Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Μονμόρενσυ έστησε καυγά με την τσαγιέρα στη διάρκεια του τσαγιού και ήρθε δεύτερος και καταϊδρωμένος.

Σ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού είχε εκδηλώσει μεγάλη περιέργεια σχετικά με την τσαγιέρα. Καθόταν και την κοίταζε με απορημένη έκφραση την ώρα που έβραζε και κάθε τόσο προσπαθούσε να την ξεσηκώσει γρυλίζοντάς της. Όταν εκείνη άρχιζε να σφυρίζει και να βγάζει ατμό, εκλάμβανε το γεγονός ως πρόκληση και ήθελε να της στήσει καβγά,  μόνο που την ίδια ακριβώς στιγμή κάποιος ορμούσε μονίμως και του έπαιρνε τη λεία πριν προλάβει να ορμήξει.

Σήμερα όμως ήταν αποφασισμένος να προλάβει. Στον πρώτο ήχο που έβγαλε η τσαγιέρα, σηκώθηκε γρυλίζοντας και προχώρησε απειλητικά κατά πάνω της. Ήταν μια μικρή αλλά θαρραλέα τσαγιέρα κι όρθωσε το ανάστημά της και τον έφτυσε.
"Α, έτσι!" γρύλισε ο Μονμόρενσυ, δείχνοντας τα δόντια του. "Θα σου μάθω εγώ, να φέρεσαι με τέτοιο θράσος σ' έναν αξιοπρεπή εργαζόμενο σκύλο' βρώμικε, άθλιε, μυταρά, ορίστε μας. Εμπρός λοιπόν!".

Και χίμηξε καταπάνω σ' αυτήν την καημένη τη μικρή τσαγιέρα και την άρπαξε από το στόμιο. 

Τότε, μέσα στην ηρεμία του απογεύματος, ακούστηκε ένα ουρλαιχτό που σου πάγωνε το αίμα κι ο Μονμόρενσυ εγκατέλειψε τη βάρκα κι έφερε τρεις φορές βόλτα το νησί με ταχύτητα 55 χιλιομέτρων την ώρα, σταματώντας κάθε τόσο για να βουτά τη μουσούδα του στην κρύα λάσπη.

Από εκείνη τη μέρα, ο Μονμόρενσυ κοιτούσε την τσαγιέρα μ' ένα μείγμα δέους, καχυποψίας και μίσους. Όποτε την έβλεπε, άρχιζε να γρυλίζει και να πισωπατάει βιαστικά, με την ουρά κατεβασμένη, και τη στιγμή που η τσαγιέρα ακουμπούσε πάνω στο καμινέτο κατέβαινε αμέσως από τη βάρκα και καθόταν στην όχθη μέχρι να τελειώσει όλη η τελετουργία του τσαγιού.

Ο Τζωρτζ έβγαλε το μπάντζο του μετά το φαΐ και ήθελε να παίξει, αλλά ο Χάρις έφερε αντιρρήσεις:  Είπε ότι είχε πονοκέφαλο και ότι δεν είχε αρκετό σθένος για να το αντέξει. Ο Τζωρτζ σκέφτηκε ότι η μουσική μπορεί να του έκανε καλό -είπε ότι η μουσική συχνά καλμάρει τα νεύρα και ανακουφίζει τον πονοκέφαλο' έπαιξε δυο τρεις νότες, ίσα ίσα για να δείξει στο Χάρις πώς ήταν.

Ο Χάρις είπε ότι προτιμούσε τον πονοκέφαλο. 

Ύστερα από τη γενική αποδοκιμασία που αντιμετώπισε, ο Τζωρτζ δεν έμαθε να παίζει μπάντζο μέχρι σήμερα. Δοκίμασε δύο τρία απογεύματα που ήμασταν στο ποτάμι να εξασκηθεί λιγάκι, αλλά δεν είχε ποτέ επιτυχία. Η γλώσσα του Χάρις ήταν ικανή να πτοήσει οποιονδήποτε' κι επιπλέον ο Μονμόρενσυ καθόταν και ούρλιαζε σταθερά σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ποτέ δεν του δόθηκε η ευκαιρία του ανθρώπου.

"Γιατί ουρλιάζει μ' αυτό τον τρόπο όποτε παίζω;" έλεγε αγανακτισμένος ο Τζωρτζ την ώρα που τον έβαζε σημάδι με μια μπότα.

"Κι εσύ γιατί παίζεις μ' αυτόν τον τρόπο όποτε ουρλιάζει;" απαντούσε ο Χάρις, αρπάζοντας την μπότα. "Να τον αφήσεις ήσυχο, σε παρακαλώ. Δε φταίει αυτός που ουρλιάζει. Έχει μουσικό αυτό και το παίξιμό σου τον κάνει να ουρλιάζει".

Έτσι λοιπόν ο Τζωρτζ αποφάσισε να αναβάλλει τη μελέτη του μπάντζο μέχρι να γυρίσει σπίτι. Ούτε κι εκεί όμως του δόθηκε ευκαιρία. Η κυρία Π. ανέβαινε κι έλεγε ότι λυπόταν πολύ -στην ίδια άρεζε πολύ να τον ακούει, αλλά η κυρία στο επάνω πάτωμα ήταν σε ενδιαφέρουσα κι ο γιατρός φοβόταν μήπως πάθει κάτι το παιδί.

Μετά ο Τζωρτζ προσπάθησε να το παίρνει μαζί του αργά τη νύχτα και να εξασκείται στη γωνιά του δρόμου. Αλλά οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν σχετικά στην αστυνομία και μια περίπολος τον περίμενε αργά τη νύχτα και τον συλλάβανε. Τα στοιχεία εναντίον του ήτανε συντριπτικά και υποχρεώθηκε ν' αφήσει τον κόσμο ήσυχο για έξι μήνες.

Μετά από αυτό φάνηκε να αποκαρδιώνεται. Έκανε, βέβαια, μι δυο δειλές προσπάθειες να συνεχίσει τη δουλειά μετά το πέρας των έξι μηνών, αλλά αντιμετώπιζε παντού την ίδια ψυχρότητα -είχε να παλέψει με την ίδια έλλειψη κατανόησης εκ μέρους του κόσμου' μετά από λίγο απελπίστηκε εντελώς και δημοσίευσε σε μια αγγελία που έλεγε ότι το όργανο πωλείται σε πολύ χαμηλή τιμή -"δεδομένου ότι ο ιδιοκτήτης του δε μπορεί να το χρησιμοποιήσει πλέον"- και βάλθηκε αντ' αυτού να μαθαίνει κόλπα με την τράπουλα.

Πρέπει να είναι πολύ αποκαρδιωτικό να προσπαθείς να μάθεις ένα μουσικό όργανο. Θα πίστευε κανείς ότι η κοινωνία, για το δικό της καλό, θα έκανε τα πάντα για να βοηθήσει κάποιον να κατακτήσει την τέχνη του να παίζει κάποιο μουσικό όργανο. Όμως δεν το κάνει!

Ήξερα κάποτε ένα νεαρό που μάθαινε να παίζει πίπιζα ' η βιαιότητα της αντίδρασης που είχε να αντιμετωπίσει ήταν απερίγραπτη. Ούτε από τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας δεν είχε καμιά ενθάρρυνση. Ο πατέρας του ήταν εξαρχής ενάντια στην όλη υπόθεση και είχε μιλήσει πολύ άκαρδα για το θέμα.

Ο φίλος μου συνήθιζε να ξυπνάει νωρίς το πρωί για να εξασκηθεί, αλλά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αυτό το πρόγραμμα εξαιτίας της αδελφής του, η οποία είχε κάπως έντονες θρησκευτικές τάσεις κι έλεγε ότι της φαινόταν φριχτό να ξεκινάει κανείς τη μέρα του μ' αυτόν τον τρόπο.

Έτσι λοιπόν καθόταν αργά το βράδυ κι έπαιζε αφού η οικογένεια είχε πέσει για ύπνο, αλλά ούτε αυτό δεν απέδωσε κι είχε και ως αποτέλεσμα να βγάλει το σπίτι τους κακό όνομα. Οι άνθρωποι που γυρνούσαν σπίτι τους αργά το βράδυ σταματούσα απέξω κι άκουγαν και μετά, το άλλο πρωί, διέδιδαν σε όλη την πόλη ότι μια φριχτή δολοφονία είχε γίνει στο σπίτι του κυρίου Τζέφερσον το προηγούμενο βράδυ' και περιέγραφαν πως είχαν ακούσει τις στριγκλιές του θύματος και τις βάναυσες βλαστήμιες και τις κατάρες του δολοφόνου και μετά μια έκκληση για έλεος και τον επιθανάτιο ρόγχο του θύματος.

Τελικά, τον άφησαν να εξασκείται στη διάρκεια της ημέρας πίσω στην κουζίνα με όλες τις πόρτες κλειστές, αλλά τα πιο επιτυχημένα μέρη των κομματιών που έπαιζε ακούγονταν καθαρά στο σαλόνι, παρά τις προφυλάξεις, κι έφερναν δάκρυα στα μάτια της μητέρας του.



Μετά του έχτισαν ένα μικρό σπιτάκι στο βάθος του κήπου, καμιά τριακοσαριά μέτρα από το σπίτι, και τον ανάγκασαν να κουβαλάει το όργανο εκεί κάτω, όποτε ήθελε να εξασκηθεί' και μερικές φορές ερχόταν στο σπίτι κάποιος επισκέπτης που δεν είχε ιδέα για την όλη υπόθεση, ξεχνούσαν να τον προειδοποιήσουν σχετικά, κι εκείνος βρισκόταν ξαφνικά μέσα στο ακουστικό βεληνεκές εκείνης της πίπιζας χωρίς να έχει προετοιμαστεί γι αυτό  και χωρίς να ξέρει περί τίνος επρόκειτο. Αν ήταν άνθρωπος με γερό μυαλό, πάθαινε μια απλή νευρική κρίση' αλλά αν ήταν άτομο ασθενέστερης διανοητικής κράσης συνήθως τρελαινόταν εντελώς. Πρέπει να ομολογήσει κανείς ότι υπάρχει κάτι το πολύ αποκαρδιωτικό στις πρώτες προσπάθειες ενός ερασιτέχνη με την πίπιζα. Το ένιωσα κι ο ίδιος ακούγοντας τον νεαρό μου φίλο. Μοιάζει πολύ δύσκολο όργανο για να το παίξεις. Πρέπει να πάρεις εκ των προτέρων αρκετή αναπνοή για ολόκληρο το τραγούδι -τουλάχιστον έτσι κατάλαβα παρακολουθώντας τον Τζεφερσον.

 Ξεκινούσε καταπληκτικά με ένα άγριο, γεμάτο πολεμαχαρές είδος ήχου που σε ξεσήκωνε. Αλλά όσο προχωρούσε, η έντασή του έπεφτε διαρκώς και η τελική στροφή συνήθως κοβόταν στη μέση μ' ένα πλατάγισμα κι ένα σφύριγμα.

Πρέπει να έχεις καλή υγεία για να παίζεις πίπιζα.

Ο νεαρός Τζερσον έμαθε τελικά να παίζει μόνο ένα σκοπό στην πίπιζα' αλλά ποτέ δεν άκουσε διαμαρτυρίες για το περιορισμένο του ρεπερτόριο -καμία απολύτως. Αυτός ο σκοπός ήταν το Έρχονται οι Κάμπελ, Ζήτω, Ζήτω! όπως έλεγε, αν κι ο πατέρας του πάντα πίστευε ότι ήταν Οι Γαλάζιες Καμπάνες της Σκωτίας. Κανείς δεν ήταν βέβαιος ποιος ακριβώς ήταν ο σκοπός, όλοι όμως συμφωνούσαν ότι ακουγόταν αυθεντικά σκωτσέζικος.

Στους ξένους επιτρεπόταν να προσπαθήσουν τρεις φορές να μαντέψουν και οι περισσότεροι από αυτούς μάντευαν διαφορετικό σκοπό κάθε φορά.

2 σχόλια: