Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Καντισόν, κεφάλαιο δέκατο έκτο.


Ο ΜΕΝΤΩΡ

Από αρκετό καιρό γνώριζα τον Μέντορα. Ήμουν νέος κι ήταν κι εκείνος πιο νέος όταν γνωριστήκαμε κι αγαπηθήκαμε. Ζούσα, τότε, πανάθλια, στα πολύ κακά αφεντικά που με είχαν αγοράσει από κάποιο γαιδουρέμπορο κι από τα οποία ξέφυγα αργότερα με πολύ καπατσοσύνη. Ήμουν αδύνατος κι υπέφερα αδιάκοπα από την πείνα. Ο Μέντωρ, που τους τον είχαν δώσει για φύλακα, αλλά που ήταν ένα θαυμάσιο κυνηγόσκυλο, ήταν λιγότερο δυστυχισμένος από μένα. Διασκέδαζε τα παιδιά κι αυτά του δίναν ψωμί κι όσο γάλα τους περίσσευε από εκείνο που τους δίναν. Εκτός αυτό, καθώς κι ο ίδιος μου είχε εξομολογηθεί, κάθε φορά που κατόρθωνε να χωθεί με την κυρία ή με τον κύριο στην αποθήκη, όπου φύλαγαν το γάλα, τα κατάφερνε πάντα να πίνει κάμποσο, μα και καϊμάκι ακόμη να τρώει και μικρά επίσης κομμάτια βούτυρο, καθώς αυτά πέφταν χάμω όταν το φτιάχναν. Ο Μέντωρ ήταν καλός. Με λυπόταν πάντα, γιατί ήμουνα ξερακιανός κι αδύναμος. Μια μέρα μου φερε ένα κομμάτι ψωμί και μου το δωσε θριαμβευτικά: 
-Φάε, μου είπε στη γλώσσα του, φιλαράκο μου. Μου δωσαν αρκετό και χόρτασα, ενώ εσύ δεν τρως άλλο από γαιδουράγκαθα και παλιόχορτα, μα κι αυτά είναι τόσο λίγα, που μόλις και τα καταφέρνεις να ψευτοζείς!
-Καλέ μου Μέντορα, του απάντησα. Είμαι βέβαιος πως το στερήθηκες εσύ για να μου το δώσεις. Δεν υποφέρω τοσο όσο νομίζεις. Συνήθισα, άλλωστε, να τρώγω και να κοιμάμαι λίγο, καθώς και δουλεύω πολύ μα και να τρώγω πολύ ξύλο.
-Δε πεινάω, φίλε μου, είπε ο Μέντωρ. Σε βεβαιώνω πως δεν πεινώ καθόλου. Δείξε μου τη φιλία σου παίρνοντας το μικρό αυτό δώρο. Είναι ελάχιστο, στο προσφέρω, όμως, με όλη μου την ευχαρίστηση. Αν αρνηθείς, θα λυπηθώ πάρα πολύ. 
-Αφού είναι έτσι, το δέχομαι, καλέ μου Μέντορα, γιατί σ΄αγαπώ πολύ. Και σου  ομολογώ πως και με τούτο το ψωμάκι μου κάνεις αφάνταστο καλό γιατί πεινώ.
 Έφαγα το ψωμάκι του καλού μου Μέντορα, που κοιτούσε με χαρά την όρεξη που είχα καθώς το μασούσα και το κατάπινα, γκαρίζοντας.Ένιωσα να συνέρχομαι κάπως από το ασυνήθιστο αυτό φαΐ. Το είπα και στο Μέντορα, νομίζοντας πως έτσι του δειχνα με καλύτερο τρόπο την ευγνωμοσύνη μου. Αποτέλεσμα: Κάθε μέρα, να μου φέρνει το πιο μεγάλο κομμάτι ψωμιού απ' όσα του διναν. Το βράδυ ερχόταν να ξαπλώσει δίπλα μου, κάτω από το δέντρο που διάλεγα για να περάσω τη νύχτα μου. Μιλούσαμε τότε, συζητούσαμε, χωρίς κανένας ποτέ ν' ακούσει τα λεγόμενά μας, γιατί συζητούσαμε δίχως να μιλάμε. Εμείς τα ζώα δεν προφέρουμε λέξεις, καθώς κάνουν οι άνθρωποι, αλλά καταλαβαίνουμε το ένα το άλλο με κλεισίματα των ματιών, κουνήματα του κεφαλιού, των αυτιών, της ουράς και συνεννοούμαστε έτσι μεταξύ μας. 

 Ένα βράδυ τον είδα να ρχεται λυπημένος και κακόκεφος.
-Φίλε μου, μου είπε. Φοβούμαι πως δεν θα μπορέσω, από δω και πέρα, να σου φέρνω ξανά μερίδα από το ψωμί μου. Τ' αφεντικά αποφάσισαν πως είμαι αρκετά μεγάλος. έτσι θα με δένουν όλη την ημέρα, για να μένω ελεύθερος τη νύχτα. Εντός αυτό, η κυρά μάλωσε τα παιδιά γιατί μου διναν πολύ ψωμί και τους απαγόρευσε να μου ξαναρίξουν. Είπε πως θα με ταΐζει από αύριο η ίδια, δίνοντάς μου λιγοστό, για να γίνω τέλειος φύλακας. 
-Καλέ μου Μέντορα, του είπα. Αν είναι το ψωμί που μου φέρνεις να σε ταράζει τόσο, τότε να σαι βέβαιος πως δεν το χω άλλο ανάγκη. Ανακάλυψα το πρωί μια τρύπα στον τοίχο της αποθήκης του σανού και μπόρεσα να φάω αρκετό. Το ίδιο θα κάνω κάθε μέρα. 
-Αλήθεια; φώναξε ο Μέντωρ. Αχ! Δεν ξέρεις πως ευχαριστιέμαι μ' αυτό που μου 'πες. Εγώ, όμως, ένιωσα ευχαρίστηση καθώς μοιραζόμουν το ψωμί μαζί σου. Κι ύστερα, δε μ' ευχαριστεί καθόλου το ότι θα μαι δεμένος όλη μέρα και δεν θα ρχομαι να σε βλέπω. 
 Μιλήσαμε, ακόμη, αρκετά και χωρίσαμε πολύ αργά. 
-Θα' χω τον καιρό να κοιμάμαι, αύριο, ολόκληρη την ημέρα, είπε, μα κι εσύ δεν έχεις και πολλά πράγματα ετούτη την εποχή. 
 Όλη η άλλη μέρα πέρασε δίχως να δω το φίλο μου. Όταν βράδιασε, τον περίμενα με ανυπομονησία. Ξαφνικά, άκουσα φωνές. Έτρεξα στο φράχτη. Είδαν την κακιά εκείνη αφέντισσα να τον κρατάει από το σβέρκο και τον Ιούλιο να τον δέρνει με το καμτσί του καροτσιέρη. Όρμησα στο φράχτη, πέρασα από μια χαραμάδα του κακοκλεισμένη, χύθηκα πάνω στον Ιούλιο και του δάγκωσα το μπράτσο. Το καμτσί που κρατούσε έπεσε αμέσως χάμω. Άφησε το Μέντορα κι εκείνος το βαλε στα πόδια. Ήταν ό,τι ζητούσα. Άφησα τότε το χέρι του Ιούλιου και τράβηξα πάλι για τη θέση μου. Ξαφνικά ένιωσα να με πιάνουν από τ αυτιά. Ήταν η μάνα του ιούλιου που φώναζε στο γιο της:  
-Δωσμου, γλήγορα, το μεγάλο το καμτσί για να διορθώσω αυτό το κτήνος. Χειρότερο γάιδαρο απ' αυτόν δεν εγέννησε η φύση. Δώσμου το λοιπόν ή άλειψέ του τες ασύ ο ίδιος.
