Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Ο Ερρίκος ο Η΄ και η Άννα Μπόλεϊν  -Τί τραβάει όποιος συγκατοικεί μ' ένα ζευγάρι εραστών - Μια δύσκολη εποχή για το αγγλικό έθνος - Νυχτερινή αναζήτηση της γραφικότητας -Άστεγοι και άστεγοι - Ο Χάρις ετοιμάζεται να πεθάνει - Ένας άγγελος εμφανίζεται - Οι συνέπειες της ξαφνικής χαράς του Χἀρις - Ένα μικρό δείπνο - Γεύμα  - Ακριβή η μουστάρδα - Μια τρομερή μάχη - Μέιντενχεντ - Ιστιοπλοΐα - Τρεις ψαράδες - Μας καταριούνται.

Καθόμουν στην όχθη κι οραματιζόμουν αυτή τη σκηνή μόνος μου, όταν ο Τζωρτζ παρατήρησε ότι όταν θα ένιωθα εντελώς ξεκούραστος, καλό θα ήταν να τους βοηθήσω να μαζέψουμε τα πιάτα' αφού λοιπόν με επανέφεραν βίαια από τις ένδοξες μέρες του παρελθόντος στο πεζό παρόν, με όλη τη δυστυχία και την αμαρτία που το χαρακτηρίζουν, μπήκα στη βάρκα και καθάρισα το τηγάνι μ' ένα κομμάτι ξύλο και μια τούφα γρασίδι, σκουπίζοντάς το στο τέλος με το βρεγμένο πουκάμισο του Τζωρτζ.

             Περάσαμε απέναντι στο νησάκι της Μάγκνα Κάρτα και είδαμε την πέτρα που βρίσκεται σε κάποια αγροικία, πάνω στην οποία υποτίθεται ότι υπογράφτηκε το συμβόλαιο. Ωστόσο αρνούμαι να δεσμευτώ κατά πόσο γράφτηκε όντως εκεί ή, όπως ισχυρίζονται μερικοί, στην άλλη όχθη του Ράνιμιντ. Αν ήμουν εγώ πάντως, θα είχα μετ' επιμονής συμβουλέψει τους συντρόφους μου να μεταφέρουμε τους δύσκολους πελάτες όπως ο βασιλιάς Ιωάννης πάνω στο νησάκι, που δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για εκπλήξεις και κόλπα.

              Στο κτήμα του Οίκου Άνκεργουικ, που βρίσκεται κοντά στην Τοποθεσία Πικνίκ, υπάρχουν τα ερείπια ενός παλιού μοναστηριού' σ' αυτό το παλιό μοναστήρι λέγεται ότι ο Ερρίκος Η΄ έδινε το ραντεβού του με την Άννα Μπόλεϊν . Το ζευγάρι συνήθιζε επίσης να συναντιέται και στο κάστρο Χέβερ του Κεντ και στα περίχωρα του Σαιντ Όλμανς. Θα πρέπει να ήταν δύσκολο για το λαό της Αγγλίας εκείνη την εποχή να βρίσκει ένα μέρος όπου εκείνοι οι αστόχαστοι νεαροί ερωτευμένοι δε συνήθιζαν να σαλιαρίζουν.

              Είχατε ποτέ την ατυχία να συγκατοικήσετε με ερωτευμένο ζευγάρι; Είναι πολύ κουραστικό. Κατευθύνεσαι προς το σαλόνι, με την επιθυμία να καθίσεις εκεί και να ηρεμήσεις. Μόλις ανοίγεις την πόρτα, ακούς ένα ήχο σα να θυμήθηκε κάποιος κάτι ξαφνικά, και με το που μπαίνεις μέσα, η Έμιλυ σκύβει από το παράθυρο, κοιτώντας με ζωηρότατο ενδιαφέρον την απέναντι πλευρά του δρόμου, και ο φίλος σου ο Τζων Έντουαρτ βρίσκεται στην άλλη άκρη του δωματίου αφοσιωμένος ολόψυχα στην παρατήρηση φωτογραφιών των συγγενών άλλων ανθρώπων.

             "Ω!" λες και κοντοστέκεσαι στην πόρτα. "Δεν ήξερα ότι ήταν κάποιος εδώ μέσα".

             "Α, ναι;" λέει η Έμιλυ ψυχρά, μ' έναν τόνο που εννοεί ότι δεν σε πιστεύει.

            Κάθεσαι για λίγο και μετά λες:

             "Είναι πολύ σκοτεινά. Γιατί δεν ανάβετε τη λάμπα; "

             Ο Τζων Έντουαρτ λέει ότι δεν το είχε προσέξει και η Έμιλυ λέει ότι δεν αρέσει στο μπαμπά της να ανάβουν τις λάμπες από νωρίς το απόγευμα.

             Τους λες μια δυο κουβέντες, διατυπώνοντας τη γνώμη σου για το ιρλανδικό ζήτημα' αλλά αυτό δε φαίνεται να τους ενδιαφέρει. Το μόνο που παρατηρούν μετά από κάθε φράση είναι, "Ω!" "Αλήθεια;" "Σοβαρά;" "Ναι" και του τύπου, πηγαίνεις προς την πόρτα, γλιστράς έξω και ξαφνιάζεσαι βλέποντάς την να κλείνει αμέσως πίσω σου μόνη της, χωρίς να την έχεις καν αγγίξει.

               Μισή ώρα αργότερα, σκέφτεσαι να καπνίσεις μια πίπα στη σέρα. Η μόνη καρέκλα εκεί μέσα είναι κατειλημμένη από την Έμιλυ' όσο για τον Τζων Έντουαρτ, αν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί την γλώσσα των ενδυμάτων, είναι φανερό ότι καθόταν στο πάτωμα. Δε μιλάνε, αλλά σου ρίχνουν ένα βλέμμα που λέει όλα όσα μπορεί να πει κανείς σε μια πολιτισμένη κοινωνία' βγαίνεις αμέσως και κλείνεις την πόρτα πίσω σου.

                Τώρα πια φοβάσαι να χώσεις τη μύτη σου σε οποιοδήποτε δωμάτιο του σπιτιού' έτσι, αφού ανεβοκατεβαίνεις τις σκάλες μια δυο φορές, πας και κάθεσαι στο υπνοδωμάτιό σου. Μετά από λίγη ώρα ωστόσο αυτό γίνεται βαρετό, οπότε βάζεις το καπέλο σου και βγαίνεις για μια βόλτα στον κήπο. Κατηφορίζεις το μονοπατάκι και, καθώς προσπερνάς το θερινό κιόσκι, ρίχνεις μια ματιά μέσα και νάτοι πάλι εκείνοι οι δύο νεαροί ηλίθιοι κουβαριασμένοι σε μια γωνιά του' σε βλέπουν και δείχνουν να σχηματίζουν την εντύπωση ότι για κάποιους σκοτεινούς λόγους τους έχεις πάρει από πίσω.

                "Γιατί να μην έχουν ένα ειδικό δωμάτιο γι αυτού του είδους τις δουλείες και ν'αναγκάζουν τον κόσμο να περιορίζεται εκεί μέσα;" μουρμουρίζεις' και σπεύδεις πίσω στο χωλ, παίρνεις την ομπρέλα σου και βγαίνεις έξω.



Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν κι όταν εκείνο το ανόητο αγόρι Ερρίκος Η΄ φλερτάριζε τη μικρή του Άννα. Ο κόσμος στο Μπάκιγχαμσαιρ θα έπεφτε πάνω τους αναπάντεχα όποτε σαλιαρίζανε στο Ουίνσδορ και το Ρέισμπερι και θα αναφωνούσε, "Α! Είστε εδώ! " και ο Ερρίκος θα κοκκίνιζε και θα έλεγε πως ναι, είχε έρθει για να επισκεφτεί κάποιον κύριο' και η Άννα θα έλεγε, "Α! Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Συνάντησα τυχαία τον κύριο Ερρίκο Η΄στο δρόμο και πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση μ' εμένα".

               Μετά αυτός ο κόσμος θα έφευγε και θα έλεγε από μέσα του: "Ω! Καλά θα κάνουμε να φύγουμε από εδώ όσο συνεχίζονται τα σαλιαρίσματα και τα γουργουρητά. Ας πάμε στο Κεντ"

               Και θα πήγαιναν στο Κεντ και το πρώτο πράγμα που θα έβλεπαν στο Κεντ θα ήταν ο Ερρίκος Η΄ και η Άννα να χαριεντίζονται στο κάστρο Χέβερ.

               "Ω! Κατάρα!" θα έλεγαν. "Ας του δίνουμε κι από εδώ. Δεν τους αντέχω άλλο. Πάμε στο Σαιντ Όλμπανς -ωραίο, ήσυχο μέρος το Σαιντ Όλμπανς".

               Κι όταν θα έφταναν στο Σαιντ Όλμπανς, θα έπεφταν ξανά πάνω στο αναθεματισμένο το ζευγάρι να φιλιέται κάτω από τους τοίχους του αβαείο. Μετά αυτοί οι άνθρωποι πήγαν και μπάρκαραν σε πειρατικά, μέχρι να γίνει ο γάμος.



Από την Τοποθεσία για Πικνίκ μέχρι τον παλιό υδατοφράχτη του Ουίσδορ το κομμάτι του ποταμού είναι πολύ όμορφο. Ένας σκιερός δρόμος, διάστικτος εδώ κι εκεί με μικρά σπιτάκια, ακολουθεί την όχθη μέχρι τις Καμπάνες του Άουσλι, ένα γραφικό πανδοχείο, όπως είναι τα περισσότερα πανδοχεία ψηλά στο ποτάμι, ένα μέρος που μπορείς να πιεις ένα ποτήρι πολύ καλή μπύρα -έτσι διατείνεται ο Χάρις τουλάχιστον' και σ' ένα παρόμοιο ζήτημα μπορείς να εμπιστευτείς τη γνώμη του Χάρις. Το παλιό Ουίνσδορ είναι επίσης ένα πολύ διάσημο μέρος με τον τρόπο του. Ο Εδουάρδος ο Εξομολογητής είχε ένα παλάτι εδώ κι εδώ ο κόμης Γκόντγουιν κρίθηκε ένοχος από τη δικαιοσύνη εκείνης της εποχής, γιατί συνωμότησε για το θάνατο του βασιλιά αδελφού του. Ο κόμης Γκόντγουιν έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και το κράτησε στο χέρι.

                "Αν είμαι ο ένοχος", είπε ο κόμης, "ας με πνίξει αυτό το ψωμί όταν το καταπιώ".
Μετά έβαλε το ψωμί στο στόμα του και το κατάπιε κι εκείνο του σφηνώθηκε στο λαιμό και πέθανε.  

1 σχόλιο: