Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

τρίτο τεταρτημόριο


απνευστί απ΄τ' όνειρο στου πρωινού το παγωμένο φιλί.
χαρτί ο ουρανός, σοβαρός, σιωπηλός,
σκυθρωπός θαρρείς.
στο δρόμο, έξω, λίγοι πεζοί
και μες στο μυαλό μου μια μικρή, θολή ανάμνηση επιμένει, τραγουδάει, κονταροχτυπιέται
με την πεζή πραγματικότητα
και νικάει.
προχωρώ και χαμογελώ.
Καλημέρα!!

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

ροκανίδια

Μ' ενέχυρο το οχυρό σ' ένα τρελό χορό.
με γρατσουνάει η αγάπη σου
ανοιχτές πληγές
αιμάσσουσες σημαίες.
πλιτς,
πλιτς.
μα πιότερο με πληγώνει η σιωπή σου'
ένα υπομειδίαμα
ίαμα και αρρώστια μεγάλη.
σώμα,
 ξέρεις κι εσύ
από κει μακριά
ξέρεις τί είναι η ζωή; 
φιλοσοφείς πότε πότε
κάνοντας ένα εξαγνιστικό ποδόλουτρο;
ουάου
nice and sleazy.
η ώρα παραπατάει
παραμιλάει
πράα ώρα
ώρα ονείρων
σ έρημες αποβάθρες
ραντεβού 
παιχνίδια του μυαλού
αποστασία,
ανυποστασία,
ανυπαρξία,
αταξία.
Αν στο υπάρχω  βάλεις μια τελεία
θα πάρω μιαν ανάσα.
Ανάσα;
τσίμπα με να ξυπνήσω!
Κυριακή χτες.
Είπαμε'
θα βάλω το ρούμι
θα βάλεις την κανέλα
και την τελευταία γουλιά θα την πιει ο μελλοθάνατος.
εγώ κι εσύ.
εσύ κι εγώ.
ακροβατώντας σε πεζούλες με φύλακα άγγελο.
φιλάκια ματς μουτς.
από δω.
από κει
σα παν
σα κατ
κι ολούθε!
φιλάκια περιποιημένα
καλοφτιαγμένα.
Καλή βδομάδα με αργία
τρεις κι ο κούκος.

Du matin à minuit
με γαργαγλάν οι πατούσες μου
και πάω έξω
γελάω
δεν κλαίω
πήγαμε σήμερα σ' ένα υπόγειο
χαθήκαμε
ξαναβρεθήκαμε
κι ήταν
σα να μην είχαμε γνωριστεί ποτέ.
ήμουν η κυρία ποτέ
κι εσύ ο κύριος παντού.
Λι
καρδιά στο νότο.
πάντα!


do u mind if I do really love u?

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

παραγγελιά.




Τα καράβια μου καίω
τα καράβια μου καίω - τα καίω
δε θα πάω πουθενά.

Μπρος στα πόδια σου κλαίω
μη μ΄αφήσεις σου λέω - σου λέω
να σ΄αφήσω ξανά.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Τα παιδιά στην κερκίδα
είναι η μόνη σου ελπίδα - ελπίδα
πρωινός ουρανός

Σταυρωμένη πατρίδα
μες στα μάτια σου είδα -αχ είδα
της ανάστασης φως.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Όποιος σε δει
για μια στιγμή
δίχως του πένθους
το μαύρο μανδύα.
Θα ΄σαι εσύ
θεά γυμνή
η αμαρτία του
κι η τιμωρία.
Σαν οπτασία
για μια ζωή.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
στην έρημη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.


σου χαλάω χατήρι;

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

τα παλιά καράβια.

















πρωινό στο λιμάνι.









