Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

Just the Two of Us



 ψαχουλεύοντας χρούτσου χρούτσου χρούτσου

νέες πολιτείες. νέοι παράδεισοι.

ε, άμα σου λέγω, άμα μου λεγες υπάρχει αυτή η καταραμένη η μαγική ΑΓΑΠΗ ανάθεμά την, υπάρχει. μ αρπάει απ το μαλλί με χτυπάει σα το χτπόδι και δεν αλλάζει, δε μεταλλάσσεται δε διαφοροποιείται. 

σ αγαπώ

σε λαχταρώ.

συνεχώς.

πεθαινω. με παθαίνει αυτό. και δε μπορώ παρά μόνο να ενδώσω. σ αυτό τον αναθεματισμένο κάματο. και πέφτω. πέφτω πέέέφτω σ αυτόν τον πεθαμό.

σου είπα όλα μου τα μυστικά, μυστικά. είσαι η λέρα μου κι η σαπουνάδα μου κι είμαι η σουσουράδα σου. χεμφφφφφ ξέρεις. 

ξέρεις σα βρεθούμε όλα τα φανάρια τούτου του κόσμου γίνονται πράσινα και πάάάμε χωρίς σταματημό.

κι η θάλασσα αποκτά τ αλάτι της κι ήλιος τη ζεστασιά και ο χρόνος το ρυθμό του.

επειδής έτσι.

πού ξαποστάινουν οι ψυχές; 

απ την καρδιά μου ανβλύζει μια αίστηση . είναι αυτό. αυτό μια πανσέληνος και πάμε φθίνωντας, πάμε πάλι αναμονή κι εγκαρτέρηση 

μπάρκο στο χάσιμο και θα ματαξαναβρεθούμε μάάάάκια,

επειδη σε λατρεύω. 

αδιαπραγμάτευτα.

Κυριακή 22 Αυγούστου 2021

sapore di sale 4

 ΨΑΡΙΑ ΓΙΑΛΙΣΝΑ!





Ο Βαγγέλης ο τσιλιγγρός, ο ψαράς, τα τσούγκρισε για τα καλά τις προάλλες με τον μπαρμπα - Ανέστη, τον ψαρομανάβη. Έγιναν μαλλιά κουβάρια! Αιτία; τα ζύγια. Κάθισαν στο πεζούλι να λογαριαστούν όπως κάναν κάθε Σάββατο για τα ψάρια της βδομάδας. Άλλα ζύγια θυμόταν ο Βαγγέλης, άλλα έγραφε το ωαρομυρωδάτο δευτέρι του μπαρμπα - Ανέστη. Κουβέντα στην κουβέντα αρπάχτηκαν. Ο ψαρομανάβης του πέταξε τα λεφτά στη μούρη κι ο Βαγγέλης τον ξεφώνισε κλέφτη και μπαγαπόντη. Κανένας δεν κατάλαβε, ούτε αυτοί που τους ξεχώρισαν, ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Το αλισβερίσι τους σταμάτησε με την κουβέντα του μπάρμπα - Ανέστη:

- 'Αμα ξαναπάρω λέπ΄απ΄τα ψάρια σ΄να με φτύσεις! Δε θέλω νταραβέρ΄μαζί σ΄ !


Ο μπάρμπα Ανέστης χρόνια τώρα κατέβαινε με το μουλάρι του απ΄τη χώρα στο λιμάνι. Περνούσε βάρκα - βάρκα κι αγόραζε την καθημερινή σοδειά. Ζύγιζε τα ψάρια, τα χώριζε σε γαλίκια ντυμένα με φτέρες σε πρώτα, δεύτερα και γατόψαρα - για τη φτωχολογιά - και τάγραφε στο δευτέρι του, σαλιώνοντας στην άρη το μελανί μπλύβι του, σε ξέχωρη σελίδα για κάθε φορά. Ανέβαινε γρήγορα το απότομο καλντερίμι για να μη τσακίσουν τα ψάρια και μόλις έμπαινε στο χωριό ειδοποιούσε:

- Ψάρια, ψάρια! Ψάρια γιαλισνά!

Πολλές φορές δεν πρόφταινε να φτάσει μέχρι την πλατεια που είχε το στέκι του. Τα γαλίκια άδειαζαν πολύ νωρίτερα. Κάθε Σάββατο στο λιμάνι, πριν ανηφορίσει για τη χώρα, λογαριαζόταν με κάθε ψαρά. βγάζαν ΄καθάριση όπως έλεγαν.


Ζημιωμένος βγήκε ο Βαγγέλης. Ο πεθερός του, ο ταβερνιάρης, δεν μπορούσε να κρατήσει όλα τα ψάρια. Αν περίσσευαν, έστω και δυο οκάδες, έπρεπε να τα πάει μόνο του στο χωριό, μια ώρα ανήφορο. Άξιζε τον κόπο; Τις πρώτες μέρες βολεύτηκε η κατάσταση. Πούλησε λίγα στη γειτονιά, φίλεψε λίγα τον παπά, λίγα τον Τελώνη, κράτησε τα βραστά για σούπα, ξοδεύτηκαν.

