Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11β

Ο Χάρις πρότεινε να φάμε στραπατσάδα για πρωινό. Είπε ότι θα μαγείρευε εκείνος. Το έκανε συχνά στο πικ νικ και στις κρουαζιέρες με κότερο. Ήταν διάσημος για τα αυγά του. Αν κρίνουμε από τα λεγόμενά του, όσοι είχαν δοκιμάσει τη στραπατσάδα του μετά από αυτό δεν ήθελαν να αγγίξουν άλλο φαγητό, αλλά μελαγχολούσαν και πέθαιναν από στέρηση όταν δεν μπορούσαν να την ξαναβρούν.

Μας έτρεχαν τα σάλια ακούγοντάς τον να μιλάει, έτσι λοιπόν του δώσαμε το καμινέτο, το τηγάνι κι όσα αυγά δεν είχαν σπάσει λερώνοντας όλα τα υπόλοιπα πράγματα στο καλάθι, και τον παρακαλέσαμε να ξεκινήσει.

Δυσκολεύτηκε κάπως στο σπάσιμο των αυγών -για την ακρίβεια, δε δυσκολεύτηκε τόσο πολύ να τα σπάσει, όσο να τα πείσει να μπουν στο τηγάνι αφού είχαν σπάσει, να τα κρατήσει μακριά από το παντελόνι του και να του απαγορέψει να κυλήσουν μέσα στο μανίκι του' τελικά όμως κατάφερε να ρίξει πέντ' έξι από δαύτα στο τηγάνι' μετά κάθισε οκλαδόν δίπλα στο καμινέτο και τα τσιγκλούσε συνεχώς μ ένα πηρούνι.

             Έμοιαζε εξαντλητική δουλειά, απ' όσο μπορούσαμε να κρίνουμε εγώ και ο Τζωρτζ. Όποτε πλησίαζε το τηγάνι καιγόταν και μετά του 'πεφτε το πηρούνι και χόρευε γύρω από το καμινέτο, τινάζοντας τα δάχτυλά του και βλαστημώντας. Για την ακρίβεια, κάθε φορά που ο Τζωρτζ κι εγώ γυρίζαμε να κοιτάξουμε, έκανε πάντα αυτή τη δουλειά. Στην αρχή σκεφτήκαμε ότι αυτές οι φιγούρες ήταν αναπόσπαστο τμήμα της μαγειρικής ιεροτελεστίας.

             Δεν ξέραμε τί είναι τα αυγά στραπατσάδα' φανταστήκαμε ότι μπορεί να ήταν κάποια σπεσιαλιτέ των ερυθρόδερμων ή των Νησιών  Σάντουιτς που η προετοιμασία τους απαιτεί τελετουργικό χορό κι επικλήσεις για να συντελεστεί σωστά. Ο Μονμόρενσυ πήγε μια φορά κι έβαλε τη μύτη του από πάνω από το τηγάνι, αλλά το λίπος ξεχείλισε και τον έκαψε και μετά άρχισε εκείνος να χοροπηδάει και να βλαστημάει. Συνολικά επρόκειτο για μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές επιχειρήσεις που έχω ποτέ παρακολουθήσει. Ο Τζωρτζ κι εγώ στεναχωρηθήκαμε πολύ όταν τελείωσε.

             Το αποτέλεσμα δεν είχε ακριβώς την επιτυχία που περίμενε ο Χάρις. Μετά από όλη αυτή τη φασαρία, θα το χαρακτήριζες μάλλον πενιχρό. Έξι αυγά είχα μπει στο τηγάνι κι αυτό που βγήκε από εκεί μέσα ήταν μια κουταλιά καμμένης και απωθητικής στην όψη τροφής.

              Ο Χάρις είπε ότι έφταιγε το τηγάνι και το καμινέτο' πίστευε ότι τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί πιο καλά αν είχαμε μια κατσαρόλα και μια γκαζιέρα' αποφασίσαμε λοιπόν να μην το επιχειρήσουμε ξανά, αν δεν είχαμε μαζί μας αυτά τα μαγειρικά βοηθήματα.

               Ο ήλιος είχε ζεστάνει ώσπου να τελειώσουμε το πρόγευμα, ο αέρας είχε πέσει και το πρωινό ήταν ό,τι ωραιότερο θα μπορούσε να επιθυμήσει κανείς. Απ' όσα βλέπαμε, πολύ λίγα θα μας θύμιζαν το 19ο αιώνα' έτσι όπως αγναντεύαμε το ποτάμι στην πρωινή λιακάδα, μπορούσαμε σχεδόν να φανταστούμε ότι οι αιώνες ανάμεσα σ' εμάς και στο διάσημο εκείνο πρωινό του Ιουνίου του 1215 είχαν εξαφανιστεί, κι εμείς, γιοι Άγγλων γαιοκτημόνων, ντυμένοι με ρούχα που είχαν υφανθεί στο χέρι κι ένα μαχαίρι στη ζώνη, περιμέναμε για να παραστούμε μάρτυρες στο γράψιμο εκείνης της σημαντικής ιστορικής σελίδας, που το νόημά της θα μετέφραζε στους κοινούς θνητούς περίπου 400 χρόνια αργότερα κάποιος Όλιβερ Κρόμγουελ, αφού το μελέτησε επισταμένως.

             
   
                Είναι ένα θεσπέσιο καλοκαιρινό πρωινό -ηλιόλουστο, απαλό και ήσυχο. Όμως στον αέρα πλανάται μια ανατριχίλα που σε προϊδεάζει για την επερχόμενη αναταραχή. Ο βασιλιάς Ιωάννης είχε κοιμηθεί στο Ντάνκροφτ Χολ και όλη την προηγούμενη μέρα η μικρή πόλη του Στέινς αντηχούσε από την κλαγγή των όπλων, τον ήχο από τις οπλές των αλόγων πάνω στις πλατιές της πέτρες, τις κραυγές των βαθμοφόρων, τις βαριές βλαστήμιες και τα άκεφα πειράγματα από γενειοφόρους τοξότες, στρατιώτες οπλισμένους με δόρατα και ξένους λογχοφόρους που μιλούσαν παράξενες γλώσσες.

                Ένα τσούρμο από ιππότες και ακολούθους με πολύχρωμες φορεσιές έχει καταφτάσει πάνω στ' άλογα, σκονισμένοι και λερωμένοι από το ταξίδι. Όλο το βράδυ οι πόρτες των δειλών κατοίκων της πόλης είχαν υποχρεωθεί ν' ανοίξουν στα γρήγορα για να υποδεχτούνε ομάδες στρατιωτών για τους οποίους έπρεπε να εξασφαλιστεί στέγη και φαγητό της καλύτερης ποιότητας, αλλιώς αλίμονο στο σπίτι και όλους του ενοίκους του' γιατί το σπαθί είναι δικαστής κι ένορκοι μαζί, κι ενάγων και δήμιος αυτές τις θυελλώδεις εποχές, και πληρώνει για όσα παίρνει δείχνοντας έλεος σ' εκείνους από τους οποίους τα παίρνει, αν ευαρεστηθεί, βέβαια.

                Γύρω από τη μεγάλη υπαίθρια φωτιά στην αγορά, μαζεύονται κι άλλα στρατεύματα των βαρόνων' τρώνε και μπεκρουλιάζουν, μουγκρίζουν τραγούδια του πιοτού, στοιχηματίζουν και καυγαδίζουν, ενώ προχωράει το σούρουπο και αρχίζει να νυχτώνει. Η ανταύγεια της φωτιάς ρίχνει παράξενες σκιές στα στοιβαγμένα τους όπλα και τα άξεστα μούτρα τους. Τα παιδιά της πόλης κρυφοκοιτάνε απορημένα' πληθωρικές επαρχιώτισσες πλησιάζουν γελώντας για ν' ανταλλάξουν καλαμπούρια και πειράγματα της μπύρας με τους μεθυσμένους στρατιώτες, που δε μοιάζουν καθόλου με τους αγροίκους ντόπιους, που στέκουν παράμερα περιφρονημένοι και χαζεύουν με κενά χαμόγελα στα πλατιά τους πρόσωπα. Από τους αγρούς ολόγυρα αχνοφέγγουν τα φώτα από πιο μακρινά στρατόπεδα, γιατί εδώ έχουν μαζευτεί υποστηρικτές κάποιου μεγάλου άρχοντα κι εκεί οι Γάλλοι μισθοφόροι του προδότη Ιωάννη καιροφυλακτούν σαν τους λύκους έξω από την πόλη.

                Έτσι λοιπόν, με φρουρούς σε κάθε σκοτεινό δρομάκι και φωτιές σκοπιάς να τρεμοπαίζουν σε όλους τους γύρω λόφους, πέρασε η νύχτα σ' εκείνη την όμορφη κοιλάδα του παλιού Τάμεση και ξημέρωσε το πρωινό της μεγάλης μέρας που έμελλε να έχει τόσο μεγάλες επιπτώσεις στη μοίρα των επερχόμενων γενεών.

                 Από πολύ νωρίς, πριν ακόμα χαράξει, στο πῖο χαμηλό από τα δύο νησιά, ακριβώς πάνω από εκεί που καθόμαστε, ακούγεται πολύ φασαρία και άνθρωποι που δουλεύουν. Η μεγάλη εξέδρα που έφεραν από την προηγούμενη έχει στηθεί και οι ξυλουργοί έχουν βαλθεί να καρφώνουν σειρές καθισμάτων, ενώ μαθητευόμενοι ράφτες από το Λονδίνο βρίσκονται εκεί με πολύχρωμες στόφες και μετάξι και υφάσματα κεντημένα με χρυσό και ασήμι.

                 Και τώρα ιδού! Καμιά δεκαριά ρωμαλέοι άντρες με ψηλούς πελέκεις - άνθρωποι των βαρόνων- κατηφορίζουν το δρόμο που ακολουθεί τηνΣτέινς, γελώντας και κουβεντιάζοντας με βαθιές, βαριές φωνές' σταματάνε γύρω στα εκατό μέτρα πάνω από εμάς, στην απέναντι όχθη, στηρίζονται στα όπλα τους και περιμένουν.

                 Έτσι, ώρα με την ώρα, ανηφορίζουν το δρόμο ολοένα και περισσότερες ομάδες οπλισμένων αντρών, με τις περικεφαλαίες και τις πανοπλίες τους ν' αστράφτουν στη λιακάδα μέχρι που, όσο φτάνει το μάτι, ο δρόμος είχε γεμίσει αστραφτερό ατσάλι και ανυπόμονα άλογα. Καβαλάρηδες πηγαινοέρχονται από ομάδα σε ομάδα, μικρά λάβαρα ανεμίζουν τεμπέλικα στη χλιαρή αύρα, και κάθε τόσο γίνεται μεγαλύτερο σούσουρο, καθώς οι γραμμές των αντρών παραμερίζουν κι από τις δυο πλευρές και κάποιος μεγάλος βαρόνος με το πολεμικό του άτι και τη φρουρά των ακολούθων γύρω του περνάει για να πάρει θέση επικεφαλής των δουλοπάροικων και των υποτελών του.

                 Και πάνω στην πλαγιά του λόφου Κούπερ, ακριβώς απέναντι, έχουν μαζευτεί περίεργοι αγρότες και κάτοικοι της πόλης που έχουν σπεύσει από το Στέινς και κανείς τους δεν είναι βέβαιος γιατί γίνεται όλη αυτή η φασαρία, αλλά ο καθένας έχει και μια προσωπική εκδοχή για το μεγάλο γεγονός που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν. Μερικοί λένε ότι ο λαός θα δει καλό από όσα θα γίνουν ετούτη τη μέρα' αλλά οι γέροντες κουνάνε το κεφάλι, γιατί αυτήν την ιστορία την έχουν ξανακούσει πολλές φορές.

                Όλο το ποτάμι μέχρι κάτω το Στέινς είναι γεμάτο από μικρά σκάφη, βάρκες και μικροσκοπικές σχεδίες -αν κι οι τελευταίες θεωρούνται πια ξεπερασμένες και τις χρησιμοποιούν μόνο οι πιο φτωχοί άνθρωποι. Οι ρωμαλέοι κωπηλάτες ανάγκασαν τα πλεούμενα να περάσουν τους καταρράκτες, εκεί που σε μεταγενέστερες εποχές θα κατασκευαστεί το φράγμα του Μπελ, και τώρα συγκεντρώνονται όσο πιο κοντά τολμούν να πλησιάσουν τις μεγάλες σκεπασμένες μαούνες που είναι έτοιμες να μεταφέρουν το βασιλιά Ιωάννη εκεί που το μοιραίο συμβόλαιο περιμένει την υπογραφή του.

              Είναι μεσημέρι κι εμείς και όλος ο υπόλοιπος κόσμος περιμένουμε υπομονετικά πολλή ώρα' έχει κυκλοφορήσει η φήμη ότι ο δόλιος Ιωάννης ξέφυγε πάλι από τα χέρια των βαρόνων, έφυγε κρυφά από το Ντάνκροφτ Χολ με τους μισθοφόρους του και σύντομα θα κάνει άλλες δουλειές αντί να υπογράφει συμβόλαια για την ελευθερία του λαού του.

              Όμως όχι! Αυτή τη φορά η λαβή επάνω του ήταν σιδερένια' μάταια πάλεψε να ξεφύγει. Στο βάθος του δρόμου έχει σηκωθεί ένα μικρό σύννεφο σκόνης που πλησιάζει και μεγαλώνει' ο ήχος των οπλών ακούγεται ολοένα και πιο δυνατά κι ανάμεσα στις σκορπισμένες ομάδες των συγκεντρωμένων αντρών προχωράει μια περίλαμπρη ομάδα έφιππων λόρδων και ιπποτών, φανταχτερά ντυμένων. Μπροστά και πίσω και δεξιά και αριστερά της καλπάζουν οι ακόλουθοι των βαρόνων και στη μέση τους βρίσκεται ο βασιλιάς Ιωάννης.

              Πλησιάζει πάνω στο άλογο το σημείο όπου περιμένουν πανέτοιμες οι μαούνες και οι μεγάλοι βαρόνοι προχωράνε μπροστά από τα στρατεύματά τους για να τον συναντήσουν. Τους χαιρετάει με χαμόγελα και γλυκές κουβέντες, λες και πρόκειται για κάποια γιορτή που έχει οργανωθεί προς τιμήν του. Αλλά την ώρα που κάνει να ξεκαβαλικέψει, ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στους Γάλλους μισθοφόρους του, που έχουν μαζευτεί από πίσω, και στις σκοτεινές ορδές των ανθρώπων των βαρόνων που τον ζώνουν.

              Είναι πολύ αργά άραγε; Ένα δυνατό χτύπημα στον ανυποψίαστο ιππότη δίπλα του, μια κραυγή στα γαλλικά του στρατεύματα, μια απεγνωσμένη έφοδος στις απροετοίμαστες δυνάμεις μπροστά του, κι εκείνοι οι επαναστατημένοι βαρόνοι μπορεί να μετανιώσουν την ώρα και τη στιγμή που τόλμησαν να αντιταχθούν στα σχέδιά του! Ένα πιο τολμηρό χέρι θα μπορούσε ν' αλλάξει το ρου της ιστορίας ακόμη κι εκείνη τη στιγμή. Αν ήταν εκεί ένας Ριχάρδος! Το κύπελλο της ελευθερίας μπορεί να είχε απομακρυνθεί από τα χείλη της Αγγλίας κι η γεύση της να είχε καθυστερήσει άλλα εκατό χρόνια.

               Αλλά η καρδιά του βασιλιά Ιωάννη δείλιασε μπροστά στα βλοσυρά πρόσωπα των Άγγλων πολεμιστών' και το χέρι του κατέβηκε ξανά στο χαλινάρι του, ξεπέζεψε κι επιβιβάστηκε στην πρώτη μαούνα. Οι βαρόνοι επιβιβάστηκαν μετά από εκείνον, με το γαντοφορεμένο τους χέρι πάνω στη λαβή του ξίφους τους και δόθηκε εντολή να ξεκινήσουν.

               Σιγά σιγά οι βαριές, πλουμιστές μαούνες απομακρύνονται από την ακτή του Ράνιμιντ. Προχωράνε μεγαλόπρεπα κι αργά, κόντρα στο γρήγορο ρεύμα, μέχρι που με ένα σιγανό γογγητό προσαράζουν στην όχθη του μικρού νησιού που από εκείνη τη μέρα και μετά θα γίνει γνωστό ως το νησάκι της Μάγκνα Κάρτα. Ο βασιλιάς Ιωάννης βγαίνει στη στεριά κι εμείς περιμένουμε με κομμένη την ανάσα μέχρι που μια μεγάλη κραυγή σκίζει τον αέρα και καταλαβαίνουμε ότι μόλις έβαλε το θεμέλιο λίθο του ναού της ελευθερίας της Αγγλίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου