Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

εισαγωγαί - εξαγωγαί.

Δευτέρα έρχεται, περνάει από φανάρια κόκκινα, πάει ντουγρού, ακάθεκτη!!
έχω ένα τσιγάρο στο πακέτο και τίποτα δε μου μιλά.
Δευτέρα. Έρχεται, εχθρική, "θα σου πιω το αίμα", λέει, "τέρμα τα γλέντια!" αλλά την τρατάρω γλυκό του κουταλιού, θυμώδης αυτή,  σ εκνευριστική αταραξία εγώ!!
Κι αυτό, ω της πρωτοτυπίας, καθότι της αταραξίας είμαι κακός πελάτης' αν περιμένει από μένα θα το κλείσει το μαγαζί!!
Σήμερα μ απασχόλησε το ζήτημα, όπως λέει κι ο τίτλος, εισαγωγαί - εξαγωγαί.
ναι, αυτό, που λέει ο τύπος, ποιος; αυτός που δε θα βγαίναμε μαζί του κι ας είχε Ρολς! πάει καλά η πατρίς. εξαγωγές ναααα!!  ποιες εξαγωγές, των εισαχθέντων; και χασούρα; α! βέβαια, πάνε όλα ρολόι!!
"Η καρδιά μου πονεί για σας/ κι ένας χτύπος γλυκός χτυπάει
και μου λέει μυστικά/ τικιτάκ τικιτάκ
τικιτάκ πώς σας αγαπάει."
αγάπες και λουλούδια
good morning ladies! and foxy lover boys too :)



welcome to the magic craft.
Halloween!!
τρομάάάρες φοβερές.
είμαστε στα χάι μας;
ναι, ναι, ναι, ναι, ναι!
βαμπίρια και βρυκολάκια 
κι ο ακέφαλος καβαλάρης,
all toghether now!




με το κούρεμα το θέμα!
το θέμα δεν είναι το κούρεμα' είναι οι τριχούλες που μένουν και σε γαργαλάνε όταν βγεις απ' το κουρείο.
δε ακούγεται καλά το κουρείο;
κομμωτήριο τότε; hair salon?
Η NamNaria προσθέτει salon de coiffure! 
Α, ρε μάνα Γαλλία!!! 
(coiffeur - quoi faire?)
πάλι με τρίχες ασχολούμαστε!! χι χι. 
vanité, toujours...


ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΧΕΙ.  ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ.


Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

γραμματείς και φαρισαίοι, υποκριτές.



1.
η άγνοια χτύπησε την πόρτα της αμάθειας και είπε
-έλα καλή μου ,να πάρουμε ένα τσάι!
η αστική χολέρα, πάλι, χτύπησε την πόρτα της χωριάτικης μικροπονηρίας.
-εμείς θα μείνουμε, διακριτικά, στα παρασκήνια, εσείς θα πάτε στη Λωζάνη.
χώρες και χωριά.
και στη μέση το πουθενά.
δεν είναι κόμμα αυτό, είναι προορισμός.
όταν η πρόοδος είναι πισωγύρισμα, και τα δύο στο πι θα τα βρείτε, τότε κλάψε με μάνα.
λέω και το εννοώ, είναι δηλαδή μες στο κούφιο μου κεφάλι, ο άνθρωπας σήμερα αισθάνεται εξαπατημένος.
καλά τα καρτέλ κι οι -πώς τους λένε; α!- πρόσκαιροι παράδεισοι, μα για να πας στον παράδεισο πρέπει ν' αγιάσεις! ναι, ν' αγιάσεις!
ν' αγιάσει το στόμα σου Χρυσόστομε! που λέγαν κάποτε των καπότων, προφυλαγμένα στόματα.
όπως έλεγε, πολύ σοφά, μια φίλη, διατελούμε εν ασθενεία.
χρήζουμε θεραπείας.
αυτό πια, όλοι το καταλαβαίνουν.
και παίρνουν ό,τι χρειάζεται. να λυτρωθούν.
Λύτρωσόν με από καταδυναστείας ανθρώπων, και θέλω φυλάττει τας εντολάς σου. 
εντός των τειχών. 
μακριά η Νινευή.
μακριά και κοντά.
οφθαλμαπάτες.
Ζούμε ακόμη υπό τη σκέπη δεισιδαιμονιών. "Κάνε κράτει" στο πολύ αργά πια. Ζούμε σε μια λαίλαπα εξαθλίωσης. Τσιγάρο που κάηκε στο άψε σβήσε. 
Λέει ο ψάρης τα δικά του. Αυτός έχει καβάτζες. Εσείς;
δε θέλω ν' ακούω για λίπος και λίγδα. Να μου λείπει το βύσσινο!
χαίρομαι που μπήκε στο ντι εν έι μας το καλό.
κι ακόμα δε σφαζόμαστε.
βασιλείς εν κόσμω, υπηρέτες στα ουράνια.
κι ο Παύλος.
έχασε την όρασή του κι επανήλθε η ακοή του.
ουδέν κακό αμιγές καλού.
με λένε old fashion που δε χρησιμοποιώ γλώσσα του πεζοδρομίου, που θεωρώ την οικειότητα να ναι ευλογία, χαρά της σκέψης, της ακοής, του λαλείν. 
αμ, αγάπες μου, την ξεύρω καλά την πεζοδρομικήν, κι ως εκ τούτου επιλέγω.


ύπαγα εις τόπον χλοερό, ένα Ερμιτάζ κρυμμένο στα Ουράλια, τέχνη υπό φύλαξη, μιας μακρινής εποχής, όπου το ωραίο κι ο αληθής κόπος, δεχόταν σέβη.


που πήγε το ωραίο τώρα; σε ταμπελάκια, ετικέτες, και πίσω απ' αυτές είλωτες.
δεν τους ξέρουμε, δε μας νοιάζουν;
μα, θα γίνουμε κι εμείς είλωτες, είμαστε ήδη.
ΜΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ ΤΟΝ ΗΛΙΟ
δεν μπορώ να το ξεπεράσω, δεν μπορώ, την ψυχολογία του όχλου, δεν μπορώ, δεν μ απομένει άλλο απ το να ενδώσω' κι όμως μες στο κεφάλι μου, αυτό το άθλιο καύκαλο, μια φωνή φωνάζει στάσου!



2.
Σασυφής
Στην πλώρη, άπνοια.
Στον πύργο ελέγχου αναταραχή. 


 
παιχνίδια
"θα σ αγαπούσα αν"
άμα είσαι καλό παιχνίδι.
δεν είμαι παιχνίδι.
είναι γυναίκα κι άντρας είμαι, άμα λάχει, και πράμα.
ό,τι να ναι.

ευμετάβλητες συντεταγμένες.
χαράζω πορείες στο κορμί σου, πορείες που θα χαθούν σ' ένα ανεμοστρόβιλο.
η πραγματικότητα φυλάει τσίλιες.
κι η ιεροτελεστία γονατίζει τις δυνατές καρδιές.
το χρίσμα του ιππότη.
οι πότες, έργα του Toulouse-Lautrec 



ξέρεις που σ' αγαπώ, που πεθαίνω για σένα.
η ύπαρξή σου και μόνο με καλεί
όπου και να μαι.
σόναρ.



