Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Το Μάρλοου – Το αββαείου του Μπίσαμ – Οι μοναχοί του Μέντμενχαμ – Ο Μονμόρενσυ σκέφτεται να δολοφονήσει ένα γέρο γάτο – Τελικά αποφασίζει να του χαρίσει τη ζωή – Αισχρή συμπεριφορά ενός φοξ τεριέ σε κατάστημα του Χέιμαρκετ – Η αποχώρησή μας από το Μάρλοου – Μια επιβλητική πομπή – Χρήσιμες οδηγίεςγια την παρενόχληση των ατμακάτων – Αρνούμαστε να πιούμε από το ποτάμι – Ένας ειρηνικός σκύλος – Παράξενη εξαφάνιση του Χάρις και μίας πίτας.

Το Μάρλοου είναι μία από τις πιο όμορφες παραποτάμιες πόλεις που ξέρω. Είναι μια πολύβουη, ζωντανή μικρή πόλη' είναι γεγονός ότι δεν είναι πολύ γραφική στο σύνολό της, παρ΄' όλα αυτά όμως ανακαλύψαμε αρκετά γραφικά και χαριτωμένα σημεία -όρθιες αψίδες στη γκρεμισμένη γέφυρα του Χρόνου, πάνω από τις οποίες η φαντασία μας ταξιδεύει πίσω στις εποχές που το Μάρλοου Μάνορ είχε για άρχοντά του το Σάξονα Άλγκαρ, πριν ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής το αρπάξει για να το δώσει στη βασίλισσα Ματθδίλδη και πριν περάσει στα χέρια των κομήτων του Γουόργουικ ή του έμπειρου περί τα εγκόσμια λόρδου Πέιτζετ, σύμβουλου τεσσάρων διαδοχικών μοναρχών.

Έχει κι έναν όμορφο επαρχιακό δρόμο γύρω του, σε περίπτωση που μετά τη βαρκάδα σου έρθει διάθεση για έναν περίπατο, και το ποτάμι είναι κι αυτό στις ομορφιές του σ' αυτό το σημείο. Κάτω στο Κούκχαμ, μετά τα Δάση Κουόρι και τα λιβάδια, υπάρχει μια όμορφη έκταση. Αγαπημένα πανέμορφα Δάση του Κουόρι! Μετά τα στενά, ανηφορικά μονοπάτια και τα φιδογυριστά, δασωμένα σας περάσματα, πόσο άρωμα κρατάτε μέχρι σήμερα από μνήμες ηλιόλουστων καλοκαιρινών ημερών! Πόσο στοιχειωμένος είναι ο πυκνοφυτεμένος σας ορίζοντας από φαντάσματα γελαστών προσώπων! Πόσοι ψίθυροι των φύλλων σας αντηχούν απαλά φωνές άλλων, περασμένων εποχών!

Από το Μάρλοου μέχρι το Σόνιγκ είναι ακόμα πιο όμορφα. Το μεγαλόπρεπο, γέρικο Αββαείο του Μπίσαμ, που οι πέτρινοί του τοίχοι έχουν αντηχήσει από τις φωνές των Nαϊτών ιπποτών, και όπου κάποια εποχή κατοικούσε η Άννα της Κλέβης και μια άλλη εποχή η βασίλισσα Ελισσάβετ, βρίσκεται στη δεξιά όχθη, μόλις ένα χιλιόμετρο πάνω από τη γέφυρα του Μάρλοου. Ο μελοδραματισμός πλανάται ακόμη στην ατμόσφαιρα του αββαείου/ Διαθέτει μία κρεβατοκάμαρα όλο ταπετσαρίες κι ένα μυστικό δωμάτιο κρυμμένο ψηλά στους χοντρούς του τοίχους. Το φάντασμα της λαίδης Χόμπι, που ξυλοκόπησε το μικρότης αγόρι μέχρι θανάτου, ακόμα περπατάει εκεί τις νύχτες, και προσπαθεί να ξεπλύνει τα φασματικά της χέρια πλένοντάς τα σε μια φασματική λεκάνη.

Εδώ αναπαύεται ο Γούργουικ, που ανέβαζε και κατέβαζε βασιλιάδες από το θρόνο κατά βούληση, αδιάφορος πια για θέματα τόσο τετριμμένα όσο οι επίγειοι βασιλιάδες και τα επίγεια βασίλεια' εδώ είναι θαμμένος και ο Σλίσμπερι, που έκανε καλή δουλειά στο Πουατιέ. Λίγο πριν φτάσεις στο αββαείο, κι ακριβώς πάνω στην όχθη του ποταμού, βρίσκεται η Εκκλησία του Μπίσαμ' αν υποτεθεί ότι αξίζει τον κόπο να δει κανείς οποιονδήποτε τάφο, τότε θα άξιζε να δει τους τάφους και τα μνημεία της εκκλησίας του Μπίσαμ. Ο Σέλλεϊ, που εκείνη την περίοδο ζούσε στο Μάρλοου (ακόμα μπορείς να δεις το σπίτι του στη Γουέστ Στρητ), συνέθεσε την Εξέγερση του Ισλάμ, περνώντας με τη βάρκα του κάτω από τις οξιές του Μπίσαμ.

Στο φράγμα του Χάρλεϊ, λίγο πιο ψηλά, έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι θα μπορούσα να μείνω έναν ολόκληρο μήνα, αλλά και πάλι δε θα μου έφτανε για να ρουφήξω όλη την ομορφιά του τοπίου. Το χωριό του Χάρλεϊ, πέντε λεπτά απόσταση με τα πόδια από τον υδατοφράχτη, είναι από τα πιο παλιά χωριουδάκια  στο ποτάμι, αφού χρονολογείται, σύμφωνα με την αλλόκοτη φρασεολογία εκείνων των εποχών, “από τις μέρες του βασιλιά Σέμπερτ και του βασιλιά Όφα”. Λίγο μετά το φράγμα (προς τα επάνω0 βρίσκεται η Πεδιάδα των Δανών, όπου οι Δανοί εισβολείς στρατοπέδευσαν κάποτε στη διάρκεια της πορείας τους προς το Γκλόστερ' κι ακόμα λίγο πιο πάνω, φωλιασμένα σε μια χαριτωμένη γωνιά δίπλα στο ποτάμι είναι τ' απομεινάρια του Αββαείου του Μέντμενχαμ.

Οι διάσημοι μοναχοί του Μέντμενχαμ ή “Λέσχη της Φωτιάς της Κόλασης”, όπως συχνά τους αποκαλούσαν, στην οποία ανήκε κι ο διαβόητος Γουίλκς, ήταν μια αδελφότητα που είχε για σύνθημά της “Κάνε ό,τι σου αρέσει”, και αυτή η πρόσκληση υπάρχει ακόμα χαραγμένη πάνω από την είσοδο του αββαείου. Πολλά χρόνια πριν από αυτό το κίβδηλο αββαείο, με το εκκλησίασμά του από ασεβείς χωρατατζήδες, υπήρχε στο ίδιο σημείο ένα μοναστήρι πιο αυστηρού ήθους, που οι μοναχοί του ήταν κάπως διαφορετικοί από τους γλεντζέδες που επρόκειτο να τους διαδεχτούν μετά από 500 χρόνια.

