκπρόσωποι του γαιοκτήμονα. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να δίνεις το όνομα και τη διεύθυνσή σου και να αφήνεις τον ιδιοκτήτη, αν πράγματι έχει κάποια σχέση με την όλη ιστορία, να σε καλέσει εκείνος και να αποδείξει τί ζημιά έκανες στη γη του με το που κάθισες πάνω της για λίγη ώρα. Αλλά οι περισσότεροι εκδρομείς είναι τόσο αφόρητα τεμπέληδες και ντροπαλοί που προτιμούν να ενθαρρύνουν τον εκβιασμό υποκύπτοντας σ' αυτόν παρά να δίνουν ένα τέλος επιδεικνύοντας κάποια πυγμή.

            Όπου η ευθύνη ανήκει πράγματι στους ιδιοκτήτες, θα έπρεπε να καταγγέλλονται. Ο εγωισμός του παρόχθιου γαιοκτήμονα αυξάνεται χρόνο με το χρόνο. Αν τους περνούσε απ' το χέρι, αυτοί οι άνθρωποι θα απέκλειαν όλο τον ποταμό Τάμεση. Το έχουν ήδη κάνει στους μικρούς παραποτάμους και τους χειμάρρους. Βάζουν πασσάλους στην κοίτη του χειμάρρου, περνάν αλυσίδες από τη μια όχθη στην άλλη και καρφώνουν πελώριες προειδοποιητικές πινακίδες σε κάθε δέντρο. Η θέα αυτών των προειδοποιητικών πινακίδων ξυπνά όλα μου τα άγρια ένστικτα. Νοιώθω να θέλω να τις ξηλώσω μία μία, να καρφώσω τη μεγαλύτερη από δαύτες στο κεφάλι του ανθρώπου που τις έστησε μέχρι να τον σκοτώσω και μετά να τον θάψω και να τη βάλω πάνω από τον τάφο του αντί για πλάκα. 

            Ανέφερα αυτά μου τα αισθήματα στο Χάρις κι εκείνος είπε ότι τα συμμεριζόταν πλήρως και υπερθεμάτισε. Είπε ότι όχι μόνο αισθανόταν ότι ήθελε να σκοτώσει τον άνθρωπο που προκάλεσε το στήσιμο της πινακίδας αλλά θα ήθελε να σφαγιάσει και όλη του την οικογένεια, όλους τους φίλους και τους συγγενείς του, και μετά να πυρπολήσει και το σπίτι του. Αυτό, όμως μου φάνηκε κάπως υπερβολικό και είπα τη γνώμη μου στο Χάρις' εκείνος όμως μου απάντησε” “ Κάθε άλλο. Αυτό είναι που τους αξίζει κι εγώ θα πηγαίνω μετά να τραγουδάω σατυρικά τραγουδάκια στα ερείπια”

            Με ενόχλησε που άκουγα το Χάρις να συνεχίζει με την ίδια αιμοδιψή διάθεση Δεν θα έπρεπε ποτέ να επιτρέπουμε το ένστικτό μας για διακαιοσύνη να εκφυλίζεται σε απλή εκδικητικότητα. Πέρασε αρκετή ώρα πριν καταφέρω τον Χάρις να υιοθετήσει μια πιο χριστιανική άποψη για το θέμα, αλλά τελικά τα κατάφερα και μου υποσχέθηκε ότι σε κάθε περίπτωση θα άφηνε ήσυχους τους φίλους και την οικογένεια, και δε θα τραγουδούσε σατυρικά τραγούδια στα ερείπια.

            Δεν έχετε ακούσει ποτέ τον Χάρις να τραγουδάει σατυρικά τραγουδάκια, αλλιώς θα καταλαβαίνατε τί υπηρεσία προσέφερα στην ανθρωπότητα. Είναι μια από τις έμμονες ιδέες του Χάρις ότι μπορεί να τραγουδάει σατυρικά τραγουδάκια η πεποίθηση, αντίθετα όλων των φίλων του Χάρις που τον έχουν ακούσει να το επιχειρεί είναι ότι δεν μπορεί και ποτέ του δε θα μπορέσει, και δεν θα έπρεπε καν να του επιτρέπεται να προσπαθεί να το κάνει.


            Όταν ο Χάρις βρίσκεται σε κάποια γιορτή και του ζητούν να τραγουδήσει, απαντάει: 

          “Δυστυχώς, μπορώ να τραγουδήσω μόνο σατυρικά τραγουδάκια”' και το λέει μ' ένα ύφος που υπονοεί ότι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το ακούσεις μια φορά στη ζωή σου.

           “Α, τί καλά”, λέει η οικοδέσποινα. “Τραγουδήστε μας ένα, κύριε Χάρις” ' και ο Χάρις σηκώνεται και κατευθύνεται προς το πιάνο με την απαστράπτουσα ευθυμία γενναιόδωρου ανθρώπου που πρόκειται να χαρίσει κάτι σε κάποιον.

          “Ησυχία, παρακαλώ, όλοι σας” λέει η οικοδέσποινα στην ομήγυρη' και επιστρέφουν όλοι από τη σέρα κι ανεβαίνουν τις σκάλες παρασύροντας ο ένας τον άλλο απ' όλο το σπίτι και συνωστίζονται στο σαλόνι γύρω από το πιάνο, με χαμόγελα όλο προσδοκία.

Και μετά ο Χάρις αρχίζει.

