Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Οι δύο όψεις ενός νομίσματος και γιατί το χρήμα είναι κάποιες φορές συμπαθές και δίνει λύσεις σε άλυτα προβλήματα, διακοπές β

καλημέρα, καλή εβδομάδα!!!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ

Καταστρώνουμε σχέδια – Οι απολαύσεις της υπαίθριας κατασκήνωσης τις ομορφες νύχτες – Το ίδιο, τις υγρές νύχτες – Αποφασίζεται συμβιβασμός – Οι πρώτες εντυπώσεις του Μονμόρεσνσυ – Φόβος ότι η καλοσύνη του δεν είναι του κόσμου τούτου - Οι φόβοι απορρίπτονται ως αβάσιμοι – Η συνεδρίαση αναβάλλεται.

    Βάλαμε κάτω τους χάρτες κι αρχίσαμε να καταστρώνουμε τα σχέδιά μας.
    Κανονίσαμε να ξεκινήσουμε το επόμενο Σάββατο από το Κινγκστον. Ο Χάρις κι εγώ θα πηγαίναμε το πρωί και θ' ανεβάζαμε τη βαρκα μέχρι το Τσέρτσι κι ο Τζωρτζ, που δε κατάφερνε να φύγει από το Σίτυ πριν από το απόγευμα ( ο Τζωρτζ πάει και κοιμάται σε μια τράπεζα δέκα με τέσσερις κάθε μέρα εκτός από τα Σάββατα που τον ξυπνάνε και τον βγάζουν έξω στις δύο), θα μας συναντούσε εκεί.
    Τί θα ήταν καλύτερο, να κατασκηνώσουμε στο ύπαιθρο ή να κοιμόμαστε σε πανδοχεία;
    Ο Τζωρτζ κι εγώ υποστηρίζαμε την κατασκήνωση. Είπαμε ότι θα ήταν μια αίσθηση άγρια κι ελεύθερη, σχεδόν πρωτόγονη.
    Σιγά σιγά, η χρυσή ανάμνηση του νεκρού ήλιου σβήνει από την καρδιά των ψυχρών, θλιμμένων σύννεφων. Σιωπηλά, σαν στεναχωρημένα παιδιά, τα πουλιά παύουν το τραγούδι τους και μόνο η παραπονιάρικη κραυγή της νερόκοτας και το άγριο κρώξιμο της ορτυκομάνας ταράζουν την περιδεή σιωπή γύρω από το υγρό κρεβάτι όπου η θνήσκουσα η μέρα αφήνει την τελευταία της πνοή.
    Από τα δάση που διαφαίνονται αχνά στις δύο όχθες, ο στρατός των φαντασμάτων της Νύχτας, οι γκρίζες σκιές, βγαίνουν έρποντας αθόρυβα για να εκδιώξουν την καθυστερημένη οπισθοφυλακή του φωτός και περνούν με αθόρυβα, αόρατα βήματα πάνω από το κυματιστό γρασίδι του ποταμού και μέσα από τα βούρλα του στενάζουν κι η Νύχτα, πάνω στο ζοφερό της θρόνο, διπλώνει τα μαύρα της φτερά πάνω από τον κόσμο που σκοτεινιάζει και, από το φασματικό της παλάτι φωτίζουν τα χλωμά αστέρια, βασιλεύει μέσα στη γαλήνη.
    Μετά τραβάμε τη βάρκα μας σε κάποια ήσυχη γωνία, στήνουμε τη σκηνή, μαγειρεύουμε και τρώμε το λιτό μας δείπνο. Ύστερα γεμίζονται κι ανάβονται οι μεγάλες πίπες κι η ευχάριστη συζήτηση φουντώνει σε ήσυχους τόνους ενώ στις παύσεις της κουβέντας το ποτάμι, παίζοντας γύρω από τη βάρκα, ψιθυρίζει παράξενους παλιούς θρύλους και μυστικά, τραγουδώντας χαμηλόφωνα το παλιό παιδικό τραγουδάκι που έχει τραγουδήσει τόσες πολλές χιλιάδες χρόνια – και θα τραγουδά για πολλές ακόμα χιλιάδες χρόνια, μέχρι που η φωνή του να βραχνιάσει και να γεράσει - , ένα τραγούδι που εμείς, που έχουμε μάθει ν' αγαπάμε το αενάως μεταβαλλόμενο πρόσωπό του, εμείς που έχουμε φωλιάσει τόσο συχνά στη φιλόξενη αγκαλιά του, νομίζουμε, κατά κάποιο τρόπο, ότι καταλαβαίνουμε, αν και δε θα μπορούσαμε να αφηγηθούμε με απλά λόγια την ιστορία που μας αφηγείται το ποτάμι.
    Και καθόμαστε εκεί, δίπλα του, ενώ το φεγγάρι, που το αγαπάει κι εκείνο, σκύβει για να το φιλήσει με αδελφικό φιλί κι απλώνει τ' ασημένια του μπράτσα για το αγκαλιάσει αδελφικά' και το παρακολουθούμε να κυλάει, τραγουδώντας διαρκώς, ψιθυρίζοντας διαρκώς, για να συναντήσει τη βασίλισσά του, τη θάλασσα – μέχρι που οι φωνές μας σβήνουν στη σιωπή και οι πίπες σβήνουν κι εκείνες' μέχρι που εμείς, συνηθισμένοι καθημερινοί νέοι άντρες, νιώθουμε παράξενα γεμάτοι σκέψεις, άλλες πικρές κι άλλες γλυκές, και δεν έχουμε διάθεση να μιλήσουμε – μέχρι που γελάμε και σηκώνουμε τινάζοντας τη στάχτη από τις σβησμένες μας πίπες' “ Καληνύχτα'” και, νανουρισμένοι από το κυματάκι και το θρόισμα των δέντρων, αποκοιμόμαστε κάτω από τα μεγαλόπρεπα, γαλήνια αστέρια' κι ονειρευόμαστε ότι η υφήλιος είναι και πάλι νέα – νέα και γλυκειά όπως ήταν πριν αιώνες φθοράς και αγωνίας αυλακώσουν τα όμορφό της πρόσωπο, πριν οι αμαρτίες και οι τρέλες των παιδιών της γεράσουν στοργική καρδιά της' γλυκειά όπως ήταν εκείνα τα χρόνια που κρατούσε εμάς, τα παιδιά της, στη φιλόξενή της αγκαλιά – πριν η πονηριά του πολύχρωμου πολιτισμού μας σαγηνέψει και μας απομακρύνει από την αγκαλιά της κι ο δηλητηριώδης σαρκασμός του σύγχρονου κόσμου μας κάνει να ντραπούμε για την απλή ζωή που ζούσαμε κοντά της και για το απλό, πλούσιο σπίτι όπου είχε γεννηθεί η ανθρωπότητα πριν από χιλιάδες χιλιάδες χρόνια.
    Ο Χάρις είπε: “ Τί θα γίνει αν πιάσει βροχή;”
    Τίποτα δεν συγκινεί τον Χάρις. Δεν έχει ίχνος ποίησης μέσα του ο Χάρις – καμιά λαχτάρα για το άπιαστο. Ο Χάρις ποτέ δεν κλαίει χωρίς να ξέρει γιατί.  Αν τα μάτια του Χάρις γεμίσουν δάκρυα, μπορείς να στοιχηματίσεις ότι οφείλεται στο γεγονός ότι ο Χάρις έτρωγε ωμά κρεμμύδια ή είχε βάλει πολύ καυτερή σάλτσα στην μπριζόλα του.
    Αν, για παράδειγμα, βρίσκεσαι νύχτα στην ακρογιαλιά και πεις,:
    “Άκου! Δεν ακούς; Μήπως είναι οι νεράιδες που τραγουδούν βαθειά κάτω από τα κύματα; ή θλιμμένα πνεύματα που ψάλλουν ελεγείες για λευκά κορμιά, αιχμάλωτα μέσα στα φύκια;”
    Ο Χάρις θα σε πιάσει από το χέρι και θα σου πει :
    “Ξέρω τί είναι, γέρο μου' έχεις αρπάξει κρυολόγημα. Έλα μαζί μου τώρα. Ξέρω ένα στέκι εδώ δίπλα που μπορείς να πιεις μια γουλιά από το καλό σκοτσέζικο ουίσκι που έχεις δοκιμάσει ποτέ σου – θα σε κάνει περδίκι”.
    Ο Χάρις πάντα ξέρει ένα στέκι εδώ δίπλα όπου μπορείς να βρεις κάτι εξαιρετικό στο τομέα των ποτών. Πιστεύω ότι έτσι και τράκαρες τον Χάρις εκεί ψηλά στον Παράδεισο ( αν υποτεθεί ότι κάτι τέτοιο είναι ποτέ πιθανόν να συμβεί). Θα σε χαιρετούσε αμέσως με ένα: “ Χαίρομαι που ήρθες, παλιόφιλε" ξέρω ένα στέκι εδώ δίπλα που μπορείς να βρεις νέκταρ πρώτης τάξεως”.
    Στην παρούσα περίσταση, πάντως, όταν αφορά την κατασκήνωση στην ύπαιθρο, η πρακτική του οπτική γωνία για το θέμα λειτούργησε ως πολύ έγκαιρος  υπαινιγμός. Η κατασκήνωση στο ύπαιθρο δεν είναι και πολύ ευχάριστη όταν βρέχει..
    Είναι βράδυ. Είσαι μουσκεμένος μέχρι το κόκαλο, η βάρκα έχει μαζέψει τουλάχιστον δύο δάκτυλα νερό στον πάτο κι όλα τα πράγματα είναι βρεγμένα. Βρίσκεις ένα σημείο στην όχθη που δεν είναι και τόσο λασπωμένο όσο και άλλα σημεία που έχεις δει, κατεβαίνεις και ξεφορτώνεις τη σκηνή και οι άλλοι δύο αρχίζουν να τη στήνουν.
    Είναι μουσκεμένη και βαριά. Σωριάζεται πάνω σου, κολλάει γύρω από το κεφάλι σου και σε κάνει έξαλλο. Η βροχή πέφτει σταθερά όλη την ώρα. Έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να στήσεις σκηνή' όταν βρέχει, η όλη διαδικασία θυμίζει ηράκλειο άθλο. Σου φαίνεται ότι ο άλλος, αντί να σε βοηθάει κάνει το κορόιδο. Την ώρα που έχεις καταφέρει να στήσεις τη δική σου πλευρά αυτός την τραβάει από το μέρος του και τα χαλάει όλα.
    “Ε! Τί κάνεις εκεί;” φωνάζεις.
    “Εσύ τί κάνεις, μου λες;” φωνάζει εκείνος. “Αμόλα γρήγορα!”
    “Μη τραβάς' δεν το κάνεις σωστά ηλίθιε!” ουρλιάζεις.
    “Εγώ μια χαρά το κάνω”, ουρλιάζει εκείνος' “αμόλα από τη δική σου μεριά!”
    “Σου λέω ότι δεν το κάνεις σωστά!” ωρύεσαι, ελπίζοντας να μπορέσεις να τον πείσεις' και δίνεις ένα τράβηγμα στα σκοινιά σου, που του βγάζει όλα τα παλούκια.
    “Α, το ηλίθιο!” τον ακούς να μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του' και μετά ακούγεται ένα άγριο ουρλιαχτό και καταρρέει η δική σου πλευρά της σκηνής και ξεκινάς να κάνεις το γύρο της σκηνής προς το μέρος του για να του πεις τί σκέφτεσαι για όλη την υπόθεση, την ίδια ακριβώς στιγμή που ξεκινάει κι εκείνος προς την ίδια κατεύθυνση για να σου εξηγήσει τις απόψεις του. Κι ακολουθεί ο ένας τον άλλο γύρω γύρω, βρίζοντας ο ένας τον άλλο, μέχρι που η σκηνή σωριάζεται ανάμεσά σας κι εσείς αγριοκοιτάζεστε πάνω από τα ερείπιά της και τελικά αναφωνείτε ταυτόχρονα αγανακτισμένοι :
    “Ορίστε! Τί σου έλεγα εγώ;”
    Στο μεταξύ ο τρίτος της παρέας, που αδειάζοντας τη βάρκα έχει καταφέρει να χύσει όλο το νερό μέσα στο μανίκι του και βλαστημάει χαμηλόφωνα τα τελευταία δέκα λεπτά, θέλει να μάθει τί στην ευχή παριστάνετε και γιατί η αναθεματισμένη σκηνή δεν έχει στηθεί ακόμα.
    Τελικά, η σκηνή στήνεται κουτσά στραβά και κατεβάζετε τα πράματα. Είναι χαμένος κόπος να προσπαθήσετε ν' ανάψετε φωτιά με ξύλα, γι αυτό ανάβετε τη γκαζιέρα και μαζεύεστε γύρω της.
    Το βρόχινο νερό είναι το κυριότερο συστατικό του δείπνου. Το ψωμί περιέχει βρόχινο νερό κατά τα δύο τρίτα του, η κρεατόπιτα είναι πολύ πλούσια σε αυτό κι η μαρμελάδα, το βούτυρο, το αλάτι και ο καφές, σε συνδυασμό με αυτό, έχουν γίνει σούπα.
    Μετά το δείπνο ανακαλύπτεις ότι ο καπνός σου είναι μουσκεμένος και δεν μπορείς να καπνίσεις. Ευτυχώς έχεις ένα μπουκάλι από εκείνο το υγρό που σου φτιάχνει τη διάθεση και σε μεθάει, αν το πιεις σε ικανές ποσότητες, κι αποκαθιστά επαρκώς το ενδιαφέρον σου για τη ζωή, ώστε να πειστείς να πας για ύπνο.
    Εκεί ονειρεύεσαι ότι ένας ελέφαντας έχει καθίσει ξαφνικά στο στήθος σου κι ότι το ηφαίστειο εξερράγη και σε πέταξε στο βάθος της θάλασσας – με τον ελέφαντα να κοιμάται ακόμα αμέριμνος πάνω στο στήθος σου. Ξυπνάς και σου γεννιέται η ιδέα ότι κάτι τρομερό έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Η πρώτη σου εντύπωση είναι ότι έχει έρθει η συντέλεια του κόσμου' μετά σκέφτεσαι ότι αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει, αλλά πρόκειται για κλέφτες και δολοφόνους ή κάποια πυρκαγιά, κι αυτή σου την άποψη την εκφράζεις με το συνήθη τρόπο. Ωστόσο δεν εμφανίζεται βοήθεια και το μόνο που ξέρεις είναι πως χιλιάδες άντρες σε κλωτσάνε ενώ εσύ ασφυκτιάς.
    Κάποιος άλλος μοιάζει να έχει πρόβλημα επίσης. Ακούς τις αχνές του κραυγές από κάτω από το κρεβάτι σου. Αποφασισμένος ό,τι κι αν γίνει να πουλήσεις ακριβά το τομάρι σου, παλεύεις λυσσασμένα, χτυπώντας δεξιά κι αριστερά με χέρια και με πόδια και ουρλιάζοντας ασταμάτητα, μέχρι που τελικά κάτι υποχωρεί και το κεφάλι σου βρίσκεται ξανά στο καθαρό αέρα. Μισό μέτρο διακρίνεις αχνά κάποιο μισοντυμένο κακοποιό που καιροφυλακτεί να σε σκοτώσει και προετοιμάζεσαι για αγώνα ζωή ς και θανάτου μαζί του, μέχρι που αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι είναι ο Τζιμ.
    “Α, εσύ είσαι, ε;” λέει, αναγνωρίζοντάς σε κι εκείνος την ίδια στιγμή.
    “Ναι”, απαντάς, τρίβοντας τα μάτια σου' “Τί συνέβη;”
    “Νομίζω πως η ρημάδα η σκηνή έπεσε κάτω από τον αέρα”, λέει εκείνος. “Πού είναι ο Μπίλ;”
    Μετά υψώνετε κι οι δυο τη φωνή και ουρλιάζετε, “Μπιλ!” Και το έδαφος από κάτω σας σαλεύει κι ανασηκώνεται, κι η πνιχτή φωνή που ακούγατε προηγουμένως απαντάει μέσα από τα ερείπια: “Μήπως μπορείτε να μη με πατάτε στο κεφάλι;”
    Κι ο Μπιλ βγαίνει με τα χίλια βάσανα, ένα λασπωμένο, ποδοπατημένο ερείπιο με αναίτια επιθετική διάθεση – διότι τρέφει την ακράδαντη πεποίθηση ότι όλη η ιστορία έγινε επίτηδες.
    Το πρωί είστε κι οι τρεις σιωπηλοί, γεγονός που οφείλεται στο σοβαρό κρυολόγημα που αρπάξατε τη νύχτα' νιώθετε επίσης πολύ μεγάλη διάθεση για καυγά και βλαστημάτε ο ένας τον άλλο με βραχνούς ψιθύρους, όση ώρα παίρνετε το πρόγευμα.
    Αποφασίσαμε επομένως ότι θα κατασκηνώναμε μόνο τις νύχτες με καλό καιρό' και θα καταφεύγαμε στις υπηρεσίες ξενοδοχείων, πανδοχείων και μπαρ σαν αξιοπρεπείς άνθρωποι, όποτε θα είχε υγρό καιρό ή όποτε εμείς θα είχαμε διάθεση για αλλαγή.
    Ο Μονμόρενσυ χαιρέτισε αυτό το συμβιβασμό με ενθουσιασμό. Δεν τον εμπνέει ιδιαίτερα η ρομαντική μοναξιά. Λατρεύει οτιδήποτε κάνει θόρυβο' αν είναι και στο μπόι του, τόσο το καλύτερο. Βλέποντας τον Μονμόρενσυ, νομίζει κανείς ότι είναι άγγελος σταλμένος στη γη με τη μορφή ενός μικρού φοξ τεριέ – για κάποιο λόγο άγνωστο στο ανθρώπινο είδος. Στην έκφραση του Μονμόρενσυ διακρίνει κάτι σαν Ω- σε- τί- κόσμο- ζούμε- και – πώς- θα – ήθελα – να – μπορούσα- να – κάνω – κάτι – για – να – τον – βελτιώσω, που έχει παρατηρηθεί ότι φέρνει δάκρυα στα μάτια ευσεβών κυριών και κυρίων.
    Όταν προτοήρθε να ζήσει εξόδοις μου, δεν πίστευα ότι θα τα κατάφερνα να τον κρατήσω για πολύ. Συνήθιζα να κάθομαι και να τον κοιτάζω καθώς καθόταν στο χαλάκι και με κοίταζε, και να σκέφτομαι: “ Αυτός ο σκύλος δεν θα ζήσει για πολύ. Θ αναληφθεί στους ουρανούς σ' ένα φωτεινό άρμα, όπως με βλέπεις και σε βλέπω”.
    Αλλά αφού πλήρωσα αποζημιώσεις για καμιά ντουζίνα κότες που είχε σκοτώσει' αφού τον απομάκρυνα σέρνοντάς τον από το σβέρκο, ενώ γρύλλιζε και κλοτσούσε, από εκατόν δεκατέσσερις σκυλοκαυγάδες στο δρόμο' αφού μια έξαλλη δεσποινίς μου είχε προσκομίσει μια νεκρή γάτα για να τη δω με τα μάτια μου και με αποκάλεσε δολοφόνο' και αφού με μήνυσε ο ιδιοκτήτης του παραδίπλα σπιτιού με την κατηγορία ότι άφηνα λυτό ένα αγριόσκυλο που τον είχε κρατήσει μια κρύα νύχτα πάνω από δύο ώρες αποκλεισμένο στην ΄΄ιδια του την αποθήκη να φοβάται να σκάσει μύτη από την πόρτα' κι όταν έμαθα ότι ο κηπουρός, εν αγνοία μου, είχε κερδίσει τριάντα σελήνια στοιχηματίζοντας πόσους αρουραίους μπορούσε ο Μονμόρενσυ να σκοτώσει την ώρα, τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι μπορεί να τον άφηναν να μείνει για λίγο ακόμα στο μάταιο τούτο κόσμο.
    Η αντίληψη που είχε ο Μονμόρενσυ για τη ζωή συνίστατο κυρίως στο να τριγυρίζει σε πάσης φύσεως αχούρια, να μαζεύει μια συμμορία από τους πιο αλήτες σκύλους της πόλης και να τίθεται επικεφαλής της πορείας τους στις φτωχογειτονιές προκειμένου να τα βάλουν με άλλους αλήτες σκύλους. Έτσι λοιπόν, όπως παρατήρησα προηγουμένως, συναίνεσε μ ενθουσιασμό στην πρόταση περί ξενοδοχείων, μπαρ και πανδοχείων.
    Έχοντας λοιπόν ρυθμίσει το θέμα του ύπνου με τον πιο ικανοποιητικό και για τους τέσσερίς μας τρόπο, το μόνο που έμενε να συζητήσουμε ήταν τί θα έπρεπε να πάρουμε μαζί μας' κι αυτό είχαμε αρχίσει να κάνουμε, όταν ο Χάρις είπε ότι δεν άντεχε άλλη κουβέντα φι' απόψε και πρότεινε να πάμε να το ρίξουμε λίγο έξω, προσθέτοντας ότι είχε βρει ένα στέκι εκεί δίπλα, όπου μπορούσες πραγματικά να πιεις μια γουλιά ιρλανδέζικο ουίσκι της προκοπής.
    Ο Τζωρτζ είπε ότι διψούσε ( πάντα διψάει ο Τζωρτζ από τότε που τον ξέρω) ' και καθώς είχα ένα προαίσθημα πως λίγο ουίσκι, χλιαρό, με μια φέτα λεμόνι, θα μου έκανε καλό στην υγεία, η συζήτηση αναβλήθηκε ομόφωνα για το επόμενο βράδυ' κι όλη η ομήγυρη φόρεσε τα καπέλα της και βγήκε έξω.

12 σχόλια:

  1. Αλήθεια που το'χω καταχωνιάσει αυτό το βιβλιαράκι?
    Δεν έχω αυτή την εκδοση... μια άλλη μικρότερη..
    Φιλάκια πολλά!!!! :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. φιλιά και προσοχή στις προσγειώσεις!
      αυτό για την ανάρτησή σου.

      Διαγραφή
  2. Καλή και όμορφη βδομάδα Blues:)))
    Φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. καλή και μεζεδλίδικη Ελενάκι.
      επιτυχία η συνταγή.
      φιλιά.

      Διαγραφή
  3. Εύχομαι μια υπέροχη εβδομάδα να έχεις!! Ευχαριστούμε!! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. γεια σου τέρας αγαπητό.
      παρακαλώ, παρακαλώ.
      είναι πολύ γοητευτικό ανάγνωσμα, είναι το άτιμο.
      καλή εβδομάδα!!

      Διαγραφή
  4. Απαντήσεις
    1. Αύγουστος μαμασίτα, Αύγουστος.
      από το πρωί ως το βράδυ.
      τρομερή κατάσταση.
      φιλία!!

      Διαγραφή
  5. Καλή, όσο γίνετε δροσερή και γεμάτη χρώματα...εβδομάδα!!!
    :0)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. όσο γίνεται
      κι αν δε γίνεται να κι η τεχνολογία!!
      δε μασάμε
      αν, όμως, παρ ελπίδα βγούμε έξω, κλαύταααααα.
      η εικόνα σου είναι πολύ αναζωογονητική. πλάι στο κύμα.
      καλή εβδομάδα.

      Διαγραφή