Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

τρίτο τεταρτημόριο


απνευστί απ΄τ' όνειρο στου πρωινού το παγωμένο φιλί.
χαρτί ο ουρανός, σοβαρός, σιωπηλός,
σκυθρωπός θαρρείς.
στο δρόμο, έξω, λίγοι πεζοί
και μες στο μυαλό μου μια μικρή, θολή ανάμνηση επιμένει, τραγουδάει, κονταροχτυπιέται
με την πεζή πραγματικότητα
και νικάει.
προχωρώ και χαμογελώ.
Καλημέρα!!

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

ροκανίδια

Μ' ενέχυρο το οχυρό σ' ένα τρελό χορό.
με γρατσουνάει η αγάπη σου
ανοιχτές πληγές
αιμάσσουσες σημαίες.
πλιτς,
πλιτς.
μα πιότερο με πληγώνει η σιωπή σου'
ένα υπομειδίαμα
ίαμα και αρρώστια μεγάλη.
σώμα,
 ξέρεις κι εσύ
από κει μακριά
ξέρεις τί είναι η ζωή; 
φιλοσοφείς πότε πότε
κάνοντας ένα εξαγνιστικό ποδόλουτρο;
ουάου
nice and sleazy.
η ώρα παραπατάει
παραμιλάει
πράα ώρα
ώρα ονείρων
σ έρημες αποβάθρες
ραντεβού 
παιχνίδια του μυαλού
αποστασία,
ανυποστασία,
ανυπαρξία,
αταξία.
Αν στο υπάρχω  βάλεις μια τελεία
θα πάρω μιαν ανάσα.
Ανάσα;
τσίμπα με να ξυπνήσω!
Κυριακή χτες.
Είπαμε'
θα βάλω το ρούμι
θα βάλεις την κανέλα
και την τελευταία γουλιά θα την πιει ο μελλοθάνατος.
εγώ κι εσύ.
εσύ κι εγώ.
ακροβατώντας σε πεζούλες με φύλακα άγγελο.
φιλάκια ματς μουτς.
από δω.
από κει
σα παν
σα κατ
κι ολούθε!
φιλάκια περιποιημένα
καλοφτιαγμένα.
Καλή βδομάδα με αργία
τρεις κι ο κούκος.

Du matin à minuit
με γαργαγλάν οι πατούσες μου
και πάω έξω
γελάω
δεν κλαίω
πήγαμε σήμερα σ' ένα υπόγειο
χαθήκαμε
ξαναβρεθήκαμε
κι ήταν
σα να μην είχαμε γνωριστεί ποτέ.
ήμουν η κυρία ποτέ
κι εσύ ο κύριος παντού.
Λι
καρδιά στο νότο.
πάντα!


do u mind if I do really love u?

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

παραγγελιά.




Τα καράβια μου καίω
τα καράβια μου καίω - τα καίω
δε θα πάω πουθενά.

Μπρος στα πόδια σου κλαίω
μη μ΄αφήσεις σου λέω - σου λέω
να σ΄αφήσω ξανά.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Τα παιδιά στην κερκίδα
είναι η μόνη σου ελπίδα - ελπίδα
πρωινός ουρανός

Σταυρωμένη πατρίδα
μες στα μάτια σου είδα -αχ είδα
της ανάστασης φως.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Όποιος σε δει
για μια στιγμή
δίχως του πένθους
το μαύρο μανδύα.
Θα ΄σαι εσύ
θεά γυμνή
η αμαρτία του
κι η τιμωρία.
Σαν οπτασία
για μια ζωή.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
στην έρημη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.


σου χαλάω χατήρι;

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

τα παλιά καράβια.

















πρωινό στο λιμάνι.









Μια μέρα μέσα στις μέρες. Περπατά με το τσαντάκι της στο χέρι και λίγο ξεφτισμένο κραγιόν απ' ένα φιλί. Αποχαιρετισμού. Το πλοίο φεύγει. Μια μουσική στιγμή. 
Λίγο πριν, στο βάζο του καφενείου του λιμανιού ένα μοναδικό κόκκινο τριαντάφυλλο. Χάνει ένα πέταλό του που για λίγο αιωρείται κι έπειτα προσγειώνεται σ' ένα διάφανο ποτήρι κρασιού. Η μέρα το κοιτά και προσεκτικά ακουμπά τα χείλη στο φλυτζάνι του καφέ. 
Μια καυτή γουλιά καλημέρας. 

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

σκίτσο


Σα γεννήθηκε, δεν ήρθανε οι μοίρες.
Έφταιγε η βροχή, ένα ατύχημα στην εθνική οδό, κάποιο γλέντι αλλού ή μια αναπάντεχη αναποδιά που τις κράτησε μακρυά απ' το λίκνο τούτου του νεογέννητου βρέφους;
ό,τι και να 'ταν, δεν ήρθαν.
κι έτσι μεγάλωσε μια ζωή σαν παιδική χαρά υπό κατασκευήν' σ ένα χώρο επίπεδο κι άδειο που προσεχώς ευελπιστούσε να  έρθει εκείνο το φορτηγό, να φέρει τις τραμπάλες και τις τσουλήθρες, τις κούνιες, κάποια δέντρα και παγκάκια, μα προπαντός παιδιά. Αλλά τα εξωραϊστικά σχέδια του Δήμου Πεπρωμένου άλλαξαν γιατί, όπως κάποιος είπε στο συμβούλιο -που αυτό, ναι! έγινε με μπουφέ και πονηρά καλαμπούρια - πως δεν υπήρχε σημείο αναφοράς.
Είναι που δεν ήρθαν οι μοίρες. Να το μυράνουν το μωρό. Και βρέθηκε απ' τη μετεφηβεία κι 'επειτα να στέκει σε μια στάση λεωφορείων. Με τη σκέψη πως όλο και κάποιο θα περάσει με τη σωστή διαδρομή, τον σωστό προορισμό.
Περίμενε υπομονετικά. Πέρασαν οι γραμμές της μουσικής, της ζωγραφικής, της γλυπτικής, του θεάτρου και της λογοτεχνίας εξπρές' δεν σταμάτησαν. Πέρασε βιαστικά η γραμμή των απίστευτα αισιόδοξων κι αυτή των απανταχού απαισιόδοξων. Πέρασε κι η γραμμή την δημιουργίας μέσω του μόχθου, κοντοστάθηκε αλλά δε σταμάτησε. Η ομορφιά, η καλλιφωνία, το σωματικό κάλλος κι η ψυχική ευγένεια με μίνι μπας ήθελαν ιδιαίτερο εισιτήριο κι ο οδηγός με ύφος μπλαζέ άνοιξε την πόρτα, αφού σταμάτησε μια στιγμή, και την έκλεισε αμέσως και πάλι. Η τύχη, έγραφε  ο πίνακας ανακοινώσεων περνάει μα σε ακατάστατο ωράριο.
Και περίμενε. Μέχρι που κάποιο λεωφορείο ήρθε και στάθηκε. Ανέβηκε λοιπόν και μπήκε μέσα. "Μη νοιάζεσαι", του λέει ο οδηγός, "σταματάω σ' όλες τις στάσεις. Όλες ,μα όλες τις στάσεις του κόσμου. Αν το θέλεις, μπορείς όποια στιγμή αποφασίσεις να κατέβεις"
"Παράξενο λεωφορείο", σκέφτηκε μα δεν ρώτησε τίποτε. Ανακάλυψε πως ήταν ακόμη ένα άτομο εκεί μέσα. Μόλις έκατσε, κοντά στο παράθυρο, ήρθε και κάθισε κοντά του, στο διπλανό κάθισμα. Δεν μιλούσαν, μόνο ανάσαιναν μαζί. Ένα άγνωστο άτομο που στην επόμενη στροφή πάτησε το κουμπί της στάσης. Και χωρίς να χαιρετίσει προχώρησε στην έξοδο. καθώς η πόρτα άνοιγε, μια μικρή καρτ βιζίτ έπεσε. Έτρεξε να την πάρει να τη δώσει στο άτομο που κατέβηκε. Ακόμα πιο παράξενη αυτή η στάση. Σκοτεινή και φωτεινή μαζί. Χωρίς ταμπέλες. Και ανθρώπου ψυχή πουθενά. Που πήγε; πώς ήταν δυνατόν να εξαφανιστεί σε τόσο λίγο χρόνο;
Κοίταξε την κάρτα. Είχε ένα όνομα. Του ατόμου απ το οποίο έπεσε προφανώς. Μυστήρια πράματα. ξαναγύρισε στη θέση που είχε και πριν, κοντά στο παράθυρο. Ένας νέος συνεπιβάτης βρέθηκε τώρα στο λεωφορείο και ήρθε και κάθισε πλάι του. Αυτό, πότε πότε αναστέναζε και κοιτούσε το ρολόι του. Και, πάλι, κατέβηκε σε μια στάση ολόιδια με την προηγούμενη μα καθόλου ίδια μ' όλες τις στάσεις που ήξερε. Και του έπεσε μια καρτ βιζίτ μ 'ένα όνομα. Κλείνοντας η πόρτα άλλο ένα άτομο ήρθε κι έκατσε πλάι του κι αυτό τώρα γελούσε και σιγοταγουδούσε. Του έδωσε μια κάρτα και, πριν να προλάβει ν αρθρώσει κουβέντα, πετάχτηκε έξω απ' το λεωφορείο σε μια στάση, στη γνωστή πια παράξενη στάση κι εξαφανίστηκε.
Αποφάσισε ,λοιπόν, να πάει στον οδηγό. Να τον ρωτήσει. τί σημαίνουν ολ' αυτά, μήπως και καταλάβει. Αλλά ο οδηγός πριν καλά καλά ανοίξει το στόμα του, του είπε:  "Ακόμη δεν κατάλαβες; Αυτή είναι η τελευταία διαδρομή".
Και κατάλαβε. Ψυχοπομπός το λοιπόν, αμύραντος, σύντροφος σιωπηλός, στων τελευταίων λεπτών το ταξίδι.
Κατάλαβε και γύρισε στη θέση του.
Κι όμως, κάπου μέσα του, μια μικρή σκισμή, μια λάμψη, του κάνει ένα νεύμα, ένα φωτεινό σήμα που του ψιθυρίζει πως το ταλέντο στη ζωή κανείς δεν το ορίζει. Κι εκεί, στο αέναο ταξίδι του, άρχισαν να ξεπετιούνται απ' τη σκισμή μικρές ευαίσθητες φύτρες από ήχους, χρώματα, κίνηση, από φως και σκοτάδι. έγινε ο ίδιος ένα κράμα απ όλα αυτά μαζί. Και ποτίστηκε μέσα σ αυτήν την αγάπη. Σ αυτήν τη γλυκειά μελαγχολία του μοιραίου.
Άραγε βγήκε απ' αυτό το λεωφορείο ποτέ;

