Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Κίνγκστον – Διδακτικές παρατηρήσεις για την πρώιμη ιστορία της Αγγλίας – Διδακτικές παρατηρήσεις για τα δρύινα σκαλίσματα και τη ζωή εν γένει – Η θλιβερή περίπτωση του μικρού Στίβινγκς – Στοχασμοί για την αρχαιότητα – Ξεχνώ ότι είμαι στο πηδάλιο – Ενδιαφέρον αποτέλεσμα – Ο Λαβύρινθος του Χαμπτον Κορτ – Ο Χάρις ξεναγός.

Ήταν ένα υπέροχο πρωινό στο τέλος της άνοιξης ή στην αρχή του καλοκαιριού, όπως το πάρει κανείς, που η διακριτική λάμψη του γρασιδιού και των φύλλων βαθαίνει το πρασίνισμά της' κι η χρονιά θυμίζει όμορφη νεαρή παρθένο που τρέμει από τους περίεργους παλμούς που ξυπνούν μέσα της λίγο πριν γίνει γυναίκα.

Τα γραφικά δρομάκια του Κίνγκστον που κατέβαιναν ως την παραλία φάνταζαν πολύ όμορφα στην αστραφτερή λιακάδα' τα στραφταλιστά νερά του ποταμού με τις βαρκούλες που λικνίζονταν, οι δασωμένες όχθες, οι καλοσυντηρημένες βίλες στην άλλη πλευρά, ο Χάρις που γκρίνιαζε στα κουπιά ντυμένος μ' ένα κόκκινο και πορτοκαλί σακάκι, η μακρινή θέα του παλιού γκρίζου παλατιού των Τυδώρ, όλα σχημάτιζαν μια ηλιόλουστη εικόνα τόσο λαμπερή αλλά και ήρεμη, τόσο γεμάτη ζωή αλλά και ειρηνική που, αν και ήταν πολύ νωρίς ακόμα, ένιωσα να βυθίζομαι γλυκά σε μια κρίση ρεμβασμού.

        Ο νους μου έτρεξε στο Κίνγκστον, ή “Κινινγκστου”, όπως λεγόταν κάποτε, την εποχή που ενθρονίζονταν εκεί οι Σάξονες βασιλείς. Ο μέγας Καίσαρ διέσχισε το ποτάμι εκεί και οι ρωμαϊκές λεγεώνες στρατοπέδευσαν στις ανηφορικές του όχθες. Ο Καίσαρ, όπως κι η Ελισάβετ σε μεταγενέστερες εποχές, σου δίνουν την εντύπωση ότι έχει περάσει από παντού: μόνο που εκείνος φρόντιζε να μην εκτίθεται όπως η καλή βασίλισσα Μπες' δε διανυκτέρευε σε κάθε λογής πανδοχεία.
Τρελή και παλαβή για πανδοχεία, η Παρθένος Βασίλισσα της Αγγλίας. Είναι ζήτημα αν υπάρχει πανδοχείο σε ακτίνα δεκαπέντε χιλιομέτρων από το Λονδίνο που ν' αξίζει τον κόπο, και να μην έχει περάσει να ρίξει μια ματιά, να μην έχει σταματήσει να μην έχει κοιμηθεί κάποτε. Αλήθεια, είναι ν' απορεί κανείς' αν υποθέσουμε ότι ο Χάρις, για παράδειγμα, αλλάζει σελίδα στη ζωή του και γίνει σπουδαίος άντρας και καταφέρει να γίνει πρωθυπουργός και μετά πεθάνει, θα αναρτήσουν άραγε πινακίδες σε όλα τα μπαρ που έχει κατά καιρούς τιμήσει; “Ο Χάρις ήπιε εδώ δύο ουίσκι με πάγο το καλοκαίρι του '88”. “Ο Χάρις έφυγε τύφλα από εδώ το Δεκέμβρη του 1886”.
        Αποκλείεται, θα γέμιζε ο τόπος πινακίδες! Μάλλον τα πανδοχεία που δεν είχε επισκεφτεί θα γίνονταν διάσημα. “Το μόνο μπαρ στο Νότιο Λονδίνο όπου ποτέ δεν ήπιε ο Χάρις!”. Ο κόσμος θα συνωστιζόταν για να δει τί δεν πήγαινε καλά μ' αυτό.