Σήμερα του περίσσευαν δυο οκάδες γόπες και μια οκά μελανούρια. ούτε να τα πετάξει μπορούσε ούτε να πουλήσει μπορούσε. Θα γινόταν η καρδιά του Ανέστη. Έμεινε αναποφάσιστος για ώρα. Είχε καταλάβει τη γκάφα του. κράτησε ακίνητη για λίγο τη γκλάβα του κι αποφάσισε να τα στείλει στη χώρα με το γιο του τον Αγγελή. τον φώναξε και του εξήγησε:

- Φερε το γάιδαρο του παπού σ΄ , ντύσε με φτέρες το μ΄κρό το γαλίκ΄, πάρε την παλάτζα και ξεκίνα. Τριάντα οι γόπες και σαράντα τα μελανούρια. Λογαριασμό ξερ΄ς . Θα πας απ΄τον πίσω δρόμο, στον τελευταίο μαχαλά. Εκεί δεν φτάνει ο Ανέστ΄ς . Ξέρεις τι θα φωνάζεις: Ωάρια γιαλισνά!

- Μεσ΄μέριασε πατέρα. Μέχρι να πάω τα ψάρια θα τσακίσουν. Δε θα τα καταφέρω. πατέρα. Δεν έχω πάει άλλ΄φορά. Δεν αγροικώ, διαμαρτυρήθηκε ο Αγγελής.

- Μόνο να τρως αγροικάς; τον αποστόμωσε ο πατέρας του. Δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Έγινε όπως διέταξε.


Ο Αγγελής με το γερασμένο φιλο του άρχισαν ν΄ανηφορίζουν το καλντερίμι. Ίδρωναν, ξεϊδρωναν, έπρεπε να βιαστούν να πουλήσουν τα ψάρια πριν το μεσημέρι, πριν μαγειρέψουν οι νοικοκυρες. Το γαϊδουράκι κοντανάσαινε. Ο Αγγελής το λυπήθηκε. Δεν ανέβηκε καβάλα, όπως σχεδίαζε. Έκοψε μια φουντουκίσια βέργα, αφήνοντας στην άκρη τη φούντα της, περισσότερο για να χαϊδεύει τον συνταξιδιώτη του παρά να τον απειλεί και να τον μαστιγώνει.

Δεν συμπληρώθηκαν δέκα λεπτά ανηφόραςκαι τους σταμάτηε με τα γαυγίσματά του ο Έκτορας του κυρ - Σπύρου. Σχεδόν αμέσως ξεπρόβαλλε κι ο ίδιος ανάμεσα στις φουντουκιές.

- Για πού το ΄βαλες Αγγελή; ρώτησε.

- Πάω να π΄λήσω ψάρια στη χώρα. Γόπες και μελανούρια, απάντησε ο πιτσιρίκος και κράτησε την ουρά του ζώου που έμεινε άγαλμα.

Ο κυρ - Σπύρος είχε το μεγαλύτερο φουντουκλούκι της πλαγιάς. Κείνη τη μέρα του Ιούλη είχε αργάτες κι αργατίνες που μάζευαν τα φουντούκια του. Έσκυψε πάνω απ΄το γαλίκι, παραμέρισε τις φτέρες και χαμογέλασε:

-  Ο Θεός σ΄έστειλε! Δεν είχα τι να τ΄ς φιλέψω.

Έκανε μεταβολή, βημάτισε προς το καλύβι του και ξαναφάνηκε με μια μεγάλη χωμάτινη γαβάθα.

- Μπατάρησέ τα όλα, πρόσταξε. και πες μ΄πόσα κάνουν.

- Ένα κατασταρ΄. Αλλά πρέπει να τα ζ΄γιάσω κυρ Σπύρο, διέκοψε ο Αγγελής.

- Να μάθ΄ς να ζ΄γιάζεις και με το μάτ΄αφού θέλ΄ς να γίν΄ς μανάβ΄ς, συμβούλεψε και τα άδειασε μόνο του στη γαβάθα. Έβγαλε ύστερα απ΄την τσέπη του ένα γυαλιστερό κατοστάρικο τόδωσε στον Αγγελή, χαιρέτισε και χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα.

γελούσαν και τ΄αυτιά του πιτσιρίκου, ίσως και του φίλου του, απ΄την αναπάντεχη επιτυχία. Η μόνη του στεναχώρια ήταν πως ξέχασε να ευχηθεί στον πελάτη του " καλοφαγωμένα ", καθως ήταν η συνήθεια. Στο γυρισμό ακολούθησαν αλλο δρόμο. πέρασαν απ΄το περιβόλι του παππού, τη εγάλη βρύση όπου δροσίστηκαν και τ΄απόγιομα γύρισαν θριαμβευτές.

- Πάρε πατέρα το κατοστάρικο. Τα κατάφερα, είπε με καμάρι.


Το πείραμα δεν ξανάγινε. Πέσαν ανάμεσα οι φίλοι, οι συγγενείς και κατάφεραν τον μπάρμπα - Ανέστη να πάρει πίσω τα λόγια του. Μόνο, στα ζύγια ζήτησε να ΄ναι παρών ο Αγγελής. μόνο μ΄αυτόν έκανε την ΄καθάριση!

 


Όλοι καλιάορυν
μα δε βγάζουν ψάρια...
τραγούδι του Αιγαίου.

Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

sapore di sale 3

 Ο ΑΝΤΑΛΑΒΟΣ


Οι τσαπατσούληδες στη θάλασσα δε φτουράνε. Παλιά, σωστή κουβέντα που τη θυμόταν ο γέρο - Κίμων, απόμαχος της θάλασσας εδώ και χρόνια, όταν έβλεπε κάποια ακαταστασία, απερισκεψία σε πλεούμενα. Κουβέντα που αργά ή γρηγορα επαληθευόταν. Η εξαίρεση ήταν μία : ο αντάλαβος, ο Αλέξης ο Λεμονάς. Σ΄αυτόν πήγαινε το μυαλό όλων των ψαράδων του χωριού όταν οι καιροί τους έκλεβαν το μεροκάματο κι ο ταβερνιάρης της παραλίας τους γέμιζε τις κούπες με πηχτό Κουμιώτικο κρασί. Μαθαίαν καθε καινούριο ανδραγάθημά του κι απορούσαν:

- Πώς δεν εχει πνιγεί ακόμη αυτός ο άνθρωπος! Θα πάρ΄ στο λαιμό τ΄και τπ παιδί τ΄!


Στα νιάτα ο Αλέξης δοκιμάστηκε σα μούτσος σε αρκετά καϊκια του νησιού. 'Ομως, πετάχτηε απ΄τους καπεταναίους στη στεριά ως "ανεπίδευκτος μαθήσεως". Αιτία η τσαπατσουλιά κι η ατσαλοσύνη του.  Απόκτησε για ναυτικό κακό όνομα. Κανένας πια δεν τον έπαιρνε στο καϊκι του ΄ούτε για σαβούρα. Πείσμωσε κι αυτός, αγόρασε μια μικρή ψαρόβαρκα τη "Μαρίτσα" και καμάρωνε σαν καπετάνιος της.

Όσο ήταν στα χέρια του η ¨Μαρίτσα" ποτέ δεν είχε καλαφατιστεί, ποτέ δεν είχε στοκαριστεί, ποτέ δν είχε μινιαριστεί. Έβαζε νερά. Η μηχανή της δούλευε όπουε ήθελε εκείνη, Η καρίνα ραγισμένη. Στην κουβέρτα όλα χύμα, ανακαταμένα: ένα κουπί μακρύ κι ένα κοντό, καλούμες σάπιες χιλιοματισμένες, δίχτυα πορποδια, νεροκιλοκύθα τρύπια. Όταν οι άλλοι ψαράδες τον συμβούλευαν  κι ο γιος του ο Φίλιππας τον παρακαλούσε να συμμαζέψει τις σβαρνιές της βάρκας του νευρίαζε:

- Δε βλάφτ΄Τη δ΄λειά τ΄ς την κάνει!

Το φερσιμό του σαν ψαράς ήταν ακόμα χειρότερο. Τους ενοχλούσε όλους. Κάλαρε τα δίχτυα του καβάλα στα δίχτυα των άλλων, φούνταρε πάνω σε ξένα ρεμέντζα, τραβούσε τη "Μαρίτσα", σε φαλάγγια άλλων. Και στις κουβέντες του πάλι αντάλαβος ήταν. Σ΄όποιον διαμαρτυρόταν αποκρινόταν με τη βραχνή φωνή του ότι η θάλασσα, το λιμάνι, η αμμουδιά είναι για όλο τον κόσμο. Με το "όλο τον κοσμο" εννοούσε μόνο το εαυτό του!

Έστω και αργά τα λόγια του γέρο - Κίμωνα επαληθεύτηκαν. Κάποιο πρωί ο αντάλαβος δεν γύρισε στο λιμάνι. Ένα περαστικό μπουίνι τον έπνιξε. Ψάξαν σ΄όλες τις ακτές, στα βράχια, στις παραλίες και τον βρήκα ξαπλωμένο ανάσκελα στην αμμουδιά του Καλόγερου. Αλλου η άρκα του, μισοβουλιαγμένη, αλλού ο κύρης της με μπερδεμένα δίχτυα και σκοινιά στα πόδια. Ευτυχώς δεν είχε πάρει μαζί του το Φίλιππο! Συμμάζεωαν τον Αλέξη, ρυμούλκησαν τη "Μαρίτσα" στο λιμάνι, την τράβηξαν πρόχειρα στην αμμουδιά δίπλα στο μώλο. Θρήνησαν λιγότερο τον Αλέξη και περισσότερο για τη φτώχια της γυναίκας του με τα δυο παιδιά. Ο αν΄ταλαβος ταξίδεψε σ΄άλλο λιμάνι ν΄αναστατώσει κι εκεί τους ήσυχους ψαράδες του.


Ο Φίλιππας, παρόλο μικρός, ένιωθε τώρα την ευθύνη της οικογένειας. Σταμάτησε το σχολείο - άλλο που δεν ηθελε - κι ανασκουμπώθηκε να συμμαζέψει τη "Μαρίτσα". Άλλη επιλογή δεν είχε. Ήταν καταδικασμένος να συνεχίσει το επάγγελμα του συγχωρεμένου. Στη στεριά δεν είχε ούτε ρίγανη. Ούτε σοδειά, ούτε λεφτά, ούτε συμπαράσταση από κανένα. Μόνο καλά λόγια: Κουράγιοο! Άρχισε μόνος του, μετά λίγες μέρες, να μαστορεύει τη βάρκα, να καθαρίζει τη μηχαν΄, να καρφώνει, να στοκέρνει, μ΄όσες γνώσεις μπορεί να ΄χει ένα δεκαεξάχρονο παιδί. Απ΄τα χαράματα μέχρι το βράδυ πάλευε ασταμάτητα μπρούνητα στ΄αμπάρι, μουτζουρωμένος, σιωπηλός σκεφτικός. Σκεφτικος, γιατί έμαθε ότι ο πατέρας του είχε απλήρωτα τα δίχτυα της "Μαρίτσας".