            Οπωσδήποτε δεν περιμένεις να ακούσεις καμιά καταπληκτική φωνή σε ένα αστείο τραγουδάκι. Δεν περιμένεις σωστή άρθρωση ή τον τέλειο ήχο. Δε σε μοιάζει αν ο τραγουδιστής ανακαλύψει στη μέση μια νότας ότι την έχει πιάσει πολύ ψηλά και κατέβει απότομα. Δε σε νοιάζει ο ρυθμός. Δε σε νοιάζει αν προηγείται κατά δύο μέτρα από τη συνοδεία κι αν σταματάει στη μέση της φράσης για να διαπραγματευτεί με τον πιανίστα και μετά ξεκινάει από την αρχή. Αλλά σε νοιάζουν τα λόγια.

            Δε συγχωρείς τον τραγουδιστή να μη θυμάται παρά μόνο τις τρεις πρώτες σειρές της πρώτης στροφής και να τις επαναλαμβάνει συνεχώς μέχρι να έρθει η ώρα του ρεφρέν. Δεν περιμένεις να διακόπτει μια φράση στη μέση και να κρυφογελάει και να λέει ότι είναι πολύ αστείο, αλλά ανάθεμά τον αν θυμάται τη συνέχεια, και μετά να προσπαθεί ν' αυτοσχεδιάσει και στη συνέχεια να του ξανάρχεται στο μυαλό, όταν έχει ήδη προχωρήσει σ' ε΄να εντελώς διαφορετικό μέρος του τραγουδιού, και να διακόπτει εντελώς απροειδοποίητα για να ξαναγυρίσει και να στο προφέρει επιτόπου. Δεν – καλύτερα όμως να σας δώσω μια γεύση από τραγούδι του Χάρις για να κρίνετε μόνοι σας . .


ΧΑΡΙΣ (όρθιος μπροστά στο πιάνο και απευθυνόμενος στο ανυπόμονο πλήθος): Φοβάμαι ότι το τραγούδι αυτό είναι πολύ παλιό, υποθέτω ότι θα το ξέρετε όλοι σας. Αλλά είναι το μόνο που ξέρω. Είναι το τραγούδι του δικαστή από το Πιναφόρε – όχι, δεν εννοώ το Πιναφόρε – εννοώ – ξέρετε ποιο εννοώ – εκείνο το άλλο, ξέρετε. Το ρεφραίν θα το τραγουδάμε όλοι μαζί.

Μουρμουρητά ενθουσιασμού κι ανυπομονησίας για το ρεφραίν. Θαυμάσια απόδοση της εισαγωγής του τραγουδιού του Δικαστή από το Ενώπιον των Ενόρκων από το νευρικό πιανίστα. Έρχεται η στιγμή να αρχίσει ο Χάρις. Ο Χάρις δεν παίρνει χαμπάρι. Ο νευρικός πιανίστας αρχίζει την εισαγωγή από την αρχή και ο Χάρις, αρχίζοντας να τραγουδάει ταυτόχρονα, πετάει τους δυο πρώτους στίχους από το τραγούδι του Πρώτου Κυρίου από το Πιναφόρε . Ο νευρικός πιανίστας προσπαθεί να συνεχίσει την εισαγωγή, εγκαταλείπει, και προσπαθεί ν' ακολουθήσει τον Χάρις παίζοντας τα ακομπανιαμέντα από το τραγούδι του Δικαστή από το Ενώπιον των Ενόρκων. Ανακαλύπτει ότι εκείνος δεν ανταποκρίνεται και προσπαθεί να θυμηθεί τί ακριβώς κάνει, αλλά νιώθει το μυαλό του να εγκαταλείπει και σταματάει κάθε προσπάθεια.

ΧΑΡΙΣ ( ενθαρρύνοντάς τον ευγενικά) : Δεν πειράζει. Τα πάτε πολύ καλά – συνεχίστε

ΝΕΥΡΙΚΟΣ ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ : Φοβάμαι ότι κάπου γίνεται κάποιο λάθος. Τί ακριβώς τραγουδάτε;

ΧΑΡΙΣ (με ετοιμότητα) : Μα φυσικά το τραγούδι του Δικαστή από το Ενώπιον των Ενόρκων. Δεν το ξέρετε;

ΜΕΡΙΚΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΧΑΡΙΣ (από το πίσω μέρος της αίθουσας) : Όχι, δεν είναι αυτό που τραγουδάς, ηλίθιε, είναι το τραγούδι του Ναυάρχου από το Πιναφόρε.

            Μακριά συζήτηση μεταξύ του Χάρις και των φίλων του σχετικά με το τί ακριβώς τραγουδάει ο Χάρις. Ένας φίλος λέει κάποια στιγμή ότι δεν ε΄χει καμία σημασία τί ακριβώς τραγουδάει ο Χάρις, φτάνει να τελειώνει κάποτε, κι ο Χάρις με εμφανές ύφος ανθρώπου που τον πνίγει το άδικο ζητά από τον πιανίστα να αρχίσει από την αρχή. Ο πιανίστας τότε αρχίζει την εισαγωγή για το τραγούδια του Ναυάρχου και ο Χάρις, εκμεταλλευόμενος κάποιο κενό της μουσικής που θεωρεί κατάλληλο, αρχίζει.

ΧΑΡΙΣ :
Όταν ήμουν νέος κι άρχιζα να δικηγορώ.

Γέλια γενικά, που ο Χάρις τα εισπράττει ως κομπλιμέντο. Ο πιανίστας, αναλογιζόμενος την οικογένειά του, εγκαταλείπει τον άνισο αγώνα και αποσύρεται' τη θέση του παίρνει ένας άντρας με πιο γερά νεύρα.

Ο ΝΕΟΣ ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ (εύθυμα) : Λοιπόν, φιλέ μου, ξεκίνα εσύ κι εγώ θ' ακολουθήσω. Ας μην ασχολούμαστε με εισαγωγές.