Κατάφερε να πάρει κουράγιο και να πατήσει το κουμπί της στάσης;
Ή ακόμη ταξιδεύει με διαφορετικές παρέες από στάση σε στάση, σ' αυτό το δρομολόγιο που το διάλεξε αυτός ή αυτό εκείνο;

Οι μοίρες σε κοκτέιλ πάρτυ διασκεδάζουν και τον συζητάν.
Γιατί στη ζωή, τελικά, ποιος είναι πιο μοιραίος;

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Σασυφής, καλή εβδομάδα.


Μουντή Δευτέρα κι ο Σασυφής με άδεια απ τη σημαία βρίσκεται ακόμη στο μικρό άσπρο σπιτάκι στην παραλία. Η θάλασσα έξω κρυφαναστενάζει, φωτιά στο τζάκι, ζεστό τσάι. Μουσική από περασμένες δεκαετίες, από παλιές κασέτες με φςςςς φύσημα. Ο κόσμος στροβιλίζεται και το τηλέφωνο νεκρό. Συνεχόμενοι συλλογισμοί και μες στο στυφό γαλάζιο του πρωινού μοιάζει η ζωή ανοχύρωτη πόλη. Μοιάζει νησί π αφήνει το γήινο σώμα του φτιαγμένο απ αρχαία δέντρα με κορμούς που χιλιοστρίφτηκαν αντιμέτωποι μ ατέλειωτα καλοκαίρια και χειμώνες, απ άγρια μελίσσια και συστάδες θάμνων με λουλούδια σε παράδοξα χρώματα να ξεχυθεί σ αμμουδιές, κει που το κύμα σήμερα και σ όλα του κόσμου τα σήμερα ξεψυχά και τίποτα δε ρωτά, μόνο δίνει και δίνει και δίνει τα υγρά του φιλιά κι αφήνει φεύγοντας δώρα αποχαιρετισμού κοχύλια, μικρά πολύχρωμα λειασμένα κομματάκια γυαλί, άφωνες συλλαβές πνιγμένων ονείρων. Απίστευτη σιωπή.
Το μεσημέρι ζουζουνένιες σπίθες με πύρινα φτερά λαμπυρίζοντα παίζουν με τα ξύλα στο τζάκι. Ο Σασυφής φτιάχνει με το πάσο του ένα απλό γεύμα πιότερο για το ζωντανό παρά για τον ίδιο κι έπειτα αρχίζει να μαζεύει το σπίτι, να σκεπάζει τα έπιπλα, να κλείνει τα πατζούρια. Μόνο όταν όλα ειν έτοιμα σβήνει τη φωτιά. Βγαίνει έξω, πάει στ αμάξι. Πριν μπει μέσα χαιδεύει το κεφάλι του σκύλου του που τον έχει ακολουθήσει μέχρι εκεί.
-Γεια σου φιλαράκο, του λέει κι αυτός τον κοιτάει παραπονιάρικα.
Παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Νοιώθει δυο μάτια να τον παρακολουθούν μέχρι τη στροφή για την ανηφόρα και δεν κοιτάει στον καθρέφτη. Αν κοιτάξει ίσως να γυρίσει πίσω. Δεν κοιτά. Ανοίγει το ράδιο, κακό σήμα λόγω βουνού, το κλείνει. Και συνεχίζει...  

