Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Το ποτάμι φοράει τα Κυριακάτικά του – Ενδυματολογικές συνήθειες στο ποτάμι – Μια ευκαιρία για τους άντρες – Έλλειψη γούστου εκ μέρους του Χάρις - Το σακάκι του Τζωρτζ – Μια μέρα με μια καλοντυμένη, νεαρή κυρία – Ο τάφος της κυρίας Τόμας – Ο άντρας που δεν αγαπάει τους τάφους, τα φέρετρα και τις νεκροκεφαλές – Ο Χάρις εκνευρίζεται – Οι απόψεις του για τον Τζωρτζ. Τις τράπεζες και τη λεμονάδα – Κάνει κόλπα.

Ήταν την ώρα που περνούσαμε από τον υδατοφράχτη του Μόλσι, που ο Χάρις μου μίλησε για αυτή την εμπειρία στο λαβύρινθο. Μας πήρε κάμποση ώρα για να περάσουμε, δεδομένου ότι το σκάφος μας ήταν μικρό και ο υδατοφράχτης μεγάλος. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί τον υδατοφράχτη του Μόλσι μόνο με ένα σκάφος μέσα του. Νομίζω ότι είναι ο πιο πολυσύχναστος υδατοφράχτης στο ποτάμι, ακόμα πιο πολυσύχναστος και από του Μπλότερ.
         
            Μου έχει τύχει να στέκομαι και να χαζεύω κάποιες φορές που δεν μπορείς να διακρίνεις καθόλου το νερό, παρά μόνο ένα λαμπερό κουβάρι από πολύχρωμα σακάκια και αστεία κασκέτα, κομψά καπέλα, πολύχρωμα παρασόλια, μεταξωτές εσάρπες, μπέρτες, κορδέλες που ανεμίζουν και κομψά άσπρα ρούχα. Όταν κοιτάς κάτω τον υδατοφράχτη από την αποβάθρα, θα μπορούσες να φανταστείς ότι είναι ένα πελώριο κουτί γεμάτο από λουλούδια τυχαία ριγμένα, κάθε χρώματος και απόχρωσης.

            Τις ηλιόλουστες Κυριακές ο υδατοφράχτης έχει αυτή την εμφάνιση σχεδόν όλη μέρα, ενώ δώθε και κείθε περιμένουν τη σειρά τους, έξω από τις πύλες του, μακριές ουρές από άλλα πλοιάρια. Τα σκάφη πηγαινοέρχονται αδιάκοπα, βάφοντας το ηλιόλουστο ποτάμι από το Παλάτι μέχρι το Χάμπτον Κορτ στα κίτρινα, τα μπλε, τα πορτοκαλιά, τα άσπρα, τα κόκκινα και τα ροζ. Όλοι οι κάτοικοι του Χάμπτον και του Μόλσι φοράν τα ναυτικά τους κι έρχονται και κάνουν βόλτες γύρω στον υδατοφράχτη με τους σκύλους τους, φλερτάρουν, καπνίζουν και χαζεύουν τα σκάφη κι όλο αυτό το πανηγύρι με τα κασκέτα και τα σακάκια των αντρών, τα πολύχρωμα φουστάνια των γυναικών, τους χαρούμενους σκύλους, τα αεικίνητα πλεούμενα, τα άσπρα πανιά, το ευχάριστο τοπίο και το αστραφτερό νερό' είναι ένα από τα πιο χαρούμενα θεάματα που έχω δει στην ευρύτερη περιοχή της ανιαρής, γέρικης πόλης του Λονδίνου.