ΧΑΡΙΣ (που μόλις άρχισε να αντιλαμβάνεται σταδιακά τη σωστή εξήγηση του ζητήματος – γελώντας) :    

     Μα το Θεό! Ζητώ συγγνώμη. Φυσικά – μπέρδεψα τα δύο τραγούδια. Ο Τζένκινς είναι που με μπέρδεψε, ξέρετε. Εμπρός, λοιπόν.

Τραγουδάει' η φωνή του μοιάζει να έρχεται από το κελάρι και να θυμίζει τα προανακρούσματα επερχόμενου σεισμού.

Όταν ήμουν νέος και δούλεψα για ένα διάστημα μαθητευόμενος σε δικηγορικό γραφείο.

(Πλαγίως προς τον πιανίστα): Το έπιασες πολύ χαμηλά, φίλτατε' Πάμε από την αρχή, αν δε σε πειράζει.

Τραγουδά τους δυο πρώτους στίχους από την αρχή, αυτή τη φορά εντελώς φάλτσα. Μέρος του ακροατηρίου αιφνιδιάζεται δυσάρεστα. Νευρική γηραιά κυρία ξεσπάει σε λυγμούς κι αναγκάζονται να τη βγάλουν έξω.

ΧΑΡΙΣ (συνεχίζοντας) :
Σκούπιζα τα παράθυρα και σκούπιζα την πόρτα,
Και.....

     Όχι, όχι, σκούπιζα τα παράθυρα και τη μεγάλη εξώπορτα. Και γυάλιζα το πάτωμα – όχι, ανάθεμα – ζητώ συγνώμη – τί περίεργο – δε μπορώ να θυμηθώ αυτόν το στίχο. Και – και – α, δε βαριέσαι, ας δοκιμάσουμε καλύτερα το ρεφραίν.(τραγουδάει) :

Και λα – λα – λα – λα     λα – λα – λα – λα     λα – λα – λα – λα     λα- λα
Και τώρα είμαι αρχηγός ολόκληρου του στόλου

Η χορωδία τώρα – επαναλαμβάνει τους δυο τελευταίους στίχους, ξέρετε.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Και λα – λα – λα – λα       λα – λα – λα – λα        λα – λα – λα – λα     λα- λα
Και τώρα είναι ο αρχηγός ολόκληρου του στόλου.



Ο Χάρις αδυνατεί ν' αντιληφθεί πόσο ρεζίλι γίνεται και ότι ενοχλεί ένα σωρό ανθρώπους που ποτέ τους δεν τον έβλαψαν στο παραμικρό. Νομίζει ειλικρινά ότι τους διασκεδάζει κι υπόσχεται ότι θα τραγουδήσει άλλο ένα σατυρικό τραγουδάκι μετά το δείπνο.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Το ποτάμι φοράει τα Κυριακάτικά του – Ενδυματολογικές συνήθειες στο ποτάμι – Μια ευκαιρία για τους άντρες – Έλλειψη γούστου εκ μέρους του Χάρις - Το σακάκι του Τζωρτζ – Μια μέρα με μια καλοντυμένη, νεαρή κυρία – Ο τάφος της κυρίας Τόμας – Ο άντρας που δεν αγαπάει τους τάφους, τα φέρετρα και τις νεκροκεφαλές – Ο Χάρις εκνευρίζεται – Οι απόψεις του για τον Τζωρτζ. Τις τράπεζες και τη λεμονάδα – Κάνει κόλπα.

Ήταν την ώρα που περνούσαμε από τον υδατοφράχτη του Μόλσι, που ο Χάρις μου μίλησε για αυτή την εμπειρία στο λαβύρινθο. Μας πήρε κάμποση ώρα για να περάσουμε, δεδομένου ότι το σκάφος μας ήταν μικρό και ο υδατοφράχτης μεγάλος. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί τον υδατοφράχτη του Μόλσι μόνο με ένα σκάφος μέσα του. Νομίζω ότι είναι ο πιο πολυσύχναστος υδατοφράχτης στο ποτάμι, ακόμα πιο πολυσύχναστος και από του Μπλότερ.
         
            Μου έχει τύχει να στέκομαι και να χαζεύω κάποιες φορές που δεν μπορείς να διακρίνεις καθόλου το νερό, παρά μόνο ένα λαμπερό κουβάρι από πολύχρωμα σακάκια και αστεία κασκέτα, κομψά καπέλα, πολύχρωμα παρασόλια, μεταξωτές εσάρπες, μπέρτες, κορδέλες που ανεμίζουν και κομψά άσπρα ρούχα. Όταν κοιτάς κάτω τον υδατοφράχτη από την αποβάθρα, θα μπορούσες να φανταστείς ότι είναι ένα πελώριο κουτί γεμάτο από λουλούδια τυχαία ριγμένα, κάθε χρώματος και απόχρωσης.

            Τις ηλιόλουστες Κυριακές ο υδατοφράχτης έχει αυτή την εμφάνιση σχεδόν όλη μέρα, ενώ δώθε και κείθε περιμένουν τη σειρά τους, έξω από τις πύλες του, μακριές ουρές από άλλα πλοιάρια. Τα σκάφη πηγαινοέρχονται αδιάκοπα, βάφοντας το ηλιόλουστο ποτάμι από το Παλάτι μέχρι το Χάμπτον Κορτ στα κίτρινα, τα μπλε, τα πορτοκαλιά, τα άσπρα, τα κόκκινα και τα ροζ. Όλοι οι κάτοικοι του Χάμπτον και του Μόλσι φοράν τα ναυτικά τους κι έρχονται και κάνουν βόλτες γύρω στον υδατοφράχτη με τους σκύλους τους, φλερτάρουν, καπνίζουν και χαζεύουν τα σκάφη κι όλο αυτό το πανηγύρι με τα κασκέτα και τα σακάκια των αντρών, τα πολύχρωμα φουστάνια των γυναικών, τους χαρούμενους σκύλους, τα αεικίνητα πλεούμενα, τα άσπρα πανιά, το ευχάριστο τοπίο και το αστραφτερό νερό' είναι ένα από τα πιο χαρούμενα θεάματα που έχω δει στην ευρύτερη περιοχή της ανιαρής, γέρικης πόλης του Λονδίνου.

           Το ποτάμι σου δίνει μια καλή ευκαιρία για να ντυθείς. Εμείς οι άντρες μπορούμε να δείξουμε επιτέλους το δικό μας γούστο στα χρώματα και, κι αν θέλετε τη γνώμη μου, νομίζω ότι τα καταφέρνουμε πολύ καλά. Πάντα μου άρεσε λίγο κόκκινο στα πράγματά μου – κόκκινο και μαύρο. Τα μαλλιά μου, ξέρετε, είναι χρυσοκάστανα, ωραίο χρώμα, μου λένε, και το σκούρο κόκκινο τους πάει πολύ' πιστεύω επίσης ότι μια γαλάζια γραβάτα τους ταιριάζει ωραία, όπως κι ένα ζευγάρι από εκείνα τα παπούτσια από ρώσικο δέρμα κι ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι γύρω από τη μέση – το μαντήλι δείχνει πιο ωραίο από τη ζώνη. Ο Χάρις επιμένει σε αποχρώσεις και συνδυασμούς του πορτοκαλιού και του κίτρινου, αλλά νομίζω ότι δεν έχει δίκιο. Το δέρμα είναι πολύ σκούρο για τα κίτρινα. Τα κίτρινα δεν τους πάνε' δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό. Εγώ πιστεύω ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιεί το μπλε σκούρο για βάση, με μια πινεκιά άσπρου ή κρεμ' κι όμως! Όσο λιγότερο γούστο έχει κάποιος στο ντύσιμο, τόσο πιο πεισματάρης φαίνεται να είναι. Κρίμα, γιατί έτσι δε θα καταφέρει ποτέ τίποτα, ενώ υπάρχουν ένα δυο χρώματα που μπορεί να τον βοηθούσαν να μη δείχνει και τόσο άσκημος, αν φορούσε και καπέλο.

            Ο Τζωρτζ αγόρασε μερικά καινούρια κομμάτια γι αυτό το ταξίδι, που μ' ενοχλούν κάπως. Το σακάκι, κυρίως, είναι εντελώς κακόγουστο. Δεν θα ήθελα να μάθει ο Τζωρτζ την άποψή μου, αλλά δεν υπάρχει άλλη λέξη για να το περιγράψω. Το έφερε στο σπίτι και μας το έδειξε την Πέμπτη το βράδυ. Τον ρωτήσαμε πώς θα περιέγραφε το χρώμα του και είπε ότι δεν ήξερε. Δεν πίστευε ότι υπήρχε όνομα γι αυτό το χρώμα. Ο άνθρωπος που του το είχε πουλήσει είχε πει ότι το σχέδιο ήταν ανατολίτικο. Ο Τζωρτζ το φόρεσε και μας ρώτησε τη γνώμη μας. Ο Χάρις είπε ότι ήταν πολύ χρήσιμο για το κρεμάσει κανείς στον κήπο του στις αρχές της άνοιξης για να διώχνει τα πουλιά' αλλά ως αντικείμενο ανδρικής ένδυσης τον αρρώσταινε, εκτός κι αν το φορούσε κάποιος νέγρος από το Μάγκρειτ. Του Τζωρτζ του κακοφάνηκε πολύ' αλλά ακόμα όπως είπε και ο Χάρις, αφού δεν ήθελε τη γνώμη του, γιατί του τη ζήτησε;
            Αυτό που ενοχλεί τον Χάρις κι εμένα σχετικά με το σακάκι είναι που φοβόμαστε ότι θα προσελκύσει την προσοχή στο σκάφος μας.

            Και τα κορίτσια δε δείχνουν άσχημα πάνω σε ένα σκάφος, αρκεί να είναι όμορφα ντυμένα. Τίποτε δεν είναι πιο ελκυστικό κατά τη γνώμη μου, από ένα καλόγουστο ναυτικό κουστούμι. Αλλά “ναυτικό κοστούμι”, όπως καλά θα κάνουν να καταλάβουν όλες οι κυρίες, θα έπρεπε να είναι ένα ρούχο που να μπορεί να φορεθεί σ' ένα σκάφος και όχι μόνο μέσα σε γυάλινη βιτρίνα. Χαλάει εντελώς η εκδρομή, έτσι κι έχεις μαζί σου στο σκάφος ανθρώπους που όλη την ώρα σκέφτονται πιο πολύ τα ρούχα τους παρά το ταξίδι. Είχα την ατυχία κάποτε να πάω για ένα πικ νικ στο ποτάμι με δύο κυρίες αυτού του είδους. Περάσαμε αξέχαστα!
         
             Ήταν κι οι δυο τους πολύ όμορφα ντυμένες – όλο δαντέλα και μεταξωτό, λουλούδια, κορδέλες, κομψά παπούτσια και λεπτά γάντια. Αλλά ήταν ντυμένες για φωτογραφικό στούντιο, όχι για πικ νικ στο ποτάμι. Ήταν “ναυτικά κοστούμια” από γαλλικό περιοδικό μόδας. Ήταν γελοίο να κυκλοφορείς μ' αυτά σε μέρη με αληθινό χώμα, αέρα και νερό.
         