-Δεν μπορώ να κουνήσω το χέρι μου, είπε κλαίοντας ο Ιούλιος, είναι μουδιασμένο.
 Η αφέντισσα άρπαξε το καμτσί που είχε πέσει χάμω κι έτρεξε να εκδικηθεί για ότι έπαθε το βρωμόπαιδό της. Δεν έκανα τη βλακεία να περιμένω, καθώς ίσως να το σκεφτήκατε κι εσείς. Έδωσα ένα πήδο κι απομακρύνθηκα τόσο, που να μη μπορέσει να με φτάσει. Εξακολούθησε, όμως, να με κυνηγά κι εγώ να της ξεφεύγω, φροντίζοντας πάντα να βρίσκομαι όλο και πιο μακριά από το καμτσί της. Διασκέδασα κάμποσο μ' αυτό το τρέξιμο. Έβλεπε την οργή της να μεγαλώνει ολοένα, μα και την κούρασή της μαζί. Τρ΄λεχοντας, είχε ιδρώσει, χωρίς μόλο τούτο να μπορεί να μου κάνει το παραμικρό. Η κακή γυναίκα κολυμπούσε στον ιδρώτα της. Την είχα εκδικηθεί στα καλά για το κακό που έκανε στο φίλο μου. Ξαφνικά, σταμάτησε να με κυνηγά. Είχε αποκάμει. Έψαξα να δω ούφευγε η σκληρή κυρά του.
-Πανάθλιε! Κακούργε! φώναζε λυσσασμένη εκείνη καθώς έφευγε. Θα μου το πληρώσεις - που θα μου πας - όταν θα σου φορέσω το σαμάρι.
 Έμεινα μόνος. Φώναξα κι ο Μέντωρ έβγαλε δειλά το κεφάλι του από το χαντάκι όπου ήταν κρυμμένος. Έτρεξε πάλι προς το μέρος μου. 
-Έλα! του είπα. Έφυγε. Τί της είχες κάνει; Γιατί έβαλε τον Ιούλιο να σε δείρει;
-Γιατί άρπαξα ένα κομμάτι ψωμί, που κάποιο από τα παιδιά της το 'χε αφήσει χάμω. Με είδε, χύθηκε πάνω μου, φώναξε και τον Ιούλιο και τον διέταξε να με δείρει αλύπητα. 
-Προσπάθησε κανένας τους να σε υπερασπιστεί;
-Να με υπερασπιστεί; Α!, ναι, αλήθεια! Όλοι τους φώναζαν: Καλά του κάνεις! Δώστου! Με το καμτσί, Ιούλιε, για να μην το ξανακάνει. "Μείνετε ήσυχοι, τους είπε ο Ιούλιος, και δεν θα πάω μ' άδεια τα χέρια. τώρα θα δείτε τί εξάψαλμο θα μάθει να λαλάει". Και καθώς φώναζα εγώ από τον πόνο, εκείνοι χτυπούσαν τα χέρια τους από τη χαρά φωνάζοντας : " Μπράβο! Ακόμη! Δώστου κι άλλες!"
-Είναι όλοι τους μοχθηροί και γελοίοι! είπα. Εσύ, όμως, Μέντορα, γιατί πήρες εκείνο το κομμάτι το ψωμί; Μήπως δεν είχες φάει; 
-Είχα φάει. Το ψωμί όμως που μου είχαν ΄δωσει ήταν τόσο διαλυμένο σε ψίχουλα που δεν θα μπορούσα με κανένα τρόπο να στο φέρω. κι έτσι, άρπαξα εκείνο το κομμάτι που είχαν πετάξει τα παιδιά για να στο κάνω δώρο. 
-Κακόμοιρέ μου Μέντορα, για μένα έφαγες τόσο ξύλο! Ευχαριστώ, φίλε μου, ευχαριστώ! Μη το ξανακάνεις, όμως, σε παρακαλώ. Νομίζεις πως το ψωμί εκείνο θα μ' ευχαριστούσε, αν ήξερα πόσο είχες υποφέρει για να μου το φέρεις; Όχι, θα προτιμούσα εκατό φορές να τρώω σε όλη μου τη ζωή ξεράγκαθα, μα και να ξέρω πως κι εσύ θα 'σαι ευτυχισμένος. 