        Πόσο θα πρέπει να είχε μισήσει ο φτωχός ανόητος βασιλιάς Έντγουι το Κίνινγκσου! Η τελετή της ενθρόνισης θα πρέπει να τον είχε εξουθενώσει. Μπορεί και να τον είχε πειράξει το κεφάλι αγριογούρουνου γεμιστό με ζαχαρωμένα δαμάσκηνα (εμένα πάντως θα μ' είχε πειράξει, είμαι σίγουρος), και να είχε βαρεθεί να μπεκρουλιάζει. Έτσι λοιπόν, φρόντισε να ξεγλιστρήσει από το θορυβώδες γλέντι για να ξεκλέψει μια ήσυχη μια ήσυχη φεγγαρόλουστη ώρα με την αγαπημένη του Ελτζάιβα.
        Ίσως από το παράθυρο, πιασμένοι χέρι χέρι, ν' αγνάντευαν το ήρεμο φως του φεγγαριού στο ποτάμι, ενώ από τις μακρινές αίθουσες οι θόρυβοι της γιορτής έφταναν αχνοί μέχρι τ' αυτιά τους, σε διακεκομμένα κύματα σαματά και ταραχής.
        Τότε ο βάναυσος Όντο και ο Σεντ Ντάνσταν μπουκάρουν στο ήσυχο δωμάτιο, ουρλιάζουν ακατονόμαστες βρισιές στη γλυκειά βασίλισσα και σέρνουν το φτωχό Έντγουι πίσω στο μεθυσμένο γλεντοκόπι και τη φασαρία.
        Πολλά χρόνια αργότερα, υπό τον ορυμαγδό πολεμικών παιάνων, οι Σάξονες βασιλείς και τα σαξονικά γλέντια θάφτηκαν δίπλα δίπλα, και το μεγαλείο του Κίνγκστον έδυσε για ένα διάστημα για να ανατείλει ξανά όταν το Χάμπτον Κορτ έγινε το παλάτι των Τυδώρ και των Στιούαρτ, και τα βασιλικά πλοιάρια λικνίζονταν δεμένα στα αγκυροβόλια τους στις όχθες του ποταμού, και ευγενείς με πολύχρωμους μανδύες κατέβαιναν τα σκαλιά προς το νερό φωνάζοντας: “ Καλώς τους, δόξα στο Μεγαλοδύναμο!”.

        Πολλά από τα παλιά σπίτια εδώ γύρω μιλούν με απλά λόγια για εκείνες τις ημέρες που το Κίνγκστον ήτανε βασιλικό χωριά, που ευγενείς και αυλικοί έμεναν εκεί, κοντά στο βασιλιά τους, και ο μακρύς δρόμος προς τις πύλες του παλατιού αντηχούσε χαρούμενα όλη μέρα από την κλαγγή του ατσαλιού, τον τριποδισμό των αλόγων, το θρόισμα των βελούδων και των μεταξωτών και τις συζητήσεις των μορφονιών. Τα μεγάλα και ευρύχωρα σπίτια με τα προεξέχοντα δικτυωτά τους παράθυρα, τα πελώρια τζάκια τους και τις τριγωνικές τους στέγες θυμίζουν τις εποχές με τις μεσαιωνικές κιλότες και τις ζακέτες με τα φουσκωτά μανίκια, τα ζωνάρια με το μαργαριταρένιο κέντημα και τις περίπλοκες βλαστήμιες. Αυτά τα σπίτια είχαν χτιστεί τις εποχές που “οι άνθρωποι ήξεραν να χτίζουν”. Τα γερά, κόκκινα τούβλα με τον καιρό στερεώθηκαν καλύτερα και οι δρύινες σκάλες τους ούτε τρίζουν ούτε γκρινιάζουν κάθε φορά που προσπαθείς να τις κατεβείς αθόρυβα.

        Μιλώντας για δρύινες σκάλες, θυμήθηκα εκείνη τη θαυμάσια, σκαλιστή , δρύινη σκάλα σ' ένα από τα σπίτια του Κίνγκστον. Τώρα έχει μετατραπεί σε κατάστημα, στην περιοχή της αγοράς, αλλά φαίνεται ότι θα ήταν κάποτε το αρχοντικό κάποιου σπουδαίου προσώπου. Ένας φίλος μου που ζει στο Κίνγκστον μπήκε εκεί κάποια μέρα για να αγοράσει ένα καπέλο και, σε μια στιγμή απερισκεψίας, έβαλε το χέρι στην τσέπη και το εξόφλησε επιτόπου και μετρητοίς.
        Ο καταστηματάρχης (που γνωρίζει το φίλο μου) είναι φυσικό να κλονίστηκε προς στιγμήν' αλλά ανακτώντας γρήγορα την ψυχραιμία του και νιώθοντας ότι κάτι θα έπρεπε να κάνει για να ενθαρρύνει αυτού του είδους τις χειρονομίες, ρώτησε τον ήρωά μας αν ήθελε να δει ωραία, παλιά, δρύινα σκαλίσματα. Ο φίλος μου είπε ότι ήθελε και τότε ο καταστηματάρχης τον οδήγησε στο βάθος του καταστήματος και τον ανέβασε στη σκάλα του σπιτιού. Το κιγκλίδωμα ήταν υπέροχο δείγμα ξυλογλυπτικής και ο τοίχος μέχρι επάνω είχε δρύινη επένδυση με σκαλίσματα που θα τιμούσαν και παλάτι. 
        Από τις σκάλες πέρασαν στην τραπεζαρία, που ήταν ένα μεγάλο, φωτεινό δωμάτιο, διακοσμημένο με μια κάπως παράταιρη, αν και χαρούμενη, ταπετσαρία με γαλάζιο φόντο. Το διαμέρισμα ωστόσο, δεν είχε τίποτε το αξιοπερίεργο και ο φίλος μου αναρωτήθηκε γιατί τον είχαν πάει εκεί. Ο ιδιοκτήτης πλησίασε τον τοίχο και χτύπησε την ταπετσαρία με τα δάχτυλα. Έβγαλε ξύλινο ήχο.
       “Δρυς”, εξήγησε. “Όλο δρύινη σκαλιστή επένδυση, μέχρι το ταβάνι, ολόιδια μ' αυτή που είδες στη σκάλα”.
       “Για όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου”, αναφώνησε ο φίλος μου,”δεν θα εννοείς, βέβαια, ότι σκέπασες τη δρύινη επένδυση με γαλάζια ταπετσαρία;”
       “Ναι”, ήταν η απάντηση. “Και μου στοίχισε και ακριβά. Αναγκάστηκα βέβαια να ξύσω όλον τον τοίχο από μέσα. Αλλά τώρα το δωμάτιο δείχνει πιο χαρούμενο. Ήταν πολύ βαρύ προηγουμένως”.

        Δεν μπορώ να πω ότι κατηγορώ απόλυτα τον άνθρωπο (γεγονός που αναμφίβολα τον ανακουφίζει ιδιαίτερα). Από τη δική του οπτική γωνία, που είναι και η οπτική γωνία του μέσου νοικοκύρη που θέλει να πάρει τη ζωή όσο πιο ελαφρά γίνεται, κι όχι του μανιώδη των παλαιοπωλείων, η λογική είναι με το μέρος του. Τα δρύινα σκαλίσματα είναι πολύ όμορφα να τα βλέπεις, όταν τα προσλαμβάνεις σε μικρές δόσεις, αλλά αναμφίβολα είναι κάπως καταπιεστικό να ζεις περιβαλλόμενος από αυτά, αν δεν έχεις τέτοια γούστα. Θα 'ταν σα να ζεις μέσα σε εκκλησία.
Όχι, το θλιβερό στην περίπτωσή του ήταν ότι εκείνος, που δεν έδινε δεκάρα για δρύινα σκαλίσματα, είχε μια ολόκληρη τραπεζαρία επενδεδυμένη με αυτά, ενώ άλλοι άνθρωποι που τα λατρεύουν αναγκάζονται να πληρώνουν τα μαλλιοκέφαλά τους για να τ' αποκτήσουν. Φαίνεται να είναι ο κανόνας σ' αυτόν τον κόσμο. Όλοι έχουμε αυτό που δε θέλουμε, κι αυτό που θέλουμε το έχουν άλλοι.
        
        Οι παντρεμένοι έχουν γυναίκες που δείχνουν να μη τις θέλουν, ενώ οι νέοι και ανύπαντροι διαμαρτύρονται ότι δε μπορούν να σταυρώσουν γυναίκα. Οι φτωχοί που συντηρούνται διά της βίας έχουν οχτώ υγιέστατα παιδιά' ενώ τα γέρικα ζευγάρια, που δεν έχουν πού ν' αφήσουν τα λεφτά τους, πεθαίνουν άτεκνα.
        Πάρτε για παράδειγμα τα κορίτσια που έχουν εραστή. Τα κορίτσια που έχουν εραστή ποτέ δεν τον θέλουν. Λένε ότι θα περνούσαν καλύτερα χωρίς αυτόν, ότι τις ενοχλεί, και γιατί δεν πάει να κάνει έρωτα με τη μις Σμιθ και μις Μπράουν που είναι άσχημες και μεγαλούτσικες και δεν μπορούν να σταυρώσουν εραστή; Οι ίδιες δεν θέλουν εραστή. Δεν σκοπεύουν ούτε να παντρευτούν.
        Δεν είναι καλό να τα σκέφτεσαι αυτά' σε κάνουν να μελαγχολείς.