            Με το καλημέρα, μας δήλωσαν ότι κατά τη γνώμη τους η βάρκα δεν ήταν καθαρή. Ξεσκονίσαμε όλα τα καθίσματα για χάρη τους αλλά δε μας εμπιστεύτηκαν. Η μία τους έτριψε το μαξιλάρι με το δείκτη του γαντιού της και έδειξε το αποτέλεσμα στην άλλη' αναστέναξαν κι οι δυο και κάθισαν με το ύφος χριστιανών πρωτομαρτύρων που προσπαθούν να βολευτούν πάνω στη πυρά Όταν κωπηλατείς, είναι φυσικό να πιτσιλάς και λίγο, φαινόταν όμως ότι και η παραμικρή σταγόνα κατέστρεφε εκείνα τα κοστούμια. Το σημάδι δεν έβγαινε ποτέ και λέκιαζε ανεπανόρθωτα το ύφασμα.
            Εντυπωσιάστηκα. Έβαλα τα δυνατά μου. Σήκωνα τα κουπιά ψηλά, περίμενα λίγη ώρα να στραγγίξουν πριν τα ξανακατεβάσω και κάθε φορά διάλεγα ένα ήρεμο σημείο του νερού για να τα ξαναβυθίσω. (ο μπροστινός είπε μετά από λίγο ότι ο ίδιος δεν ένιωθε τόσο προχωρημένος κωπηλάτης για να λάμνει μαζί μου, αλλά θα μπορούσε να κάτσει ήσυχος στη γωνιά του και να μελετήσει την τεχνική μου, αν του το επέτρεπα. Είπε ότι τον ενδιέφερε πολύ). Παρόλα αυτά όμως, και εις πείσμα των προσπάθειών μου, δεν μπορούσα να αποφύγω κάποιες στιγμές να πέφτει μια στάλα νερού σ' εκείνα τα φορέματα.
            Τα κορίτσια δε διαμαρτυρήθηκαν, αλλά στριμώχτηκαν η μία πλάι στην άλλη, έκλεισαν τα χείλη τους σφιχτά, και κάθε φορά που τις άγγιζε μια σταγόνα, μαζευόταν και ανατρίχιαζαν εμφανώς. Ήταν πολύ συγκινητικό να τις βλέπεις να υποφέρουν αυτό το βουβό μαρτύριο. Εμένα όμως το θέαμα με αποδιοργάνωσε εντελώς. Είμαι πολύ ευαίσθητος. Αγρίεψα και άρχισα να τραβάω κουπί πιο δυνατά ακόμα με αποτέλεσμα, όσο πιο σκληρά προσπαθούσα να το αποφύγω, τόσο περισσότερο να πιτσιλάω. Τελικά εγκατέλειψα τον αγώνα και είπα ότι θα πήγαινα να κωπηλατήσω στην πλώρη. Ο μπροστινός συμφώνησε κι αυτός ότι θα ήταν καλύτερα και αλλάξαμε θέσεις. Οι κυρίες έβγαλαν έναν αθέλητο αναστεναγμό ανακούφισης όταν με είδαν να μετακινούμαι και το κέφι τους έφτιαξε για λίγο. Τα καημένα τα κορίτσια! Καλύτερα να είχα συμβιβαστεί μαζί μου. Ο άντρας που με διαδέχτηκε ήταν ένας εύθυμος χοντροκέφαλος και διασκεδαστικός τύπος με διακριτικότητα ανάλογη ενός κουταβιού ράτσας κόκερ Θα μπορούσες να τον κεραυνοβολείς με το βλέμμα ώρες ολόκληρες και να μην το πάρει χαμπάρι ούτε και να χαλάσει τη ζαχαρένια του έτσι και το καταλάβαινε τελικά. Άρχισε να τραβάει κουπί με φόρα και κέφι, σηκώνοντας συντριβάνι ολόκληρο το νερό πάνω από τη βάρκα και κάνοντάς μας όλους να πεταχτούμε όρθιοι στη στιγμή. Αφού είχε κάνει εντελώς μούσκεμα εκείνα τα φουστάνια χαχάνησε και είπε;
           “Να με συγχωρείτε”. Και τους πρόσφερε το μαντήλι του για να σκουπιστούν.
           “Μπα, δεν πειράζει”, μουρμούριζαν τα καημένα τα κορίτσια και σκεπάζονταν διακριτικά με κουβέρτες και παλτά και προσπαθούσαν να προστατευτούν με τα δαντελένια παρασόλια τους.