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

έρχεται Σαββάτο.

Αγώγιμοι δρόμοι διατρέχονται από υψηλές τάσεις. Φωσφορούχα τα ρούχα της νύχτας λαμπυρίζουν στο σκοτάδι προβάλλοντας μικρές ανεπαίσθητες λεπτομέρειες ορατές σ' εξασκημένα μόνο μάτια. Εκεί, στις πτυχές, μικρά απαστράπτοντα κεντίδια. Το σήμερα, νωθρό, απολαμβάνει τις πρώτες του ώρες, τις μικρές, τυρβάζοντας μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού. Τα πουλάκια έξω κρυώνουν στα κλαριά του δέντρου. Κάποιες στιγμές της μέρας που έφυγε επιστρέφουν ανακεφαλαιώνοντας την ύπαρξή τους' μετά, μπαίνουν στο πατάρι παρέα με ξεχασμένα πασούμια χορού και μπανιερά. Χειμώνας. Προτελευταίο Σαββατοκύριακο του Γενάρη. Προσμένοντας τις Αλκυονίδες.
"Out Of Sight (but "in" sound)"

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

κόλπα χοντρά.


πλευρίζουμε σε λιμάνια
 γης ανάσα
λικνισμοί χορών
κι όχι κυμάτων
σ ένα ταξιδιωτικό διάλειμμα
-διαλείμματα ευτυχίας, ταλαιπώριας
μπας κι είν' το ίδιο, στον ίδιο μεσημβρινό;
οριζοντίως και καθέτως
σταυρόλεξα με λέξεις
παίζουν
ρόλο;
ή είναι ο εαυτός τους κρυμμένος πίσω από προσχήματα;
βεντάλιες σε βαρύ τροπικό κλίμα
ζεστασιές γούνινων γαντιών σε παγερές βόλτες εν μέσω χειμώνα.
δροσιές και κάψες.
κάτι κυλάει στις φλέβες μου
που δε μ αφήνει σ' ησυχία
μια μικρή μου // ανησυχία ///
είναι του καιρού τα γυρίσματα
του καραβιού
διαστημοάουα πλοιου,
απ άστρο σ άστρο.
και στο καράβι ξανά.
Λαθροπειρατείες και ξεροκόμματα ουρανού.
Κι η ζωή
η ζωή
σουφρώνει τα χείλια και θέλει μαλλί της γριάς ΤΩΡΑ.
Πώς να την γλυκάνεις τη ζωή;
με ζάχαρη;
με μέλι;
μ' αμπέλι;
Ζωή μ' ατσούμπαλες σελίδες
άλλες πυκνογραμμένες
άλλες λευκές
μα όλες στην ίδια βάση
χειροποίητο χαρτί
με κηλίδες
σαν τσόφλι αυγού.
εμπεριέχουν ύποπτα
και φιλύποπτα στοιχεία
και στοιχειά.
και καραβόσκοινο
κι αραμπάς
αραμπατζής κουτσός
στο λιμάνι με το μαύρο θερμαστή.
ξεροσφύρι κι αναπόληση
δάκρυ
καρδιά μαρουλιού.
ε για μόλα ε για λέσα.
τζαναμπέτηδες εν πλω
φουκαριάρηδες στο χώμα
αλλά όχι μέσ ακόμα
ποτέ των αλμυρικιών δε θα γίνουμε κοπριά
κι ας μας φάνε τα θαλασσινά σκυλιά
τα σκυλόψαρα!
γκόμενες γκάστρωσα πολλές
μ αγάπη δεν ευρήκα'
τη μαύρη μου τη μοίρα
την τραγουδάνε οι σουπιές
και τα καλαμαράκια.
μέσα στα θολά νερά
και στ αλμυρά πεζούλια
έπεσα να ξανεμιστώ
εδώ στη γης απάνω
μα με γροικάει το Θεριό
και στρίβω το τιμόνι
κι ο Θεός ορθώνει να!
το κύμα
να! βουνό.
στόμα να με μασήσει
αλλά σ αυτή τη ζήση
το χάρο δε θα ματαδώ'
μ έφτασε ένα βράδυ.
έφτασε και περίσσεψε
κι έχω πια να λέω
μια λιονταρίσια καρδιά
σε μια ποντικοφάκα
πήγε και περδικλώθηκε
κι έγινε η γης αντάρα.
αχ νύχτα. αχ μέρα. μαζεύεις σπιρτόξυλα
και φτιάχνεις πύργους.
πάλι απ τη αρχή.
ξεμπαρκάμε σ ένα λιμάνι...