Οι Κιστερκιανοί μοναχοί, το αββαείο των οποίων ήταν χτισμένο εκεί τον 13ο αιώνα, φορούσαν μονάχα ένα ράσο από τραχύ ύφασμα μες κουκούλα και δεν έτρωγαν ούτε κρέας ούτε ψάρι ούτε αυγά. Κοιμούνται σ' αχυρένια στρώματα και ξυπνούσαν τα μεσάνυχτα για τη λειτουργία. Περνούσαν όλη τη μέρα με δουλειά, μελέτη και προσευχή' και όλη τους η ζωή ήταν βυθισμένη σε σιωπή θανάτου, αφού κανείς τους δε μιλούσε.

Μια πολύ σκυθρωπή αδελφότητα μοναχών, που διήγαν βίο σκυθρωπό σε κείνο το γλυκό τοπίο, που ο Θεός το είχε κάνει τόσο όμορφο! Τί περίεργο, οι φωνές της φύσης ολόγυρά τους -το απαλό κελάηδισμα των νερών, ο ψίθυρος του γρασιδιού, η μουσική του ανέμου- να μη τους διδάξουν ένα πιο βαθύ νόημα της ζωής. Κάθονταν εκεί και αφουγκράζονταν σιωπηλοί όλη μέρα, περιμένοντας κάποια φωνή εξ ουρανού' κι όλη μέρα και στη διάρκεια της κατανυκτικής νύχτας η φύση τους μιλούσε σε μυριάδες τόνους, αλλά εκείνοι δεν την άκουγαν.

Από το Μεντμεχαμ μέχρι τον υδατοφράχτη του Χάμπλεντον το ποτάμι είναι γεμάτο γαλήνια ομορφιά, αλλά μετά το ΓκρηνλαντςΧένλεϊ, το τοπίο είναι κάπως γυμνό και ανιαρό.     

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Αυτό το βράδυ ωστόσο κάποιο λάθος είχε γίνει κι ο άνεμος είχε γυρίσει στην πλάτη μας αντί να τον έχουμε μπροστά μας. Δεν είπαμε λέξη για το γεγονός, μόνο ανεβάσαμε το πανί γρήγορα πριν μας πάρει μυρουδιά και μετά αράξαμε στη βάρκα συλλογισμένοι το πανί φούσκωσε και τεντώθηκε κι έκανε το κατάρτι να τρίξει κι η βάρκα προχώρησε σα σφαίρα.

Εγώ κάθισα στο τιμόνι.

Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει πιο συναρπαστική εμπειρία από την ιστιοπλοΐα. Είναι η πιο πειστική απομίμηση του πετάγματος που μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος έξω από τα όνειρά του. Τα φτερά του ανέμου μοιάζουν να σε τραβάνε μπροστά, χωρίς να ξέρεις πού. Δεν είσαι πια το αργό, κουρασμένο, αδύναμο πλάσμα από πηλό που έρπει με κόπο στο χώμα' είσαι κομμάτι της φύσης! Η καρδιά σου χτυπάει πλάι στη δική της. Τα δοξασμένα χέρια της σε τυλίγουν και σε σηκώνουν μέχρι την καρδιά της! Το πνεύμα σου εναρμονίζεται με το δικό της' τα πόδια  σου ελαφραίνουν! Οι φωνές του ανέμου σου τραγουδάνε. Η στεριά μοιάζει μακρινή και μικρή' τα σύννεφα, τόσο κοντά πάνω από το κεφάλι σου, είναι αδέλφια σου και τους απλώνεις τα χέρια.

Το ποτάμι ήταν ολοδικό μας, εκτός από μια ψαρόβαρκα που βλέπαμε πέρα μακριά, αγκυροβολημένη στη μέση του ρεύματος, όπου κάθονταν τρεις ψαράδες. Σκίζαμε τον αφρό και περνούσαμε βολίδα μπροστά από τις δασωμένες ΄λοχθεςς χωρίς κανείς μας να μιλάει.

Εγώ κρατούσα το τιμόνι.

Καθώς πλησιάζαμε στην ψαρόβαρκα, αρχίσαμε να διακρίνουμε ότι οι τρεις άντρες που ψάρευαν έδειχναν μεγάλοι και σοβαροί άνθρωποι. Κάθονταν σε τρία καθίσματα μέσα στην ψαρόβαρκα και κοιτούσαν αφοσιωμένοι τις πετονιές τους. Η κόκκινη δύση έριχνε μαγικό φως στο νερό, χρωμάτιζε πύρινα τα ψηλά δάση, έλουζε στο χρυσάφι τα μαζεμένα σύννεφα. Ήταν μια ώρα βαθιάς μαγείας, εκστατικής ελπίδας και λαχτάρας. Το μικρό πανί φάνταζε πάνω στο μαβή ουρανό και το σούρουπο τύλιγε τον κόσμο ολόγυρά μας με σκιές στα χρώματα του ουράνιου τόξου' πίσω μας ερχόταν η νύχτα.

Νιώθαμε σαν ιππότες από κάποιο παλιό θρύλο, που ιστιοδρομούσαν σε κάποια μαγική λίμνη διασχίζοντας το βασίλειο του λυκόφωτος προς τη μεγάλη χώρα της δύσης.

Δε διασχίσαμε το βασίλειο του λυκόφωτος' αντ' αυτού, εμβολίσαμε εκείνη την καημένη την ψαρόβαρκα, όπου κάθονταν οι τρεις άντρες και ψάρευαν. Στην αρχή δεν καταλάβαμε τί ακριβώς έγινε, γιατί το πανί μάς έκρυβε τη θέα, αλλά απ' αυτό το είδος των εκφράσεων που έφερε ως εμάς το απογευματινό αεράκι, συμπεράναμε ότι είχαμε πλησιάσει ανθρώπινα πλάσματα τα οποία ένιωθαν  ενόχληση και δυσαρέσκεια.

Ο Χάρις κατέβασε το πανί και τότε είδαμε τί είχε συμβεί. Είχαμε ρίξει αυτούς τους τρεις κυρίους από τα καθίσματά τους σ' έναν μπερδεμένο σωρό στον πάτο της βάρκας τους, και τώρα προσπαθούσαν αργά και με δυσκολία να ξεμπλέξουν τα μέλη τους και να τινάξουν τα ψάρια από πάνω τους. Ενώ δούλευαν πυρετωδώς, μας καταριούνταν ομόθυμα -όχι με τις κοινές, συνηθισμένες κατάρες, αλλά με κατάρες περίτεχνες, καλοσχεδιασμένες και περιεκτικές, που αγκάλιαζαν το σύνολο της καριέρας μας κι έφταναν μέχρι το μακρινό μέλλον, περιλάμβαναν όλους μας τους συγγενείς κι εν γένει κάλυπταν κάθε θέμα σχετικό μ' εμάς.-εύστοχες, ζουμερές κατάρες.

Ο Χάρις τους είπε ότι θα έπρεπε να μας ευγνωμονούν που σπάσαμε τη μονοτονία τους, αφού χωρίς εμα΄ς θα κάθονταν εκεί ακίνητοι να ψαρεύουν όλη μέρα' είπε επίσης ότι ένιωθε φρίκη και αποστροφή βλέποντας άντρες της ηλικίας τους να υποκύπτουν τόσο εύκολα στην οργή.

Αυτό όμως καθόλου δε βελτίωσε τη θέση μας.