Μια μέρα μέσα στις μέρες. Περπατά με το τσαντάκι της στο χέρι και λίγο ξεφτισμένο κραγιόν απ' ένα φιλί. Αποχαιρετισμού. Το πλοίο φεύγει. Μια μουσική στιγμή. 
Λίγο πριν, στο βάζο του καφενείου του λιμανιού ένα μοναδικό κόκκινο τριαντάφυλλο. Χάνει ένα πέταλό του που για λίγο αιωρείται κι έπειτα προσγειώνεται σ' ένα διάφανο ποτήρι κρασιού. Η μέρα το κοιτά και προσεκτικά ακουμπά τα χείλη στο φλυτζάνι του καφέ. 
Μια καυτή γουλιά καλημέρας. 

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

σκίτσο


Σα γεννήθηκε, δεν ήρθανε οι μοίρες.
Έφταιγε η βροχή, ένα ατύχημα στην εθνική οδό, κάποιο γλέντι αλλού ή μια αναπάντεχη αναποδιά που τις κράτησε μακρυά απ' το λίκνο τούτου του νεογέννητου βρέφους;
ό,τι και να 'ταν, δεν ήρθαν.
κι έτσι μεγάλωσε μια ζωή σαν παιδική χαρά υπό κατασκευήν' σ ένα χώρο επίπεδο κι άδειο που προσεχώς ευελπιστούσε να  έρθει εκείνο το φορτηγό, να φέρει τις τραμπάλες και τις τσουλήθρες, τις κούνιες, κάποια δέντρα και παγκάκια, μα προπαντός παιδιά. Αλλά τα εξωραϊστικά σχέδια του Δήμου Πεπρωμένου άλλαξαν γιατί, όπως κάποιος είπε στο συμβούλιο -που αυτό, ναι! έγινε με μπουφέ και πονηρά καλαμπούρια - πως δεν υπήρχε σημείο αναφοράς.
Είναι που δεν ήρθαν οι μοίρες. Να το μυράνουν το μωρό. Και βρέθηκε απ' τη μετεφηβεία κι 'επειτα να στέκει σε μια στάση λεωφορείων. Με τη σκέψη πως όλο και κάποιο θα περάσει με τη σωστή διαδρομή, τον σωστό προορισμό.
Περίμενε υπομονετικά. Πέρασαν οι γραμμές της μουσικής, της ζωγραφικής, της γλυπτικής, του θεάτρου και της λογοτεχνίας εξπρές' δεν σταμάτησαν. Πέρασε βιαστικά η γραμμή των απίστευτα αισιόδοξων κι αυτή των απανταχού απαισιόδοξων. Πέρασε κι η γραμμή την δημιουργίας μέσω του μόχθου, κοντοστάθηκε αλλά δε σταμάτησε. Η ομορφιά, η καλλιφωνία, το σωματικό κάλλος κι η ψυχική ευγένεια με μίνι μπας ήθελαν ιδιαίτερο εισιτήριο κι ο οδηγός με ύφος μπλαζέ άνοιξε την πόρτα, αφού σταμάτησε μια στιγμή, και την έκλεισε αμέσως και πάλι. Η τύχη, έγραφε  ο πίνακας ανακοινώσεων περνάει μα σε ακατάστατο ωράριο.
Και περίμενε. Μέχρι που κάποιο λεωφορείο ήρθε και στάθηκε. Ανέβηκε λοιπόν και μπήκε μέσα. "Μη νοιάζεσαι", του λέει ο οδηγός, "σταματάω σ' όλες τις στάσεις. Όλες ,μα όλες τις στάσεις του κόσμου. Αν το θέλεις, μπορείς όποια στιγμή αποφασίσεις να κατέβεις"