             Στο γεύμα πέρασαν τα πάνδεινα. Κάποιος τους πρότεινε να καθίσουν στο γρασίδι, και το γρασίδι τους φάνηκε σκονισμένο' οι κορμοί των δέντρων στους οποίους κάποιος άλλος τους υπέδειξε να ακουμπήσουν φαίνονταν να μην ξεσκονιστεί βδομάδες ολόκληρες . Έτσι λοιπόν, εκείνες άπλωσαν τα μαντήλια τους χάμω και κάθισαν πάνω τους, με ίσια πλάτη. Κάποιος, ενώ περιφερόταν με ένα πιάτο με κρεατόπιτα, σκόνταψε σε μια ρίζα και η πίτα εκσφενδονίστηκε στον αέρα. Ευτυχώς δεν έπεσε ούτε κομματάκι επάνω τους, αλλά το ατύχημα τις προειδοποίησε για καινούριους πιθανούς κινδύνους και τις τάραξε πολύ' από εκείνη τη στιγμή, όποτε τολμούσε κανείς να μετακινηθεί κρατώντας οτιδήποτε θα μπορούσε να πέσει και να λερώσει, τον παρακολουθούσαν με εντεινόμενη ανησυχία μέχρι να ξανακαθίσει κάτω.
           “Εμπρός λοιπόν, κορίτσια”, τους είπε ο φίλος μας χαρούμενα όταν είχαμε αποφάει, “ώρα για λάντζα!”
            Στην αρχή δεν το κατάλαβαν. Όταν αντιλήφθηκαν το νόημα, είπαν ότι πολύ φοβούνταν πως δεν ήξεραν πώς να το κάνουν αυτό.
           “Μην ανησυχείτε, θα σας δείξω εγώ”, τους είπε χαρούμενα' “έχει μεγάλη πλάκα! Ξαπλώνετε πάνω στα – θέλω να πω, σκύβετε πάνω από την όχθη, καταλαβαίνετε, και ξεπλένετε τα πιατάκια στο νερό”.
            Η μεγαλύτερη αδελφή είπε ότι πολύ φοβόταν πως η αμφίεσή τους δεν ήταν κατάλληλη γι αυτή τη δουλειά.
           “Δε τρέχει τίποτα”, είπε εκείνος ανάλαφρα. “Απλώς μαζέψτε τις φούστες σας”.
            Και τίς έβαλε να το κάνουν. Τους είπε ότι κάτι τέτοια είναι που δίνουν χρώμα σε ένα πικ νικ. Εκείνες είπαν πως το έβρισκαν πολύ ενδιαφέρον.

            Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν άραγε εκείνος ο νεαρός τόσο χοντροκέφαλος όσο νομίζαμε; Ή μήπως.... Όχι, αδύνατο! Είχε τόσο αθώα, παιδική έκφραση στο πρόσωπό του!


            Ο Χάρις ήθελε να κατέβει στο Χάμπτον Κορτ για να πάει να επισκεφτεί τον τάφο της κυρίας Τόμας.
           “Ποια είναι η κυρία Τόμας;” ρώτησα.
           “Και πού θες να ξέρω;' απάντησε ο Χάρις. “Είναι μια κυρία που έχει αστείο τάφο και θέλω να πάω να τον δω”.
            Έφερα αντιρρήσεις. Δεν ξέρω αυτό συνιστά προσωπική μου ιδιοτροπία, αλλά ποτέ μου δεν έτρεφα μεγάλη συμπάθεια στις ταφόπλακες. Ξέρω ότι το σωστό είναι, όποτε επισκέπτεσαι κάποια πόλη ή χωριό, να σπεύδεις στο νεκροταφείο και ν' απολαμβάνεις τους τάφους' αλλά είναι μια διασκέδαση που ανέκαθεν στερούσα από τον εαυτό μου. Δε μου κινεί το ενδιαφέρον να τριγυρίζω σε σκοτεινές και παγωμένες εκκλησίες πίσω από ασθματικούς γέρους και να διαβάζω επιτύμβια. Ούτε καν η θέα λίγου ραγισμένου μπρούντζου ένθετου στην πέτρα δεν μπορεί να μου χαρίσει την αληθινή ευτυχία.
         

             Έχω σοκάρει πολλούς αξιοσέβαστους νεωκόρους με την αταραξία που είμαι ικανός να επιδεικνύω μπροστά σε αριστουργηματικά επιτύμβια και με την έλλειψη ενθουσιασμού μου για την τοπική οικογενειακή ιστορία, ενώ η αδυναμία μου να κρύψω το γεγονός ότι δεν βλέπω την ώρα και τη στιγμή να φύγω από εκεί πληγώνει τα αισθήματά τους.

            Ένα χρυσό πρωινό μιας ηλιόλουστης μέρας ακούμπησα στο χαμηλό, πέτρινο τοιχαλάκι που περιέκλειε τη μικρή εκκλησία ενός χωριού, άναψα την πίπα μου και απολάμβανα με βαθειά, γαλήνια χα΄ρα τη γλυκειά, ειρηνική σκηνή- τη γκρίζα, παλιά εκκλησία με τον πυκνό κισσό της και τη γραφική ξύλινη σκαλιστή της πόρτα, το άσπρο μονοπάτι που κατηφόριζε ανάμεσα σε ψηλές σειρές από φτελιές, τα καλύβια με τις αχυρένιες στέγες που ξεχώριζαν πάνω από τους καλοκουρεμένους θάμνους του φράχτη, το ασημένιο ποτάμι στην κοιλάδα, τους δασωμένους λόφους στο βάθος.
         
            Το τοπίο ήταν πανέμορφο. Ήταν ειδυλλιακό, ποιητικό και με ενέπνεε. Ένιωθα καλός κι ευγενικός. Ένιωσα ότι δεν ήθελα να είμαι πια αμαρτωλός και κακός. Θα ερχόμουν να ζήσω εδώ, δε θα έβλαπτα πια κανέναν, θα διήγα βίον άμεμπτον και ειδυλλιακό, θα γερνούσα και θα άσπριζαν τα μαλλιά μου και άλλα παρόμοια.
         