Ο Τζωρτζ είπε ότι κατόπιν αυτού θ' αναλάμβανε εκείνος να κάτσει στο πηδάλιο. Είπε ότι απ' ένα μυαλ΄΄ο σαν το δικό μου δε θα έπρεπε να περιμένει κανείς ν' αφοσιωθεί στο πεζό καθήκον να κρατάει τη ρότα -καλύτερα ν' αναλάμβανε τη φροντίδα της βάρκας ένας απλός, συνηθισμένος α΄νθρωπος, πριν καταλήξουμε να πνιγούμε όλοι μας' πήρε λοιπόν το πηδάλιο και μας οδήγησε μέχρι το Μάρλοου.

Μόλις φτάσαμε στο Μάρλοου, αφήσαμε τη βάρκα δίπλα στη γέφυρα και πήγαμε στο Στέμμα να περάσουμε τη νύχτα.  

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012


Για να ξαναγυρίσουμε στο τωρινό μας ταξίδι: τίποτε το συνταρακτικό δε συνέβη μέχρι λίγο πιο πέρα από το νησί Μάνκι, όπου αράξαμε και κάτσαμε για να φάμε. Βγάλαμε το κρύο βοδινό για μεσημεριανό και μετά ανακαλύψαμε ότι είχαμε ξεχάσει να πάρουμε μαζί μας μουστάρδα. Δε νομίζω να είχα νιώσει ποτε΄στη ζωή μου μέχρι τότε, ή και έκτοτε, ότι ήθελα μουστάρδα τόσο έντονα όσο ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Κατά κανόνα δε μ' αρέσει η μουστάρδα και τη χρησιμοποιώ πολύ σπάνια, αλλά εκείνη τη στιγμή θα έδινα τον ουρανό με τ' άστρα για λίγη μουστάρδα.

Δεν ξέρω πόσα άστρα διαθέτει ακριβώς ο ουρανός, αλλά όποιος μου έφερνε μια κουταλιά μουστάρδα εκείνη ακριβώς τη στιγμή μπορούσε να τα πάρει όλα. Έτσι είμαι εγώ, αδιαφορώ για τις συνέπειες όταν θέλω κάτι και δεν μπορώ να το έχω.

Ο Χάρις είπε ότι θα έδινε κι εκείνος τον ουρανό με τ' άστρα για λίγη μουστάρδα. Όποιος τύχαινε να περνάει από εκείνο το σημείο μ' ένα βαζάκι μουστάρδα θα έκανε την τύχη του' θα είχε βολευτεί από άστρα για το υπόλοιπο της ζωής του.

Κι όμως! Τολμώ να πω ότι τόσο ο Χάρις όσο κι εγώ θα είχαμε επιχειρήσει να αθετήσουμε συμφωνία άπαξ κι εξασφαλίζαμε τη μουστάρδα. Συνηθίζει κανείς να κάνει αυτές τις υπέρογκες προσφορές σε στιγμές ενθουσιασμού, αλλά φυσικά όταν το ξανασκέφτεται βλέπει πόσο παράλογα δυσανάλογες είναι σε σχέση με την αξία του αντικειμένου που ποθεί. Άκουσα έναν άντρα που ανέβαινε ένα βουνό στην Ελβετία να λέει κάποτε ότι θα έδινε τον ουρανό με τ'άστ5ρα για ένα ποτήρι μπύρα κι όταν έφτασε σ' ένα μικρό κρασοπωλείο όπου πωλούσαν μπύρα, έστησε τρικούβερτο καυγά βλέποντας να του ζητάνε 5 φράγκα για ένα μπουκάλι Μπας. Είπε ότι η εκμετάλλευση ήταν σκανδαλώδης  κι έστειλε επιστολή τους Τάιμς σχετικά.

Η έλλειψη μουστάρδας προκάλεσε γενική κατήφεια στη βάρκα. Φάγαμε το βοδινό μας σιωπηλοί. Η ζωή έμοιαζε ψεύτικη και αδιάφορη. Σκεφτόμασταν τα ευτυχισμένα παιδικά μας χρόνια και αναστενάζαμε. Αναθαρρήσαμε λίγο πάντως την ώρα της μηλόπιτας και, όταν ο Τζωρτζ έβγαλε μια κονσέρβα ανανά από το βάθος του καλαθιού και την άφησε να τσουλήσει ως τη μέση της βάρκας, νιώσαμε ξανά ότι η ζωή τελικά αξίζει τον κόπο.

Μας αρέσει και στους τρεις πολύ ο ανανάς. Κοιτάξαμε τη φωτογραφία του πάνω στην κονσέρβα' λαχταρήσαμε το χυμό. Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο και ο Χάρις ετοίμασε το κουτάλι του.
Μετά ψάξαμε για ανοιχτήρι για την κονσέρβα. Ανακατέψαμε το σύμπαν μέσα στο καλάθι. Αναποδογυρίσαμε τις τσάντες. Σηκώσαμε τις σανίδες από τον πάτο της βάρκας. Κουβαλήσαμε τα πάντα έξω στην όχθη και τα τινάξαμε. Πουθενά ανοιχτήρι.

Τότε ο Χάρις προσπάθησε να ανοίξει την κονσέρβα με ένα σουγιά, αλλά έσπασε το σουγιά και κόπηκε μάλλον άσχημα και ο ίδιος' ο Τζώρτζ δοκίμασε με ένα ψαλίδι, αλλά το ψαλίδι του ξέφυγε και κόντεψε να του βγάλει το μάτι. Ενώ έδεναν τις πληγές τους, προσπάθησα ν' ανοίξω μια τρύπα στην κονσέρβα με τη μυτερή άκρη του καμακιού, αλλά το καμάκι μου γλίστρησε και με πέταξε ανάμεσα στη βάρκα και την όχθη, μέσα σε πενήντα πόντους λασπόνερα' η κονσέρβα κύλισε άθικτη, σπάζοντας ένα φλιτζάνι του τσαγιού.

Τότε γίναμε όλοι έξαλλοι. Βγάλαμε την αναθεματισμένη κονσέρβα έξω στην όχθη' ο Χάρις ανηφόρισε σε ένα χωράφι κι έφερε μαι μεγάλη, μυτερή πέτρα κι εγώ ξαναγύρισα στη βάρκα κι έφερα το κατάρτι' ο Τζωρτζ κράτησε την κονσέρβα, ο Χάρις ακούμπησε τη μυτερή άκρη της πέτρας του στο καπάκι της κι εγώ πήρα το κατάρτι, το σήκωσα ψηλά και το κατέβασα με όλη μου τη δύναμη.

Το ψἀθινο καπέλο του Τζωρτζ ήταν που του έσωσε τη ζωή εκείνη τη μέρα. Σήμερα το φυλάει ως κόρην οφθαλμού (ό,τι έχει απομείνει απ' αυτό δηλαδή), και τα χειμωνιάτικα βράδια, όταν οι πίπες έχουν ανάψει και οι φίλοι ολόγυρα λένε ιστορίες για τους κινδύνους που έχουν διατρέξει στη ζωή τους, ο Τζωρτζ το φέρνει και το δείχνει σε όλους, λέγοντας ξανά την ανατριχιαστική ιστορία, εμε νέες υπερβολές κάθε φορά.

Ο Χάρις τη γλίτωσε μόνο μ' ένα μικρό κόψιμο.