"Παράξενο λεωφορείο", σκέφτηκε μα δεν ρώτησε τίποτε. Ανακάλυψε πως ήταν ακόμη ένα άτομο εκεί μέσα. Μόλις έκατσε, κοντά στο παράθυρο, ήρθε και κάθισε κοντά του, στο διπλανό κάθισμα. Δεν μιλούσαν, μόνο ανάσαιναν μαζί. Ένα άγνωστο άτομο που στην επόμενη στροφή πάτησε το κουμπί της στάσης. Και χωρίς να χαιρετίσει προχώρησε στην έξοδο. καθώς η πόρτα άνοιγε, μια μικρή καρτ βιζίτ έπεσε. Έτρεξε να την πάρει να τη δώσει στο άτομο που κατέβηκε. Ακόμα πιο παράξενη αυτή η στάση. Σκοτεινή και φωτεινή μαζί. Χωρίς ταμπέλες. Και ανθρώπου ψυχή πουθενά. Που πήγε; πώς ήταν δυνατόν να εξαφανιστεί σε τόσο λίγο χρόνο;
Κοίταξε την κάρτα. Είχε ένα όνομα. Του ατόμου απ το οποίο έπεσε προφανώς. Μυστήρια πράματα. ξαναγύρισε στη θέση που είχε και πριν, κοντά στο παράθυρο. Ένας νέος συνεπιβάτης βρέθηκε τώρα στο λεωφορείο και ήρθε και κάθισε πλάι του. Αυτό, πότε πότε αναστέναζε και κοιτούσε το ρολόι του. Και, πάλι, κατέβηκε σε μια στάση ολόιδια με την προηγούμενη μα καθόλου ίδια μ' όλες τις στάσεις που ήξερε. Και του έπεσε μια καρτ βιζίτ μ 'ένα όνομα. Κλείνοντας η πόρτα άλλο ένα άτομο ήρθε κι έκατσε πλάι του κι αυτό τώρα γελούσε και σιγοταγουδούσε. Του έδωσε μια κάρτα και, πριν να προλάβει ν αρθρώσει κουβέντα, πετάχτηκε έξω απ' το λεωφορείο σε μια στάση, στη γνωστή πια παράξενη στάση κι εξαφανίστηκε.
Αποφάσισε ,λοιπόν, να πάει στον οδηγό. Να τον ρωτήσει. τί σημαίνουν ολ' αυτά, μήπως και καταλάβει. Αλλά ο οδηγός πριν καλά καλά ανοίξει το στόμα του, του είπε:  "Ακόμη δεν κατάλαβες; Αυτή είναι η τελευταία διαδρομή".
Και κατάλαβε. Ψυχοπομπός το λοιπόν, αμύραντος, σύντροφος σιωπηλός, στων τελευταίων λεπτών το ταξίδι.
Κατάλαβε και γύρισε στη θέση του.
Κι όμως, κάπου μέσα του, μια μικρή σκισμή, μια λάμψη, του κάνει ένα νεύμα, ένα φωτεινό σήμα που του ψιθυρίζει πως το ταλέντο στη ζωή κανείς δεν το ορίζει. Κι εκεί, στο αέναο ταξίδι του, άρχισαν να ξεπετιούνται απ' τη σκισμή μικρές ευαίσθητες φύτρες από ήχους, χρώματα, κίνηση, από φως και σκοτάδι. έγινε ο ίδιος ένα κράμα απ όλα αυτά μαζί. Και ποτίστηκε μέσα σ αυτήν την αγάπη. Σ αυτήν τη γλυκειά μελαγχολία του μοιραίου.
Άραγε βγήκε απ' αυτό το λεωφορείο ποτέ;

Κατάφερε να πάρει κουράγιο και να πατήσει το κουμπί της στάσης;
Ή ακόμη ταξιδεύει με διαφορετικές παρέες από στάση σε στάση, σ' αυτό το δρομολόγιο που το διάλεξε αυτός ή αυτό εκείνο;

Οι μοίρες σε κοκτέιλ πάρτυ διασκεδάζουν και τον συζητάν.
Γιατί στη ζωή, τελικά, ποιος είναι πιο μοιραίος;

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Σασυφής, καλή εβδομάδα.