Ξαφνικά, μια μέρσ, οι ψαράδες του λιμανιού είδαν το Φίλιππο πιο χαρούμενο. Όψη πιο αισιόδοξη. Δεν άργησαν να μάθουν την αιτία. Το παληκάρι ξομολογήθηκε, πως όταν χώθηκε της προάλλες στο καμπούνι να πάρει τα εργαλεία του βρήκε, τυλιγμένα σε εφημερίδα, χρήματα. Χρήματα αρκετά να εξοφλήσει τα μικροχρέη του πατέρα του, ν΄αγοράσει καινούρια μηχανή, καινούρια δίχτυα, κουπιά, κουπιά, άγκυρες.

Κανένας, ποτέ, δεν έμαθε ποιος ήταν ο σωτήρας. Στη σκοτεινή αφέγγαρη νύχτα κάποιος χριστιανός άφησε αθόρυβα στη 'Μαρίτσα" το περίσσευμά του. Έκανε το καλό και το ΄ριξε στο γιαλό.


Λίγες μέρες αργότερα , όταν κυκλοφόρησε το νέο, η καντηλανάφτισσα του Αη - Νικόλα ορικζοταν ΄΄οτι είχε δει μεσ΄τη νύχτα, ΄κείνες τις μέρες, τη σκιά κάποιου γέροντα με γενειάδα να γλιστρά προς το λιμάνι. Σίγουρα ήταν ο Άγιος!

 -Θάμα! Θάμα! μουρούρησαν οι γειτόνισσες και σταυροκοπήθηκαν.

Οι γνώμες διχάζονταν μέχρι που το΄μαθε ο Αργυράκης της Μαρουσώς, ο τσευδός, που εξήγησε το μυστήριο:

- Τα, τα... τα λεφτά ήταν τυ, τυ... τυλιγμένα σε, σε... σε ΄φημερίδα. Αν, αν... αν τάβαζε ο Άγιος θα, θα... τα τυλ΄γε σε, σε... σε φύλλα απ΄του, του... του΄Βαγγέλιου. Ο, ο... ο Άγιος δεν, δεν... δεν διαβάζ΄΄φημερίδες!

Όλοι συμφώνησαν μαζί του.


Τα μαύρα νέφη για βροχή;
τα κόκκινα γι΄αγέρα.

Πρόγνωση καιρού του Αιγαίου.


Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

sapore di sale 2

 ΤΟ ΠΕΡΑΜΑ




Από παιδί το μοναδικό όνειρο του Λευτέρη ήταν, όταν μεγαλώσει, να αποκτήσει και να τιμονέψει καϊκι. Ανυποχώρητος και στην προτίμησή του : πέραμα. Εκει που έκανε σκόντο ήταν τα άλμπουρα. Προτιμούσε τα δυο. Συμβιβαζόταν όμως και με το ένα. Πέρμα γρήγορα, με μηχανή, με πανιά φλόκι και μπούμα. Να ζώνεται με αφρούς σκίζοντας τα κ'υματα. Αυτό λογιάζονταν, αυτό ονειρευόταν στον ύπνο και στον ξύπνιο του. Ο δάσκαλός του το 'μαθε, το ΄δε από τις ζωγραφιές στα τετράδιά του, και τον ειρωνευόταν: 

- Να μην ξεχάσεις Λευτέρη, να κοτσάρεις στο άλμπουρο την Ελληνική σημαία!


Μεγάλωσε μ΄αυτο το όνειρο. Μέχρι τα εικοσιοχτώ του δεν κατάφερε να το πργματοποιήσει.Δουλεψε σκληρα σε πολλά καϊκια, έμαθε τις μηχανές, τα πανιά, τους αέρηδες, τις πορείες, το τιμονι. 'Ομως, όλες τις οικονομίες του, μέχρι δεκάρας, τις έφαγε η παντρειά της στραβοχυμένης αδελφής του. 

Εκεί που το φιλοσοφουσε αν άξιζε τον κόπο ν΄αρχίσει πάλι απ΄την αρχή, του χαμογέλασε η Βαγγελίτσα η μοναχοκόρη του μεγαλοκαραβοκύρη του χωριού. Το σκέφτηκε από δω, το ακέφτηκε από κει, νοστιμούλα ήταν η Βαγγελίτσα, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Τη ζήτησε επίσημα. Ο πατέρας της, ο καπετάν Λουκάς, ξεμοναχιασε την κόρη του, τη ρώτησε, την κοίταξε κατάματα και συμφώνησε. Ο Λευτέρης ξεκαθάρισε πως για προίκα, εκτός απ΄το σπίτι στο λόφο πάνω απ΄το λιμάνι, δεν ηθελε περβόλια με ελιές κι αμπέλια. Προτιμούσε κάμποσες χρυσές λίρες. Σκοπός του να χτίσει, ν΄αρματώσει, να ταξιδέψει το πέραμα που ερμενιζε στο νου του.


Τα κατάφερε. Παντρεύτηκε, τακτοποίησε το σπιτικό του και συντομα μετακόμισε στη Σκόπελο. Απ΄τα χαράμα μέχρι το σούρουπο δούλευε στον ταρσανά μαζί με το μαστρο - Μανώλη και τους καραβομαραγκούς. Διάλεγε τα δτραβόξυλα, τα ποδόσταμα, μετρούσε την καρίνα, πρόσεχε τις καβίλιες, ζύγιαζε τις μασκες της πλώσης. Ήθελε να ξέρει και να νιώθει κάθε γωνιά του καϊκιού του, πόντο στον πόντο, σαν τα παϊδια του κορμιού του. Η " Βαγγελίστρα" , έτσι βλαφρισε το πέραμα, βάφτηκε, αρματώθηκε, αγιάστηκε και γλίστρησε γλυκά - γλυκά στην αλμύρα. Η γυναίκα του βούρκωσε, οι δικοί του καμάρωναν, καθώς όλοι μαζί, ένα τσούρμο κόσμος γύρω τους ασήμωναν κι ευχόταν " μάλαμα το καρφί του ". Η βολιώτική μηχανή, φάνηκε απ΄τη δοκιμή, του ταιριαζε κουτί. 


Η ζωή χαμογελούσε στον καπετάν Λευτέρη. Τα ναύλα πολλά. Τα φορτία περίμεναν στα λιμάνια. Καλός ναυτικός, ανθρωπος με συνέπεια, με πέσα, προσεκτικός, έγινε γρήγορα το πρώτο όνοα στο χωριό του. Όταν καβαυζάριζε τον τελευταίο κάβο πριν μπει στο λιμάνι βαρούσε μπουρου, ξαργούμ επίτηδες, για να τον ακούσει ο δάσκαλός του, συνταξιούχος πια, απ΄το μπαλκονακι του σπιτιού τουκαι να κοιτάξει τη σημαία στο άλμπουρο της " Βαγγελίστρας " . Κάτι σαν εκδίκηση!

Ο καπετάν Λευτέρης χόρτασε λεφτά, στόρισε δυο δίδυμα κορίτσια, παρέα για τη Βαγγελίτσα τουκαι έκανε τη ζωή του που του άρεζε αρμενίζοντας στο Αιγαίο, στο περιβόλι του. Πότε απ΄το Βόλο στον Μόλυβο, πότε απ΄τη Λήμνο στη Σκύρο, πότε απ΄τη Χαλκιδική στον Πειραιά, πότε απ΄τη Κύμη στη Σαλονίκη. Δεν πρόφταινε ούτε να παλαμίζει τα βρεχάμενα.

 

Όμως η ζωή έχει πολλά σκαμπανευάσματα. Πότε σ΄ανεβάζει, πότε σε κατεβάζει. Ίδια όπως όταν βρίσκεται στις πλάτες των κυμάτων. Ένα βαρ΄τ μαδέρι, όταν ξεφόρτωναν στο Μούδρο, έπεσε και του΄σπασε το δεξί του πόδι. Ανήμπορος, θέλοντας και μη, αποτρβηχτηκε απ΄τη θάλασσα στο χωριό του με τραυματισμένη την ψυχή. Στην αρχή φουντάρισε τη "Βαγγελίτσα" στο λιμάνι. Αργότερα την τράβηξε στα βάζια, στο διπλανό καρνάγιο. Όταν τη κοίταζε κατάφαυσα, τα όκια της φαινόταν σα καταπονεμένα μάτια και οι σκουριές που ξέχυνε το μέταλλο σαν ανθρώπινα δάκρυα. Άκουγε δυνατά στ΄αυτιά του ο καπετάν Λευτέρης το παραπονο της :

- Μη με φυλακίζεις στη στεριά, καπετάνιες μου! Γεννήθηκε για ν΄αρμένίζω στο πέλαγος΄όχι να μαραίνομαι στο καρνάγιο!

Ο καπετάνιος κατάλαβε το δίκιο της ¨Βαγγελίστρας¨. Δεν μπορούσε να της στρερήσει τη λευτεριά της. Έτσι αναγκάστηκε να την πουλήσει. Αγοραστής ο φίλος του ο καπετάν Σταμάτης από τη Σκύρο. Οι τελευταίες κουβέντες του Λευτέρη, μετά τις υπογραφές, ήταν η ουσία της συμφωνίας.

- Να το προσέχεις σαν τα μάτια σου! Κι όταν ανηφορίζεις για τη Σαλονίκη να περνάς από δω να πίνουμε καφέ και να σου ξηγώ τις ιδιοτροπίες του. Ο καπετάν Σταμάτης το υποσχέθηκε κρατώντας σφιχτά για ώρα στη χούφτα του τη ζεστή παλάμη του φίλου του.

Από κείνη τη στιγμή ο καπετάν Λευτέρης με το δεκανίκι του άρχισε να ζει την τραγωδία ροτ ξοφλημένου.Το σαράκι τον έτρωγε σιγά - σιγά. Πού να αρμενίζει τώρα η "Βαγγελίστρα" μου; Πρόλαβε  ν΄ απαγκιάσει από τη Γραιγο - Τραμουντάνα σε κάποιο λιμάνι ή θαλασσοδέρνεται αστο πέλαγος; Η γυναίκα του το καταλάβαινε αλλά ήταν ανώφελο. Κατά βάθος ζήλευε γιατί ο ανδρας της νοιαζόταν περισσότερο για το ξυλάρμενο παρά γι΄αυτήν.

Η ανησυχία του Λευτέρη και η διαίσθησή του ήταν διακιολογημμένες. Ο καπετάν Σταμάτης ηταν ταμαχιάρης, Για να πάρει μεγαλύτερο ναύλο φόρτωνε τη "Βαγγελίστρα" μέχρι τα μπούνια. Το δεύτερο χειμώνα έγινε το κακό. Στο Κάβο - Ντόρο, φορτωμένη τούβλα, άφησε οριστικά τον πάνω κόσμο και άραξε στο παλάτι του Ποσειδώνα μ΄όλο το πλήρωμά της. Το μαντάτο έφτασε στο λιμάνι αλλά κανένας δεν ρόλμησε να ρο διαδώσει. Ήξεραν ότι θα σκοτωνε τον καπετάνιο. Το μυστικό, ευτυχώς κρατήθηκε εφτασφράγιστο.


Ο καπετάν Λευτέρης ανύποπτος άραζεστη μικρή αυλίτσα του σπιτιού του που αγνάντευε το πέλαγος, έ[ινε τον καφέ του κι όταν άκουγε μηχανή καϊκιού κάρφωνε τα ματια του προς τη μπούκα του λιμανιού. Μήπως ερχόταν η "Βαγγελίστρα" του; Χρόνια τώρα περίμενε άδικα τη μεγάλη στιγμή. 

Όταν κατέβαινε κούτσα - κούτσα στον καφενέ του λιμανιού οι φιλοι του ναυτικοί απέφευγαν να τον ρωτήσουν εν είχε νέα. Μόνος, όμως, γύριζε τη κουβέντα και πάντα ρώταγε τους καπετάνιους που γύριζαν από ταξίδι :

- Μπας κι απαντήσατε πουθενά τη "Βαγγελίστρα" μου; Κάποιος τον βεβαίωνε ότι στο προηγούενο ταξίδι την είδε φουνταρισμένη στη Χαλκίδα΄περίμενε να μπατάρει το ρέμα. Άλλος ότι ξεφόρτωνε λιπάσματα στο Πλωμάρι. Τελευταία, ότι ο καπετάν Σταμάτης την πούλησε στη Νύδρα. Γι΄αυτό δεν φαινόταν προς το Βορρά. Τ΄άκουγε ο καπετάν Λευτέρης, αναστέναζε και τα ΄βαζε με τον καπετάνιο της:

- Δεν κράτησε το λόγο του! Δεν έχει μπέσα!


Έσβησε πρόωρα μ΄αυτό το παράπονο. Ο καπετάν Σταμάτης δεν κράτησε το λόγο του.

.....................................................................................................................................................................

- Αυτή είναι, παλληκάρια μου, η ιστορία του φίλου μου Λευτέρη, κατέληξε ο παλιός του γείτονας ο μάστρο - Στάθης. Χωρίς αλάτια και πιπέρια, συμπλήρωσε. Σκέτη όπως την έζησα. Με σκαμπανευάσματα. Πότε καλή, πότε κακή. Ούτε μια στιγμή δεν έκανε η καρδιά του λάσκα. Πάντα γιομάτη, παθιασμένη.Ακόμα και μ΄αυτά που εσείς τα λέτε άψυχα.

Άδειασε την πίπα του στη βαρελίσια ξυλόσομπα του καφενέ, χούφτωσε την κούπα του, κατέβαση μια γουλια και μονολόγησε:

- Θε σ΄χωρέσ΄τον!


Θάλασσα πικροθάλασσα

με τα φαρμάκια που΄χεις

δίστιχο του Αιγαίου

(να πω κι εγώ μιας και ταλαιπωριέμαι να πληκτρολογω προς τέρψιν όλων -κι εμού- στο προκείμενο ανάγνωσμα δεν ευθύνεται μα διόλου η θάλασσα. μα το κακό ανθρώπινο σκεπτικό που φτιάνει την αναλγησία και την επιδίωξη του πρόσκαιρου κερδους. summertimeblues)


   



Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

sapore di sale 1

 Η ΚΑΚΑΒΙΑ

Η "Αρετούσα" τoυ καπετάν Στρατή, η ομορφότερη ψαρόβαρκα τιυ νησιού, ρεμετζάρισε νωρίς το πρωί στην άκρη του μώλου, δίπλα στην αμμουδίτσα του κόρφου.

Ο Στρατής δούλευε μέχρι πέρσι λοστρόμος στα ποστάλια. Η γκρίνια της γυναίκας και της κορης του, δασκάλας στο απέναντι νησί, τον ξεμπάρκαραν πρόωρα.

- 'Εχουμε Στρατή μου από όλα τα καλά, δόξα στη Βαγγελίστρα. Το κοριτσάκι μας βολεύτηκε. Παράτα τα να χαρείς, του΄γραφε και τηλεφωνούσε αδιάκοπα η γυναίκα του. Κι εκείνος με βαριά καρδιά χαιρέτισε ακμαιότατος, πριν την ώρα του, τα καράβια και γύρισε στο νησί του.

Δεν πρόδωσε, όμως, τη θάλασσα. Όταν τον άφηνε ο καιρός αλμυριζόταν πότε με το παραγάδι του, πότε με τα δίχτυα του, πότε με τη συρτή του. Ρουφούσε με την ανάσα του τις βιταμίνες της θάλασσας και το ΄φχαριστιόταν. Οι συγχωριανοί του, ναυτικοί και ψαράδες οι περισσότεροι, του έδωσαν προαγωγή βαφτίζοντάς τον καπετάνιο και η γυναίκα του η Κατερίνα τον ειχε μη βρέξει και μη στάξει,

Στο σπίτι τους, στο καθιστικό, είχε κρεμάσει στον τοίχο ανάμεσα στα κάδρα των μουστακοφόρων παππούδων, τη φωτογραφία του τελευταίου θαλασσινού του σπιτιού, του καραβιού που τον σεργιάνιζε τα τελευταία δέκα χρόνια. Αν ήθελε να ονειρευτεί, να ρεμβάσει, ξάπλωνε στο μακρόστενο καναπέ, έκλεινε τα μάτια του, μπαρκάριζε και ταξίδευε σε μακρινές θάλασσες΄έμπαινε σε γνωστά λιμάνια, έδενε κάβους και, σα νύχτωνε, τρύπωνε με το Μαθιό στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Ακόμα δεν είχε αποτοξινωθεί απ΄τις θύμησες.

Εκείνο το πρωινό η καλάδα του είχε πάει καλά. Παρόλο που το φεγγάρι ήταν σχεδόν ολόγιομο αρκετα ψάρια είχαν πέσει στα δίχτυα του: μπαρμπούνια, κουτσουμούρες, μελανούρια, μπερκόχανα, σγατζά...

Ο Στρατής καθισμένος στην πρύμνη, ξεψάρωνε και ξεχώριζε σε διαφορετικά μπουγέλα τα πρώτα, τα καλύτερα, απ΄τα μικρόψαρα, τα γατόψαρα όπως τάλεγαν.Πριν τελειώσει το μάτι του έπεσε στο μικρό Παυλή της Ουρανιώς που πολεμούσε να καμακώσει ένα χταπόδι διπλα στο μώλο.Δε το κατάφερνε και το φόρτωνε ψιλοβρισιές γιατί δε στεκόταν ακίνητο να το πιρουνιασει. Ο Παυλής ήταν δεν ήταν έξι χρονών. Το βλέμμα του Στρατή περπάτησε μέχρι το καλυβάκι της Ουρανιώς, στην ανηφορίτσα πάνω απ΄την αμμουδιά. Άλλη ιστορία κι αυτή! Το Ουρανιώ είχε χηρέψει προσφατα. Ο συγχωρεμένος, τσιράκι παλιοτερα του Στρατή, τζόβενο στο καραβόσκαρο του καπετάν Λεωνίδα, την είχε φέρει από μακρινό νησί. Κανένας δεν ήξερε τους δικούς της. Ούτε ο παπάς που τους πάντρεψε, παρά τις φωνές της μάνας του.Δε πρόλαβε να τη χαρεί. Το ρεμπελιό, η ασωτεία, το πιοτό τον σκότωσαν πρόωρα. Της άφησε κληρονομιά το φτωχοκάλυβο, το διπλανό περβόλι με το λαχανόκηπο. πέντε ελιές, δυο συκιές, δυο λεμονιές, μια κατσίκα, ένα κοτέτσι με πέντε κότες, χρέη στο μπακάλη της παραλίας και δυο κουτσουβελα. Το μεγαλύτερο ήταν ο Παυλής.

Το Ουρανιώ, ένα μελανούρι με φιδισιο σώμα και μακριά μαλλιά, δεν είχε δώσει αφορμές για κουτσομπολιά. Πάλέυε να αντιμετωπίσει μόνη τη φτώχεια της΄να κρατήσει όρθιο το σπιτικό της. Όταν κατηφόριζε στην αμμουδιά να ξεπλύνει στη θάλασσα τα στρωσίδια του καλυβιού της, ανασηκώνοντας τη μαύρη ρόμπα της, οι αναστεναγμοί των ψαράδων που μπάλωναν τα δίχτυα ή νετάριζαν τα παραγάδια τους έφταναν μέχρι τ΄αυτιά της. Αλλά, μα τον Άγιο, σε κανέναν δεν έδινε δικαίωμα να την κουτσομπολέψει για το παραμικρό. Κι ο μπακαλης που πήγε στο καλύβι της με το δεφτερι να ρυθμίσει τα μικροχρέη της έφυγε άναυλος.

Όταν ο Παυλής περνούσε μπροστά απ΄τη δέστρα της βάρκας ο Στρατής του έγνεψε. Κρατώντας τον κουβά με τα καλά ψάρια σαλτάρησε στην πλώρη, τράβηξε τον κάβο ώστε να φιλήσει η βάρκα το μουράγιο και τον έδωσε στον Παυλή.

 - Δώσε αυτά στη μάνα σου Παυλή. Είχα μπόλικα ψάρια σήμερα. Μου περισσεύουν. Μονο φέρε μου πίσω τον κουβά.

Ο Παυλής παράτησε το μικρό καμάκι του στο μώλο κι έφυγε τρέχοντας. Ο Στρατής τον ακολούθησε με το βλέμμα του μέχρι το καλύβι. Σε λίγο είδε τη μαύρη σιλουέττα της Ουρανιώς στο κεφαλόσκαλο. Ένιωσε για λίγα δευτερόλεπτα το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του. Μια γλυκειά ανατριχίλα σαρωσε το κορμί του. Κίγο αργότερα, καθώς τύλιγε τις καλούμες στα σημαδούρια, φάνηκε ο Παυλής να ξεπροβάλλει πίσω από τις καλαμιές της παραλίας. Πληίασε κι απίθωσε τον κουβά στο μουραγιο.

-Έφερα λίγα σύκα. Είναι ρυζάτα΄απ΄τη μεγάλη μας συκιά, εξήγησε με κάποια δόση περηφάνιας. Και ξανάπιασε το καμάκι του.

Ο Στρατής βολεψε τα δίχτυα του και τα σύνεργά του στο αμπάρι, το σκέπασε και ξέπλυνε το κατάστρωμα. Πήδηξε έξω, βούτηξε το χέρι του στον κουβά και έπιασε μια χάρτινη σακούλα. Μέσα βρήκε τα σύκα. Έβγαλε απ΄την τσέπη του το Σκοπελίτικο μαχαιράκι κι άρχισε να τα καθαρίζει σιγά - σιγά. Τόσο νόστιμα σύκα δεν είχε ξαναφάει! Ρυζάτα βλέπεις! Τα φλούδια τους πετούσε στις αθερίνες που σουλατσάριζαν μπροστά του, στα νερά του λιμανιού. Ύστερα κατάβασε τα μπατζάκια του, πήρε το κουβαδάκι με τα πετρόψαρα, περπάτησε στο ισάδι του χωματόδρομου κι εκανε τον ανήφορο για το σπίτι του. Η γυναίκα του τον περιμενε στην αυλή. 

- Καλώς τον! Καλώς τον! Κάθισε να σου ψήσω καφέ. Πώς πήγε η ψαριά Στρατή μου; 

- Τίποτα Κατερίνα μου! Μικροπράγματα. Πετρόψαρα. Ίσα - ίσα για μια κακαβιά. Την πεθύμησα.

- Δε το΄ξερες Στρατή μου; Με το φεγγάρι δε σεριανίζουν τα ψάρια, απάντησε εκείνη και χώθηκε στον λαχανόκηπο να δει αν είχε βλαστήσει το σέληνο που θ΄αρωμάτιζε τη κακαβιά.

Έλα γιαλό φουντάρισε
το νου μου καταλάγιασε.

δίστιχο του Αιγαίου.


Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

sapore di sale 0

ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ξέμπαρκους

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΚΑΓΚΑΚΗΣ




αφιερώνεται

στ΄αφρισμένα κύματα

του Γρεκο - λεβάντε.


ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ

μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χωριουδάκι σε μια παραλία του Βόρειου Αιγαίου.

τίποτα δεν του έλειπε! είχε απ΄όλα!

- είχε απλόχωρη πλατεία με πλατάνια, με πέτρινη βρύση, με Άη Νικόλα, με Κανάρη...

- είχε ανθρώπους καλούς, κακούς, κοπελιές λογοδοσμένες με μπαρκαρισμένα ναυτόπουλα, μαυροντυμένες χήρες με καημούς, γεροκαπεταναίους που ξαπόσταιναν, μεθύστακες που τραγουδούσαν τη νύχτα στα καπηλειά, παλαβό, κουτσομπόλες, ξυπόλητα πιτσιρίκια στο ποτάμι...

- είχε λιμάνι, καίκια με φλόκους, ψαρόβαρκες με παραγάδια, αθερίνες, κεφαλόπουλα...

είχε απ΄όλα! τίποτα δεν του έλειπε!

- είχε ήλιο που καλημέριζε απ΄το πέλαγος, φεγγάρι κάθε μήνα, σύγνεφα πάνω απ΄τις ράχες, τραμουντάνες, σορόκους, ψιλοβροχές τον Σεπτέμβρη, χιόνια τα Χριστούγεννα...

- είχε αυλές με λεμονιές, με ροδιές, κοκκινολαίμηδες στα κλωνιά τους, ορτανσίες στις ρούγες, γλάρους πάνω απ΄τα κύματα, αλεπούδες στη ρεματιά, χαμοκέρασα στα περβόλια, μανιτάρια στο δάσος,

- είχε δάσκαλο με φαλάκρα, γιλέκο και γραβάτα, τελώνη με καπέλο και σφυρίχτρα, παππά με μπάσα φωνή...


άπλωσα το χάρτη μου να το βρω. άφαντο. σεισμός, σκέφτηκα, μπορεί και πόλεμος, πλημμύρα, τουρισμός, φουρτούνα, ίσως πειρατές, το ΄ξαφάνισαν. τότε θυμήθηκα πως απ΄το χωριό είχε περάσει δάσκαλος ο παππούς μου. τρέχω στο υπόγειο, ανοίγω το σεντούκι μου. ανάμεσα στα μουχλιασμένα βιβλία του βρήκα ένα χοντρό τετράδιο.  σελίδες κιτρινισμένες. μέσα είχε μια ομιλία για την 25η Μαρτίου, ένα συμφωνητικό με τον μπογιατζή για το ασβέστωμα του σχολείου, θέματα εκθέσεων με αρχαία ρητά και, πίσω - πίσω, παλιές θαλασσινές ιστορίες που είχε ακούσει από γέρους. διάλεξα όσες διαβαζόταν΄ όσες δεν ήταν πειραγμένες απ΄την υγρασία. έσβησα τις κυματιστές περισπωμένες, τις δασείες, τις ψιλές, κόντεψα τις καμπυλωτές ουρές των λάμδα, τις αέρινες χαίτες των κεφαλαίων και τις μετάγραψα στο χαρτί. δεν είναι σπουδαίες. τοκανα για να θυμηθώ τον παππού μου. τόκανα για να ξαναβάλω τη σβησμένη κουκκίδα στο χάρτη μου. ακούστε τες.

Ο πιλότος

Χορευτό Νοέμβρης 2001.




 

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

ρεμβασμός

 


Νοεμβριάτικες συννεφιές. Νοεμβριάτικες βροχές. Οι καβαλλάρηδες της βροχής με τα συνεφέννια τους άλογα τρέχουν στον ουρανό μέχρι να βαφτούν οι οπλές στα πορφυρά και τα λιλά μιας μαγευτικής δύσης που διαπερνά τα σύννεφα και τα χρωματίζει όλα με τη δική της παλέτα. 

Πάλι το μακριά και το κοντά χάνονται στη σχετικότητα του σούρουπου.

Πάλι το εδώ και το εκεί είναι σε σημείο τομής.

Έτσι, για μια φευγαλαία στιγμή. 

Καθόμουν στην κουζίνα και σ έβλεπα να φτιάχνεις τον καφέ. δυο φλυτζάνια στον πάγκο. Με κοίταξες και χαμογέλασες. Μ΄ αγκάλιασες, με φίλησες.

Αυτό ήταν.

Βράδιασε.