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

μύθι, μύθι.




κι η άμαξα έγινε κολοκύθα....


"όχι μη! "


5 λεπτά ακόμη

αγουροξυπνήματα Δευτέρας.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

το τέλος του Ζορρό

πρώτα η μουζική -βασικό ταο! βασικότατο.
Ζορρό
ιππότης χωρίς πανοπλία
αλλά ιππέας άλφα άλφα, της αλφαβήτας
με μοτοσακό
υποβρύχιο
αντιτορπιλικό
υπερωκεάνιο
και lear jet.

αγάπησε εκ περιτροπής
αλλά τρυφερά ζεστά και βαθειά
την Αναστασία στην Ανδαλουσία.
κόρη μιας εφήμερης σχέσης εφημέριου και της τοπικής ανταποκρίτριας "τα νέα του σεμέν στη Λουιζιάνα" που έκανε διακοπές μετά τη διακοπή ενός μακρού και πολλά υποσχόμενου αρραβώνα με σεφ πεντάστερου εστιατορίου.
Αναστασία που στέναζε στα στασίδια και βασάνιζε σερνικά στα στρωσίδια.

Η ισπανική κυβέρνηση με διάγγελμα πλήρες βρωμερά ειδεχθών και ακατανόητων λεπτομερειών τον εξοστράκισε για την επόμενη εκαντοταετία σε νησιά πειρατικών σταθμών με άμεση πρόσβαση στα βραχέα αλλά καμιά ανταπόκριση στα fm.

εκεί έγινε κηπουρός.
με μία και μόνο σκέψη ξεβοτάνιζε, σκάλιζε, έσπερνε και παρατηρούσε την μικρή του προσωπική κόλαση.
που μετά κόπων και βασάνεων ολάνθιστη του έδινε άδολα τρυφερά φιλιά στις αισθήσεις.
μάταια όμως.

έχοντας επιλογές τρεις:
μέταλλο ξύλο και δέρμα
κατέληξε στο ξύλο κι έμεινε μ ένα πόδι και το περπάτημά του πια συνοδευόταν πάντα από ένα τακ
ή τουκ
όπως το ακούει το κάθε ευαίσθητο αυτί.

εκεί
παρορμητικά εντελώς έκανε μια τελετουργία
εφηυρημένη εξολοκλήρου απ το ίδιo και τον εαυτό του
επαναλαμβάνοντας τις ίδιες λέξεις
προσπαθούσε να δρασκελίσει το νόημά τους και να πάει σε άλλες χώρες.

ευτυχώς που υπάρχουν και τα διαστημόπλοια
ή πλοία φορτηγά
με μπόλικη λίγδα και ανοιχτές θέσεις για λαθρεπιβάτες που στη συνέχειa τελούν χρέη ορντινάντσας.
πατάτες προτηγανισμένες και μπακαλιάρο σκορδαλιά.

αφού πέρασε το λοιπόν δια πυρός και σιδήρου
έφτασε μίαν ωραία πρωία στο αρχιπέλαγος των μεγάλων Αποφάσεων.
εκεί που ο καπετάνιος με συνοπτικές διαδικασίες έβγαλε φιρμάνι να τον πετάξουν βορά σκυλοψάρων κι άλλων χαρισματικών ιχθύων που τρέφονται με πρωτεΐνες.