            Εκείνη τη στιγμή συγχώρεσα όλους τους φίλους μου και τους συγγενείς μου για την κακία και την ισχυρογνωμοσύνη τους και τους ευλόγησα. Εκείνοι, βέβαια, δε συνειδητοποίησαν το γεγονός. Συνέχισαν τον έκλυτο βίο τους αγνοώντας πλήρως εκείνο που έκανα για χάρη τους σ' εκείνο το ειρηνικό χωριό' όμως το έκανα, και ευχήθηκα να μπορούσα να τους το πω, γιατί ήθελα να τους ευχαριστήσω. Συνέχιζα να κάνω όλες αυτές τις μεγαλόψυχες και τρυφερές σκέψεις, όταν η ονειροπόλησή μου διακόπηκε βίαια από μια οξεία, διαπεραστική φωνή που φώναζε;
       
            “ 'νταξ, κύριε, έφτασα.Έφτασα, κύριε' μη φεύγετε”.
            Σήκωσα το βλέμμα και διέκρινα ένα φαλακρό γέρο να προσπαθεί να διασχίσει το νεκροταφείο για να έρθει προς το μέρος μου κουτσαίνοντας, κουβαλώντας μια πελώρια αρμαθιά κλειδιά στο ένα χέρι που κουνιόταν και κουδούνιζε σε κάθε του βήμα.
            Του έκανα νόημα να φύγει, με αξιοπρεπή ευγένεια, αλλά εκείνος συνέχισε να πλησιάζει, τσιρίζοντας συνεχώς:
           “Έρχομαι, κύριε, έρχομαι. Κουτσαίνω λιγάκι. Δεν έχω τη ζωντάνια που είχα παλιά. Από εδώ, κύριε”.
           “Εξαφανίσου, άθλιε γέρο”, είπα.
          “Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, κύριε”, απάντησε εκείνος.”Η κυρά μου δεν σας είχε δει μέχρι τώρα. Ακολουθήστε με, κύριε”.
           “Εξαφανίσου”, επανέλαβα' “άσε με ήσυχο, πριν πηδήξω πάνω απόν τοίχο και σε σφάξω”.

            Φάνηκε να εκπλήσσεται.
           “Δεν θέλετε να δείτε τους τάφους;” είπε.
           “Όχι”, απάντησα. “Δε θέλω. Θέλω να σταθώ εδώ, ακουμπισμένος σ' αυτό το τοιχαλάκι. Φύγε και μη μ' ενοχλείς. Είμαι γεμάτος ωραίες και μεγαλόψυχες σκέψεις κι έτσι θέλω να μείνω, γιατί αυτό με κάνει να νιώθω ωραία και καλά.Τί ήθελες και ήρθες με τις ανοησίες σου να με εκνευρίσεις, διώχνοντας όλα τα καλά μου αισθήματα μ' αυτές τις αηδίες περί τάφων; Φύγε και βρες κάποιον να σε θάψει φτηνά κι εγώ σου υπόσχομαι να σου κάνω τα μισά έξοδα της κηδείας”.
           
             Προς στιγμήν τα έχασε. Έτριψε τα μάτια και με κοίταξε με περιέργεια. Εξωτερικά έμοιαζα με κανονικό άνθρωπο: δεν το χωρούσε ο νους του.
             Είπε:
           “Είστε ξένος στα μέρη μας; Δε μένετε εδώ;”.
           “Όχι”, είπα “Δε μένω εδώ.Αν έμενα εδώ, δε θα έμενες εσύ”.
           “Τότε λοιπόν,” είπε, “θα θέλατε οπωσδήποτε να δείτε τους τάφους μας – τα μνήματα – άνθρωποι θαμμένοι, καταλαβαίνετε – φέρετρα!”
       
            “Είσαι πολύ επίμονος, άνθρωπέ μου”, απάντησα εκνευρισμένος. “Δε θέλω να δω – όχι τους δικούς σας τάφους τουλάχιστον. Γιατί να θέλω; Έχουμε δικούς μας τάφους στη οικογένειά μου. Ο θείος Πότζερ έχει έναν τάφο στο νεκροταφείο του Κένσαλ Γκρην που είναι το καμάρι όλης της επαρχίας' και ο τάφος του παππού μου στο Μπόου είναι ικανός να φιλοξενήσει οκτώ επισκέπτες, ενώ η αδελφή της γιαγιάς μου η Σούζαν έχει έναν τάφο στο νεκροταφείο του Φίντσλει μ' ένα ανάγλυφο στην πλάκα που θυμίζει καφετιέρα κι άσπρη πέτρα είκοσι πόντων ολόγυρα από τις καλύτερες, που κόστισε πολλές λίρες. Άμα θέλω τάφους, σ' εκείνα τα μέρη θα πάω να ξεφαντώσω. Δεν γουστάρω τους ξένους τάφους. Άμα σε θάψουν εσένα θα έρθω να δω το δικό σου τάφο. Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να σου υποσχεθώ”.

            Ξέσπασε σε λυγμούς. Είπε ότι ένας από τους τάφους είχε ένα κομμάτι πέτρα πάνω του που κάποιοι έλεγαν ότι ανήκε σε άγαλμα ανδρός κι ένας άλλος είχε πάνω του κάτι λέξεις σκαλισμένες που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει.
            Έμεινα ασυγκίνητος κι εκείνος μου είπε με σπαραγμό ψυχής:

           “Τότε δεν έρχεστε να δει το βιτρώ στο μαυσωλείο;”
            Δεν εννοούσα να δω ούτε αυτό. Οπότε έπαιξε το τελευταίο του χαρτί. Πλησίασε και μου ψιθύρισε βραχνά:
           “Έχω κάτι κρανία κάτω στην κρύπτη”, είπε' “ελάτε τουλάχιστον να δείτε αυτά. Αχ, ελάτε να δείτε τα κρανία! Νέος είστε, σε διακοπές είστε και θέλετε να διασκεδάσετε. Ελάτε λοιπόν να δείτε τα κρανία!”
            Τότε έκανα μεταβολή και το έβαλα στα πόδια και καθώς έτρεχα τον άκουγα να μου φωνάζει:
          “Αχ! Ελάτε να δείτε τα κρανία' γυρίστε να δείτε τα κρανία!”


            Ο Χάρις ωστόσο ενθουσιάζεται με τάφους, μνημεία, επιτύμβια και επιγραφές, και η ιδέα να μη δει τον τάφο της κυρίας Τόμας τον τρέλαινε.Είπε ότι από την πρώτη στιγμή που διατυπώθηκε η πρόταση για το ταξίδι μας, ανυπομονούσε να δει τον τάφο της κυρίας Τόμας – είπε ότι δεν θα είχε μαζί μας αν δεν είχε σκεφτεί την προοπτική να επισκεφτεί τον τάφο της κυρίας Τόμας.
         
            Του θύμισα τον Τζωρτζ και ότι έπρεπε να είμαστε με τη βάρκα στο Σέπερτον στις πέντε για να τον συναντήσουμε, και τότε τα έβαλε με τον Τζωρτζ. Τί ήθελε ο Τζωρτζ να χαζολογάει όλη μέρα και να μας αφήνει να σέρνουμε αυτήν τη βαρειά παλιομαούνα πάνω κάτω στο ποτάμι μόνοι μας για να τον συναντήσουμε; Τόσο δύσκολο ήταν να έρθει ο Τζωρτζ μαζί μας να κάνει και καμιά δουλειά; Γιατί να μην έχει πάρει άδεια εκείνη τη μέρα για να ξεκινήσουμε και οι τρεις μαζί; Στην ευχή με την τράπεζα! Και σε τί χρησίμευε και στην τράπεζα έτσι κι αλλιώς;
       
           “Όσες φορές έχω πάει εκεί πέρα, ποτέ δεν τον είδα να δουλεύει”, συνέχισε ο Χάρις. “Κάθεται πίσω από ένα τζάμι, προσπθώντας να δείχνει πολυάσχολος. Τί  μπορεί να κάνει ένας άντρας πίσω από ένα γκισέ; Εγώ πρέπει να δουλεύω για να βγάλω το ψωμί μου. Γιατί να μη δουλεύει κι εκείνος; Τί προσφέρει εκεί, και τί χρειάζονται οι τράπεζες εν γένει; Σου παίν\ρνουντα λεφτά και μετά, έτσι και πας να γράψεις καμιά επιταγή, τη στέλνουν πίσω με την υποσημείωση “ακάλυπτη” ή “αποταθείτε στον εκδότη'. Τί χρειάζονται όλα αυτά; Αυτό το κόλπο μου το κάνανε δυο φορές την περασμένη εβδομάδα. Δεν πρόκειται να το ανεχτώ για πολύ καιρό ακόμα.Θα κλείσω το λογαριασμό μου. Αν ήταν εδώ ο Τζωρτζ, θα μπορούσαμε να δούμε εκείνον τον τάφο. Άσε που δεν πιστεύω να είναι καν στην τράπεζα. Κάπου κρύβεται, αυτό είναι, για να μας αφήσει να κάνουμε εμείς όλη την αγγαρεία. Εγώ θα κατέβω και θα πάω για ένα ποτό”.

            Του αντέτεινα ότι βρισκόμασταν μίλια μακριά από οποιοδήποτε μπαρ' και τότε τα έβαλε με το ποτάμι, σε τί χρησιμεύει το ποτάμι; αν είναι όσοι βρίσκονται σ αυτό να πεθαίνουν από δίψα;
Το καλύτερο που έχει να κάνει κανείς, όταν ο Χάρις είναι στις κακές του είναι να τον αγνοεί. Γκρινιάζει, γκρινιάζει, μέχρι που εξαντλείται και μετά ησυχάζει.
Του θύμιζα ότι υπήρχε συμπυκνωμένη λεμονάδα στο καλάθι, κι ένα γαλόνι νερό σε μια κανάτα στην πλώρη της βάρκας, κι ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν ν' ανακατέψει λίγο από το καθένα για να φτιάξει ένα δροσιστικό ποτό.
            Τότε τα έβαλε με τη λεμονάδα, και “όλα αυτά τα νεροπλύματα του κατηχητικου”, όπως τα αποκάλεσε, το τζίντζερ, το σιρόπι από βατόμουρα και τα τοιαύτα. Είπε ότι όλα προκαλούν δυσπεψία, καταστράφουν το σώμα και την ψυχή και ήταν η αιτία για τα μισά εγκλήματα στην Αγγλία.
Είπε ότι παρόλα αυτά κάτι έπρεπε να πιει και σκαρφάλωσε στο κάθισμα και έσκυψε να πιάσει το μπουκάλι. Ήταν καταχωνιασμένο στον πάτο του καλαθιού και δυσκολευόταν να το βρει, όποτε αναγκάστηκε να σκύψει λίγο ακόμα' ταυτόχρονα προσπαθούσε να κρατάει και το πηδάλιο, ενώ η οπτική του γωνία ήταν κάπως ανάποδη, οπότε έκανε μια στραβοτιμονιά κι έστειλε τη βάρκα στην όχθη' εκείνος βούτηξε μέσα στο καλάθι κι ένειμε εκεί με το κεφάλι κάτω και τα πόδια στον αέρα, να κρατιέται με την ψυχή στο στόμα από την κουπαστή. Δεν κουνιόταν ρούπι από φόβο μήπως πέσει στο νερό και αναγκάστηκε να μείνει εκεί μέχρι να τον πιάσω από τα πόδια και να τον κρατήσω, κι αυτό τον έκανε ακόμα πιο έξαλλο.