Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012


κεφάλαιο 9β

Απ' όλες τις εμπειρίες σχετικά με τη ρυμούλκηση, η πιο ευχάριστη αίσθηση είναι να σε ρυμουλκούν κορίτσια. Είναι μια αίσθηση που κανείς δεν θα έπρεπε να χάσει. Χρειάζονται πάντα τρία κορίτσια για να ρυμουλκήσουν' δύο κρατάνε το σκοινί κι η άλλη τρέχει ολόγυρα και γελάει. Γενικά αρχίζουν με το να βρεθούν δεμένες. Ο κάβος τυλίγεται στα πόδια τους κι αναγκάζονται να κάτσουν κάτω για να λύσουν η μία την άλλη' μετά τους τυλίγεται γύρω από το λαιμό και κινδυνεύουν να στραγγαλιστούν. Τελικά τη γλιτώνουν και ξεκινάνε τρέχοντας, τραβώντας τη βάρκα ξωπίσω τους με μάλλον επικίνδυνη ταχύτητα. Μετά από εκατό μέτρα, φυσικά, τους έχει κοπεί η ανάσα, οπότε σταματάνε ξαφνικά, κάθονται όλες στο γρασίδι και βάζουν τα γέλια' τότε η βάρκα παρασύρεται μέχρι τη μέση του ποταμού και γυρίζει ανάποδα πριν πάρεις χαμπάρι τί ακριβώς συνέβη και πριν προλάβεις να πιάσεις κανένα κουπί. Μετά εκείνες σηκώνονται και κοιτάνε ξαφνιασμένες.

               “Αχ, κοίτα!” λένε.”Πήγε μέχρι τη μέση του ποταμιού”.

               Μετά από αυτό τραβάνε αρκετά σταθερά για λίγο κι ύστερα, ξαφνικά, η μία το σκέφτεται να μαζέψει το φουστάνι της για διευκολύνει τη δουλειά τους, κι η βάρκα προσαράζει. Τινάζεσαι όρθιος, την ξεκολλάς με μια σπρωξιά και τους φωνάζεις να μη σταματάνε.

              “Ναι; Τι συμβαίνει;” λένε εκείνες.
   
              “Μη σταματάτε”. Ουρλιάζεις εσύ.

              “Μην τί;” 

              “Μη σταματάτε – συνεχίστε – συνεχίστε!”

              “Πήγαινε πίσω Έμιλυ και δες τί θέλουν”, λέει η μία' η Έμιλυ γυρίζει πίσω λοιπόν και ρωτάει τί τρέχει.

             “Τί θέλετε;” λέει. “Συνέβη κάτι;'

             “Όχι”, απαντάς, “όλα καλά' μόνο να προχωράτε σταθερά, αν γίνεται. Μη σταματάτε καθόλου”.

              “Γιατί όχι;'

             “Γιατί δεν μπορούμε να κουμαντάρουμε τη βάρκα αν σταματάτε συνέχεια. Της ανακόπτετε την κίνηση”.

           “Τί κάνουμε;”

            “Της ανακόπτετε την κίνηση – πρέπει ν' αφήνετε τη βάρκα να κινείται συνεχώς”.

            “Α, καλά, θα τους το πω. Καλά τα πάμε κατά τα άλλα;”

            “Ναι, ναι, πολύ καλά, αλήθεια, μόνο μη σταματάτε”

            “Δεν είναι καθόλου δύσκολο. Εγώ νόμιζα ότι είναι πολύ δύσκολο”.

            “Α, μπα, είναι αρκετά απλό. Απλώς πρέπει να έχετε κάποια σταθερότητα, αυτό είναι όλο”.

            “Κατάλαβα. Μου δίνεις το κόκκινό μου σάλι; Είναι κάτω από το μαξιλάρι”.

             Βρίσκεις το σάλι και της το δίνεις και τότε έρχεται άλλη μία που θέλει και το δικό της και παίρνουν και της Μαίρης μήπως το χρειαστεί, αλλά η Μαίρη δεν το θέλει, οπότε το φέρνουν πίσω και ζητάνε μια τσατσάρα. Περνάνε τουλάχιστον είκοσι λεπτά μέχρι να ξεκινήσουν πάλι και στην επόμενη στροφή βλέπουν μια αγελάδα οπότε εσύ πρέπει να κατέβεις από τη βάρκα για να βγάλεις την αγελάδα από το δρόμο τους.

             Δεν μπορείς να ηρεμήσεις ούτε λεπτό μέσα στη βάρκα όταν σε ρυμουλκούν κορίτσια.

             Με τα πολλά, ο Τζωρτζ βρήκε την άκρη του κάβου και μας ρυμο΄τλκησε σταθερά μέχρι το Πέντον Χουκ. Εκεί συζητάμε το σημαντικό θέμα της κατασκήνωσης. Είχαμε αποφασίσει να κοιμηθούμε μέσα στη βάρκα εκείνο το βράδυ κι έπρεπε είτε να σταματήσουμε κάπου εκεί είτε να συνεχίσουμε μέχρι μετά το Στέινς. Ωστόσο μας φάνηκε νωρίς για να σταματήσουμε αμέσως, με τον ήλιο ακόμα ψηλά στον ουρανό, κι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε τριάμισι μίλια ακόμα, μέχρι το Ράνιμιντ, ένα ήσυχο, δασωμένο μέρος του ποταμιού που προσφέρει καλό καταφύγιο.


            Αργότερα, πάντως, όλοι ευχηθήκαμε να είχαμε σταματήσει στο Πέντον Χουκ. Τρία τέσσερα μίλια κόντρα στο ρεύμα δεν είναι τίποτε νωρίς το πρωί, αλλά είναι πολύ κουραστική δουλειά στο τέλος της μέρας. Σε αυτά τα λίγα τελευταία μίλια, το τοπίο δε σε συγκινεί καθόλου. Δεν κουβεντιάζεις ούτε γελάς. Κάθε μισό μίλι που κάνεις σου μοιάζει για δύο. Δε μπορείς να το πιστέψεις ότι έχεις φτάσει μόνο εκεί που έχεις φτάσει και είσαι πεπεισμένος ότι ο χάρτης πρέπει να κάνει λάθος' κι όταν έχεις διανύσει με κόπο μια απόσταση που νομίζεις ότι θα πρέπει να είναι τουλάχιστον δέκα μίλια, αλλά ακόμα δε φαίνεται πουθενά ο υδατοφράχτης, αρχίζεις πραγματικά να φοβάσαι ότι κάποιος θα πρέπει τον πήρε στα κρυφά και να έφυγε.



             Θυμάμαι μια φορά στο ποτάμι που είχα πάει στον άλλο κόσμο (μιλώντας μεταφορικά, φυσικά). Είχα βγει με μια νεαρή κυρία -εξαδέλφη από την πλευρά της μητέρας μου- και πηγαίναμε κατά το Γκόρινγκ. Ήταν αργούτσικα και βιαζόμασταν να φτάσουμε -τουλάχιστον εκείνη ανυπομονούσε να φτάσει. Ήταν εξήμισι όταν φτάσαμε στον υδατοφράχτη του Μπένσον και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, κι εκείνη τότε άρχισε να ανησυχεί. Είπε ότι έπρεπε να είχε γυρίσει για το δείπνο. Είπα ότι το δείπνο ήταν κάτι στο οποίο θα ήθελα να συμμετέχει κι εγώ' κι έβγαλα ένα χάρτη που είχα μαζί μου για να δω πόσο μακριά ακριβώς ήταν. Είδα ότι ήταν μόνο ενάμιση μίλι μέχρι τον επόμενο υδατοφράχτη -στο Γουόλινγκφορντ- και πέντε από εκεί μέχρι το Κληβ.

            “Α, εντάξει”, είπα 'θα έχουμε περάσει τον επόμενο υδατοφράχτη μέχρι τις εφτά, και μετά μένει άλλος ένας μόνο' ' και στρώθηκα στη δουλειά και άρχισα να κωπηλατώ.

              Περάσαμε τη γέφυρα και λίγο μετά ρώτησα αν έβλεπε τον υδατοφράχτη. Εκείνη είπε πως όχι, δεν έβλεπε κανέναν υδατοφράχτη' κι εγώ είπα, “Α!” και συνέχισα να ρυμουλκώ. Πέρασαν άλλα πέντε λεπτά και μετά της ζήτησα να ξανακοιτάξει.

           ΄Οχι', είπε. “Δε βλέπω ίχνος από υδατοφράχτη πουθενά'.

          “Είσαι σίγουρη ότι αν δεις ένα υδατοφράχτη θα τον αναγνωρίσεις;' ρώτησα διστακτικά μη θέλοντας να την προσβάλλω.

              Η ερώτηση δεν την πρόσβαλλε, αλλά μου πρότεινε να κοιτάξω καλύτερα μόνος μου' έτσι λοιπόν άφησα τα κουπιά και έριξα μια ματιά. Το ποτάμι απλωνόταν ολόισια μπροστά μας μέσα στο λυκόφως για ένα δυο χιλιόμετρα' ίχνος υδατοφράχτη δε διακρινόταν πουθενά.

             “Δε πιστεύω να έχουμε χαθεί, ε;” ρώτησε η σύντροφός μου.

             Δεν καταλάβαινα πώς ήταν δυνατόν να χαθούμε' ωστόσο, όπως είπα, μπορεί με κάποιο τρόπο να είχαμε μπει ήδη στο φράγμα και να οδεύαμε προς τους καταρράκτες,

             Αυτή η ιδέα καθόλου δε με παρηγόρησε κι έβαλα τα κλάματα. Είπα ότι θα πνιγόμασταν κι οι δύο κι ότι καλά να πάθει, αφού είχε αποφασίσει να έρθει μαζί μου.

             Μου φάνηκε ότι η τιμωρία ήταν υπερβολική, αλλά η εξαδέλφη μου φρονούσε το αντίθετο και ήλπιζε μόνο όλα να τελειώνουν πολύ σύντομα.

              Προσπάθησα να την καθησυχάσω και να ελαφρύνω την όλη κατάσταση. Είπα πως ήταν προφανές ότι δεν κωπηλατούσα όσο γρήγορα νόμιζα, αλλά ότι πολύ σύντομα θα φτάναμε στον υδατοφράχτη' και συνέχισα για άλλο ένα μίλι.

              Μετά άρχισα κι εγώ να αισθάνομαι άσχημα. Ξανακοίταξα τον χάρτη. Υπήρχε ο υδατοφράχτης του Γουόλινγκφορντ, καθαρά σημειωμένος, ενάμισι μίλι κάτω από τον υδατοφράχτη του Μπένσον. Ο χάρτης ήταν καλός και αξιόπιστος' εκτός αυτού κι εγώ ο ίδιος θυμόμουνα τον υδατοφράχτη. Πού βρισκόμασταν; Τί μας είχε συμβεί; Άρχισα να σκέφτομαι ότι όλα αυτά πρέπει να ήταν ένα όνειρο και ότι στην πραγματικότητα κοιμόμουνα στο κρεβάτι μου και όπου να 'ταν θα ξυπνούσα και θα μου έλεγαν ότι ήταν περασμένες δέκα.

              Ρώτησα την εξαδέλφη μου αν πίστευε ότι μπορεί να ονειρευόμασταν κι εκείνη μου είπε ότι σκεφτόταν να μου κάνει την ίδια ερώτηση' μετά αναρωτηθήκαμε και οι δύο μήπως κοιμόμασταν και, αν ήταν έτσι, ποιος ήταν εκείνος που ονειρευόταν και ποιος εκείνος που ήταν μόνο μέσα στο όνειρο. Το ερώτημα παρουσίαζε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Εγώ πάντως συνέχιζα να τραβάω κουπί, αλλά ο υδατοφράχτης δε φαινόταν ακόμα πουθενά' το ποτάμι γινόταν όλο και πιο σκοτεινό και μυστηριώδες κάτω από τις σκιές της νύχτας που συγκεντρώνονταν κι όλα τα πράγματα γύρω μας άρχισαν να φαντάζουν μυστηριώδη. Σκέφτηκα τα τελώνια, τα δαιμόνια και τα ξωτικά κι εκείνα τα κακά κορίτσια που κάθονται όλη νύχτα πάνω στα βράχια; και παρασύρουν τους ανθρώπους σε δίνες και άλλα παρόμοια' ευχήθηκα να ήμουν καλύτερος άνθρωπος και να ήξερα περισσότερες προσευχές. Κι ενώ με έπνιγαν οι μαύρες σκέψεις, ξαφνικά άκουσα ένα ακορντεόν να παίζει φάλτσα ένα λαϊκό σκοπό' και τότε κατάλαβα αμ΄'εσως ότι είχαμε σωθεί/.

             Κατά κανόνα δεν αγαπώ ιδιαίτερα τον ήχο του ακορντεόν' αλλά ω, τί όμορφη που μας φάνηκε και στου δύο η μουσική εκείνη την ώρα -πολύ πολύ πιο όμορφη από τη φωνή του Ορφέα ή τη λύρα του Απόλλωνα ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να έχει ποτέ ακουστεί. Στην ψυχολογική κατάσταση ου βρισκόμασταν εκείνη την ώρα, μια θεία μελωδία απλώς θα μας είχε ανησυχήσει έτι περαιτέρω. Μια συγκινητική μελωδία σωστά παιγμένη θα την είχαμε εκλάβει ως προανάκρουσμα του τέλους και θα είχαμε εγκαταλείψει κάθε έλπισα. Αλλά εκείνες οι νότες του λαϊκού τραγουδιού, παιγμένες σπασμωδικά και με ακούσιες παραλλαγές από ένα βραχνό ακορντεόν, είχαν κάτι το μοναδικά ανθρώπινο και καθησυχαστικό.

             Ο γλυκός ήχος δυνάμωνε και σύντομα μας πλησίασε και η βάρκα απ' όπου προερχόταν.
Φιλοξενούσε μια παρέα επαρχιωτών που είχε βγει βαρκάδα με το φεγγαρόφωτο (φεγγάρι δεν υπήρχε, αλλά δεν έφταιγαν εκείνοι γι αυτό). Ποτέ στη ζωή ,μου δεν είχα δει πιο συμπαθητικούς, πιο αξιαγάπητους ανθρώπους. Τους χαιρέτισα και ρώτησα αν μπορούσαν να μου πουν το δρόμο για τον υδατοφράχτη του Γουόλινγκφορντ' εξήγησα ότι τον έψαχνα τις τελευταίες δύο ώρες τουλάχιστον.
“Τον υδατοφ΄ραχτου του Γουόλινγκφορντ!” απάντησαν. “Μα την πίστη μου, κύριε, αυτός γκρεμίδτηκε εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο τώρα. Δεν υπάρχει πια υδατοφράχτης στου , κύριε. Τώρα πλησιάζετε στο Κληβ. Θα τρελαθώ' ακούς, Μπιλ, είναι εδώ ένας κύριος που ψάχνει τον υδατοφράχτη του Γουόλινγκφορντ!”
           
             Αυτό δε μου είχε περάσει από το μυαλό. Ήθελα να τους αγκαλιάσω και να τους ευλογήσω, αλλά το ποτάμι σ' εκείνο το σημείο κυλούσε πολύ ορμητικά για να μου το επιτρέψει έτσι λοιπόν αναγκάστηκα να αρκεστώ σε απλά λόγια ευγνωμοσύνης που μου φάνηκαν πολύ ψυχρά.

             Τους ευχαριστήσαμε ξανά και ξανά, είπαμε πόσο ωραία ήταν η νύχτα και τους ευχηθήκαμε καλό ταξίδι' νομίζω μάλιστα ότι τους κάλεσα να έρθουν να τους φιλοξενήσω καμιά εβδομάδα και η εξαδέλφη μου είπε ότη η μητέρα της πολύ θα χαιρόταν να τους γνωρίσει. Τραγουδήσαμε μαζί τους το χορωδιακό μέρος των στρατιωτικών από το Φάουστ και καταφέραμε να φτάσουμε στο σπίτι εγκαίρως για το δείπνο.

8 σχόλια:

  1. Πέρασα να σε χαιρετίσω, επιτέλους διακοπές κι εγώ!
    Θα τα ξαναπούμε σε 2 βδομάδες!
    Φιλιά, να περνάς όμορφα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. επιτέλους διακοπές!
      καλά να περάσεις. ν' ανανεωθείς.
      φιλάκια!

      Διαγραφή
  2. Συμφωνω απολυτα
    οταν σε ρυμουλκουν κοριτσια
    με τον ενα η τον αλλο τροπο

    Τα μεγαλα διηγηματα μοιαζουν σαν τα μακρυμανικα ρουχα
    ταιριαζουν καλυτερα στις χειμωνιάτικες μερες
    που κανει κρυο
    Τωρα το καλοκαιρι συνηθως φοραμε αμανικα...


    Καλη Κυριακη Μπλουζ...

    :))


    ΥΓ.
    Διαβασες τους "δυσκολους ερωτες" του Καλβινο?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. έρωτες, όχι ακόμη.
      το φθινοωράκι.
      τώρα λάιτ λογοτεχνίς - ή έτσι την λέω εγώ.
      καλή εβδομάδα Velvet!

      Διαγραφή
    2. Μην σε τρομαζει ο τιτλος
      Κι αυτοι "λαιτ" ειναι
      Σαν ενα παγωμενο τσαι με λεμονι

      Επιμενω....

      Διαγραφή
    3. εντάξει. πάω στο βιβλιοπωλείο....
      καλό βραδάκι!

      Διαγραφή
  3. όμορφα καλοκαιρινά διαβάσματα...καλή εβδομάδα summertime!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. καλή εβδομάδα κοριτσάκι.
      αντέχεις να διαβάσεις τρία λέπτά συνεχόμενα;
      ηρωίδα!!
      φιλιά.

      Διαγραφή