ευτυχώς που υπάρχουν κι οι γοργόνες,
καλλιεργημένες
παίζουν τόμπολα και τάβλι την ίδια στιγμή.
χάρμα οφθαλμών.

Σ αυτό το σημείο θα κάνουμε μια μικρή παράκαμψη για να μιλήσουμε για φρούτα
τί φρούτο είσαι;
τί καπνό φουμάρεις;
τί μέρος του λόγου είσαι;
και στο επίμαχο σημείο που δεν ξέρω από ποιο γράμμα αρχίζει
ίσως απ το ε
αφού είναι κι επίμαχο
θ απαντηθούν όλες οι ερωτήσεις μία προς μία με τον απλό τρόπο
Εσκιμώος στη Γενεύη -ποια γενοκτονία;

το 11 το 12 το 13 και πάλι απ την αρχή.

Ξέπνοος ο Αλφρέντ
πήγε έτσι όπως ήτο ανυπόδητος μα με σμόκιν στην πλησιέστερη μπουρζουαδίστική τέως και νυν ξεπεσμένη πριγκιπέσσα
το αγαπημένο του μπαρ.
Θλίψις
και γάτες.
και σελήνη σα παγάκι π αργολειώνει σε ποτό.
ντεκαντανς.
μες στη αιθάλη πηγή κρυφή
ένα μετέωρο μετερίζι
ένα γνωστό πλην όμως αλγεινό μεσοφόρι.
υποτάχτηκε ο ιππέας στην παρόρμηση
μιας ζωής χωρίς χτες.

και μες στις αναλαμπές του πάθους του πόθου και του απροσμέτρητου
έκανε ένα λάθος και φόρεσε ένα σαντάλι.

και νάτον' περιπλανιέται μόνος στα αβαθή νερά εφήμερου χάους που χει χάσει το ωρολόγιόν του.
πόρτες  χτυπά θεατρικών σκηνικών μετά την παράσταση και ρωτά.

μα ο χρόνος, μόνος, γελά.
και τον ρίχνει σ ένα άλλο νησί.
να μαζεύει σύμφωνα και φωνήεντα.
η μοίρα γαρ.
ασέλωτη φοράδα ο λόγος
κι οι λέξεις τραχιές.
βαρύ το σαμάρι των σκέψεων
ανενεργό μα κι υπαρκτό.

χτυπάει συναγερμός, απόπλους.

αδειανό το καλύβι.
κόλυβα γλυκά και λίγη ρακί.
εκεί που άφησε ένα χνάρι
ένας κάποιος κάποτε.
μιαν ύστατη πνοή.

"τί να πρωταγαπήσω;"
καμμένο χαρτί.
"αγαπώ την πόρτα που δεν ξέρω αν με μπάζει ή με βγάζει.
απ εδώ αλλού
απ αλλού εδώ ή πουθενά.
Α Θε!
Σήμερα πέθανα!"

Η Αναστασία με τον καρπόν της κοιλίας στον κόρφο ανεβαίνει τα σκαλιά.
ένα ηλιοβασίλεμα της χαϊδεύει τα μάτια.
Παιδί του ποιανού;
Σε χρόνο ποιον;

Αυτά, όμως, που το όμως μπαίνει πάντα ανάμεσα σε κόμμα, είναι μια άλλη ιστορία κι η ώρα είναι πια πολύ αργά.

Αχ ζυμαράκι της αγάπης.
με τσαγκλιά
με ζάχαρη
με φαρμάκι
αρσενικό και θηλυκό
με χάδια
με χαστούκια
με χίλια φιλιά.

Ζω και πεθαίνω στη δική σου αγκαλιά.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Tango στη νύχτα... μια ανάρτηση από το μπλογκ "In the twilight of the gods"


Tango...περπατητά στους κρύους δρόμους
με μάτια να φλογίζουν στον αέρα
νοσταλγικά στα πρόσωπα ηθοποιών του δρόμου
μια ανέμελη αθωότητα άγουρης γυναίκας να κοιτώ
χορεύοντας με βήματα απλά την γλυκιά μελαγχολία
ενός νοσταλγικού tango ...
Τango...βαδίζοντας στους κρύους δρόμους με ζεστή φωτιά να καίει στα στήθια
γλυκιά σα τρυφερή ερωμένης αγκαλιά
με πάθος σα σε σφίγγει σε ένα tango...
Φωτιά σαν ύστατο crescendo πάθους
σα συνοδεύει στροβιλίζοντας στα πλήκτρα του acordeon
την έκρηξη λαχτάρας της αοϊδού σε ένα ερωτικό tango ...
Χαμογελώ γλυκά και πονηρά
και μοιάζει τριαντάφυλλο η κάφτρα
καθώς παρατηρώ δυο πεταμένα ξέφτια
να στροβιλίζονται τρελά σε ένα tango


Oδός Αιόλου...28/03/2007

                                                                                                    in the twilight of the gods

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Πανσέληνος Γενάρη.

Σ ένα παλιό ινδικό χαλί η νύχτα κεντημένη. Πανώρια νύχτα. Κρύο τσουχτερό. Του Γενάρη το φεγγάρι χτυπά το τζάμι. Του Γενάρη το φεγγάρι με τη μέρα πάει να μοιάσει. Φιλάρεσκο, φιλήδονο, φωτεινό. Κι ο Σασυφής μέσα σε κατάστιχα, σε στίχους, σε στιχάκια φτιάνει ένα άλλο κιλίμι, το δικό του. Με ξέφτια καλοκαιριού, ανοιξιάτικες βροχές, φθινοπωρινές εκδρομές, χειμωνιάτικες λιακάδες, φεγγαράδες. Επιδρομές στα περασμένα. και λίγες σπίθες μέσα σε σπόρους απ' τα μελλούμενα. Μελλού - μενά. Αόρατα κύματα - κείμενα που λαγοκοιμούνται στο μυαλό, που από ένα τόσο δα διαιρούνται και πληθαίνουν. Το αύριο του αύριο ω σήμερα, ω τώρα, ω χτες! Μετρημένες οι μέρες  του Γενάρη αυτού. Απ' το εννιά στο δέκα. Άριστα. Σκουφί, κασκώλ και γάντια. Τρίζει το πεζοδρόμιο. Ο ήλιος δαγκώνει. Κι η νύχτα έρχεται μ' ένα παγερό φύσημα και τον βρίσκει στο δρόμο σ' έναν αναίτιο περίπατο. Θέλει να φτάσει πια σπίτι, να ζεστάνει τα χέρια του σε μια κούπα τσάι με  μπόλικο κονιάκ. Φτάνει κάποια στιγμή και χτυπάει δυνατά τα πόδια του στο πάτωμα της εισόδου. Πάει στην κουζίνα. Γρήγορα βράζει το νερό και με την κούπα στο 'να χέρι και μια σημερινή εφημερίδα πάει στο γραφείο του. Βάζει το μικρό του αερόθερμο σε λειτουργία. Σε λίγο με ζεσταμένα και τα πόδια και την καρδιά διαβάζει, κρατάει σημειώσεις, μουτζουρώνει, αφαιρένεται, και να! το φεγγάρι πονηρούλι του κλείνει το μάτι έξω απ' το παράθυρό του. - Γεια σου φεγγάρι, λέει έκθαμβος. Το φως, αυτό, του φεγγαριού μελαγχολικό φως, ποτίζει την κάμαρη. Σηκώνεται μαγεμένος και πάει στο υπνοδωμάτιο. Ανοίγει τις κουρτίνες και το φως μπαίνει και χύνεται σαν μαργαριταρένιο κολιέ π' απεγκλωβισμένο απ' το σκοινί σκορπιέται κι ανθίζει χίλια γιασεμιά μ' υάκινθους αγκαλιαστά. Άδειο το κρεβάτι και στο παλιό σατέν πάπλωμα λίμνες φως, σύννεφα σκιές. Κληρονομιές σιωπηλές που κρύβουν καλά τα μυστικά τους. Και δε μιλούν. Μόνο όταν έρχεται τ' όνειρο υπενθυμίζουν πως η ζωή έχει κι άλλες πορείες λοξές π' οδηγούν σε πυραμίδες μυτερές και γύρω γύρω έρημος. Π' οδηγούν σ' αυτό το σπίτι εκατό χρόνια πριν, μυρωδιές κι αντανακλάσεις σε καθρέφτες. Χλωμά φώτα και ψίθυροι. Που κρατούν και του Σασυφή τα μυστικά καλά κρυμμένα στα γαζιά τους.  