           Το ποτάμι σου δίνει μια καλή ευκαιρία για να ντυθείς. Εμείς οι άντρες μπορούμε να δείξουμε επιτέλους το δικό μας γούστο στα χρώματα και, κι αν θέλετε τη γνώμη μου, νομίζω ότι τα καταφέρνουμε πολύ καλά. Πάντα μου άρεσε λίγο κόκκινο στα πράγματά μου – κόκκινο και μαύρο. Τα μαλλιά μου, ξέρετε, είναι χρυσοκάστανα, ωραίο χρώμα, μου λένε, και το σκούρο κόκκινο τους πάει πολύ' πιστεύω επίσης ότι μια γαλάζια γραβάτα τους ταιριάζει ωραία, όπως κι ένα ζευγάρι από εκείνα τα παπούτσια από ρώσικο δέρμα κι ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι γύρω από τη μέση – το μαντήλι δείχνει πιο ωραίο από τη ζώνη. Ο Χάρις επιμένει σε αποχρώσεις και συνδυασμούς του πορτοκαλιού και του κίτρινου, αλλά νομίζω ότι δεν έχει δίκιο. Το δέρμα είναι πολύ σκούρο για τα κίτρινα. Τα κίτρινα δεν τους πάνε' δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό. Εγώ πιστεύω ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιεί το μπλε σκούρο για βάση, με μια πινεκιά άσπρου ή κρεμ' κι όμως! Όσο λιγότερο γούστο έχει κάποιος στο ντύσιμο, τόσο πιο πεισματάρης φαίνεται να είναι. Κρίμα, γιατί έτσι δε θα καταφέρει ποτέ τίποτα, ενώ υπάρχουν ένα δυο χρώματα που μπορεί να τον βοηθούσαν να μη δείχνει και τόσο άσκημος, αν φορούσε και καπέλο.

            Ο Τζωρτζ αγόρασε μερικά καινούρια κομμάτια γι αυτό το ταξίδι, που μ' ενοχλούν κάπως. Το σακάκι, κυρίως, είναι εντελώς κακόγουστο. Δεν θα ήθελα να μάθει ο Τζωρτζ την άποψή μου, αλλά δεν υπάρχει άλλη λέξη για να το περιγράψω. Το έφερε στο σπίτι και μας το έδειξε την Πέμπτη το βράδυ. Τον ρωτήσαμε πώς θα περιέγραφε το χρώμα του και είπε ότι δεν ήξερε. Δεν πίστευε ότι υπήρχε όνομα γι αυτό το χρώμα. Ο άνθρωπος που του το είχε πουλήσει είχε πει ότι το σχέδιο ήταν ανατολίτικο. Ο Τζωρτζ το φόρεσε και μας ρώτησε τη γνώμη μας. Ο Χάρις είπε ότι ήταν πολύ χρήσιμο για το κρεμάσει κανείς στον κήπο του στις αρχές της άνοιξης για να διώχνει τα πουλιά' αλλά ως αντικείμενο ανδρικής ένδυσης τον αρρώσταινε, εκτός κι αν το φορούσε κάποιος νέγρος από το Μάγκρειτ. Του Τζωρτζ του κακοφάνηκε πολύ' αλλά ακόμα όπως είπε και ο Χάρις, αφού δεν ήθελε τη γνώμη του, γιατί του τη ζήτησε;
            Αυτό που ενοχλεί τον Χάρις κι εμένα σχετικά με το σακάκι είναι που φοβόμαστε ότι θα προσελκύσει την προσοχή στο σκάφος μας.

            Και τα κορίτσια δε δείχνουν άσχημα πάνω σε ένα σκάφος, αρκεί να είναι όμορφα ντυμένα. Τίποτε δεν είναι πιο ελκυστικό κατά τη γνώμη μου, από ένα καλόγουστο ναυτικό κουστούμι. Αλλά “ναυτικό κοστούμι”, όπως καλά θα κάνουν να καταλάβουν όλες οι κυρίες, θα έπρεπε να είναι ένα ρούχο που να μπορεί να φορεθεί σ' ένα σκάφος και όχι μόνο μέσα σε γυάλινη βιτρίνα. Χαλάει εντελώς η εκδρομή, έτσι κι έχεις μαζί σου στο σκάφος ανθρώπους που όλη την ώρα σκέφτονται πιο πολύ τα ρούχα τους παρά το ταξίδι. Είχα την ατυχία κάποτε να πάω για ένα πικ νικ στο ποτάμι με δύο κυρίες αυτού του είδους. Περάσαμε αξέχαστα!
         
             Ήταν κι οι δυο τους πολύ όμορφα ντυμένες – όλο δαντέλα και μεταξωτό, λουλούδια, κορδέλες, κομψά παπούτσια και λεπτά γάντια. Αλλά ήταν ντυμένες για φωτογραφικό στούντιο, όχι για πικ νικ στο ποτάμι. Ήταν “ναυτικά κοστούμια” από γαλλικό περιοδικό μόδας. Ήταν γελοίο να κυκλοφορείς μ' αυτά σε μέρη με αληθινό χώμα, αέρα και νερό.
         
            Με το καλημέρα, μας δήλωσαν ότι κατά τη γνώμη τους η βάρκα δεν ήταν καθαρή. Ξεσκονίσαμε όλα τα καθίσματα για χάρη τους αλλά δε μας εμπιστεύτηκαν. Η μία τους έτριψε το μαξιλάρι με το δείκτη του γαντιού της και έδειξε το αποτέλεσμα στην άλλη' αναστέναξαν κι οι δυο και κάθισαν με το ύφος χριστιανών πρωτομαρτύρων που προσπαθούν να βολευτούν πάνω στη πυρά Όταν κωπηλατείς, είναι φυσικό να πιτσιλάς και λίγο, φαινόταν όμως ότι και η παραμικρή σταγόνα κατέστρεφε εκείνα τα κοστούμια. Το σημάδι δεν έβγαινε ποτέ και λέκιαζε ανεπανόρθωτα το ύφασμα.
            Εντυπωσιάστηκα. Έβαλα τα δυνατά μου. Σήκωνα τα κουπιά ψηλά, περίμενα λίγη ώρα να στραγγίξουν πριν τα ξανακατεβάσω και κάθε φορά διάλεγα ένα ήρεμο σημείο του νερού για να τα ξαναβυθίσω. (ο μπροστινός είπε μετά από λίγο ότι ο ίδιος δεν ένιωθε τόσο προχωρημένος κωπηλάτης για να λάμνει μαζί μου, αλλά θα μπορούσε να κάτσει ήσυχος στη γωνιά του και να μελετήσει την τεχνική μου, αν του το επέτρεπα. Είπε ότι τον ενδιέφερε πολύ). Παρόλα αυτά όμως, και εις πείσμα των προσπάθειών μου, δεν μπορούσα να αποφύγω κάποιες στιγμές να πέφτει μια στάλα νερού σ' εκείνα τα φορέματα.
            Τα κορίτσια δε διαμαρτυρήθηκαν, αλλά στριμώχτηκαν η μία πλάι στην άλλη, έκλεισαν τα χείλη τους σφιχτά, και κάθε φορά που τις άγγιζε μια σταγόνα, μαζευόταν και ανατρίχιαζαν εμφανώς. Ήταν πολύ συγκινητικό να τις βλέπεις να υποφέρουν αυτό το βουβό μαρτύριο. Εμένα όμως το θέαμα με αποδιοργάνωσε εντελώς. Είμαι πολύ ευαίσθητος. Αγρίεψα και άρχισα να τραβάω κουπί πιο δυνατά ακόμα με αποτέλεσμα, όσο πιο σκληρά προσπαθούσα να το αποφύγω, τόσο περισσότερο να πιτσιλάω. Τελικά εγκατέλειψα τον αγώνα και είπα ότι θα πήγαινα να κωπηλατήσω στην πλώρη. Ο μπροστινός συμφώνησε κι αυτός ότι θα ήταν καλύτερα και αλλάξαμε θέσεις. Οι κυρίες έβγαλαν έναν αθέλητο αναστεναγμό ανακούφισης όταν με είδαν να μετακινούμαι και το κέφι τους έφτιαξε για λίγο. Τα καημένα τα κορίτσια! Καλύτερα να είχα συμβιβαστεί μαζί μου. Ο άντρας που με διαδέχτηκε ήταν ένας εύθυμος χοντροκέφαλος και διασκεδαστικός τύπος με διακριτικότητα ανάλογη ενός κουταβιού ράτσας κόκερ Θα μπορούσες να τον κεραυνοβολείς με το βλέμμα ώρες ολόκληρες και να μην το πάρει χαμπάρι ούτε και να χαλάσει τη ζαχαρένια του έτσι και το καταλάβαινε τελικά. Άρχισε να τραβάει κουπί με φόρα και κέφι, σηκώνοντας συντριβάνι ολόκληρο το νερό πάνω από τη βάρκα και κάνοντάς μας όλους να πεταχτούμε όρθιοι στη στιγμή. Αφού είχε κάνει εντελώς μούσκεμα εκείνα τα φουστάνια χαχάνησε και είπε;
           “Να με συγχωρείτε”. Και τους πρόσφερε το μαντήλι του για να σκουπιστούν.
           “Μπα, δεν πειράζει”, μουρμούριζαν τα καημένα τα κορίτσια και σκεπάζονταν διακριτικά με κουβέρτες και παλτά και προσπαθούσαν να προστατευτούν με τα δαντελένια παρασόλια τους.

             Στο γεύμα πέρασαν τα πάνδεινα. Κάποιος τους πρότεινε να καθίσουν στο γρασίδι, και το γρασίδι τους φάνηκε σκονισμένο' οι κορμοί των δέντρων στους οποίους κάποιος άλλος τους υπέδειξε να ακουμπήσουν φαίνονταν να μην ξεσκονιστεί βδομάδες ολόκληρες . Έτσι λοιπόν, εκείνες άπλωσαν τα μαντήλια τους χάμω και κάθισαν πάνω τους, με ίσια πλάτη. Κάποιος, ενώ περιφερόταν με ένα πιάτο με κρεατόπιτα, σκόνταψε σε μια ρίζα και η πίτα εκσφενδονίστηκε στον αέρα. Ευτυχώς δεν έπεσε ούτε κομματάκι επάνω τους, αλλά το ατύχημα τις προειδοποίησε για καινούριους πιθανούς κινδύνους και τις τάραξε πολύ' από εκείνη τη στιγμή, όποτε τολμούσε κανείς να μετακινηθεί κρατώντας οτιδήποτε θα μπορούσε να πέσει και να λερώσει, τον παρακολουθούσαν με εντεινόμενη ανησυχία μέχρι να ξανακαθίσει κάτω.
           “Εμπρός λοιπόν, κορίτσια”, τους είπε ο φίλος μας χαρούμενα όταν είχαμε αποφάει, “ώρα για λάντζα!”
            Στην αρχή δεν το κατάλαβαν. Όταν αντιλήφθηκαν το νόημα, είπαν ότι πολύ φοβούνταν πως δεν ήξεραν πώς να το κάνουν αυτό.
           “Μην ανησυχείτε, θα σας δείξω εγώ”, τους είπε χαρούμενα' “έχει μεγάλη πλάκα! Ξαπλώνετε πάνω στα – θέλω να πω, σκύβετε πάνω από την όχθη, καταλαβαίνετε, και ξεπλένετε τα πιατάκια στο νερό”.
            Η μεγαλύτερη αδελφή είπε ότι πολύ φοβόταν πως η αμφίεσή τους δεν ήταν κατάλληλη γι αυτή τη δουλειά.
           “Δε τρέχει τίποτα”, είπε εκείνος ανάλαφρα. “Απλώς μαζέψτε τις φούστες σας”.
            Και τίς έβαλε να το κάνουν. Τους είπε ότι κάτι τέτοια είναι που δίνουν χρώμα σε ένα πικ νικ. Εκείνες είπαν πως το έβρισκαν πολύ ενδιαφέρον.

            Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν άραγε εκείνος ο νεαρός τόσο χοντροκέφαλος όσο νομίζαμε; Ή μήπως.... Όχι, αδύνατο! Είχε τόσο αθώα, παιδική έκφραση στο πρόσωπό του!


            Ο Χάρις ήθελε να κατέβει στο Χάμπτον Κορτ για να πάει να επισκεφτεί τον τάφο της κυρίας Τόμας.
           “Ποια είναι η κυρία Τόμας;” ρώτησα.
           “Και πού θες να ξέρω;' απάντησε ο Χάρις. “Είναι μια κυρία που έχει αστείο τάφο και θέλω να πάω να τον δω”.
            Έφερα αντιρρήσεις. Δεν ξέρω αυτό συνιστά προσωπική μου ιδιοτροπία, αλλά ποτέ μου δεν έτρεφα μεγάλη συμπάθεια στις ταφόπλακες. Ξέρω ότι το σωστό είναι, όποτε επισκέπτεσαι κάποια πόλη ή χωριό, να σπεύδεις στο νεκροταφείο και ν' απολαμβάνεις τους τάφους' αλλά είναι μια διασκέδαση που ανέκαθεν στερούσα από τον εαυτό μου. Δε μου κινεί το ενδιαφέρον να τριγυρίζω σε σκοτεινές και παγωμένες εκκλησίες πίσω από ασθματικούς γέρους και να διαβάζω επιτύμβια. Ούτε καν η θέα λίγου ραγισμένου μπρούντζου ένθετου στην πέτρα δεν μπορεί να μου χαρίσει την αληθινή ευτυχία.
         

             Έχω σοκάρει πολλούς αξιοσέβαστους νεωκόρους με την αταραξία που είμαι ικανός να επιδεικνύω μπροστά σε αριστουργηματικά επιτύμβια και με την έλλειψη ενθουσιασμού μου για την τοπική οικογενειακή ιστορία, ενώ η αδυναμία μου να κρύψω το γεγονός ότι δεν βλέπω την ώρα και τη στιγμή να φύγω από εκεί πληγώνει τα αισθήματά τους.

            Ένα χρυσό πρωινό μιας ηλιόλουστης μέρας ακούμπησα στο χαμηλό, πέτρινο τοιχαλάκι που περιέκλειε τη μικρή εκκλησία ενός χωριού, άναψα την πίπα μου και απολάμβανα με βαθειά, γαλήνια χα΄ρα τη γλυκειά, ειρηνική σκηνή- τη γκρίζα, παλιά εκκλησία με τον πυκνό κισσό της και τη γραφική ξύλινη σκαλιστή της πόρτα, το άσπρο μονοπάτι που κατηφόριζε ανάμεσα σε ψηλές σειρές από φτελιές, τα καλύβια με τις αχυρένιες στέγες που ξεχώριζαν πάνω από τους καλοκουρεμένους θάμνους του φράχτη, το ασημένιο ποτάμι στην κοιλάδα, τους δασωμένους λόφους στο βάθος.
         
            Το τοπίο ήταν πανέμορφο. Ήταν ειδυλλιακό, ποιητικό και με ενέπνεε. Ένιωθα καλός κι ευγενικός. Ένιωσα ότι δεν ήθελα να είμαι πια αμαρτωλός και κακός. Θα ερχόμουν να ζήσω εδώ, δε θα έβλαπτα πια κανέναν, θα διήγα βίον άμεμπτον και ειδυλλιακό, θα γερνούσα και θα άσπριζαν τα μαλλιά μου και άλλα παρόμοια.
         
            Εκείνη τη στιγμή συγχώρεσα όλους τους φίλους μου και τους συγγενείς μου για την κακία και την ισχυρογνωμοσύνη τους και τους ευλόγησα. Εκείνοι, βέβαια, δε συνειδητοποίησαν το γεγονός. Συνέχισαν τον έκλυτο βίο τους αγνοώντας πλήρως εκείνο που έκανα για χάρη τους σ' εκείνο το ειρηνικό χωριό' όμως το έκανα, και ευχήθηκα να μπορούσα να τους το πω, γιατί ήθελα να τους ευχαριστήσω. Συνέχιζα να κάνω όλες αυτές τις μεγαλόψυχες και τρυφερές σκέψεις, όταν η ονειροπόλησή μου διακόπηκε βίαια από μια οξεία, διαπεραστική φωνή που φώναζε;
       
            “ 'νταξ, κύριε, έφτασα.Έφτασα, κύριε' μη φεύγετε”.
            Σήκωσα το βλέμμα και διέκρινα ένα φαλακρό γέρο να προσπαθεί να διασχίσει το νεκροταφείο για να έρθει προς το μέρος μου κουτσαίνοντας, κουβαλώντας μια πελώρια αρμαθιά κλειδιά στο ένα χέρι που κουνιόταν και κουδούνιζε σε κάθε του βήμα.
            Του έκανα νόημα να φύγει, με αξιοπρεπή ευγένεια, αλλά εκείνος συνέχισε να πλησιάζει, τσιρίζοντας συνεχώς:
           “Έρχομαι, κύριε, έρχομαι. Κουτσαίνω λιγάκι. Δεν έχω τη ζωντάνια που είχα παλιά. Από εδώ, κύριε”.
           “Εξαφανίσου, άθλιε γέρο”, είπα.
          “Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, κύριε”, απάντησε εκείνος.”Η κυρά μου δεν σας είχε δει μέχρι τώρα. Ακολουθήστε με, κύριε”.
           “Εξαφανίσου”, επανέλαβα' “άσε με ήσυχο, πριν πηδήξω πάνω απόν τοίχο και σε σφάξω”.

            Φάνηκε να εκπλήσσεται.
           “Δεν θέλετε να δείτε τους τάφους;” είπε.
           “Όχι”, απάντησα. “Δε θέλω. Θέλω να σταθώ εδώ, ακουμπισμένος σ' αυτό το τοιχαλάκι. Φύγε και μη μ' ενοχλείς. Είμαι γεμάτος ωραίες και μεγαλόψυχες σκέψεις κι έτσι θέλω να μείνω, γιατί αυτό με κάνει να νιώθω ωραία και καλά.Τί ήθελες και ήρθες με τις ανοησίες σου να με εκνευρίσεις, διώχνοντας όλα τα καλά μου αισθήματα μ' αυτές τις αηδίες περί τάφων; Φύγε και βρες κάποιον να σε θάψει φτηνά κι εγώ σου υπόσχομαι να σου κάνω τα μισά έξοδα της κηδείας”.
           
             Προς στιγμήν τα έχασε. Έτριψε τα μάτια και με κοίταξε με περιέργεια. Εξωτερικά έμοιαζα με κανονικό άνθρωπο: δεν το χωρούσε ο νους του.
             Είπε:
           “Είστε ξένος στα μέρη μας; Δε μένετε εδώ;”.
           “Όχι”, είπα “Δε μένω εδώ.Αν έμενα εδώ, δε θα έμενες εσύ”.
           “Τότε λοιπόν,” είπε, “θα θέλατε οπωσδήποτε να δείτε τους τάφους μας – τα μνήματα – άνθρωποι θαμμένοι, καταλαβαίνετε – φέρετρα!”
       
            “Είσαι πολύ επίμονος, άνθρωπέ μου”, απάντησα εκνευρισμένος. “Δε θέλω να δω – όχι τους δικούς σας τάφους τουλάχιστον. Γιατί να θέλω; Έχουμε δικούς μας τάφους στη οικογένειά μου. Ο θείος Πότζερ έχει έναν τάφο στο νεκροταφείο του Κένσαλ Γκρην που είναι το καμάρι όλης της επαρχίας' και ο τάφος του παππού μου στο Μπόου είναι ικανός να φιλοξενήσει οκτώ επισκέπτες, ενώ η αδελφή της γιαγιάς μου η Σούζαν έχει έναν τάφο στο νεκροταφείο του Φίντσλει μ' ένα ανάγλυφο στην πλάκα που θυμίζει καφετιέρα κι άσπρη πέτρα είκοσι πόντων ολόγυρα από τις καλύτερες, που κόστισε πολλές λίρες. Άμα θέλω τάφους, σ' εκείνα τα μέρη θα πάω να ξεφαντώσω. Δεν γουστάρω τους ξένους τάφους. Άμα σε θάψουν εσένα θα έρθω να δω το δικό σου τάφο. Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να σου υποσχεθώ”.

            Ξέσπασε σε λυγμούς. Είπε ότι ένας από τους τάφους είχε ένα κομμάτι πέτρα πάνω του που κάποιοι έλεγαν ότι ανήκε σε άγαλμα ανδρός κι ένας άλλος είχε πάνω του κάτι λέξεις σκαλισμένες που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει.
            Έμεινα ασυγκίνητος κι εκείνος μου είπε με σπαραγμό ψυχής:

           “Τότε δεν έρχεστε να δει το βιτρώ στο μαυσωλείο;”
            Δεν εννοούσα να δω ούτε αυτό. Οπότε έπαιξε το τελευταίο του χαρτί. Πλησίασε και μου ψιθύρισε βραχνά:
           “Έχω κάτι κρανία κάτω στην κρύπτη”, είπε' “ελάτε τουλάχιστον να δείτε αυτά. Αχ, ελάτε να δείτε τα κρανία! Νέος είστε, σε διακοπές είστε και θέλετε να διασκεδάσετε. Ελάτε λοιπόν να δείτε τα κρανία!”
            Τότε έκανα μεταβολή και το έβαλα στα πόδια και καθώς έτρεχα τον άκουγα να μου φωνάζει:
          “Αχ! Ελάτε να δείτε τα κρανία' γυρίστε να δείτε τα κρανία!”


            Ο Χάρις ωστόσο ενθουσιάζεται με τάφους, μνημεία, επιτύμβια και επιγραφές, και η ιδέα να μη δει τον τάφο της κυρίας Τόμας τον τρέλαινε.Είπε ότι από την πρώτη στιγμή που διατυπώθηκε η πρόταση για το ταξίδι μας, ανυπομονούσε να δει τον τάφο της κυρίας Τόμας – είπε ότι δεν θα είχε μαζί μας αν δεν είχε σκεφτεί την προοπτική να επισκεφτεί τον τάφο της κυρίας Τόμας.
         
            Του θύμισα τον Τζωρτζ και ότι έπρεπε να είμαστε με τη βάρκα στο Σέπερτον στις πέντε για να τον συναντήσουμε, και τότε τα έβαλε με τον Τζωρτζ. Τί ήθελε ο Τζωρτζ να χαζολογάει όλη μέρα και να μας αφήνει να σέρνουμε αυτήν τη βαρειά παλιομαούνα πάνω κάτω στο ποτάμι μόνοι μας για να τον συναντήσουμε; Τόσο δύσκολο ήταν να έρθει ο Τζωρτζ μαζί μας να κάνει και καμιά δουλειά; Γιατί να μην έχει πάρει άδεια εκείνη τη μέρα για να ξεκινήσουμε και οι τρεις μαζί; Στην ευχή με την τράπεζα! Και σε τί χρησίμευε και στην τράπεζα έτσι κι αλλιώς;
       
           “Όσες φορές έχω πάει εκεί πέρα, ποτέ δεν τον είδα να δουλεύει”, συνέχισε ο Χάρις. “Κάθεται πίσω από ένα τζάμι, προσπθώντας να δείχνει πολυάσχολος. Τί  μπορεί να κάνει ένας άντρας πίσω από ένα γκισέ; Εγώ πρέπει να δουλεύω για να βγάλω το ψωμί μου. Γιατί να μη δουλεύει κι εκείνος; Τί προσφέρει εκεί, και τί χρειάζονται οι τράπεζες εν γένει; Σου παίν\ρνουντα λεφτά και μετά, έτσι και πας να γράψεις καμιά επιταγή, τη στέλνουν πίσω με την υποσημείωση “ακάλυπτη” ή “αποταθείτε στον εκδότη'. Τί χρειάζονται όλα αυτά; Αυτό το κόλπο μου το κάνανε δυο φορές την περασμένη εβδομάδα. Δεν πρόκειται να το ανεχτώ για πολύ καιρό ακόμα.Θα κλείσω το λογαριασμό μου. Αν ήταν εδώ ο Τζωρτζ, θα μπορούσαμε να δούμε εκείνον τον τάφο. Άσε που δεν πιστεύω να είναι καν στην τράπεζα. Κάπου κρύβεται, αυτό είναι, για να μας αφήσει να κάνουμε εμείς όλη την αγγαρεία. Εγώ θα κατέβω και θα πάω για ένα ποτό”.

            Του αντέτεινα ότι βρισκόμασταν μίλια μακριά από οποιοδήποτε μπαρ' και τότε τα έβαλε με το ποτάμι, σε τί χρησιμεύει το ποτάμι; αν είναι όσοι βρίσκονται σ αυτό να πεθαίνουν από δίψα;
Το καλύτερο που έχει να κάνει κανείς, όταν ο Χάρις είναι στις κακές του είναι να τον αγνοεί. Γκρινιάζει, γκρινιάζει, μέχρι που εξαντλείται και μετά ησυχάζει.
Του θύμιζα ότι υπήρχε συμπυκνωμένη λεμονάδα στο καλάθι, κι ένα γαλόνι νερό σε μια κανάτα στην πλώρη της βάρκας, κι ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν ν' ανακατέψει λίγο από το καθένα για να φτιάξει ένα δροσιστικό ποτό.
            Τότε τα έβαλε με τη λεμονάδα, και “όλα αυτά τα νεροπλύματα του κατηχητικου”, όπως τα αποκάλεσε, το τζίντζερ, το σιρόπι από βατόμουρα και τα τοιαύτα. Είπε ότι όλα προκαλούν δυσπεψία, καταστράφουν το σώμα και την ψυχή και ήταν η αιτία για τα μισά εγκλήματα στην Αγγλία.
Είπε ότι παρόλα αυτά κάτι έπρεπε να πιει και σκαρφάλωσε στο κάθισμα και έσκυψε να πιάσει το μπουκάλι. Ήταν καταχωνιασμένο στον πάτο του καλαθιού και δυσκολευόταν να το βρει, όποτε αναγκάστηκε να σκύψει λίγο ακόμα' ταυτόχρονα προσπαθούσε να κρατάει και το πηδάλιο, ενώ η οπτική του γωνία ήταν κάπως ανάποδη, οπότε έκανε μια στραβοτιμονιά κι έστειλε τη βάρκα στην όχθη' εκείνος βούτηξε μέσα στο καλάθι κι ένειμε εκεί με το κεφάλι κάτω και τα πόδια στον αέρα, να κρατιέται με την ψυχή στο στόμα από την κουπαστή. Δεν κουνιόταν ρούπι από φόβο μήπως πέσει στο νερό και αναγκάστηκε να μείνει εκεί μέχρι να τον πιάσω από τα πόδια και να τον κρατήσω, κι αυτό τον έκανε ακόμα πιο έξαλλο.

4 σχόλια:

  1. Πέρασα να σου πω καλή βδομάδα κορίτσι!
    Φιλιά*

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. καλή εβδομάδα μαμά - κουκουβάγια σ' εσένα και σε όλη την κουκουβαγιοοικογένεια!!
      φιλιά.

      Διαγραφή
  2. Τελικά βιβλίο διαβάζουμε;
    Για να καταλάβω δηλαδή.
    Καλή βδομάδα, φιλάκια:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ναι!
      υπέροχο και διαχρονικό -γράφτηκε το 1890.
      φιλάκια γατουλίνα.
      τί νέα;εμφανίστηκε ιππότης στον ορίζοντα

      Διαγραφή