δεν έμαθες, μωρό μου, το θάνατο.
μόνο τον φοβήθηκες.
και καλά κάνεις.
το "ξέρω" με το "φαντάζομαι" είναι γείτονες,
άσπονδοι φίλοι.
με την καλημέρα κομμένη.
και βγαίνουνε στα ετοιμόρροπα της Κούβας τα στενά να πλέκουνε εγκώμια για το εγκόσμιο.



αγκομαχητά του έρωτα, αρώματα, πόνος, αλισβερίσι.
saludad
το να χέρι μου είναι ζεστό  και τ άλλο παγωμένο
τα να χέρι νίβει τ άλλο και τα δυο το πρόσωπο!!
      πάμε στις χώρες της γραμμικής Β
αλεύρι, πίτουρο, ψάρι, λάδι.
επιβίωση.
τα λιπόσαρκα κορμιά μας θ αγκαλιαστούν'σ ένα ύστατο αντίο.
ένα ύστατο σ' αγαπώ,
πάντα.



είναι αυτή η διάχυση, μέρος του όλου; μέρος του μέρους; ποιος έχει όλες τις απαντήσεις;
κανείς.
και περιδιαβαίνουμε, αστέρες απλανείς
σ' ένα σύμπαν γιομάτο σύμπαντα...
καλημέρα
Σάββατο
όμορφα!!!

εικόνα και μουσική από Nassis και από playlist του George S

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

σπατάλες.

Νύχτα δίχως φεγγαράκι. Νύστες θεριές. απαλό το στρωσίδι, ζέστη από καλοριφέρ αγαπητή, κλείνουμε το φως κι όλα χάνονται. Κι εκεί που η καρδιά αναπαύεται, μικρές ζουζουνιές, παιχνιδιάρικες διαβολιές, μμμ..., θαλασσίτσα, κυματάκι, ένα αλλοπρόσαλλο καλοκαίρι κάπου στο διάστημα μ' ένα ήλιο πορτοκάλι και ροζ και στο χρώμα της παπάγιας μεσουρανούντα να γελάει και να σκορπάει ανεμελιές. όνειρα υπό την επήρεια καλοριφέρ αναμμένου. Αναμμένου; Ωχ! Πάλι ξέχασα το καλοριφέρ αναμμένο!! Και νόμιζα που μετοίκισα στα Μπαρπάντος!! Απάτη!! Όχι, δεν το κλείνω, ας μου κόψουν το ηλεκτρικό άμα έρθει ο λογαριασμός φουσκωμένος. Βουτιά στο καλοκαιράκι...




καλημέρες από το βάθος των παπλωμάτων.
μουσικούλα

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

χρυσάνθεμα τ' αγιοδημητριάτικα.



Έξω βρέχει. Βαριά σύννεφα κάνουν τον περίπατό τους.
Όταν βρέχει, ο κόσμος περπατά σκυφτός, ο ουρανός γκρίζος 
 κι όλοι οι δρόμοι στου κόσμου τις πολιτείες ίδιοι, υγροί, στιλβωμένοι απ' τη βροχή.
Μα ο ουρανός καιροφυλακτεί. Κι εμφανίζεται σε κάθε λακουβίτσα με νερά. 



αφιερωμένη ανάρτηση στο φίλο μου το Μήτσο που γιορτάζει

εικόνα και εικόνα και μουσική

σήμερα μουσική ναι, σχόλια όμως όχι.
με πρόλαβε η NamNaria και η christina με c μικρό,αλλά δε μου έκανε καρδιά να τα βγάλω.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

διαμορφώσεις χώρων.

Πάμε με καλή διάθεση, Τρίτη.
Τώρα τελευταία όλο ακούω για κουρέματα, έτσι, αλλιώς, πάρτα λίγο εδώ, λίγο εκεί, με την ψιλή, κοντό καρέ, ψιλό γαζί, μόνο τις μύτες κι άλλα. Αλλά δε μ' απασχολεί διόλου, είμαι τώρα σε φάση κλαδέματος!!!
Όταν, μια φορά κι ένα ζαμάνι, είχα πάει στο πρώτο μου σπιτάκι, είχε έναν κηπάκο, μάλλον, για την ακρίβεια, δύο παρτέρια. Αλλά πλούσια παρτέρια. με άγρια μπουκαμβίλια, με Δάφνη, με ντοματίνια που ήταν νόστιμα σαν κέτσαπ, και τζανεριά είχε κι άλλα πολλά και ανθηρά. 
Σκέφτηκα, λοιπόν, με το φιλελεύθερο μυαλό μου, Α! θα τ΄αφήσω τα φυτά να εκφραστούν! Κλαδευτήρι δεν πιάνω στα χέρια μου επ ουδενί. Κι έτσι κι έκανα. 
Σαν καλοκαίριασε, γιατί μπήκα στο σπίτι 17 ή 18 Ιανουαρίου, τί Αντώνης, τί Θανάσης, τέλος πάντων, έσκασε μύτη και μια κληματαριά που ως τότε ήταν ολωσδιόλου ανύπαρκτη. Και βέβαια θέριεψε. 
Μετά από ένα χρόνο, όμως, άρχισα να νιώθω στεναχώρια. Κι εγώ και τα φυτά που, ανεξέλεγκτα έτσι όπως ήταν, δεν υπήρχε χώρος να στρίψουν -τρόπος του λέγειν, κι έγιναν τα παρτέρια μου ζούγκλα. Έτσι, κατόπιν ωρίμου σκέψεως κι αφού άφησα να περάσουν κάτι μηνάκια για να το περιεργαστώ το θέμα, πήγα στο πλησιέστερο εξειδικευμένο κατάστημα και πήρα ένα ωραίο κλαδευτήρι -ωραίο το νόμιζα εγώ, το σωστό μου το έφερε αργότερα ένας φίλος ο Άρης, ας το παρακάμψουμε κι αυτό... κι άρχισα. διστακτικά στην αρχή, αλλά, μόλις συνέλαβα την εικόνα, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και όραμα! -στη λέξη όραμα,ακούω λαχανικά να εκσφενδονίζονται προς το μέρος μου, ρίχτε παιδιά που σαν φτάνει του μήνα 19 ξεμένω από λιλιά!!
Κι αναρωτιέμαι. τα φυτά φταίγανε που έφτασε η κατάσταση στο απροχώρητο;
Αυτά είναι όπως λέμε, το θάρρος στο χωριάτη.
-μα την αλήθεια γιατί οι περισσότεροι άνδρες ονειρεύονται βοσκοπούλες και βαρβάτες αγρότισσες ενώ οι γυναίκες, πα πα πα πα;!! δεν έχω εντοπίσει την πηγή του προβλήματος!
Έτσι λοιπόν και τώρα κλάδεμα και πάλι κλάδεμα!!
Σε όποιους δεν αρέσει ούτε το κούρεμα, ούτε το κλάδεμα, ούτε το μανικιούρ, ούτε το πεντικιούρ, υπενθυμίζω "στο τέλος ξουρίζουν το γαμπρό!"
δεν βγάλατε νόημα;
ούτε κι εγώ!
άντε εβίβα με ολντ σπάις ψιλοξεθυμασμένο και τόνικ!!!