Μα το φεγγάρι κάνει νάζια. Συνοδεύει το Σασυφή στην τραπεζαρία. Στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι πάνω στο τραπεζομάντιλο από οργαντίνα δυο ανισομεγέθη ασημένια κηροπήγια με λευκά κεριά, σοκολατάκια στο μπωλ και σ' ένα δίσκο μια κρυστάλλινη καράφα με ποτό και ποτήρια ολόγυρα. Κάθεται σε μια καρέκλα με λιονταρίσια πόδια και βάζει μια γενναία δόση σ' ένα ποτήρι. Το φεγγάρι μουρμουράει. ένα μελωδικό χορό των εφτά πέπλων που ξεδιπλώνεται κι ο Σασυφής θεατής μιας ουράνιας τελετουργίας, μάρτυρας ενός προσωπικού θαύματος απολαμβάνει το κρύο, τη μοναξιά και τη σιωπή σαν να 'ταν κάποιος άλλος. Κάποιος που μόλις γεννήθηκε μέσα απ' αυτό τ' απρόσμενο φωτεινό μπάλωμα και θα ζήσει μόνο ένα βράδυ ίσως. Πόσο πολύ μπορεί να είσαι βράδυ; Πόσο λίγη  μπορεί να είσαι ζωή;  Ξεστρατισμένο γλαροκοπάδι που φτερουγάει ανήσυχα η ανάσα του, μέσα στην πόλη, μέσα στη νύχτα. Κι ένα τραγούδι. Που κανείς δεν τραγούδησε ακόμη. Στα σπάργανα του νου. Βοεί. "Το ντύσιμό σου ειν' ελαφρύ και το κρύο περονιάζει". "Δε με νοιάζει". "Νόμιζα δε θα σ' εύρισκα ποτέ" "Ποτέ;" "Ποτέ πια" "Είναι άραγε το καλύτερο να με βρεις ή να μ' έχεις;" "Να σ' έχω;" "Α!  Έχεις τόσα να μάθεις ακόμα!" "Να μάθω;" "Πάντα θα μαθαίνεις, πάντα" "Μη φεύγεις! Η νύχτα είν εδώ κι εγώ αιχμάλωτός της. Κάνε μου συντροφιά!" "Πάει τώρα. Έχω φύγει πια" "Αλλά σ' έχω;" "Α πόσα θα πρέπει...."
Το φεγγάρι ασημώνει τα κλαριά του δέντρου της αυλής.  Ένας μεγαλόσωμος γάτος απαγγέλλει γατίσιες ραψωδίες. Η τραπεζαρία σκοτεινιάζει. Σηκώνεται ο Σασυφής, γυρίζει στο γραφείο και με μελάνι πασχίζει να ζωγραφίσει μια παράταση. Παράταση φωτός. Σε αρνητικό. Μικρά αγγελούδια που ακροβατούν στον ατμό των καημών του. Αχτένιστα κι ατημέλητα με φωνές παρήγορες. Και σκανταλιές συγχωρητέες. Που θα μεγαλώσουν και θα γίνουν αρχάγγελοι. Αλλά τώρα είναι σαν κι αυτόν. Μικρές στάλες σε χαρτί. Σαν κι αυτόν που ναι μια μικρή κουκκίδα στο χάρτη των ανθρώπων του σήμερα, σιωπηλή.  "Όμως αγάπη μου δε θα γενώ αρχάγγελος εγώ όσο θα σ' έχω στην αγκαλιά μου, στα όνειρά μου"  Κρακ! Ένα κομμάτι σταλακτίτη έπεσε απότομα στην αυλή. Ο Σασυφής κατευθύνει το ζεστό αέρα του αερόθερμου προς τον καναπέ και ξαπλώνει. Άδειο το κρεβάτι, Άδειο υπνοδωμάτιο. Ήρθε το φως κι έφυγε, μονάχο. 

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Άγια θεοφάνεια

Σήμερα γιορτάζω!
Ναι, και πάλι!
Μα πότε άλλοτε;
χι χι μυθτικό.
Πάντως σήμερα γιορτάζω.
Που πάει να πει μουσική δυνατά και καλό φαγητό.
Και λονγκ νρινκ με γλυκό.
Για όποιον κοπιάσει....

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Χαρούμενη Χρυσή Πρωτοχρονιά!

Καλή μας χρονιά

με ειρήνη, υγεία, αγάπη, τύχη, ελπίδα και... καλά μυαλά!