Μουντή Δευτέρα κι ο Σασυφής με άδεια απ τη σημαία βρίσκεται ακόμη στο μικρό άσπρο σπιτάκι στην παραλία. Η θάλασσα έξω κρυφαναστενάζει, φωτιά στο τζάκι, ζεστό τσάι. Μουσική από περασμένες δεκαετίες, από παλιές κασέτες με φςςςς φύσημα. Ο κόσμος στροβιλίζεται και το τηλέφωνο νεκρό. Συνεχόμενοι συλλογισμοί και μες στο στυφό γαλάζιο του πρωινού μοιάζει η ζωή ανοχύρωτη πόλη. Μοιάζει νησί π αφήνει το γήινο σώμα του φτιαγμένο απ αρχαία δέντρα με κορμούς που χιλιοστρίφτηκαν αντιμέτωποι μ ατέλειωτα καλοκαίρια και χειμώνες, απ άγρια μελίσσια και συστάδες θάμνων με λουλούδια σε παράδοξα χρώματα να ξεχυθεί σ αμμουδιές, κει που το κύμα σήμερα και σ όλα του κόσμου τα σήμερα ξεψυχά και τίποτα δε ρωτά, μόνο δίνει και δίνει και δίνει τα υγρά του φιλιά κι αφήνει φεύγοντας δώρα αποχαιρετισμού κοχύλια, μικρά πολύχρωμα λειασμένα κομματάκια γυαλί, άφωνες συλλαβές πνιγμένων ονείρων. Απίστευτη σιωπή.
Το μεσημέρι ζουζουνένιες σπίθες με πύρινα φτερά λαμπυρίζοντα παίζουν με τα ξύλα στο τζάκι. Ο Σασυφής φτιάχνει με το πάσο του ένα απλό γεύμα πιότερο για το ζωντανό παρά για τον ίδιο κι έπειτα αρχίζει να μαζεύει το σπίτι, να σκεπάζει τα έπιπλα, να κλείνει τα πατζούρια. Μόνο όταν όλα ειν έτοιμα σβήνει τη φωτιά. Βγαίνει έξω, πάει στ αμάξι. Πριν μπει μέσα χαιδεύει το κεφάλι του σκύλου του που τον έχει ακολουθήσει μέχρι εκεί.
-Γεια σου φιλαράκο, του λέει κι αυτός τον κοιτάει παραπονιάρικα.
Παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Νοιώθει δυο μάτια να τον παρακολουθούν μέχρι τη στροφή για την ανηφόρα και δεν κοιτάει στον καθρέφτη. Αν κοιτάξει ίσως να γυρίσει πίσω. Δεν κοιτά. Ανοίγει το ράδιο, κακό σήμα λόγω βουνού, το κλείνει. Και συνεχίζει...  

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

έρχεται Σαββάτο.

Αγώγιμοι δρόμοι διατρέχονται από υψηλές τάσεις. Φωσφορούχα τα ρούχα της νύχτας λαμπυρίζουν στο σκοτάδι προβάλλοντας μικρές ανεπαίσθητες λεπτομέρειες ορατές σ' εξασκημένα μόνο μάτια. Εκεί, στις πτυχές, μικρά απαστράπτοντα κεντίδια. Το σήμερα, νωθρό, απολαμβάνει τις πρώτες του ώρες, τις μικρές, τυρβάζοντας μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού. Τα πουλάκια έξω κρυώνουν στα κλαριά του δέντρου. Κάποιες στιγμές της μέρας που έφυγε επιστρέφουν ανακεφαλαιώνοντας την ύπαρξή τους' μετά, μπαίνουν στο πατάρι παρέα με ξεχασμένα πασούμια χορού και μπανιερά. Χειμώνας. Προτελευταίο Σαββατοκύριακο του Γενάρη. Προσμένοντας τις Αλκυονίδες.
"Out Of Sight (but "in" sound)"