κυριλέ πράματα, όχι παίξε γέλασε!!

+ μια φέτα λεμόνι. έλεγε σε μια ταινία που έβλεπα πρόσφατα.  Οικογενειακό μυστικό για μακροζωΐα. "Ένα λεμόνι την ημέρα και θα ζήσεις για πάντα." Ο προπάππος μου
το έλεγε. Requiem Pour Une Tueuse η ταινία. Tu es ou tu n' es pas, ça ne fait rien!!


καλημέρα, μάνα κουράγιο.

το μικρό μπονσάι.
Μπονσάι εσωτερικά · Μπονσάι εξωτερικά · Μεσογειακά Μπονσάι  κι αλλοδαπά...

μουσική σήμερα γιοκ. τραγουδάμε από μέσα μας!!

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

μουχλίτσα.

μεσημεράκι Δευτέρας
ψιλόβροχο
γίνονται όλα πιο απαλά
κι η καρδιά φτάνει στο σταθμό μιας νοσταλγίας άγνωστης'
γλυκά πονάκια
και χουζουράκι...

μουσική από την playlist του George S.

ιριδισμοί.



ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΕΥΟΔΩΝΕΙ Ο ΘΥΜΟΣ,
ΕΛΟΧΕΥΕΙ Η ΤΡΕΛΑ.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Εκ Περιτροπής

περπάταγα σ' ένα Αρμαγεδδόνα και συλλάβιζα λόγια, λέξεις.
αποκρουστικά ηχολαλήματα, κομματιαστά, εχθρικών συνειρμών μου επιτίθονταν και πήγαινα, κόντρα στον άνεμο που μου σιγοψιθύριζε, έλα μαζί μου να σε συνεπάρω...
να πας από κει που'ρθες! έλεγα με κακιωμένο ύφος.
χάθηκα στων ξερών φύλων το στραπατσάρισμα, στο ξέπνοο μιας κραυγής ανύμπορης,
μιας αιτίας που απροσκάλεστη ήρθε και γαντζώθηκε πάνω μου, κρύφτηκε στο μάρσιπο της ψεχής μου.
μια Κυριακή, μια βολά κι έναν καιρό, ταξίδι πήγαινα σε παραλίες
σαν τον Κολόμβο, σαν τον Κουστό,
υποβρύχιες ακτές.
τα χελιδόνια φεύγουν.
Οκτώβρης.
με το διαβατήριο στο χέρι, έλα, μια βδομαδίτσα είναι, θα περάσει, θα ρθει ο Νοέμβρης με τις πλανεύτρες του τις ζέστες.
αναρωτιέμαι, πόσο το τομάρι μου θα δέχεται την του ήλιου ζεστασιά,
πόσο ακόμη.
η ζωή εν τάφω.
επικήδειος μια απόλαψης, ύπνος βαθύς, μελαγχολικός,
απροσάρμοστα όνειρα πάνε σε πανηγύρια, εκεί που κι εσύ γέλαγες και μετά ροχάλιζες
κι εγώ γέλαγα και μετά έκλαιγα.
Υπάρξαμε πριν απ' τη χαραυγή του χρόνου και τ΄ άχρονο πάλι θα μας σμίξει.
Δεν μπιστεύω τίποτες μάτια μου.
Σφαλιστό παντζούρι κι η μέρα αλλού.
Μια Κυριακή στο κύμα.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Η ΔΙΑΡΡΗΞΗ ( μια ιστορία από το μπλογκ "περπατώντας το σήμερα"


Η ΔΙΑΡΡΗΞΗ
Μια κρύα νύχτα
Κρύα γιατί φορούσε γάντια (ναι όχι μόνο  για τα αποτυπώματα).
Κρύα γιατί τα τζάμια θάμπωναν από τις ανάσες τους.
Αποφάσισε να μπει και να πάρει κάτι που ήθελε ,να κλέψει δηλαδή κάτι που ήθελε και δεν είχε , κάτι που κάποιος είχε ενώ αυτός όχι. Τίποτα δεν του φαινόταν παράλογο. Εγώ θέλω. Εγώ παίρνω. Απλά πράγματα.
Έκατσε σε ένα παγκάκι στη μέση του πάρκου και περίμενε.
Περίμενε να βγούν οι μαμάδες να μαζέψουν τα παιδιά που ξεχάστηκαν.
Περίμενε να χορτάσουν φιλιά τα φρεσκομπλεγμένα ζευγάρια.
Περίμενε να αρχίσει να ονειρευέται  και να χαμογελάει ο άστεγος απέναντι.
Περίμενε ένα σημάδι ότι εκεί είναι το σημείο.
Περίμενε να κοιμηθεί η συνείδηση του.
Οι δρόμοι άρχισαν να αδειάζουν.
Τα αυτοκίνητα επιτάχυναν για να φτάσουν στο προορισμό τους. Η διαδρομή είχε πάψει εδώ και καιρό να έχει αξία.
Οι περαστικοί αραίωσαν τα πέρα-δώθε τους και έκατσαν στα αυγά τους , ελπίζοντας να είναι χρυσά.
Τα φώτα έσβηναν το ένα πίσω από το άλλο σαν μικροί κολυμβητές που πέφτουν σταδιακά στο νερό , το σκοτεινό νερό.
Το μόνο φώς που ανταγωνιζόταν τα πρώτα αστέρια ήταν εκείνο απέναντι , ψηλά στο δωματιάκι στην ταρατσα. Ένα από εκείνα τα μικρά τετράγωνα σπαρμένα σε μια μεγάλη ταράτσα. Μοναχικά να αντιστέκονται στη πολύ ζέστη το καλοκαίρι και το δυνατό αέρα  που θέλει να τα ξεκολλήσει το χειμώνα. Μία μυτερή κορυφή που χαζεύει αυτάρεσκα την αποπνικτική συμβίωση στους κάτω ορόφους.
Έτσι πάει. Όποιος στέκεται ψηλά σκύβει, καμπουριάζει και κοροϊδεύει. Οι χαμηλά όμως στέκονται στις μύτες των ποδιών  τους, τεντώνονται και ελπίζουν.
Ο στόχος  λοιπόν εντοπίστηκε. Παραμένει στη θέση του λίγα ακόμα λεπτά και παρατηρεί το σπιτάκι στη ταράτσα. Είναι  μακρία  και φαίνεται τόσο μικρό που χωράει να το βάλει στη τσέπη του και να τρέξει. Λες και θα καταλάβαινε κανείς την απουσία του.
Αν ήταν υπερήρωας θα έριχνε τα αόρατα δίχτυα του εκεί πάνω και θα σκαρφάλωνε γρηγορα και αέρινα. Με στυλ και αυτοπεποίθηση. Δεν είναι όμως. Είναι εκείνος ο μικρός που κράταγε το άλογο του ιππότη , όση ώρα αυτός πάλευε με τους δράκους. Είναι εκείνος που ποτέ δεν έφευγε με το κορίτσι , αλλά είχε πάντα εσάς  , το κοινό με το μέρος του. Γι’αυτό αρχίζει να ανεβαίνει τις σκάλες ασθμαίνοντας και ξεφυσώντας. Εφτά όροφοι. Εφτά στριφογυριστές σκάλες κουλουριάζονται στους ώμους του. Και τους βαραίνουν.
 Κοιτάζει το πάρκο από εκεί ψηλά. Τόσο διαφορετικό. Μια δοκιμαστική μακέτα κλειδωμένη σε ένα γραφείο αρχιτέκτονα . Μήπως να γυρίσει πίσω στη κλειδωμένη μακέτα , εκεί που ανήκει ;
Νομίζει ότι βλέπει τον άστεγο να του κλείνει το μάτι πριν αλλάξει πλευρό. Δαγκώνει τα δάχτυλα του καταλαβαίνοντας ότι δεν ανήκει πουθενά. Είναι  το επιπλέον κουμπί στο σφραγισμένο σακουλάκι. στην αριστερή τσέπη του καινούριου σου παλτο. Έχει αξία μόνο αν χαλάσει το πρωτότυπο.
Γυρίζει την πλάτη του στον κόσμο που κοιμάται. Κατευθύνεται προς την πόρτα ενός άλλου κόσμου.
Το κλειδί είναι θαμμένο μέσα στη γλάστρα του βασιλικού. Το ξεθάβει γρήγορα. Το μυρίζει : βασιλικός και χώμα.
Χαμηλώνει το κεφάλι για να μην χτυπήσει στο κατώφλι. Ανοιγοκλείνει τα μάτια του μέχρι να συνηθίσει σε εκείνο το περίεργο  σκοτάδι.
Χτυπάει πάνω στα έπιπλα και σε άλλες μικρές πολυτέλειες. Ένας τόσος μικρός χώρος γεμάτος ασφυκτικά με  τρόπαια  αθάνατων στιγμών.
Στο παχύ χαλί δύο σώματα σταυρωμένα το ένα πάνω στο άλλο λάμπουν και τρεμοσβήνουν κατα διαστήματα.
Κάθεται στην πολυθρόνα μπροστά τους και τους παρατηρεί.
Σφιχτά δεμένους σε ένα ακανόνιστο κόμπο.  Προσπαθεί να τους φέρει στο μυαλό του λίγες ώρες πριν.
Νέοι, όμορφοι  αλληλοσπρώχνονται και γεμίζονται χορεύοντας ζωηρά. Χορεύουν και από κάτω χειροκροτήματα. Ίσως τους ρίχνουν και λουλούδια. Άμα προσπαθήσει κι άλλο τους βλέπει πάνω στα πέταλα να ζητωκραυγάζουν ψάχνοντας όνομα για το νησί τους. Ψάχνοντας νέο όνομα για την περίπτωσή τους.
Σκύβει από πάνω τους. Ακούει ακόμα τον απόηχο από τις κραυγές τους και τα σώματα τους που σπάνε το ένα πάνω στο άλλο. Σχηματίζει το περίγραμμα των χειλιών τους και τους γεμίζει με τα υπολείμματα από χώμα πάνω στα γάντια του.
Τους χαιδεύει απαλά με το ένα δάχτυλο για να μην τους ξυπνήσει. Σαν να χαράζει γραμμές στα ιδρωμένα σώματα τους. Σαν να μουντζουρώνει εκείνη τη μάζα που πάλλεται ρυθμικά.
Φεύγει χωρίς να κλείσει την πόρτα.
Κατεβαίνει τα σκαλιά σφυρίζοντας.
Ανάμεσα στα δάχτυλα του νομίζει ότι σφίγγει την ευτυχία τους. Είναι δική του τώρα. Την πνίγει.






Την ίδια ώρα, τα δύο σώματα τρέμουν , ξεσκέπαστα πλέον από την επίπλαστη τελειότητα τους αναπνέουν επιτέλους ελεύθερα , χωρίζονται,  για να αγκαλιαστούν ξανά χωρίς προσδοκίες ...με μόνη υπόσχεση τη ζεστασιά. Έξω κάνει κρύο.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

σπινθήρες

συγκρούσεις τραίνων στη μέση του πουθενά.
έγινε η ζωή ένας κρατήρας που ματώνει, που κλαίει.
που μάχεται για τον εαυτό του,
μάχεται τον εαυτό του.
νυχτερινές διαδρομές διακοπτόμενες
η μέρα έρχεται, φως στο τράβηγμα της κουρτίνας.
σ' ανήλιαγα βάθη, μισοκοιμισμένα ηφαίστεια ρεύονται όνειρα.
μικρές γοργόνες αποπροσανατολισμένες, δέχονται υπερατλαντικές κλήσεις.
κουδουνίσματα, καλέσματα από ένα άγνωστο υπερπέραν.
μισανοίγουν τα μάτια, και βλέπουν σύννεφα, ένα κόσμο άλλο,
αυτόν τον κόσμο τον ανθρώπινο.
Παρασκευή, μικρό κερί, μουσική και καλημέρα.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

μικρό.


Τα βράδια της Τετάρτης, τους Οκτώβρηδες, μες στο πούσι, μετά από χτεσινές και προχτέσινες βροχές βγαίνουν οι Αφροδίτες στην ακρόπολη. Όλη η πόλη κάτω απ' τα πόδια τους αναριγά' κι η ξάγρυπνη κι η αποκοιμισμένη. Κι αυτές μ' ένα ξέθωρο φεγγάρι κι ένα σκυλί π' αλυχτά κάνουνε μάγια, μαγικά. Λύνουν τα ξόρκια τα κακά, γίνονται Ευμενίδες. Αφροδίτες μιας ομορφιάς εσωτερικής, μιας φωνής προσωπικής, ιέρειες της αταραξίας, της θηλυκότητας, της γέννησης μιας ιδέας μέσω της γοητείας. Μικρές αμίλητες θεές. Διάφανες, αέρινες, αρωματικά χνάρια αφήνουν στο πέρασμα τους. Και πολλές ραγισμένες καρδιές. Ρωγμές στο τσιμέντο της ηθελημένης απομόνωσης. Έτσι, άμα τις Τετάρτες του Οκτώβρη, κάπου μέσα στη νύχτα, αν, μια φωτεινή γιρλάντα παιχνιδίσει περνώντας μέσα στ' όνειρο ή έξω απ' το παράθυρο να ξέρετε.



Αφροδίτες και άλλες μουσικές μαγικές.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

διάλειμμα για έμφραγμα

Είχα καιρό να αισθανθώ έρωτα.



το μυαλό μου
τα χέρια μου
τα χέρια μου.



το μυαλό μου
τα χέρια μου
τα χέρια μου.



το μυαλό μου
τα χέρια μου
τα χέρια μου.



το μυαλό μου
τα χέρια μου
τα χέρια μου.



το μυαλό μου
τα χέρια μου.




τα χέρια μου ν' απομνημονεύουν το σώμα σου.
τα εγκεφαλικά μου κύτταρα ν' αναπαράγουν την ανάμνηση
να την πλάθουν με χέρια βουτηγμένα σε υγρό, μαλακό πηλό
ν' αρχίζουν απ' των ποδιών τ' ακροδάχτυλα κι όλο να σκοντάφτουν
αστράγαλοι
γόνατα
λεκάνη
μέση
κοιλιά (η χαρούμενη λίμνη)
πλάτη
στέρνο
λαιμός
κεφάλι
μαλλιά, μαλλιά, μαλλιά...
ώμοι
αγκώνες
καρποί
δάχτυλα
(τα ίδια κάθε φορά που ερωτεύομαι
παθαίνω ένα παροξυσμό γλυπτικής.)


το φως των ματιών σου.
η αύρα σου με πικάντικη γεύση αυθάδειας.


κλαπ ξεκόλλησε ένα ξύλο απ' το παρκέ.
και δεν έχουμε φιληθεί ακόμα...

Πρέπει ν' αλλάξω γυαλιά.

Είπα δε θα γράψω
παρ όλο που το κάνω συστηματικώς και αδιαλείπτως
Με μολύβι, πότε σκούρο, πότε μαλακό, πότε αχνό, πότε σκληρό.
Μολύβι, ξύστρα, γόμα.
Επιείκειες στα λάθη, ούτε γάτα, ούτε ζημιά.
Κυριακάτικες πρόβες.
Φυλακισμένες μουσικές που ζωντανεύουν μέσα από σιωπηλές παρτιτούρες.
Είναι σιωπηλές οι παρτιτούρες; Είναι σιωπηλά τα βιβλία;
Ή απλώς κάθονται μειλίχια μέχρι να σκύψουμε πάνω τους;


ΠΑΤΑΜΕ ΔΥΝΑΤΑ, ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΤΟ ΠΙΑΝΟ, ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ!!!

Εν τέλει πληκτρολόγησα.
λένε πως είμαστε τα θύματα σκανδαλοθηριών.
ποιων βηλαβή;


le chat parti, les souris dansent.
αταξίες, ατασθαλείες, χου, χου!


φοράω πεντακόσα ρούχα.
κασκορσέ, μπλούζες, ζακέτες, πόντσο κι ακόμη δεν άρχισε το κρύο!!!
και το απαραίτητο του κρεμασμένου σκοινί, μωβ στο χρώμα.


Ακούω διάφορους να λένε:
-Θα γίνουμε Κινέζοι!
Σιγά μη γίνουμε.
Εμείς, αγαπάμε όλον τον κόσμο, δεν αισθανόμαστε μνησικακία καθόλου για την αλλοτρίωσή μας. Και δεν πρόκειται να καταστρέψουμε τον πλανήτη γιατί είμαστε οικολόγοι, δεν έχετε πάει στα βουνά και στα νησιά να δείτε ρεματιές, έργα μεταμοντέρνα με πλυντήρια, ξαπλώστρες, μπανιέρες κι άλλα σκουπίδια; είναι του οικολογικού ταμπεραμέντου μας η τέχνη! Οικολόγοι γαρ μ' ευλύγιστη ανοχή' να έρχονται οι φίλοι μας οι μαφιόζοι και να ρίχνουν τ' απόβλητα που θέλουν να ξεφορτωθούν στις θάλασσές μας. Φιλοξενία (ν)τε και καλοί τρόποι βλέπεις.
Και μετά λένε, θα γίνουμε Κινέζοι.
Κι εμείς ανησυχούμε πάρα πολύ.
Δηλαδή αν μας λέγαν θα γίνετε μαύροι, θα αισθανόμασταν καλύτερα;
Αμερικάνοι;
Ινδοί;
Πακιστανοί;
Άραβες(!);
Εσκιμώοι;
Μπα.
Θα γίνουμε Λευκορώσσσσοι.
Αντίος μουτσάτσος.
Πάμε για άλλες αποικίες.


Έχω με τον θάνατο ένα περίεργο κονέ.
Με κορτάρει ο άθλιος και πέφτω στην παγίδα του.
Σαν τα πεσμένα γαρούφαλα στις πίστες εξωτικών μπαρ.
Απαξιωτικών ξενυχτιών.
"τσιγάρα, κύριε, λουλούδια;"
Ο Οδυσσέας με μια Ιθάκη υποθήκη, προσκυνητής στο αβέβαιο.
κι εγώ μια παρουσία γκρίζα, σε μια ζώνη γκριζότερη να μετράω τις λαδιές μου.
πλιτς, πλιτς που δεν σταματάνε να διαρρέουν.
Μουσικές παράφωνες σε τάφους ημιυπόγειους.
Χάδι, χρώμα ηλεκτρικό.
Σε παλιά μοκέτα ντεμοντέ, δεν παρακολουθώ τα βήματά μου. Τα χάνω. 
Δεν μπορώ να παρακολουθήσω το κομπολόι των ακατάστατων σκέψεών μου.
Καρδιοσκόπιο.
Τί δουλειά έχουν εδώ οι αιμάσσουσες καρδιές;
Που χτυπάν κάρτα εν αγνοία μας κι όταν κάνουν κοπάνα είμαστε για τους θύμους;
τα γνωστά θυμαράκια;
και τα τζατζίκια ανάποδα, χε χε!
Ούλτιμους σατάνικους, μπιέν, μπιέν, ταμπιέν.
Και το εις τους αιώνας των αιώνων, λουστράκι σε νυχτερινή βάρδια.
Εισροή μηδέν.
Απορροή, και μη Θε' μ χειρότερα.
Πάντα στο λάθος μέρος, την λάθος ώρα.
Σπάσε! κοινώς space.


Όπως προείπα, φορώ ρούχα πολλά, είμαι άτομο ευκατάστατο μάλλον.
το μέλλον αβέβαιο.
Το τζάκι ψυχορράγησε κι αποδήμησε η φλόξ (ρουαγιάλ) εις τόπους χλοερούς.
Και μετά ήρθε η αγάπη.
Μονοκοπανιά.
Νοκ άουτ.
Μα, είναι πράματα αυτά;
έτσι, στα καλά του καθουμένου να σου έρχεται ταμπλάς;
Α πα πα πα πα!
Πάω στο λουτρό.


σήμερα διάβαζα κάτι σκέψεις της τσέπας.
άμα είναι τρύπια, όλο και κάτι δεκαρίτσες τρέχουν.
δεκατιανά να μασουλάμε και ν' αναρωτιόμαστε.
αναρωτιέμαι, je me demade, λοιπόν, γιατί ενώ είμαι υπό πίεση, διακατέχομαι από ένα υποτονισμό.
ένα je m' en fous, ένα pourquoi la guerre, οξύμωρα πράματα που εγκυμονούν κινδύνους!!


Για την ώρα ο μοναδικός κίνδυνος είναι ότι ξημερώνει Ντευτέρα, μέρα σεληνιακή, Lundi mon ami, κι άμα η Δευτέρα είναι υποχείριο της σελήνης εμένα μου λες πώς θα πάει η εβδομάς!
Lundi σ' απαλά χόρτα, νοτισμένα, κουβερτίτσα και καλαθάκι, cyclamens, κυκλαμινούχα αφεφήματα, ιώδεις επαφές τρυφερές, στο εντός και το ολόγυρα, διακτινιζόμενος χρόνος, λίγη αφηρημάς δεν βλάπτει. Έτσι για να ξεχνιόμαστε.
Μ' αρέσει.


Σ' αρέσει και σένα;
άμα όχι δε μιλάω πια ντιπ.
jour bon!

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΜΥΘΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ "Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ"


Λύτρωση από μια οικογενειακή κατάρα.

ΕΝΩ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΣΗ ΝΑ ΤΡΩΝ ΤΟΥΣ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ ΤΟΥΣ Η ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ Ο ΕΝΑΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΕΥΚΟΛΙΑ ΟΠΩΣ ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ, Η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ Η ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΣΤΟ ΓΟΝΕΑ ΚΙ ΑΠΟ ΚΕΙ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΙΑ ΓΝΩΡΙΜΗ ΚΑΤΑΡΑ. ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΨΥΧΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΟΤΙ ΒΙΑΙΟΙ ΓΟΝΕΙΣ, ΕΧΟΥΝ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΒΙΑΙΑ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ ΠΑΙΔΙΑ. ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΚΑΚΟΜΕΤΑΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΙ ΠΑΙΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ ΤΥΧΕΙ ΚΑΚΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ. ΣΕ ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ, ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΑΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣ. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ ΜΑΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΠΟ ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΡΑ ΜΕΣΑ ΑΠ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ, ΤΗΝ ΕΙΛΙΚΡΙΝΙΑ, ΤΗΝ ΠΡΟΘΥΜΙΑ ΝΑ ΥΠΟΣΤΟΥΜΕ ΑΔΙΚΑ ΒΑΣΑΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ.


 Ο Τάνταλος, ο βασιλιάς της Λυδίας, είχε φιλικές σχέσεις με τους θεούς και ειδικότερα με το Δία, που τον άφηνε να συμμετέχει στα Ολύμπια συμπόσια με νέκταρ κι αμβροσία. Στη συνέχεια, στην αγωνιώδη προσπάθειά του να εντυπωσιάσει, ο Τάνταλος οργάνωσε ένα συμπόσιο για τους θεούς στο δικό του παλάτι. Όμως ανακάλυψε ότι τα τρόφιμα στο κελάρι δεν ήταν αρκετά για όλη τη συντροφιά. Ανήσυχος μήπως οι καλεσμένοι του προσβληθούν αν δεν έτρωγαν αρκετά, έθεσε το κύρος πάνω από την αγάπη, έκοψε κομματάκια το γιο του Πέλοπα και πρόσθεσε τα κομμάτια στο φαγητό που είχε προετοιμαστεί για τους Θεούς. Όμως εκείνοι αντιλήφθηκαν τί  υπήρχε στα πιάτα τους και αηδιασμένοι αρνήθηκαν να φάνε. Για το έγκλημά του ο Τάνταλος τιμωρήθηκε με αιώνιο μαρτύριο και στη γενιά του έπεσε κατάρα. Στο μεταξύ οι θεοί ανάστησαν τον Πέλοπα, που, μεγαλώνοντας, απέκτησε τρεις γιους. Οι δύο μεγαλύτεροι ο Ατρέας κι ο Θυέστης, ζήλευαν τον μικρότερο αδελφό τους κι αγαπημένο του πατέρα τους, τον Χρύσιππο, και τον δολοφόνησαν. Ο Πέλοπας ανακάλυψε το έγκλημα και καταράστηκε τους γιους του και τη γενιά τους. Αυτή ήταν η δεύτερη κατάρα που έπληξε τους απογόνους του Τάνταλου.
 Ο Ατρέας παντρεύτηκε, για να ανακαλύψει στη συνέχεια πως η γυναίκα του είχε κοιμηθεί με τον αδελφό του τον Θυέστη. Παρ όλ αυτά, δεν άφησε την οργή του να εκδηλωθεί. Κατόπιν, ένας χρησμός αποκάλυψε ότι ένα από τα δύο αδέλφια θα γινόταν βασιλιάς στις Μυκήνες, Όπως ήταν αναμενόμενο τα δύο αδέλφια μάλωσαν κι ον Ατρέας, που εξακολουθούσε να βασανίζεται από την απιστία της γυναίκας του, 'εδιωξε τον Θυέστη από την πόλη και πήρε ο ίδιος το στέμμα. Ωστόσο, η εξουσία δεν κατεύνασε το θυμό που ένιωθε ο Ατρέας για τον αδελφό του. Τιμώρησε ακόμα περισσότερο το Θυέστη καλώντας τον σε δείπνο υποκρινόμενος ότι ήθελε να συμφιλιωθούν. Το κύριο πιάτο ήταν μια επανάληψη της κουζίνας του παππού του, του Ταντάλου, αφού ο Ατρέας είχε δολοφονήσει τους γιους του Θυέστη, τους είχε μαγειρέψει και τους είχε σερβίρει στον ανυποψίαστο πατέρα. Όταν κατάλαβε τί είχε φάει, ο Θυέστης καταράστηκε τον Ατρέα και τη γενιά του. Και αυτή ήταν η τρίτη κατάρα πο0υ έπεσε στους απογόνους του Ταντάλου. 
 Στη συνέχεια ο Θυέστης πήρε οδηγίες από το θεό Απόλλωνα για να εκδικηθεί για τους φόνους των παιδιών του. Το μόνο παιδί που είχε μείνει στο Θυέστη ήταν μια κόρη, η Πελοπία. Αφού λοιπόν τη βίασε στα σκοτεινά, πήγε και κρύφτηκε. Η Πελοπία, που δεν είχε ιδέα για την πραγματική ταυτότητα του βιαστή της έμεινε έγκυος, ενώ το μόνο πράγμα που άφησε πίσω του ο άγνωστος άντρας ήταν ένα ξίφος. Αργότερα η Πελοπία  παντρεύτηκε τον Ατρέα, που στο μεταξύ είχε χωρίσει την άπιστη σύζυγό του. Ο Ατρτέας χάρηκε πολύ που η Πελοπία έκανε τόσο σύντομα ένα γιο, τον Αίγισθο, και πίστεψε, εντελώς ανόητα, ότι το αγόρι ήταν δικό του και μάλιστα αμόλυντο από τα οικογενειακά δράματα που είχαν προηγηθεί. Όμως η ευσεβείς πόθοι από μόνοι τους δεν μπορούν να εξαφανίσουν τις κατάρες των θεών. Έντονη ξηρασία άρχισε να ερημώνει το βασίλειο κι ένας χρησμός αποκάλυψε ότι θα σταματούσε μόνο αν επέστρεφε ο Θυέστης.
 Τελικά ο Θυέστης βρέθηκε και ρίχτηκε στη φυλακή, ενώ ο Ατρέας έδωσε οδηγίες στον Αίγισθο, τον νεαρό γιο της Πελοπίας που νόμιζε ότι ήταν δικός του, να πραγματοποιήσει την πρώτη του αντρίκια πράξη, σηκώνοντας το ξίφος της μητέρα του και σκοτώνοντας τον Θυέστη (που ήταν ο πραγματικός πατέρα του παιδιού). Το αγόρι μπήκε στο κελί κρατώντας το ξίφος, το οποίο ο Θυέστης αναγνώρισε με την πρώτη ματιά και ζήτησε να συναντήσει την κόρη του, την Πελοπία. Όταν της αποκάλυψε την αλήθεια, εκείνη σκοτώθηκε με το σπαθί. Ο νεαρός Αίγισθος, που είχε επιτέλους ανακαλύψει την πραγματική του καταγωγή, αποφασισμένος να εκδικηθεί τον Ατρέα, επέστρεψε στον τελευταίο κρατώντας το αιματοβαμμένο ξίφος. Στη συνέχεια ο νεαρός σκότωσε τον Ατρέα κι ο Θυέστης έγινε βασιλιάς των Μυκηνών στη θέση του αδελφού του.
 Στο μεταξύ, ο Αγαμέμνονας, γιος του Ατρέα, γλίτωσε το θάνατο χάρη στην τροφό του, που τον μεγάλωσε στην εξορία. Όταν ενηλικιώθηκε, παντρεύτηκε την Κλυταιμνήστρα, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης, που τον βοήθησε να διεκδικήσει το θρόνο των Μυκηνών. Ο Θυέστης κι ο γιος του Αίσθος εξορίστηκαν και, λίγο αργότερα, ο Θυέστης πέθανε. 
 Η Κλυταιμνήστρα έκανε στον Αγαμέμνονα ένα γιο και τρεις κόρες. Ο Αγαμέμνονας ήταν ένας από τους στρατιωτικούς ηγέτες στον Τρωικό Πόλεμο και προκειμένου να εξασφαλίσει καλό καιρό για του στόλου του συμφώνησε να θυσιάσει μία από τις κόρες του στη θεά Άρτεμη. Είπε ψέμματα στη γυναίκα του ότι θα έστελνε το κορίτσι κάπου για να παντρευτεί, ενώ στα κρυφά θα γινόταν η θυσία της. Η Κλυταιμνήστρα ανακάλυψε την απάτη και για αντίδραση βρήκε εραστή - ποιον άλλο από τον Αίγισθο, το γιο του Θυέστη, που  είχε παρουσιαστεί στο παλάτι μεταμφιεσμένος και είχε φλερτάρει με τη βασίλισσα ενώ ο σύζυγός της ήταν στον πόλεμο. Μαζί σχεδίασαν τη δολοφονία του Αγαμέμνονα, τον οποίο και κομμάτιασαν ενώ έκανε μπάνιο, όταν επέστρεψε από την Τροία.
 Ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, τον οποίο είχαν στείλει μακριά όταν η Κλυταιμνήστρα κι ο εραστής της σχεδίαζαν τη δολοφονία του βασιλιά, είδε το θεό Απόλλωνα, που του αποκάλυψε την αλήθεια για το θάνατο του πατέρα του και απαίτησε να τον εκδικηθεί ο Ορέστης. Ο τελευταίος αντέδρασε έντονα λέγοντας πως οι καυγάδες των γονιών του δεν τον ενδιέφεραν και δεν ήθελε να συμμετέχει σε μερικούς ακόμη φόνους. Όμως ο Απόλλωνας δήλωσε πως, είτε του αρέσει είτε όχι, ο Ορέστης ήταν ο γιος του Αγαμέμνονα και, επομένως, είχε καθήκον να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του και πως αν δεν υπάκουε, ο θεός θα φρόντιζε ώστε η ζωή του να γίνει ιδιαίτερα δυσάρεστη. Ο Ορέστης γνώριζε πως, αν σκότωνε τη μητέρα του, οι Ερινύες - οι θεότητες του Κάτω Κόσμου που τιμωρούσαν τους εγκληματίες- θα τον καταδίωκαν οδηγώντας τον στη τρέλα. Ό,τι κι αν έκανε ήταν καταδικασμένος. Απρόθυμα, ο Ορέστης αποφάσισε ότι έπρεπε να δείξει αφοσίωση στον πατέρα του επειδή κι ο ίδιος ήταν άντρας κι έτσι δολοφόνησε τη μητέρα του και τον εραστή της. Όπως αναμενόταν, οι Ερινύες κατέφθασαν προκειμένου να τρελάνουν τον Ορέστη. Έπειτα από ένα χρόνο πνευματικής οδύνης και βασανιστηρίων, αναζήτησε καταφύγιο στο ιερό της θεάς Αθηνάς στην Αθήνα κι εκείνη μαζί με το πρώτο σώμα ενόρκων αποτελούμενο από θνητούς -πρόκειται για τον Άρειο Πάγο- , τον έκρινε αθώο και τον αποδέσμευσε από την κατάρα της γενιάς του. Τελικά ο Ορέστης παντρεύτηκε, πήρε το θρόνο της Σπάρτης και ξεκίνησε μια νέα γενεαλογική γραμμή, απελευθερωμένη από το μίασμα του οικογενειακού του παρελθόντος.


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ:

Σε αυτή τη σκοτεινή και πλημμυρισμένη στο αίμα ιστορία, οι βαρβαρότητες ξεκινούν απ τον Τάνταλο, που δε διστάζει να σκοτώσει το γιο του προκειμένου να εντυπωσιάσει του θεούς. Μας κάνει να σκεφτόμαστε εκείνους του γονείς που τοποθετούν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες πάνω απ την ευημερία και την ευτυχία των παιδιών τους. Μ' αυτόν ως πρότυπο, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η αναισθησία του Πέλοπα απέναντι στα δικά του παιδιά. Έχουμε δει σε προηγούμενες ιστορίες με ποιο τρόπο η γονική εύνοια μπορεί να προκαλέσει μεγάλο θυμό κι εχθρότητα ανάμεσα στ αδέλφια. Σ αυτήν την ιστορία, τόσο ο Ατρέας όσο κι ο Θυέστης δέχονται την κατάρα του πατέρα τους. Αν μεταξύ αδελφών αναπτυχθεί διαβρωτική ζήλια, οι γονείς που είναι προετοιμασμένοι να εξετάσουν τα αίτια σε βάθος είναι σε θέση να βοηθήσουν. Αντίθετα ο Πέλοπας ρίχνει λάδι στη φωτιά. Στην καθημερινή ζωή, αυτό εκδηλώνεται από το γονέα που λέει στο παιδί του :"Εξαιτίας της κακής σου συμπεριφοράς θα σταματήσω να σ' αγαπώ και να σε θέλω. Εύχομαι να κακοτυχίσεις και να περάσεις μια μίζερη ζωή".
 Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας βλέπουμε το επαναλαμβανόμενο θέμα της επιθυμίας να κακομεταχειριστεί κάποιος τα παιδιά του προκειμένου είτε να ικανοποιήσει συναισθηματικές καταπιεσμένες παρορμήσεις είτε να αποκομίσει υλικά οφέλη. Στη σύγχρονη οικογένεια, η κακομεταχείριση αυτή είναι κάποιες φορές κυριολεκτική. Η βία και η σεξουαλική κακοποίηση ισχύουν στις μέρες μας όπως και στην αρχαία Ελλάδα. Όμως, πιο συχνά, η κακοποίηση δεν είναι τόσο προφανής και μπορεί να συνυπάρχει με την αγάπη και τη βαθιά γονική φροντίδα. Όταν αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε τα συναισθήματα και την ατομικότητα του παιδιού ενώ, αντίθετα, του επιβάλλουμε τα δικά μας αισθήματα, τις επιθυμίες και τις προσδοκίες σε βάρος της ταυτότητάς του, τότε είμαστε πολύ πιο κοντά στον Οίκο των Ατρειδών απ' όσο ίσως φανταζόμαστε.
 Όμως, παρά τη γενικευμένη φρίκη, η ιστορία αυτή δεν έχει τραγικό τέλος όπως η ιστορία του Οίκου της Θήβας. Στον Ορέστη βρίσκουμε μια εικόνα της λύτρωσης από τη διαμάχη. Ο Ορέστης, όπως και οι περισσότεροι από εμάς, θα προτιμούσε να μην ανακατευτεί με τις αμαρτίες της οικογένειάς του. Όμως, δεν έχει άλλη επιλογή. Εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο θεϊκές εντολές, θα υποφέρει, ανεξάρτητα από την επιλογή που θα κάνει. Τί σημαίνει αυτό για τις δικές μας ζωές; Συχνά, όταν οι γονείς χωρίζουν εχθρικά ή ζουν μαζί σε συνεχιζόμενη αντιπαράθεση, το παιδί αισθάνεται ότι εξωθείται να πάρει θέση. Η προσπάθεια να επιλύσει τη διαμάχη με το να δείξει αφοσίωση στον ένα γονέα και να αρνηθεί τα αισθήματα αγάπης προς τον άλλο μπορεί να ενισχυθεί από γονείς που επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν το παιδί ως όπλο για να πληγώσουν ο ένας τον άλλο. Πόσες μητέρες που νιώθουν "αδικημένες" από έναν παραστρατημένο σύζυγο δεν  πείθουν τα παιδιά τους ότι ο πατέρας τους είναι άνθρωπος κακός και ανάξιος της αγάπης τους; και πόσοι πατέρες, ανίκανοι να ικανοποιήσουν τις συναισθηματικές ανάγκες των γυναικών τους, δε δημιουργούν ένα φανταστικό κόσμο παρέα με την αγαπημένη τους κόρη, ένα κόσμο που εξαιρεί τη μητέρα και κάνει την κόρη υποκατάστατο του συζύγου;
 Στα πρώτα χρόνια της ζωής, πρέπει, ίσως από αναγκαιότητα, να διαλέξουμε μεταξύ δύο γονέων που μαλώνουν. Όμως, σε ποιο γονέα οφείλουμε αφοσίωση; Και πώς ζούμε με την ενοχή, όταν απαρνηθούμε την αγάπη για έναν απ τους δύο γονείς μας; Μπορεί, αρχικά, να αναγκαστούμε να πάρουμε θέση προκειμένου να επιβιώσουμε συναισθηματικά από την εσωτερική κι εξωτερική σύγκρουση. Όμως, αν επιλέξουμε μια θέση σε βάρος της άλλης, θα υποφέρουμε αναπόφευκτα για κάποιο διάστημα, μέχρι να ωριμάσουμε αρκετά ώστε να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να εξετάσουμε και τους δύο γονείς ως ανθρώπους παγιδευμένους σε ένα κύκλο από λάθη και ασυνειδησία, τον οποίο έχουν κληρονομήσει από προηγούμενες γενιές.
 Η κακοποίηση των παιδιών σ' αυτή την ιστορία είναι ένας άλλος τρόπος περιγραφής μιας οικογένειας όπου η αγάπη κι η πραγματική φροντίδα αποκηρύσσονται κι όπου κυριαρχεί η θέληση για την κατάκτηση της εξουσίας. Ο Ορέστης διχάζεται επειδή αγαπά και τους δύο γονείς και δε μπορεί να δολοφονήσει κάποιον απ' αυτούς χωρίς να υποφέρει εσωτερικά. Όπως ο Ορέστης έτσι κι εμείς θα θέλαμε, δίχως αμφιβολία να αγνοήσουμε το παρελθόν και να αποφύγουμε την επανάληψη των λαθών των γονέων μας, με το να απομακρυνθούμε από την οικογενειακή τροχιά. Και, όπως ακριβώς ο Ορέστης, ίσως χρειαστεί να υποστούμε τα βάσανα που προέρχονται απ' την παραδοχή της αφοσίωσής μας και στους δύο γονείς, και να υπομείνουμε τη διελκυστίνδα της αγάπης που μας έχει επιβληθεί. Ταυτόχρονα οφείλουμε να επιδείξουμε μία ακλόνητη πίστη στη δική μας καρδιά.
 Υπάρχει μια ακόμα σημαντική γνώση που μας προσφέρει ο μύθος του Οίκου των Ατρειδών. Κατά ένα μέρος, η λύτρωση έρχεται για τον Ορέστη μέσα από τη δική του υπομονή, τα βάσανα και την αποδοχή της θέλησης των θεών. Όμως λυτρώνεται κι εξαιτίας των ίδιων των θεών - και συγκεκριμένα της θεάς Αθηνάς, που ορίζει ένα σώμα ενόρκων από θνητούς και μεσολαβεί στον Απόλλωνα και στις Ερινύες. Τί σημαίνει αυτό; Η Αθηνά είναι η θεά της σοφίας και τόσο εκείνη όσο και το σώμα των ενόρκων εκφράζουν την ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να αποστασιοποιείται, να στοχάζεται και να αναγνωρίζει την οπτική της οποιαδήποτε αντιμαχόμενης παράταξης, εσωτερικής ή εξωτερικής. Η Αθηνά όχι μόνο καθιστά δυνατή τη συνειδητοποίηση του προβλήματος, αλλά καταφέρνει να δώσει και στους συμμμετέχοντες τη δυνατότητα να εκφραστούν σχετικά με το πρόβλημα. Με λίγα λόγια, αποτελεί την προσωποποίηση όχι μόνο της συνείδησης αλλά και της επικοινωνίας και της επιθυμίας να ακουστούν και οι δύο πλευρές. Η συγκεκριμένη θεά μας υπενθυμίζει ότι αν μπορέσουμε να βρούμε ένα τρόπο να αντισταθούμε και να μην ενδώσουμε στην εκδήλωση των πιο ψυχαναγκαστικών συναισθημάτων μας κι αν μπορέσουμε να ξεκινήσουμε τη δύσκολη διαδικασία του ειλικρινούς στοχασμού και της επικοινωνίας, τότε, ακόμα και μια οικογένεια όπως αυτή των Ατρειδών μπορεί να λυτρωθεί απ' την κατάρα της.
 Η συνειδητοποίηση οφείλει να πληρωθεί με πόνο - τίποτα δεν είναι δωρεάν. Η μεταμέλεια κι η εξιλέωση ίσως είναι απαραίτητα συστατικά της προσπάθειας αποκατάστασης των σχέσεων με την οικογένεια. Επίσης, ίσως χρειαστεί να περάσουμε κακουχίες για αμαρτίες και λάθη που έγιναν προτού καν γεννηθούμε. Η ζωή δεν είναι πάντα δίκαιη και σίγουρα δεν υπάρχει τίποτα δίκαιο σε όσα αναγκάζεται να περάσει ο Ορέστης. Όμως η διαδικασία που ακολουθεί και η τελική λύση μας διδάσκει πως ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα να ξεπλύνει τις αμαρτίες του παρελθόντος και να αναδυθεί ελεύθερος προκειμένου να αγαπήσει και να συνδεθεί ολόψυχα με την οικογένειά του.