Μετά από αυτό πήρα την κονσέρβα κι άρχισα να την κοπανάω με το κατάρτι, μ΄χρι που κουράστηκα και σιχάθηκα τη ζωή μου, οπότε ανέλαβε ο Χάρις.

Την κάναμε πλακέ από το πολύ χτύπημα' συνεχίζοντας να χτυπάμε, την ξαναφέραμε στο αρχικό, τετράγωνο σχήμα της' της δώσαμε κάθε γνωστό σχήμα της γεωμετρίας ᾱλλά τρύπα δεν μπορούσαμε να της ανοίξουμε. Μετά την περιέλαβε ο Τζωρτζ και βάλθηκε να τη χτυπάει με μανία, μέχρι που πήρε η κον΄σερβα ένα σχήμα τόσο περίεργο, τόσο αλλόκοτο, τόσο απόκοσμο στην άγρια φρίκη του, που ο Τζωρτζ τρόμαξε και πέταξε μακριά το κατάρτι. Μετά κάτσαμε κι οι τρεις στο γρασίδι και την κοιτάζαμε.
Ένα μεγάλο βαθούλωμα απλωνόταν στο καπάκι, ίδιο με κοροϊδευτικό χαμόγελο' μας έκανε τόσο έξαλλους, που ο0 Χάρις όρμηξε κατά πάνω της, την άρπαξε και την εκσφενδόνισε στο ποτάμι. Την ώρα που βούλιαζε, τη βρίζαμε σκαιά και οι τρεις. Μετά ξαναγυρίσαμε στη βάρκα κι απομακρυνθήκαμε κωπηλατώντας αδιάκοπα μέχρι το Μέιντενχεντ.

Το ίδιο το Μέιντενχεντ είναι τόσο σνομπ, που παύει να είναι ευχάριστο. Έχει γίνει το στέκι των παραποτάμιων αριστοκρατών και των επιδεικτικά ντυμένων συντρόφων τους. Είναι η πόλη με τα φανταχτερά ξενοδοχεία, που διευθύνονται ως επί το πλείστον από κάθε λογής δανδήδες και χορεύτριες. Είναι το ορμητήριο από το οποίο εξορμούν εκείνοι οι δαίμονες του ποταμιού -οι μικ΄ρες ατμάκατοι. Κάθε δούκας που τροφοδοτεί τις κοσμικές στήλες κατά κανόνα διαθέτει ένα "μικρό καταφύγιο"στο Μέιντενχεντ' και η ηρωίδα του τρίτου μου μυθιστορήματος εκεί δειπνεί όταν βγαίνει να γλεντήσει με τον άντρα κάποιος άλλης.

Προσπεράσαμε βιαστικά το Μέιντενχεντ και μετ΄χαλαρώσαμε το ρυθμό μας και κάναμε με την άνεσή μας τη μεγάλη διαδρομή ανάμεσα στο Μπόλτερ και το υδατοφράχτη του Κούκχαμ. Τα δάση του Κλάιβντεναπομακρύναμε τη βαρκούλα μας αργά από τη βαθειά της γαλήνη.

Αράξαμε στο κανάλι ακριβώς κάτω από του Κούκχαμ για να πιούμε το τσάι μας κι όταν περάσαμε από τον υδατοφράχτη είχε κι όλας βραδιάσει. Είχε σηκωθεί τσουχτερό αεράκι -περιέργως ευνοϊκό για εμάς' γιατί είναι κανόνας στο ποτάμι να σου φυσάει ο αέρας πάντα κόντρα, όποια κατεύθυνση κι αν πάρεις. Τον βρίσκεις κόντρα το πρωί, όταν ξεκινάς την ημερήσια εκδρομή σου, και κάνεις μια μεγάλη διαδρομή υπολογίζοντας ότι το ταξίδι της επιστροφής θα είναι πολύ εύκολο με το πανί. Όμως το απόγευμα ο άνεμος γυρίζει κι αναγκάζεσαι να ταξιδέψεις κόντρα όλη την επιστροφή.


Κάθε φορά όμως που ξεχνάς να πάρεις το πανί μαζί σου, ο άνεμος είναι συνεχώς ούριος, και στο πήγαινε και στο έλα. Αλλά τί να γίνει! Ο κόσμος είναι μια δοκιμασία κι ο άνθρωπος ως γνωστός γεννήθηκε για να υποφέρει.  

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012


Ζήτα και θα σου δοθεί (Φανουρόπιτα)

Η πιο αγαπημένη ελληνική συνήθεια.

[εδώ θα παρεμβάλλω και κάτι δικό μου.
γιατί χάνουμε κάτι;
από αδιαφορία;
απροσεξία; αμέλεια;
επιλογή;
περιφρόνηση;
πεπρωμένο;
υπερβολική αγάπη;
Το χάσιμο προϋποθέτει ιδιοκτησία.
Το χάσιμο προϋποθέτει ιδιοκτησία;;;;]

Αν και δηλωμένος άθεος, δεν μπορώ παρά ν'αναγνωρίσω ότι στις θρησκευτικές δοξασίες, κρύβονται μεγάλες αληθειες. Πάρτε, για παράδειγμα, τον Άγιο Φανούριο. Αν και λαλίστατος και περιγραφικότατος ο Συναξαριστής όταν αναφέρεται και στους πιο άσημους και άγνωστους Αγίους, για έναν από τους πιο δημοφιλείς του Ορθόδοξου εορτολογίου, δεν λέει απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο δεν λέει αλλά οι ελάχιστες γραμμές που αναφέρονται σ'αυτόν, δηλώνουν σαφώς πως υπάρχουν σχεδόν μηδαμινές πληροφορίες για τον αγαπημένο Άγιο που αν του τάξεις, σε βοηθάει να βρεις ό,τι έχει χάσει. Πόσο σοφό...

Τα απωλεσθένα, παραμένουν το σημαντικότερο και βαρύτερο κεφάλαιο της ύπαρξής μας. Είναι όλα αυτά που στοιχειώνουν το υποσυνείδητό μας, τη μνήμη μας, τα όνειρά μας, τις αφηγήσεις μας. Είναι όλα αυτά που λίγο-πολύ μας ορίζουν αφού, μεταξύ μας, μόνο ως προς τί δεν είμαστε (δηλαδή αποφατικά) μπορούμε να αυτοπροσδιοριστούμε με ακρίβεια και σαφήνεια. Οι χαμένες πληροφορίες για το βίο του Αγίου που σου βρίσκει τα πάντα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόσκληση να συμπληρώσεις εσύ την ιστορία, παραδεχόμενος τί είναι αυτό που έχεις χάσει, τί είναι αυτό που σου λείπει.

Δεν ξέρω για τους άλλους αλλά εγώ είχα πολύ μεγάλη δυσκολία στο να ζητώ. Ίσως φταίει το ότι ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε με την προτροπή να μην ζητάει για λόγους ευγένειας και σε μια εποχή που οι γονείς έτρεχαν με σπουδή να προλάβουν τις όποιες επιθυμίες και ανάγκες των παιδιών τους με αποτέλεσμα, αν εξαιρέσεις τις περιπέτειες με την πολιτική, ν'αργήσω πολύ να μάθω να διεκδικώ όσα ήθελα μόνο καθόμουν σε μια γωνιά σιωπηλός και σιγόβραζα στο ζουμί μου.

Στίβω τα πορτοκάλια για τη φανουρόπιτα που θα φτιάξω απόψε γιατί αύριο γιορτάζει ο αγαπημένος των Ελλήνων Άγιος Φανούριος και σκέφτομαι, με χαμόγελο, πόσο έχω αλλάξει από την εποχή που δεν διεκδικούσα όσα ήθελα και άφηνα την κάθε ανεκπλήρωτη επιθυμία (συχνά ασήμαντη) να με στοιχειώνει. Νομίζω μάλιστα πως αυτός ήταν ο λόγος που ήμουν και τόσο απόλυτος στη μαγειρικη. Όλα κι όλα! Μπορεί να μην τολμούσα να ζητήσω κάτι που επιθυμούσα αλλά στις συνταγές όσοι ζητούσαν τη γνώμη μου, θα έπρεπε να κάνουν αυτό που έλεγα εγώ!

Αντίθετα απ'ο,τι λέμε, για ρητορικούς λόγους, ενηλικίωση δεν σημαίνει ένα αλλά πολλά πράγματα. Ένα από αυτά λοιπόν, είναι το να βρίσκεις το θάρρος να ζητάς και βασικά και το κουράγιο ν'ακούσεις "Όχι". Μετρώ τα υλικά και μνημονεύοντας τον Άγιο Φανούριο σκέφτομαι τί να του ζητήσω  να με βοηθήσει να βρω απ'ολα όσα έχω χάσει τα τελευταία χρόνια. Καταλήγω με βεβαιότητα ότι τελικά, θέλω να μη χάσω ακριβώς αυτό: το κουράγιο ν'ακούω και "όχι" ώστε να είμαι βέβαιος πως δεν θα σταματήσω ποτέ να φοβάμαι να διεκδικώ όλα αυτά που επιθυμώ.

Πώς το είπε ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, σ'αυτό το υπέροχο απόσπασμα του Ευαγγελίου; "Αιτείτε και θα σας δοθεί· ζητείτε και θα βρείτε· χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί· γιατί καθένας που αιτεί λαμβάνει, και αυτός που ζητάει βρίσκει, και σ’ αυτόν που χτυπάει θα του ανοιχτεί".  Έτσι ακριβώς.

*Φανουρόπιτα*

Μάγειρες του κόσμου, λατρεμένες μου κόρες ακαμάτρες που όλες σήμερα το απόγευμα θα μου κλειστείτε στις κουζίνες για να φτιάξετε φανουρόπιτες, θα μου επιτρέψετε να μην μπω στο debate 9, 11, 13 υλικά για τη Φανουρόπιτα. Πού να ξέρω, ο άθεος;! Ο καθένας να ορίζει τους δικούς του κανόνες και να δίνει μια τελετουργική χροιά στην εκτέλεσή τους. Είπα κι ελάλησα. :-) Φυσικά, η δική μου η συνταγή είναι η απλή, αυτή που θα σε τραβήξει και δεν θα σε διώξει από την κουζίνα και φυσικά είναι καρατσεκαρισμένη γιατί φτιάχνω συχνά φανουρόπιτες. Τα υλικά τα προσθέτουμε μ'αυτή τη σειρά, μελετώντας, λέει, τις επιθυμίες μας. Καλή επιτυχία. Στο φούρνισμα αλλά και στην εκπλήρωση των ευχών.

1.5 φλυτζάνι καρύδια
3/4 φλυτζάνι ξανθές σταφίδες (Σουλτανίνα)
1/2 φλυτζάνι ζάχαρη
Κανέλα αρκετή 2 κουταλιές
1/2 κουταλάκι σκόνη γαρύφαλο
Ξύσμα από δυο πορτοκάλια
1 κοφτο κουταλάκι σόδα
1 1.2 κουταλακι μπείκιν πάουντερ
1 1/2 φλυτζάνι χυμό πορτοκαλιού
3.4 φλυτζάνι ηλιέλαιο
Αλευρι (φάριν απ) όσο πάρει (λίγοτερο απο΄ένα πακέτο του κιλού)
εκτός απ'το δικό μου, το υπόλοιπο το βρήκα εδώ

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12β

Αφού περάσεις το Παλιό Ουίνσδορ, το ποτάμι γίνεται κάπως πληκτικό και δεν ξαναβρίσει τον ευτό του παρά μόνο όταν πλησιάζεις το Μπόβενι. Ο Τζωρζ κι εγώ κωπηλατήσαμε μέχρι να προσπεράσουμε το Χόουμ Παρκ ου απλώνεται κατα μήκος της δεξιάς όχθης από τη γέφυρα του Αλβέρτου μέχρι τη γέφυρα της Βικτωρίας' και καθώς περνούσαμε μπροστά από το Ντάτσετ, ο Τζωρτζ με ρώτησε αν θυμόμουνα το πρώτο μας ταξίδι στο ποτάμι, τότε που φτάσαμε στο Ντάτσετ στις δέκα το βράδυ και θέλαμε να πάμε για ύπνο.

Απάντησα ότι το θυμόμουνα. Θα περάσει καιρός μέχρι να το ξεχάσω.

Ήταν το Σάββατο πριν απο την Αυγουστιάτικη αργία των τραπεζών. Είμασταν κουρασμένοι και πεινασμένοι, οι τρεις μας πάλι, κι όταν φτάσαμε στο Ντάτσετ βγάλαμε το καλάθι, τις δύο τσάντες, τις κουβέρτες, τα παλτά και τα παρόμοια και ξεκινήσαμε να ψάξουμε για κατάλυμα. Προσπεράσαμε ένα πολύ νόστιμο μικρό πανδοχείο με κλιματσίδες πάνω από την είσοδο' αλλά δεν είχε καθόλου αγιόκλημα και για κάποιο λόγο είχαμε μια εμμονή με το αγιόκλημα και είπα:

           "Αχ, ας μη μείνουμε εδώ! Ας πάμε λίγο πιο πέρα μήπως βρούμε ένα πανδοχείο με αγιόκλημα!".

             Έτσι λοιπόν συνεχίσαμε μέχρι που φτάσαμε σ'ένα άλλο πανδοχείο. Κι αυτό ήταν ένα πολύ όμορφο πανδοχείο και είχε και αγιόκλημα στον πλαινό του τοίχο, αλλά στον Χάρις δεν άρεσε η φάτσα του ανθρώπου που ήταν ακουμπισμένος στην μπροστινή πόρτα. Είπε ότι δεν έδειχνε καθόλου καλός άνθρωπος και φορούσε και απαίσιες μπότες' έτσι συνεχίσαμε ακόμα πιο πέρα. Προχωρήσαμε αρκετά χωρίς να βρούμε άλλα πανδοχεία και μετά συναντήσαμε έναν άντρα και του ζητήσαμε να μας υποδείξει μερικά.

             Μας είπε: "Έχετε απομακρυνθεί από τα πανδοχεία. Πρέπει να κάνετε μεταβολή και να ξαναγυρίσετε πίσω, και θα βρείτε το Ελάφι"

              Είπαμε:

             " Α, εκεί πήγαμε, αλλά δε μας άρεσε -δεν έχει αγιόκλημα"

            " Καλά, τότε" είπε, "υπάρχει το Αρχοντικό, ακριβώς απέναντι. Αυτό το δοκιμάσατε;"

             Ο Χάρις απάντησε ότι δεν θέλαμε να πάμε εκεί -δεν του άρεσε η φάτσα του τύπου που στεκόταν στο κατώφλι, δεν του άρεσε το χρώμα των μαλλιών του, δεν του άρεσαν και οι μπότες του.

            "Τότε δεν ξέρω τί να σας πω" είπε ο πληροφοριοδότης;μας. "Γιατί αυτά είναι τα μόνα πανδοχεία εδώ γύρω".

            "Δεν έχει άλλα πανδοχεία!" αναφώνησε ο Χάρις.

             Τότε μίλησε ο Τζωρτζ. Είπε ο Χάρις κι εγώ θα μπορούσαμε να παραγγείλουμε να χτιστεί πανδοχείο ειδικά για μας, αν θέλαμε, και να παραγγείλουμε και μερικούς ανθρώπους για να τους βάλουμε μέσα.
Όσο για εκείνον, θα ξαναγύριζε στο Ελάφι.

             Τα μεγάλα πνεύματα ποτέ δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν τα ιδεώδη τους σε κανένα ζήτημα' ο Χάρις κι εγώ αναστενάξαμε με τη ματαιότητα όλων των επίγειων επιθυμιών  και ακολουθήσαμε τον Τζωρτζ.

            Κουβαλήσαμε τα συμπράγαλά μας μέχρι το Ελάφι και τα ακουμπήσαμε στην είσοδο.

            Ο ξενοδόχος ήρθε και μας είπε:

           "Καλησπέρα σας, κύριοι".

           "Καλησπέρα", είπε ο Τζωρτζ. "Θέλουμε τρία κρεβάτια, παρακαλώ".

           "Λυπάμαι πολύ, κύριε", είπε ο ξενοδόχος. "Αλλά φοβάμαι ότι δε γίνεται".

           "Καλά, δεν επιράζει", είπε ο Τζωρτζ, "φτάνουν και δύο. Οι δύο από μας μπορούν να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι, έτσι δεν είναι;" συνέχισε, γυρίζοντας στον Χάρις και σ'εμένα.

             Ὁ Χάρις είπε, "Φυσικά", και σκέφτηλε ότι εγώ κι ο Τζωρτζ θα ,μπορούσαμε πολύ εύκολα να κοιμηθούμε στο ίδιο κρεβάτι.

            "Λυπάμαι πολύ, κύριε", επανέλαβε ο οικοδεσπότης, "αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε ένα κρεβάτι ελεύθερο σε όλο το πναδοχείο. Ήδη έχουμε βάλει δύο, ακόμα και τρεις κυρίους σε ένα κρεβάτι".

             Αυτό μας κλόνισε για λίγο.

             Αλλά ο Χάρις, που είναι έμπειρος ταξιδιώτης, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και είπε, μιλώντας χαρούμενα'

            "Καλά, τί να γίνει. Θα πρέπει να το υποστούμε. Βάλτε μας από ένα ράτζο στην αίθουσα του μπιλιάρδου".

            "Λυπάμαι πολύ, κύριε. Τρεις κύριοι κοιμούνται ήδη εκεί και δύο στο καπνιστήριο. Είναι αδύνατον να σας εξυπηρετήσω γι'απόψε".

            Μαζέψαμε τα πράγματά μας και πήγαμε απέναντι στο Αρχοντικό. Ήταν ένα πολύ όμορφο μικρό πανδοχείο. Είπα ότι προσωπικά μου άρεσε καλύτερα από το άλλο πανδοχείο' και ο Χάρις είπε,

            "Βέβαια, βέβαια, δεν πειράζει, δεν είναι ανάγκη να κοιτάμε εκείνον τον άντρα με τα κόκκινα μαλλιά. Άλλωστε τί φταίει ο καημένος που έχει κόκκινα μαλλιά;"

             Ο Χάρις μιλησε πολύ ευγενικά και λογικά γι αυτό το θέμα.

             Οι άνθρωποι στο Αρχοντικό δεν περίμεναν να μας ακούσουν να μιλάμε. Η ιδιοκτήτρια μας πρόλαβε στο κατώφλι με τον ίδιο χαιρετισμό που είχε χρησιμοποιήσει για να διώξει άλλες δεκατέσσερις παρέες την τελευταία μιάμισι ώρα. Όσο για τις δειλές μας προτάσεις για σταύλους, αίθουσες του μπιλιάρδου ή καρβουναποθήκες, τις αντιμετώπισε όλες μ' ένα κοροιδευτικό γέλιο' όλες αυτές οι γωνιές ήταν κατειλημμένες προ πολλού.

            Μήπως ήξερε κανένα μέρος σε όλο το χωριό που θα μπορούσαμε να βρούμε καταφύγιο για τη νύχτα;

            Ε, αν δεν μας πτοούσαν οι δυσκολίες -αν και προσωπικά δεν μας το συνιστούμε- υπήρχε ένα μικρό μαγαζάκι που πουλούσε μπύρα κάτω στον δρόμο του Ήτον...
Δεν περιμέναμε ν'ακούσουμε περισσότερα' αρπάξαμε το καλάθι, τις τσάντες, τα παλτά, τις κουβέτρες και τα πακέτα κι αρχίσαμε να τρέχουμε. Η απόσταση ήταν γύρω στα 1.500 μέτρα αλλά κάποτε φτάσαμε κια μπήκαμε λαχανιασμένοι στο μπαρ.

             Οι άνθρωποι στο μαγαζί ήταν άξεστοι. Υπήρχαν μόνο τρία κρεβάτια σε όλο το πανδοχείο και φιλοξενούσαν ήδη εφτά κυρίους μόνους τους και δυο παντρεμένα ζετγάρια. Ένας πονόψυχος βαρκάρης, πάντως, που έτυχε να είναι παρών, σκέφτηκε ότι θα πορούσαμε να δοκιμάσουμε το μπακάλικο δίπλα στο Ελάφι κι έτσι ξαναγυρίσαμε πίσω.

             Το μπακάλικο ήταν γεμάτο. Μια γριά που βρήκαμε στο μαγαζί προσφέρθηκε να μας στνοδεύσει για ένα ενάμισι χιλιόμετρο μέχρι το σπίτι μιας φίλης της που νοίκιαζε περιστασιακά δωμάτια σε κυρίους.

              Αυτή η γριά γυναίκα περπατούσε πολύ σιγά και κάναμε είκοσι λεπτά τουλάχιστον γιάνα φτάσουμε στης φίλης της. Ζωντάνεψε τη διαδρομή περιγραφοντάς μας καθ' οδόν όλη την γκάμα των πόνων που αισθανόταν στην πλάτη της.

             Τα δωμάτια της φίλης της ήταν νοικιασμένα. Από εκεί μας έστειλα στο νούμερο 27 του δρόμου. Το 27 ήταν γεμάτο' μας έστειλαν στο 32,  καιι το 32 ήταν γεμάτο.

             Μετά ξαναβγήκαμε στον κεντρικό δρόμο κιαι ο Χάρις κάθισε πάνω στο καλάθι και είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα. Είπε ότι αυτό το σημείο του φαινόταν αρκετά ήσυχο και θα ήθελε να πεθάνει εκεί. Ζήτησε από εμένα και τον Τζωρτζ να φιλήσουμε τη μητέρα του εκ μέρους του και να πούμε σε όλους του τους συγγενείς ότι τους είχε συγχωρέσει και είχε πεθάνει ευτυχής.

             Εκείνη τη στιγμή ένας άγγελος εμφανίστηκε με τη μορφή ενός μικρού αγοριού ( δεν μπορώ να φανταστώ καμιά καταλληλότερη μορφή για έναν άγγελο), μ'ένα μπουκάλι μπύρα στο ένα χέρι και κάποιο πράγμα δεμένο στην άκρη ενός σπάγγου στο άλλο, το οποίο άφηνε ν'ακουμπήσει σ κάθε επίπεδη πέτρα που συναντούσε και μετά το ξανατράβαγε, κάνοντάς το να παράγει έναν ιδιαίτερα ενοχλητικό ήχο που υποδήλωνε δυστυχία.

             Ρωτήσαμε αυτό το θεόσταλτο, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, πλάσμα, αν ήξερε κανένα μοναχικο σπίτι που οι κάτοικοί του να είναι γέροι και αδύναμοι (κατά προτίμηση γριές κυρίες ή παράλυτοι κύριοι) τους οποίους θα μπορούσαμε εύκολα να τους πειθαναγκάσουμε να παραχωρήσουν τα κρεβάτια τους σε τρεις απελπισμένους άντρες' ή, αν δεν ήξερε κάτι τέτοιο, μήπως μπορούσε να μας συστήσει κάποιο άδειο χοιροστάσιο ή κανένα μισοτελειωμένο γιαπί ή κάτι ανάλογο. Είπε ότι δεν ήξερε κανένα τέτοιο μέρος -τουλάχιστον όχι εκεί κοντά'αλλά είπε ότι ακόμα αν θέλαμε να πάμε μαζί του, η μητέρα του είχε ένα περισσευόμενο σωμάτιο και θα μπορούσε να μας βολέψει για τη νύχτα.

            Πέσαμε στην αγκαλιά του εκεί μέσα στο φεγγαρόφωτο και τον πνίξαμε στις ευλογίες' η εικόνα θα ήταν πολύ όμορφη αν το ίδιο το αγόρι δε είχε αιφνιδιαστεί τόσο από την εκδηλωτικότητά μας, που να αποδειχτεί ανίκανο να σταθεί στα πόδια του κάτω από το βάρος της, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος συμπαρασύροντάς μας όλους από πάνω του. Ο Χάρις ήταν τόσο πλημμυρισμένος από χαρά που λιποθύμησε και αναγκάστηκε να βουτήξει τη μισοτελειωμένη μπύρα του παιδιού και να την αδειάσει για να ξαναβρεί τις αισθήσεις του'αμέσως μετά ξεκίνησε τρέχοντας, αφήνοντας εμένα και τον Τζωρτζ να κουβαλήσουμε τις αποσκευές.

            Το αγόρι έμενε σ'ένα μικρό αγροτόσπιτο τεσσάρων δωματίων και η μάνα του -τί χρυσή γυναίκα!-μας έφτιαξε ζεστό μπέικον για δείπνο και το φάγαμε όλο -δυο κιλά- και μια τάρτα μαρμελάδα μετά και δύο κανάτες τσάι και μετά πήγαμε για ύπνο. Υπήρχαν δυο κρεβάτια στο δωμάτιο' το ένα ήταν ένα κρεβάτι με ρόδες, ογδόντα πόντους φαρδύ, και ο Τζωρτζ κι εγώ κοιμηθήκαμε σ' αυτό, μένοντας επάνω του αφού δεθήκαμε μεταξύ μας με το σεντόνι' το άλλο ήταν το κρεβάτι του μικρού αγοριού και ο Χάρις το είχε όλο στη διάθεσή του' το πρωί τον βρήκαμε με εξήντα πόντους γυμνής γάμπας να προεξέχει στο κάτω μέρος, που ο Τζωρτζ κι εγώ χρησιμοποιήσαμε για να κρεμάσουμε τις πετσέτες μας την ώρα που πλενόμαστε.

              Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε στο Ντάτσετ δε θα είμαστε και τόσο εκλεκτικοί στην αναζήτηση καταλύματος.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Ο Ερρίκος ο Η΄ και η Άννα Μπόλεϊν  -Τί τραβάει όποιος συγκατοικεί μ' ένα ζευγάρι εραστών - Μια δύσκολη εποχή για το αγγλικό έθνος - Νυχτερινή αναζήτηση της γραφικότητας -Άστεγοι και άστεγοι - Ο Χάρις ετοιμάζεται να πεθάνει - Ένας άγγελος εμφανίζεται - Οι συνέπειες της ξαφνικής χαράς του Χἀρις - Ένα μικρό δείπνο - Γεύμα  - Ακριβή η μουστάρδα - Μια τρομερή μάχη - Μέιντενχεντ - Ιστιοπλοΐα - Τρεις ψαράδες - Μας καταριούνται.

Καθόμουν στην όχθη κι οραματιζόμουν αυτή τη σκηνή μόνος μου, όταν ο Τζωρτζ παρατήρησε ότι όταν θα ένιωθα εντελώς ξεκούραστος, καλό θα ήταν να τους βοηθήσω να μαζέψουμε τα πιάτα' αφού λοιπόν με επανέφεραν βίαια από τις ένδοξες μέρες του παρελθόντος στο πεζό παρόν, με όλη τη δυστυχία και την αμαρτία που το χαρακτηρίζουν, μπήκα στη βάρκα και καθάρισα το τηγάνι μ' ένα κομμάτι ξύλο και μια τούφα γρασίδι, σκουπίζοντάς το στο τέλος με το βρεγμένο πουκάμισο του Τζωρτζ.

             Περάσαμε απέναντι στο νησάκι της Μάγκνα Κάρτα και είδαμε την πέτρα που βρίσκεται σε κάποια αγροικία, πάνω στην οποία υποτίθεται ότι υπογράφτηκε το συμβόλαιο. Ωστόσο αρνούμαι να δεσμευτώ κατά πόσο γράφτηκε όντως εκεί ή, όπως ισχυρίζονται μερικοί, στην άλλη όχθη του Ράνιμιντ. Αν ήμουν εγώ πάντως, θα είχα μετ' επιμονής συμβουλέψει τους συντρόφους μου να μεταφέρουμε τους δύσκολους πελάτες όπως ο βασιλιάς Ιωάννης πάνω στο νησάκι, που δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για εκπλήξεις και κόλπα.

              Στο κτήμα του Οίκου Άνκεργουικ, που βρίσκεται κοντά στην Τοποθεσία Πικνίκ, υπάρχουν τα ερείπια ενός παλιού μοναστηριού' σ' αυτό το παλιό μοναστήρι λέγεται ότι ο Ερρίκος Η΄ έδινε το ραντεβού του με την Άννα Μπόλεϊν . Το ζευγάρι συνήθιζε επίσης να συναντιέται και στο κάστρο Χέβερ του Κεντ και στα περίχωρα του Σαιντ Όλμανς. Θα πρέπει να ήταν δύσκολο για το λαό της Αγγλίας εκείνη την εποχή να βρίσκει ένα μέρος όπου εκείνοι οι αστόχαστοι νεαροί ερωτευμένοι δε συνήθιζαν να σαλιαρίζουν.

              Είχατε ποτέ την ατυχία να συγκατοικήσετε με ερωτευμένο ζευγάρι; Είναι πολύ κουραστικό. Κατευθύνεσαι προς το σαλόνι, με την επιθυμία να καθίσεις εκεί και να ηρεμήσεις. Μόλις ανοίγεις την πόρτα, ακούς ένα ήχο σα να θυμήθηκε κάποιος κάτι ξαφνικά, και με το που μπαίνεις μέσα, η Έμιλυ σκύβει από το παράθυρο, κοιτώντας με ζωηρότατο ενδιαφέρον την απέναντι πλευρά του δρόμου, και ο φίλος σου ο Τζων Έντουαρτ βρίσκεται στην άλλη άκρη του δωματίου αφοσιωμένος ολόψυχα στην παρατήρηση φωτογραφιών των συγγενών άλλων ανθρώπων.

             "Ω!" λες και κοντοστέκεσαι στην πόρτα. "Δεν ήξερα ότι ήταν κάποιος εδώ μέσα".

             "Α, ναι;" λέει η Έμιλυ ψυχρά, μ' έναν τόνο που εννοεί ότι δεν σε πιστεύει.

            Κάθεσαι για λίγο και μετά λες:

             "Είναι πολύ σκοτεινά. Γιατί δεν ανάβετε τη λάμπα; "

             Ο Τζων Έντουαρτ λέει ότι δεν το είχε προσέξει και η Έμιλυ λέει ότι δεν αρέσει στο μπαμπά της να ανάβουν τις λάμπες από νωρίς το απόγευμα.

             Τους λες μια δυο κουβέντες, διατυπώνοντας τη γνώμη σου για το ιρλανδικό ζήτημα' αλλά αυτό δε φαίνεται να τους ενδιαφέρει. Το μόνο που παρατηρούν μετά από κάθε φράση είναι, "Ω!" "Αλήθεια;" "Σοβαρά;" "Ναι" και του τύπου, πηγαίνεις προς την πόρτα, γλιστράς έξω και ξαφνιάζεσαι βλέποντάς την να κλείνει αμέσως πίσω σου μόνη της, χωρίς να την έχεις καν αγγίξει.

               Μισή ώρα αργότερα, σκέφτεσαι να καπνίσεις μια πίπα στη σέρα. Η μόνη καρέκλα εκεί μέσα είναι κατειλημμένη από την Έμιλυ' όσο για τον Τζων Έντουαρτ, αν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί την γλώσσα των ενδυμάτων, είναι φανερό ότι καθόταν στο πάτωμα. Δε μιλάνε, αλλά σου ρίχνουν ένα βλέμμα που λέει όλα όσα μπορεί να πει κανείς σε μια πολιτισμένη κοινωνία' βγαίνεις αμέσως και κλείνεις την πόρτα πίσω σου.

                Τώρα πια φοβάσαι να χώσεις τη μύτη σου σε οποιοδήποτε δωμάτιο του σπιτιού' έτσι, αφού ανεβοκατεβαίνεις τις σκάλες μια δυο φορές, πας και κάθεσαι στο υπνοδωμάτιό σου. Μετά από λίγη ώρα ωστόσο αυτό γίνεται βαρετό, οπότε βάζεις το καπέλο σου και βγαίνεις για μια βόλτα στον κήπο. Κατηφορίζεις το μονοπατάκι και, καθώς προσπερνάς το θερινό κιόσκι, ρίχνεις μια ματιά μέσα και νάτοι πάλι εκείνοι οι δύο νεαροί ηλίθιοι κουβαριασμένοι σε μια γωνιά του' σε βλέπουν και δείχνουν να σχηματίζουν την εντύπωση ότι για κάποιους σκοτεινούς λόγους τους έχεις πάρει από πίσω.

                "Γιατί να μην έχουν ένα ειδικό δωμάτιο γι αυτού του είδους τις δουλείες και ν'αναγκάζουν τον κόσμο να περιορίζεται εκεί μέσα;" μουρμουρίζεις' και σπεύδεις πίσω στο χωλ, παίρνεις την ομπρέλα σου και βγαίνεις έξω.



Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν κι όταν εκείνο το ανόητο αγόρι Ερρίκος Η΄ φλερτάριζε τη μικρή του Άννα. Ο κόσμος στο Μπάκιγχαμσαιρ θα έπεφτε πάνω τους αναπάντεχα όποτε σαλιαρίζανε στο Ουίνσδορ και το Ρέισμπερι και θα αναφωνούσε, "Α! Είστε εδώ! " και ο Ερρίκος θα κοκκίνιζε και θα έλεγε πως ναι, είχε έρθει για να επισκεφτεί κάποιον κύριο' και η Άννα θα έλεγε, "Α! Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Συνάντησα τυχαία τον κύριο Ερρίκο Η΄στο δρόμο και πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση μ' εμένα".

               Μετά αυτός ο κόσμος θα έφευγε και θα έλεγε από μέσα του: "Ω! Καλά θα κάνουμε να φύγουμε από εδώ όσο συνεχίζονται τα σαλιαρίσματα και τα γουργουρητά. Ας πάμε στο Κεντ"

               Και θα πήγαιναν στο Κεντ και το πρώτο πράγμα που θα έβλεπαν στο Κεντ θα ήταν ο Ερρίκος Η΄ και η Άννα να χαριεντίζονται στο κάστρο Χέβερ.

               "Ω! Κατάρα!" θα έλεγαν. "Ας του δίνουμε κι από εδώ. Δεν τους αντέχω άλλο. Πάμε στο Σαιντ Όλμπανς -ωραίο, ήσυχο μέρος το Σαιντ Όλμπανς".

               Κι όταν θα έφταναν στο Σαιντ Όλμπανς, θα έπεφταν ξανά πάνω στο αναθεματισμένο το ζευγάρι να φιλιέται κάτω από τους τοίχους του αβαείο. Μετά αυτοί οι άνθρωποι πήγαν και μπάρκαραν σε πειρατικά, μέχρι να γίνει ο γάμος.



Από την Τοποθεσία για Πικνίκ μέχρι τον παλιό υδατοφράχτη του Ουίσδορ το κομμάτι του ποταμού είναι πολύ όμορφο. Ένας σκιερός δρόμος, διάστικτος εδώ κι εκεί με μικρά σπιτάκια, ακολουθεί την όχθη μέχρι τις Καμπάνες του Άουσλι, ένα γραφικό πανδοχείο, όπως είναι τα περισσότερα πανδοχεία ψηλά στο ποτάμι, ένα μέρος που μπορείς να πιεις ένα ποτήρι πολύ καλή μπύρα -έτσι διατείνεται ο Χάρις τουλάχιστον' και σ' ένα παρόμοιο ζήτημα μπορείς να εμπιστευτείς τη γνώμη του Χάρις. Το παλιό Ουίνσδορ είναι επίσης ένα πολύ διάσημο μέρος με τον τρόπο του. Ο Εδουάρδος ο Εξομολογητής είχε ένα παλάτι εδώ κι εδώ ο κόμης Γκόντγουιν κρίθηκε ένοχος από τη δικαιοσύνη εκείνης της εποχής, γιατί συνωμότησε για το θάνατο του βασιλιά αδελφού του. Ο κόμης Γκόντγουιν έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και το κράτησε στο χέρι.

                "Αν είμαι ο ένοχος", είπε ο κόμης, "ας με πνίξει αυτό το ψωμί όταν το καταπιώ".
Μετά έβαλε το ψωμί στο στόμα του και το κατάπιε κι εκείνο του σφηνώθηκε στο λαιμό και πέθανε.