 Μιλήσαμε αρκετά, και κατάφερα να του πάρω την υπόσχεση πως δεν θα το ξανακάνει, και να μην τρώει, άδικα, ξύλο εξαιτίας μου. Του υποσχέθηκα ακόμη να σκαρώσω ένα σωρό δουλειές σ' όλους όσοι δούλευαν στο αγρόκτημα του αφέντη εκείνου, και κράτησα το λόγο μου. Μια μέρα έριξα μέσα σ΄ένα αυλάκι γεμάτο νερό τον Ιούλιο και την αδελφή του και το σκασα αμέσως, αφήνοντάς τους να χτυπιούνται μόνοι τους ωσότου βγουν από τις λάσπες, όπου είχαν κολλήσει. Μια άλλη μέρα, κυνήγησα τον πιο μικρό από τους τρεις κάνοντας δήθεν πως ήθελα να τον δαγκώσω. Φώναζε κι έτρεχε με τόσον τρόμο, που με διασκέδαζε πραγματικά. Μια άλλη μέρα, πάλι, έκανα πως τάχα μ' έπιασε ο κοιλόπονος κι άρχισα να κυλιέμαι καταμεσής στο δρόμο, μ' ένα φορτίο αυγά που είχα στη ράχη, σπάζοντάς τα όλα. Η γυναίκα του αφεντικού, πατόλο που είχε θυμώσει αφάνταστα για τη ζημιά που έπαθε, ούτε τόλμησε να με δείρει, νομίζοντας πως, πραγματικά, ήμουν άρρωστος. Σκεφτόμουν πως αν ψοφούσα, όλα τα χρήματα που εςίχαν δώσει για να μ' αγοράσουν, θα πήγαιναν χαμένα. Με ξαναγύρισε, λοιπόν, στο σπίτι και μου δωσε μια γεμάτη δόση βρώμη και σανό. Δεν είχα, ως τώρα, στη ζωή μου σκαρώσει τίποτε πιο όμορφο απ' αυτό και το βράδυ, λέγοντάς το στον Μέντορα, ξεκαρδιστήκαμε κι οι δυο μας στα γέλια. Μια άλλη φορά που είχαν απλώσει στο φράχτη τη μπουγάδα για να στεγνώσει, πήρα όλα τ' ασπρόρουχά τους με τα δόντια μου και τα 'ριξα εκεί που χύνουν την καρβουνόσκονη, θύμωσε περισσσότερο κι από το αν χρησιμοποιούσα τη λέξη "τρομερά" για να περιγράψω τ θυμό της. Έδειρε για αυτό την υπηρέτρια, εκείνη έδειρε τα παιδιά που με τη σειρά τους δείραν τη γάτα, το χοίρο, τη γελάδα και τ' αρνιά. Εγώ ΄'ενιωθα γλέντι πραγματικό, γιατί όλοι αυτοί φώναζαν, βρίζαν κι ήταν όλοι τους φουρκισμένοι σαν τη φωτιά. Ακόμη μια εύθυμη βραδιά για μένα και τον Μέντορα καθώς του τα διηγόμουν.
 Όταν τα σκεφτόμουν όλ' αυτά, αργότερα, τα 'βαζα με τον εαυτό μου, ειλικρινά, γιατί εκδικιόμουν αθώους για τις αμαρτίες που είχαν κάνει οι ένοχοι. Μα και ο Μέντωρ με κατηγορούσε κάποτε - κάποτε και με συμβούλευε ν' αλλάξω. Δεν τον άκουα, όμως, και γινόμουν ολοένα και χειρότερος. Και τιμωρήθηκα για τούτο αρκετά, καθώς θα σας διηγηθώ αργότερα.
 Μια μέρα, μαύρη και θλιβερή, κάποιος κύριος που περνούσε από κει, είδε τον Μέντορα, τον φώναξε και τον χάιδεψε. Ύστερα, πήγε και βρήκε το αφεντικό και του 'δωσε εκατό φράγκα για να τον αγοράσει. Το αφεντικό, νόμίζοντας πως ήταν ένα κοινό μαντρόσκυλο, ενθουσιάστηκε αμέσως. Δέσαν το φίλο μου μ' ένα σκοινί και τον παρέδωσαν στον καινούριο του αφέντη. Με κοίταξε μ' ένα ύφος που μου γεννούσε πόνο. Έτρεξα παντού, να βρω πέρασμα ανάμεσα στο φράχτη. Είχαν σφραγίσει όμως κάθε άνοιγμά του και δεν ένιωσα ποτέ την παρηγοριά να πω πως είχα αποχαιρετίσει το φίλο μου τον Μέντορα. Ύστερα από κάμποσον καιρό, έγινε εκείνη η ιστορία της αγοράς, που προκάλεσε τη φυγή μου στο δάσος του αγίου Ευρουλτίου. Κάθε μέρα που περνούσε, για χρόνια ολάκερα, ύστερα από κείνη μου την περιπέτεια, σκεφτόμουν το φίλο μου και ποθούσα να τον ξανασυναντήσω. Πού να 'ψαχνα, όμως; Είχα πληροφορηθεί πως το καινούριο του αφεντικό δεν κατοικούσε στο χωριό κι ότι εκείνη την ημέρα που τον πήρε, είχε έρθει εκεί για να επισκεφτεί ένα φίλο του. 
 Όταν ο μικρός Ιάκωβος μ' έφερε στη γιαγιά σας, φανταστείτε τη χαρά μου όταν είδε να 'ρχεται, ύστερα από λίγο, με το θείο και τα ξαδέλφια σας Πέτρο κι Ερρίκο, ο φίλτατός μου Μέντωρ. Φανταστείτε και την έκπληξη που νιώσαν όλοι τους βλέποντας τον Μέντορα να τρέχει προς το μέρος μου, να μου κάνει χίλια χάδια και να μ'΄ακολουθεί παντού. Νόμιζαν πως ο Μέντωρ χαιρόταν γιατί βρέθηκε στην εξοχή. Για μένα, πάλι, σκεφτήκαν πως ήμουν χαρούμενος γιατί είχα βρει ένα σύντροφο για τις εκδρομές. Αν μπορούσαν, όμως, να μας νιώσουν και τους δυο, θα καταλάβαινα τι τραβούσε τον ένα προς τον άλλο.
 Ο Μέντωρ ένιωθε να 'ναι ευτυχισμένος όταν του είπα πως η ζωή μου τώρα κυλούσε ήσυχα, κι όταν του είπα πόσο καλά ήταν εκεί, πόσο καλά ήταν τ' αφεντικά και τί καλή φήμη είχα αποκτήσει στα περίχωρα, λυπήθηκε κι αναστέναξε μαζί όταν τον πληροφόρησα τα όσα είχα τραβήξει προτού έρθω εδώ' και γέλασε, ρίχνοντάς μου ψεγάδι, όταν του διηγήθηκε το τί είχα σκαρώσει στο αφεντικό, που με είχε αγοράσει από τον πατέρα του Γιωργάκη. Φούσκωνε από περηφάνια καθώς του διηγήθηκα για το θρίαμβό μου στους αγώνες δρόμου των γαϊδάρων μα κι αγανάκτησε για την αχαριστία των γονιών της βαριόμοιρης εκείνης Παυλίνας κι έχυσε μαύρα δάκρυα σαν έμαθε για το τραγικό τέλος του δύστυχου κοριτσιού. 

2 σχόλια:

  1. Και μερικοί άνθρωποι μπορούν να συνεννοηθούν έτσι. Χωρίς να κουνούν την ουρά τους βέβαια γιατί δεν έχουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. καταλαβαίνω τι εννοείς.
    εννόησα.
    μάκια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή