Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Σαμιαμίδια στον τοίχο.

Εκκολαπτόμενη σιωπή, ανακυκλούμενη. 
Μαρμαρυγή αργού ανέμου, σύρσιμο βαρύ μιας μελωδίας αναδιπλούμενης, αχόρταγο τ αυτί περιμένει τον επόμενο χτύπο, τον επόμενο ήχο. Νύξεις αγάπης, ξεφυσήματα φαλαινών. Νύχτα στο υφάδι μιας μοίρας, ξέθωρη ζωγραφιά τρικλίζοντος ιδεογράμματος. Που το νόημά του κι όλα τα υπάρχοντά του έχουν χαθεί σ ένα σταθμό αλλοτινού ταξιδιού. Κι ίσως να είναι στα αζήτητα, ίσως να ναι σ άλλα χέρια πια, ποιος ξέρει; Δαγκωνιές μουσικών συγχορδιών, χρατς χρουτς, που αυτοθυσιάζονται στο βωμό μιας άποψης γεννημένης από τη φιλοκαλία κι από την έπαρση, εξαϋλώνονται και μετατρέπονται σε στατικά ιχνογραφήματα, ακουαρέλες υδαρείς σε ευαίσθητα χαρτιά που δεν αντέχουν κι αυτοκτονούν από την επίδραση του χρώματος πάνω τους σε ανύποπτο χρόνο. Έρευνες της αστυνομίας άκαρπες. Ουδείς ο δολοφόνος. Φταίει μάλλον η ιδιοσυγκρασία του θύματος, η πραγματικότης, οι περιστάσεις, τα γεγονότα εν γένει είπε ο επιθεωρητής ξύνοντας το μούσι του μ εκείνο το ύφος απύθμενης σοφίας που μαρτυρά  την αδημονία του να πάει στο κοντινότερο και σκοτεινότερο μπαρ με τις ανθισμένες οπτασίες μιας πλασματικής ερωτοτροπίας έναντι ακριβούς αντιτίμου. Σπαρταράει η νύχτα, κλαίει, στην αντεκδίκηση του απόντος φεγγαριού άοπλη, ανήμπορη ν αντισταθεί, λυγισμένη σα  δενδρύλλιο ατυχές, θύμα ενός κακοπροαίρετου ανέμου που το στραγγαλίζει μ επιμονή καθώς περνά από πάνω του κυματιστά, ανεπανόρθωτα. Χαϊδεύει η μουσική τις γρατζουνιές, και μετά με θηριώδη νύχια χώνεται σε μαλακές σάρκες κοιμώμενων, έξαψη, ένα πεφταστέρι γκρεμίζεται στο ρηχό πάτο αστικού συντριβανιού, λαμπυρίζοντας έντονα, αναστατώνοντας τους ερωτευμένους και τους άστεγους του πάρκου που όμως τα λεγόμενά τους τ ακούν τα σύννεφα μόνο κι αναστενάζουν. Οι περίοικοι κωφεύουν και το μαγικό τους διαφεύγει ολωσδιόλου. Έτσι ανενδοίαστα και λόγω αυτού του μελετημένου στρουθοκαμηλισμού παίρνουν τ αναγκαία ένσημα για μια πολυτελέστερη ζωή σ ένα μακρινό πλανήτη που ποτέ δε θα επισκεφτούν, αλλά όπως λέει κι η ρήση "μάζευε κι ας είναι ρώγες". Νάτην πάλι η μουσική. Στα μικρά περιθώρια πυκνογραμμένων σελίδων τιμωρίας, επαναλαμβανόμενης πρότασης, ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑ..., στα κενά διαστήματα παντζουριών σα χλωμή αχτίνα από το φως ποδηλάτου αγκομαχούντος ποδηλατιστή. Η κλεψύδρα του χρόνου στέλνει αμμουδιές τα πάνω κάτω και στο κομπολόγισμα των δευτερολέπτων σκληρές εικόνες καρπώνονται μια ευωχία θησαυρικού κουρνιαχτού. Αμετανόητη μουσική. Πάει και χτυπάει τις πόρτες και τα κουδούνια σαν έξαλλος συγγενής που γυρνά αργά από ταξίδι εξωτικό κι απαιτεί όλα να ναι στη θέση τους σα να μην είχε λείψει μια στιγμή. Μωρία! Αλλά η μουσική δεν στέκει στο ανόητο. Πάει και φωλιάζει εκεί που μπορεί να σπείρει και να θερίσει το εν δυνάμει - θυμάσαι το εν δυνάμει; καθόμασταν παραδοσιακά στο παραδοσιακότερο τσιπουράδικο και τυρβάζαμε κι έπεσε το εν δυνάμει κει ανάμεσα στους μεζέδες και τα παγάκια και τα αλκοόλια και μετά πήραμε τους δρόμους με τ αμάξι και με κάτι ανατολίτες να στριγγλίζουν στο σι ντι κι εμείς να ξελαρυγγιαζόμαστε μαζί τους. Χαρά και μεγαλείο!  Η μουσική φτιάνει μια δίοδο. Επιλογές ανάμεσα στ αχανές και τ απέραντο. "Πρέπει να είμαστε πεζοί και να οριοθετούμε τη ζωή σε λειψά κείμενα;" ρωτά. Μα ποιος της είπε να ρωτά; Θα πρέπει μόνο ν απαντά. Να δίνει χρώμα και ύφος στη ζωή μας. Να ρωτά ποτέ. Ποτές. Η μουσική σουφρώνει τα χειλάκια, θυμώνει, λυπάται, είναι έτοιμη να ρίξει κεραυνούς και καταιγίδες, ανεμοστρόβιλους και τυφώνες. Η μετεωρολογική υπηρεσία απομένει μετέωρη. Τέτοια δε συμβαίνουν στον καθωσπρέπει κόσμο μας!  Πιστοί ψάλλουν το "δόξα εν υψίστοις" αλλά λαίλαπας γενόμενης το εν υψίστοις εξακοντίζεται στα βάθη μιας υποσυνείδητης έκρηξης. Ολότελα ανεπαίσθητης. Αποπλανητική νύχτα. Ο Σασυφής χαμένος στα βινύλια. Μισοφέγγισμα νύχτας. Ασθμαίνουσας. Θάμπος κι έρως μαζί περπατούν σ ένα κήπο ολάνθιστο. Μουρμουρητό συμπαντικό κι η ανάσα γίνεται μαξιλάρι για όνειρα. Σ αγαπώ κι ας πεθάνει το σύμπαν. Ακόμα και τότε θα σ αγαπώ πάρα πολύ. Σβήνει το κύμα στην αμμουδιά. Σβήνει ο κόσμος όλος . Και με τσακμάκι απαγορευμένο ανάβει το Σάββατο. Καλημέρα.



4 σχόλια:

  1. Από τα ωραία,λέω, του Σασυφή.
    Καλημέρα, είθε με τα τσακμάκι της φωτιά ν'ανάψει, κάθε που πρέπει για να καεί...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Η μουσική σουφρώνει τα χειλάκια, θυμώνει, λυπάται, είναι έτοιμη να ρίξει κεραυνούς και καταιγίδες, ανεμοστρόβιλους και τυφώνες".
    Τι να πω εγώ τώρα;
    Για τον Σασυφή;
    Για το Blue In Creen;
    Τίποτα δεν θα πω. Ένα εύγε μόνο για τα κείμενά σου και για τις μουσικές σου επιλογές...

    ΑπάντησηΔιαγραφή