        Υπήρχε ένα αγόρι στο σχολείο μας, που συνηθίζαμε να τον φωνάζουμε Σάντφορντ και Μέρτον. Το πραγματικό του όνομα ήταν Στίβινγκς. Ήταν το πιο περίργο αγόρι που είχα δει ποτέ. Νομίζω ότι του άρεσε πολύ να διαβάζει. Έτρωγε μεγάλη καζούρα επειδή έμενε ξύπνιος μέχρι αργά και διάβαζε ελληνικά' όσο για τα γαλλικά ανώμαλα ρήματα, του ήταν αδύνατον να κρατηθεί μακριά τους. Είχε κάθε λογής περιέργειες και αφύσικες ιδέες, ότι ήταν δήθεν καμάρι των γονιών του και τιμή για το σχολείο' λαχταρούσε να κερδίζει βραβεία, να μεγαλώσει και να γίνει ένας έξυπνος άνθρωπος, κι είχε όλες αυτές τις περίεργες ιδέες. Ποτέ μου δεν έχω γνωρίσει πιο παράξενο άτομο, αν και σας διαβεβαιώ ότι ήταν απολύτως άκακος, σαν αγέννητο μωρό.
        Αυτό το αγόρι, λοιπόν, συνήθιζε να αρρωσταίνει δύο φορές την εβδομάδα και να μην μπορεί να πάει σχολείο. Ποτέ μου δεν έχω συναντήσει αγόρι που να αρρωσταίνει τόσο συχνά όσο εκείνος ο Σαντφορντ και Μέρτον. Αν κυκλοφορούσε οποιαδήποτε γνωστή νόσος σε ακτίνα δεκαπέντε χιλιομέτρων από αυτόν, την άρπαζε και την περνούσε πολύ βαρειά. Πάθαινε βρογχίτιδα το κατακαλόκαιρο και αλλεργικό συνάχι τα Χριστούγεννα. Μετά από έξι βδομάδες ξηρασίας, τον έπιανε ρευματικός πυρετός' άσε που μπορεί να έβγαινε βόλτα κάποια μέρα του Νοεμβρίου με ομίχλη και να γύριζε πίσω με ηλίαση.
        Μια χρονιά του χορήγησαν αναισθητικό, του καημένου, και του έβγαλαν όλα τα δόντια και του έβαλαν μασέλα, γιατί υπέφερε τρομερά από πονόδοντο' μετά το γύρισε σε νευραλγία και πόνο στο αυτί. Ποτέ δεν έμεινε χωρίς κρυολόγημα, εκτός από εννέα βδομάδες που είχε οστρακιά' υπέφερε δε συστηματικά από χιονίστρες. Στη διάρκεια της μεγάλης χολέρας του 1871, η γειτονιά μας αποτέλεσε περιέργως τη φωτεινή εξαίρεση ολόκληρη της ενορίας: ο μόνος που κόλλησε ήταν ο μικρός Στίβινγκς.
        Αναγκαζόταν να μένει στο κρεβάτι όποτε ήταν άρρωστος και να τρώει κοτόπουλα, κρέμες και σταφύλια θερμοκηπίου' έμενε λοιπόν ξαπλωμένος και μυξόκλαιγε που δεν τον άφηναν να κάνει τις ασκήσεις των λατινικών του και του έπαιρναν τη γερμανική του γραμματική.

        Και μεις τα υπόλοιπα αγόρια, που θα θυσιάζαμε δέκα τάξεις της σχολικής μας ζωής για να καταφέρουμε να αρρωστήσουμε έστω και μία μόνο μέρα, και δεν είχαμε την παραμικρή διάθεση να δώσουμε στους γονείς μας κάποιο λόγο να είναι υπερήφανοι για μας,δεν μπορούσαμε να πάθουμε ούτε νευροκαβαλίκεμα. Καθόμασταν μέσα στα ρεύματα και μας έκανε καλό, μας αναζωογονούσε' τρώγαμε διάφορες αηδίες για να χαλάσει το στομάχι μας, αλλά μας άνοιγε η όρεξη.Τίποτα από όσα μηχανευόμασταν δεν μπορούσε να μας αρρωστήσει, μέχρι που άρχιζαν οι διακοπές. Τότε την πρώτη κιόλας μέρα, κρυολογούσαμε ή παθαίναμε κοκκίτη και κάθε είδους αρρώστια, που κρατούσε μέχρι να ξανανοίξουν τα σχολεία. Τότε, παρά τις προσπάθειές μας προς την αντίθετη κατεύθυνση, ξαφνικά θεραπευόμασταν κι ήμασταν καλύτερα παρά ποτέ.
       
         Έτσι είναι η ζωή' κι εμείς, παίγνιο στα χέρια της.

         Για να ξαναγυρίσω στο θέμα των δρύινων σκαλισμάτων, θα πρέπει να είχαν πολύ βαθειά γνώση της τέχνης και της ομορφιάς οι προ-προ-παππούδες μας. Όλοι οι θησαυροί της τέχνης μας σήμερα, στο κάτω κάτω είναι απλώς παραπεταμένες σαβούρες τριακοσίων ή τετρακοσίων χρόνων. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει αληθινή, ουσιαστική ομορφιά στα παλιά πιάτα της σούπας, τα ποτήρια της μπύρας και τα σβηστήρια των κεριών που εκτιμούμε τόσο πολύ σήμερα ή είναι μόνο το φωτοστέφανο της ηλικίας τους που τα κάνει γοητευτικά στα μάτια μας. Οι μπλε πορσελάνες που κρεμάμε στους τοίχους μας σαν διακοσμητικά αντικείμενα ήταν τα κοινά, καθημερινά εργαλεία του σπιτιού λίγους αιώνες πριν και οι ροζ βοσκοί και οι κίτρινες βοσκοπούλες, που επιδεικνύουμε στους φίλους μας για να εντυπωσιαστούν και να κάνουν πως καταλαβαίνουν, ήταν τα φτηνά διακοσμητικά αντικείμενα για το τζάκι που η μητέρα του 18ο αιώνα ευχαρίστως θα έδινε στο μωρό της να πιπιλίσει όταν έβαζε τα κλάματα.
        
        Άραγε θα συμβαίνει το ίδιο και στο μέλλον; Οι σημερινοί θησαυροί θα είναι πάλι τα φτηνά αντικείμενα του παρελθόντος; Άραγε θα κρέμονται σειρές από τα πιάτα μας με τα ζωγραφισμένα δέντρα πάνω από το τζάκια της αριστοκρατίας του 2.000; Τα άσπρα φλιτζάνια με το χρυσό χείλος και το όμορφο χρυσό λουλούδι στην πατο (αγνώστου ποικιλίας) που σήμερα οι καθαρίστριές μας σπάζουν ελαφρά τη καρδία, θα επιδιορθώνονται με προσοχή και στήνονται σε κάποια βιτρίνα, όπου θα τα ξεσκονίζει μόνο η κυρία του σπιτιού;
        Πάρτε για παράδειγμα εκείνο το πορσελάνινο σκυλί που διακοσμεί το δωμάτιο του επιπλωμένου σπιτιού που νοικιάζω. Είναι ένα άσπρο σκυλί. Τα μάτια του είναι γαλάζια. Η μύτη του  είναι αχνοκόκκινη με μαύρες βούλες. Το κεφάλι του είναι οδυνηρά ορθωμένο και η έκφρασή του φιλική στα όρια της ηλιθιότητας. Προσωπικά δεν μου αρέσει. Ως έργο τέχνης, θα έλεγα ότι με ενοχλεί. Οι αγενείς φίλοι μου το κοροϊδεύουν, ακόμα και η σπιτονοικοκυρά μου δεν τρέφει ιδιαίτερα αισθήματα θαυμασμού γι αυτό και δικαιολογεί την παρουσία του λέγοντας ότι της το χάρισε η θεία της.

        Αλλά σε διακόσια χρόνια είναι πολύ πιθανό αυτό το σκυλί να το ξετρυπώσουν από κάπου, μείον τα πόδια και με κομμένη ουρά, και να πουληθεί για πορσελάνη – αντίκα, και να τοποθετηθεί σε κάποια γυάλινη βιτρίνα. Κι ο κόσμος θα περνάει από μπροστά του και θα το θαυμάζει. Οι άνθρωποι θα εντυπωσιάζονται από το υπέροχο βάθος του χρώματος της μύτης και θα στοχάζονται πόσο όμορφο θα πρέπει να ήταν αναμφίβολα το κομμάτι της ουρά του που χάθηκε.
        
        Εμείς σήμερα δε μπορούμε να διακρίνουμε την ομορφιά του σκυλιού. Παραείναι οικείο για εμάς. Είναι όπως το ηλιοβασίλεμα και τ' αστέρια: δεν μας εντυπωσιάζει η ομορφιά τους, γιατί είναι συνηθισμένα για τα μάτια μας. Το ίδιο γίνεται και με το πορσελάνινο σκυλί. Αλλά το 2.288 ο κόσμος θα εκστασιάζεται στη θέα του. Η κατασκευή αυτών των σκύλων θα έχει αναχθεί σε ξεχασμένη τέχνη.   Οι απόγονοί μας θα αναρωτιούνται πώς το φτιάξαμε και θα λένε πόσο έξυπνοι ήμασταν. Και θα μας μνημονεύουν με στοργή ως ”εκείνοι οι μεγάλοι παλιοί καλλιτέχνες που μεγαλούργησαν τον 19ο αιώνα και φιλοτεχνούσαν αυτούς τους πορσελάνινους σκύλους”.
        Το δείγμα που κέντησε η μεγάλη κόρη στο μάθημα της χειροτεχνίας θα μνημονεύεται ως “ταπισερί της βικτωριανής εποχής” και η αξία του θα είναι αμύθητη. Τα μπλε και άσπρα ποτήρια της μπύρας του σημερινού συνοικιακού πανδοχείου, έστω και ραγισμένα και μισοσπασμένα, θα είναι περιζήτητα και θα πουλιούνται όσο το βάρος τους σε χρυσάφι, και οι πλούσιοι θα τα χρησιμοποιούν για να πίνουν κόκκινο κρασί' ταξιδιώτες από την Ιαπωνία θα αγοράζουν τα “Δώρα από το Ράμσκειντ” και τα “Ενθύμια από το Μάργκειτ” που μπορεί να έχουν διαφύγει την καταστροφή και θα τα παίρνουν μαζί τους πίσω στην πατρίδα τους σαν αγγλικές αντίκες.

        Σ' αυτό το σημείο ο Χάρις πέταξε τα κουπιά, σηκώθηκε από το κάθισμά του, ξάπλωσε ανάσκελα και σήκωσε τα πόδια στον αέρα. Ο Μονμόρενσυ  γάβγισε κι έκανε μια τούμπα' το πάνω καλάθι αναπήδησε κι όλα τα πράγματα χύθηκαν έξω.
       Αιφνιδιάστηκα κάπως, αλλά δεν έχασα την ψυχραιμία μου. Είπα, με σχετικά ευχάριστο ύφος:
     “Ε! Γιατί το έκανες αυτό;”
     “Γιατί το έκανε αυτό; Που να μη σε.... “
       Όχι, τώρα που το ξανασκέφτομαι, δε θα επαναλάβω τί είπε ο Χάρις. Μπορεί να ήταν δικό μου το σφάλμα, το ομολογώ' αλλά τίποτα δε δικαιολογεί τη λεκτική βιαιότητα και τη φραστική αγένεια, ειδικά σ' έναν άντρα που έχει λάβει καλή ανατροφή, όπως; γνωρίζω ότι έχει συμβεί στην περίπτωση του Χάρις. Σκεφτόμουν άλλα πράγματα και ξέχασα, όπως είναι ευνόητο, ότι κρατούσα το πηδάλιο, με συνέπεια να μπερδευτούμε στη βλάστηση της όχθης. Εκείνη τη στιγμή ήταν δύσκολο να πει κανείς ποιοι ήμασταν εμείς και ποια ήταν ή όχθη του ποταμού προς το Μίντλσεξ, αλλά μετά από λίγο λύσαμε το πρόβλημα και συνεχίσαμε.

        Ο Χάρις πάντως είπε ότι είχε ήδη κωπηλατήσει πάρα πολύ και πρότεινε ν' αλλάξουμε θέσεις' έτσι, όταν καταφέραμε τελικά να ξαναρίξουμε τη βάρκα στο νερό, βγήκα έξω, πήρα τον κάβο και τράβηξα τη βάρκα για να περάσουμε μπροστά από το Χάμπτον Κορτ. Τί ωραίος, παλιός τοίχος είναι αυτός που ακολουθεί το ποτάμι σ' εκείνο το σημείο! Κάθε φορά που περνάω από εκεί, η θέα του και μόνο μου φτιάχνει τη διάθεση. Τόσο γλυκός, φωτεινός, ευχάριστος παλιός τοίχος' τί όμορφη ζωγραφιά θα γινόταν, με τις λειχήνες να ξετρυπώνουν από εδώ και τα βρύα να φυτρώνουν από κει, με μια ντροπαλή, μικ΄ρη κλιματσίδα να ξεμυτίζει πάνω από την κορυφή του για να δει τί συμβαίνει στο πολυάσχολο ποτάμι, και το σκοτεινό, γέρικο κισσό να κολλάει επάνω του λίγο πιο πέρα! Υπάρχουν πενήντα αποχρώσεις σε κάθε τρία μέτρα εκείνου του παλιού τοίχου. Αχ, ας ήξερα να σχεδιάζω, ας ήξερα να ζωγραφίζω, και θα έφτιαχνα ένα όμορφο σκίτσο εκείνου του παλιού τοίχου, είμαι βέβαιος. Συχνά σκέφτομαι ότι θα ήθελα να ζω στο Χάμπτον Κορτ. Μοιάζει τόσο ειρηνικό και τόσο ήσυχο' είναι ένα παλιό, πανέμορφο μέρος, ό,τι πρέπει για να κόβεις βόλτες το πρωί πριν ξυπνήσει ο πολύς ο κόσμος.
        
        Αλλά βέβαια, δε νομίζω ότι στην πραγματικότητα θα με γοήτευε και πολύ. Θα ήταν τόσο φριχτά ανιαρά και καταθλιπτικά το βράδυ, όταν η λάμπα μου θα έριχνε παράξενες σκιές στους τοίχους και η ηχώ από μακρινά βήματα θα έφτανε από τους μακρινούς κρύους πέτρινους διαδρόμους, θα πλησίαζε και θα έσβηνε ξανά, και όλα θα ήταν βυθισμένα σε νεκρική σιωπή, εκτός από το χτύπο της καρδιάς μου.
        Είμαστε πλάσματα του ήλιου, εμείς οι άνθρωποι. Αγαπάμε το φως και τη ζωή. Γι αυτό συνωστιζόμαστε σε πόλεις και κωμοπόλεις και η ύπαιθρος ερημώνεται χρόνο με το χρόνο. Όταν έχει λιακάδα, τη μέρα, που η φύση είναι ζωντανή και πολυάσχολη ολόγυρά μας, μας ελκύουν οι βουνοπλαγιές και τα πυκνά δάση' αλλά τη νύχτα, που η Μητέρα Γη έχει πάει για ύπνο και μας έχει αφήσει ξύπνιους, αχ! Ο κόσμος μοιάζει τόσο μοναχικός και νιώθουμε τρομαγμένοι σαν παιδιά σε άδειο σπίτι. Τ ότε καθόμαστε και κλαίμε και νοσταλγούμε τους δρόμους που φωτίζονται με λάμπες γκαζιού, τον ήχο των ανθρώπινων φωνών και τον παλμό της ανθρώπινης ζωής. Νιώθουμε τόσο μικροί και αβοήθητοι μέσα στη μεγάλη ησυχία, όταν τα σκοτεινά δέντρα θροΐζουν στο βραδινό αέρα. Κυκλοφορούν πολλά φαντάσματα κι οι βουβοί στεναγμοί τους μας κάνουν να νιώθουμε θλίψη. Ας μαζευτούμε όλοι μαζί στις μεγάλες πόλεις κι ανάψουμε πελώριες πυρές από ένα εκατομμύριο παροχές γκαζιού, κι ελάτε να φωνάξουμε και να τραγουδήσουμε μαζί και να νιώσουμε γενναίοι.

        Ο Χάρις με ρώτησε αν είχα πάει ποτέ στο λαβύρινθο του Χάμπτον Κορτ. Είπε ότι εκείνος είχε μπει μια φορά για να δείξει το δρόμο σε κάποιον άλλο. Το΄ν είχε μελετήσει σ' ένα χάρτη και ήταν τόσο απλός, που φαινόταν ανόητος – ούτε που άξιζε τις δυο πένες που πλήρωνες για είσοδο. Ο Χάρις είχε πει ότι το χάρτη θα πρέπει να τον είχαν σχεδιάσει για να σου τη σκάσουν, γιατί δεν έμοιαζε καθόλου με την πραγματικότητα, αντίθετα σε παραπλανούσε. Αυτός που ξεναγούσε ο Χάρις ήταν ένας εξάδελφος από την επαρχία, και του είπε:
       “Απλώς θα μπούμε μέσα, για να έχεις να λες ότι πέρασες κι από εδώ, αλλά είναι πολύ απλό. Είναι εξωφρενικό να τον αποκαλούν λαβύρινθο. Παίρνεις πάντα την πρώτη στροφή προς τα δεξιά σου. Απλώς θα τον περπατήσουμε για δέκα λεπτά και μετά θα πάμε να φάμε”.
        Συνάντησαν κάτι ανθρώπους αμέσως μόλις μπήκαν, που έλεγαν ότι είχαν φάει τρία τέταρτα της ώρας εκεί μέσα κι είχαν μπαφιάσει. Ο Χάρις του είπε 'οτι μπορούσαν να τον ακολουθήσουν αν ήθελαν. Τώρα μόλις έμπαινε μέσ;α και σε λίγο θα έκανε μεταβολή και θα ξανάβγαινε έξω. Του είπαν ότι ήταν πολύ ευγενικό από μέρους του και τον ακουλούθησαν.
        Καθ' οδόν συγκέντρωσαν πίσω τους διάφορους άλλους που ήθελαν να τελειώνουν μ' αυτή την ιστορία, μέχρι που απορρόφησαν όλους τους επισκέπτες του λαβύρινθου. Άνθρωποι που είχαν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ότι θα έβγαιναν ποτέ από εκεί μέσα ή ότι θα ξαναέβλεπαν ποτέ το σπίτι και τους φίλους τους πήραν κουράγιο στη θέα του Χάρις και της παρέας του και ακολούθησαν την πομπή, ευλογώντας το όνομά του. Ο Χάρις είπε ότι συνολικά θα πρέπει να τον ακολούθησαν καμιά εικοσαριά άνθρωποι' και μια γυναίκα μ' ένα μωρό που ήταν εκεί όλο το πρωί επέμενε να τον πιάσει αγκαζέ για να μην τον χάσει.
        Ο Χάρις συνέχισε να στρίβει δεξιά, αλλά ο δρόμος του φάνηκε μακρύς και ο ξάδελφός του είπε ο λαβύρινθος θα πρέπει να ήταν πολύ μεγάλος.
       “Ένας από τους μεγαλύτερους της Ευρώπης”, είπε ο Χάρις.
       “Ναι, θα πρέπει να είναι”, απάντησε ο ξάδελφος, “γιατί έχουμε περπατήσει ήδη τουλάχιστον τρία χιλιόμετρα “.
        Ο Χάρις άρχισε να το βρίσκει μάλλον πρίεργο και ο ίδιος αλλά συνέχισε μέχρι που τελικά πέρασαν το πεταμένο τσουρεκάκι που ο ξάδελφος του Χάρις ορκίστηκε ότι είχε προσέξει πριν από εφτά λεπτά. Ο Χάρις είπε: “Αδύνατο!” Αλλά η γυναίκα με το παιδί είπε, “Καθόλου!”, αφού εκείνη ήταν που το είχε πάρει από τα χέρια του παιδιού και το είχε πετάξει εκεί, μόλις συνάντησε τον Χάρις. Πρόσθεσε επίσης ότι ευχόταν να μην είχε συναντήσει ποτέ της τον Χάρις κι εξέφρασε την άποψη ότι επρόκειτο περί απατεώνος. Αυτό εξόργισε τον Χάρις, που έσπευσε να βγάλει το χάρτη του και να εξηγήσει τη θεωρία του.
       ¨Αυτός ο χάρτης βοηθάει”, είπε κάποιος από την παρέα, “μόνο αν ξέρεις σε ποιο σημείο του βρισκόμαστε αυτν τη στιγμή”.
       Ο Χάρις δεν ήξερε και πρότεινε ότι το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να ξαναγυρίσουν στην είσοδο και να ξεκινήσουν από την αρχή. Το σκέλος της πρότασής που αφορούσε το ξεκίνημα από την αρχή δεν έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής' όσο για τη σκοπιμότητά του να ξαναγυρίσουν στην είσοδο, όμως, υπήρξε απόλυτη ονοωυχία' έτσι λοιπόν έκαναν μεταβολή επί τόπου και ακολούθησαν και πάλι τον Χάρις στην αντίθετη κατεύθυνση. Πέρασαν άλλα δέκα λεπτά περίπου και μετά βρέθηκαν στο κέντρο. Ο Χάρις σκέφτηκε στην αρχή να ισχυριστεί ότι αυτός ήταν ο αληθινός του στόχος' αλλά το πλήθος έδειχνε εξαγριωμένο, οπότε αποφάσισε να παραδεχτεί ότι επρόκειτο περί ατυχήματος.
        Τουλάχιστον τώρα είχαν κάτι για να ξεκινήσουν. Ήξεραν πού βρίσκονταν και συμβουλεύτηκαν τον χάρτη άλλη μια φορά' η επιχείρηση έμοιαζε πιο εύκολη παρά ποτέ και ξεκίνησαν για τρίτη φορά.
Τρία λεπτά αργότερα ξανά γύρισαν στο κέντρο.
       Μετά από αυτό απλώς δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά αλλού. Όποια κατεύθυνση κι αν έπαιρναν, τους ξαναγύριζε στο κέντρο. Στο τέλος η κατάληξη έγινε τόσο αναμενόμενη, που μερικοί έμειναν εκεί και περίμεναν τους άλλους να κάνουν μια βόλτα ολόγυρα και να ξανάρθουν. Ο Χάρις ξανάβγαλε το χάρτη του μετά από λίγο, αλλά η θέα του και μόνο εξαγρίωσε τον όχλο, που του είπε να τον κάνει κομματάκια και να κατσαρώσει τα μαλλιά του με αυτά. Ο Χάρις είπε ότι δεν μπόρεσε να αποφύγει την αίσθηση πως, μέχρι ενός σημείου, είχε γίνει αντιπαθής. Στο τέλος τρελάθηκαν όλοι κι έβαλαν τις φωνές καλώντας το φύλακα, που ήρθε και σκαρφάλωσε σε μια ανεμόσκαλα απέξω και τους έδινε οδηγίες. Αλλά τώρα πια το μυαλό ολονών ήταν σε τέτοια άθλια συ΄γχιση, που ήταν ανίκανοι να καταλάβουν το παραμικρό, κι έτσι ο άνθρωπος τους είπε να κάτσουν εκεί που βρίσκονταν και να τον περιμένουν. Κούρνιασαν όλοι μαζί και περίμεναν κι εκείνος έριξε την ανεμόσκαλα στη μέσα μεριά και κατέβηκε.
        Κατά κακή τους τύχη, ο νεαρός φύλακας ήταν καινούριος στη δουλειά' μπήκε μέσα, αλλά δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι το μέρος τους και μετά χάθηκε και αυτός. Τον έβλεπαν κάθε τόσο να τρέχει ολόγυρα από την άλλη μεριά του φράχτη που σχημάτιζαν οι θάμνοι, και τους έβλεπε κι εκείνος κι έσπευδε προς το μέρος τους, κι εκείνοι τον περίμεναν για πέντε λεπτά περίπου' μετά εμφανιζόταν ξανά στο ίδιο ακριβώς σημείο και τους ρωτούσε πού είχαν πάει.
Αναγκάστηκαν να περιμένουν μέχρι να ξαναγυρίσει ένας από τους παλιούς φύλακες από το δείπνο του για να καταφέρουν να βγουν.
        Ο Χάρις είπε ότι απ' όσο μπορούσε να κρίνει, αυτός ο λαβύρινθος ήταν πολύ επιτυχημένος' συμφωνήσαμε λοιπόν να προσπαθήσουμε να ψήσουμε τον Τζωρτζ να μπει μέσα, όταν θα επιστρέφαμε.        

4 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. το διάβασες;
      αχ, πολύ με συγκίνησε ο ενθουσιασμός σου.
      τόσο που λέω από μέσα μου "ας το ξαναδιαβάσω κι εγώ"
      και βέβαια ανακάλυψα και πάλι κάποια ορθογραφικά λάθη και το γεγονός ότι κάπου ξέχασα μια ολόκληρη πρόταση - νόημα έβγαινε αλλά παραλίγο να μου έρθει ταμπλάς!!
      αχ!
      φιλάκια ηλιοκόριτσο.

      Διαγραφή
  2. μια χαρά ήταν η προσπάθεια ωραίο

    ΑπάντησηΔιαγραφή