Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

απόψε

uaq parb tiopdknslo klskuri
θα πάρω μια φτηνή μπύρα
ξκλκσιεξuiofkjkl
να πιω τον ξεχασμό μου
κι οι άλλοι θα με βλέπουμε φτηνό και χτεσινό
επειδή δεν ξέρουν να μετράνε τον καυμό μου.
άντε γαμήσου  σύστημα
συστηματικώς εναρμονισμένα ανθρωπάρια
is not me
not at all
δε σ' αγαπώ σήμερα
σ' αγαπάω πάντα'
γι αυτό σκυλιάζεις
για το ακατανόητο.
καλά να πάθεις.




στην υγειά της μαλθακείας μας
του να μην ακούμε από κει που δε θα βγει κέρδος.
Κέρδος ψυχής, παρά κέρδος;
εφ ων ετάχθη ο καθείς.
αποκούμπι δεν είμαι κανενός
στην αρένα μοναξιά και τα λιοντάρια πεινασμένα.
Κι η φωνή τ' απροσδόκητα.
θέλεις το πεινάω
το διψάω
το κραυγάζω, λέει.
Μα με γιουχάρει κιόλας.
Με πάει στ' αλώνια
στα σαλόνια.
Στον τρόπο, με το ευγενές' να
κάτσουμε μ' ένα απεριτίφ στο χέρι
ν' αλισβερίσουμε κάποιες πατρίδες.

επειδή τηγάνισα πατάτες σήμερα και πήγα κει που οι άλλοι δεν πάνε
στων ξεχασμένων τ' αλώνια.
Που δεν είναι μαρμαρένια.
Είναι από πέτρα Πηλίου
κι ο Ερμής κι ο Πραξιτέλης είναι ομοϊδεάτες
κι ο Αχιλλέας με τον Έκτορα
αφεντικός και σκύλος.
επειδή δε σε ξέχασα
και δε ξεψύχησα
ακόμη.
Θα 'θελες;
Στα κομμάτια!
Άντε πια!

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

λιακαδούρα


καλοκαιριάτικη διάθεση
ο Θεός έχει κέφια.
του Σεπτέμβρη 29.

το τραγουδάκι από τη σημερινή εκπομπή

σκέψεις.



ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΛΕΥΤΕΡΟΙ.


Γιατί οι αγνοημένοι είναι πιο αγανακτισμένοι' αγανακτισμένοι με τους αγανακτισμένους της άγνοιας, που αγανάκτησαν επειδή τους στέρησαν τα gadgets της κατανάλωσης και τους πήραν τον καθρέφτη της ναρκίσσευσής τους, που τυρβάζουν την επαναστατικότητά τους με κούφιες λέξεις, κούφια συναισθήματα. Μορμολύκεια του παρελθόντος απ' τα οποία οι πιο ζωντανοί  θα αναγκαστούν να αποκηρύξουν αυτό που είναι, για να γίνουν αυτό που οι αγνοημένοι ψελλίζουν μέσα στη μοναχικότητά τους. 
Το κάλεσμα για συλλογικότητα έναντι της ατομικότητας, για κοινοκτημοσύνη έναντι της ιδιοκτησίας, για την Παγκόσμια Επανάσταση που δε θέλει να πάρει πίσω τον προηγούμενο μη πετσοκομμένο μισθό για να συνεχίσει τη συλλογική βοσκή στο λιβάδι των χοντρών, νωθρών αγελάδων, ούτε θέλει να κρατήσει το σπιτάκι του τη στιγμή που καταστρέφεται όλος ο πλανήτης. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα Αυτός είναι ο λόγος για την πανανθρώπινη επανάσταση. Με νέα ματιά, άλλη οπτική, ένα κύκλο που σχηματίζεται μεριμνώντας για τους άλλους κι ολοκληρώνεται στο σημείο του ν'  αγαπάμε πιο άδολα τον εαυτό μας, με κέντρο την Προσφορά, το "δίνειν", την καταδίκη του εγωκεντρικού παίρνω, ωφελούμαι και την αδιέξοδη αγωνία του "κατέχειν" που κατακρεουργούν συνειδήσεις μέσα στην πρέσα της γενικευμένης ποσοτικοποίησης του θεού Μάμμωνα.
Σας φαίνονται μακρινά;
Ε, όχι! ΓΙΝΑΝ ΧΤΕΣ!

ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΕΙΤΕ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ.
Οι φωνές μπορούν να ενωθούν και να παρασύρουν τα σκουπίδια της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας. Οι πρακτικές ν' αποκτήσουν στόχο. Το αύριο είναι αργά. Το ΤΩΡΑ, όσο ποτέ άλλοτε επιβάλλεται. 
Η καταστροφή πρέπει να σταματήσει.
G.W.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

σεξ και βρούβες

Κι ενώ ο κόσμος καίγεται ή χάνεται ή κάνει ό,τι κάνει ο κόσμος στις μέρες μας, ιδού και κάποιοι ευτυχείς, ερωτύλοι θα μου πει κάποιος αλλά ποιος ακούει πια;
Κατόπιν ωρίμου σκέψεως και ατέλειωτων λογαριασμών -ουπς! λάθος λέξη, ατέλειωτων συλλογισμών βρήκα τη μοιραία του μπακλαβά γωνία, εκεί που η ζωή είναι γλυκιά, κοινή συναινέση πάντα. Γιατί τί τις θέλουμε τις πολυτέλειες και τα λούσα; Πάμε για βρούβες! Δεν είναι της εποχής; Υπομονή. Όταν μια φωνούλα μας έλεγε διάφορα και πολλά γιατί δεν παίρναμε ένα αγροτεμάχιο στην Καλαβρία να μην ξεχάσουν κι οι εκεί βασανισμένοι τη γλώσσα; Πολύ καλά, τώρα καλύβη στο μαγευτικό Ουζμπεκιστάν. Την αγάπη μας και μία καλύβη. Φως, νερό, τηλέφωνο ούτε κατά φαντασία! Ύπαγε οπίσω μου σατανά!! Αλλά επειδή έχουμε κι ένα δέσιμο αίματος με το υγρό στοιχείο, καλό είναι και το Αζερμπαϊτζάν που κέρδισε και στην Eurovision φέτος, αλλά και το Ιράν, πως πως! Η αλεπού εκατό χρονών και τ' αλεπόπουλο εκατόν δέκα! Εκ της Περσίας έρχομαι ή πάω, αναλόγως..

Σε άλλη περίπτωση υπάρχει ο φόβος να συμπεριληφθούμε στη λέσχη των αγνοημένων. Ποιος φόβος δηλαδή που τ' όνομά μας φιγουράρει σ' αυτά τα ξεχασμένα κατάστιχα....

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΓΝΟΗΜΕΝΟΙ.

Όχι δεν το έχω το θέμα παιδιόθεν, αργότερα μου ήρθε τ' αστροπελέκι. Εκεί που καθόμουν στη στάση του λωτού, κεράκια στο δάπεδο, συγκεντρωθείτε στη φλόγα, κλείστε τα ματάκια, μαύρο σκοτάδι είπατε; Μαύρο σαν καλιακούδα; Αβέβαιο το μέλλον' ας ακούσουμε λίγη μουσική από το Θιβέτ. Θιβέτ, άλλη καλή χώρα κι αυτή! Με τα πόδια απ΄τη Σιβηρία μια ταινία δρόμος, πολύ περπάτημα βεβαίως αλλά κι εμείς στο περπάτημα είμαστε τζιμάνια, η πορεία, της πορείας και, για να στάξω και μια πρέζα φαρμάκι, σε λίγο η πορεία του παρία. 
Είπαμε να μην ξεχνιόμαστε κι η δική μου ουρά μέσα. Πάνε οι ρόδινες παρειές! τώρα θα γίνουμε ασκητές, θ' αγιάσουμε, θα πούμε το ψωμί ψωμάκι! Πάει η Ντον Περινιόν κι ο Ντον Τζιοβάννι - αν και κάτι πήρε τ' αυτί μου για εισιτήρια με έκπτωση στη Λυρική Σκηνή, σπεύσατε! Τώρα Δον Κορλεόνε και  «I'm going to make him an offer he can't refuse». Ποιος θα κάνει τί και σε ποιον; Η συνέχεια στην οθόνη. 
Κι έτσι, μ' αυτά και με τ' άλλα, το πήρα πια απόφαση να αφοσιωθώ εις την διονυσιακήν λατρεία, πάει και τελείωσε. Και σαν ένας άλλος Λι Τάι Πο να πάω να πιάσω το φεγγάρι και να πέσω στο ποτάμι να πνιχτώ. Όμως κι ο Διόνυσος μου κάνει νερά, μια έτσι, μια αλλιώς, μήπως φταίει και το στραβό μου το κεφάλι που δε λέει να βάλει μυαλό, δεν ξέρω, και κάθομαι με το ταγκράμ νυχτιάτικα και παιδεύομαι και δε λειτουργεί κι ο εξωτερικός σκληρός κι είμαι στη μούγκα, να ανθρώπινες τραγωδίες, να! Λέω επίσης επειδή είναι η εποχή τους και το "πόσ' απίδια βάνει ο σάκος" μπορούμε ίσως να το υποθέσουμε, αλλά στο θηλυκό του, το φρούτο αυτό κάπου την έχει την ουρά, λέω ν' αφήσω τους διονυσιασμούς. Να σοβαρευτώ λιγάκι. Μόνο σεξ και βρούβες από δω και στο εξής. Τραλαλά και βρέχει εδώ με το τουλούμι!
Να μην ακούω λέξεις όπως "κακοτεχνίες" και "μπάζει το ταβάνι". Ποτέ. Ορίστε χάλια, έχουμε γίνει όλοι γκρινιαρόγατοι νιαρ νιουρ συνεχώς, όλο και κάτι μας φταίει!! Φθινόπωρο είναι άμα δε ρίξει κι ένα νερό πότε θα το ρίξει; 
Πώς το λέει κι ο λαός; Ποιος είναι αυτός; Από την κακιά μητριά και πέρα οι καθρέφτες έχουν παροπλιστεί, θεωρούνται επικίνδυνοι; -αυτή η κακιά μητριά κάτι μου φερε, ένα φλας, μιαν εικόνα, αλλά τώρα έσβησε και πάει... "ο βρεμμένος τη βροχή δε τη φοβάται;"
Μήπως, όμως, να κοιταχτούμε λιγάκι μεταξύ μας, έτσι για να επιβεβαιώσουμε την παρουσία μας και να σταματήσουμε να αγνοούμε κι εμείς, ο ένας τον άλλο;
Τώρα θα μεταβώ εις ονειρότοπον. Να κοιμηθώ ένα δίωρο και να ξυπνήσω πάλι. Πού να πάω στο μαλακό ή στο σκληρό ντιβάνι; Αμφότερα με κοιτάνε με ύφος παραπονεμένο. Δεν τα καταδέχομαι τις νύχτες από τον καιρό του Αλή Μπαμπά. 
μουσική από blog .
εικόνα


καλημέρα.
"είμαστε αγνοημένοι", φράση του George White

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.




 Πάλι πέρα - δώθε. Ησυχία δεν έχω. Μου την κλέβουν. Παίρνουν πρώτα το η, μετά το σ, σσσ..., μετά το ύψιλον, μετά το χι χι χι, χώρο και χαρά και τα λοιπά, μετά ω της ποικιλίας των γραμμάτων το ι, τονιζόμενο, ί. Μένει το α.
ααααααα!!!!!
Πάιρνω κι εγώ τα μπογαλάκια μου και πάω λίγο παραπέρα. και λίγο παραπέρα. Στο ΠΡΟΣΟΧΗ ΓΚΡΕΜΟΣ δεν διστάζω. Πέφτω και ξαναπέφτω, σε στενάχωρους ασφυκτικούς ακάλυπτους πολυκατοικιών, ναι, ξέρω, δεν είναι ζωή αυτή, με τις μισές αλήθειες να δομούν ολόκληρα ψέματα, φταίω γω που σ' έμαθα να περπατάς στη γειτονιά να λες πως μ' αγαπάς. Ακριβές αγάπες. Ξελογιάστρες. Και μετά ο μπιλ! Ο Μπίλ είναι τύπος βαρύς και δεν σηκώνει και πολλά πολλά. Οι αγάπες γι αυτόν είναι πράσινα άλογα. Δεν είναι συναισθηματικός τύπος' φταίει που λουροδέθηκε στη γέννα ή που είχε καναγια πατέρα, ποιος ξέρει! Δεν έχει και προβλήματα. Προβλήματα έχουν οι άλλοι. 'Ολοι οι άλλοι που τυχαίνουν να βρεθούν στο δρόμο του και που τυχαίνει επίσης να έχει στο καρνέ του τα ονόματά τους. Και όχι, δεν αγάπησε μια ντιζέζα κάποτε. Δεν αγάπησε καμία, ποτέ. Αυτά τα λένε κάποιοι που τη γλιτώσανε με λίγες φάπες και πιθανότατα από κάποιο βίτσιο έχουν παράλογες συμπάθειες. Άβυσσος η ψυχή του ταξιτζή!
Και λίγο παραπέρα. Τώρα βρέθηκα σε μια γωνία. Μου τελειώνουν και τα τσιγάρα αλλά επειδή πήγα να γυμνάσω το σώμα σε κάτι ραχούλες τ' απογευματάκι, τα έφτυσα ολοσχερώς και δε με βλέπω να παίρνω τους δρόμους για να πάω σ' εκείνο το περίπτερο που ξενυχτάει -ξενυχτάει, αποκλείεται, μπα. Κάπου θα ξετρυπώσω τίποτε ξεχασμένα, αλλονών. Καίει ένα αρωματικό κεράκι στο τραπέζι που υπόσχεται πως έχει άρωμα φράουλας αλλά δε μυρίζει και πως είναι αντικουνουπικό αλλά τα κουνούπια πετούν ολόγυρα λες και είναι σε ψυχιδελικό τρανς πάρτυ στην κουνουποχώρα. πανευτυχή. Το μόνο καλό του είναι ότι με συντροφεύει και καθώς καίγεται η φλόγα του κολυμπά σ' ενα ωραίο κόκκινο ζουμάκι που μάλλον κερασί θα το έλεγα. Κι όχι φραουλί.
Και πού να πάω; Να πάρω τα βουνά, τα όρη; Αλλά πού τέτοια τύχη! Δω θα μείνω στο άστυ μ' ένα περιπλανώμενο κρεβάτι κι άνευ αντισκοίνου. Σήμερα πέρασα από το δικηγόρο μου για κάποιες απορίες που έχω γύρω από πεζά θέματα που θα μας κάνουν όλους ποιητές και μουσικούς της παλαιάς εποχής να υποβασταζόμαστε για να μην πέσουμε κάτω απ' την πείνα μ' ένα ραβδί και να γυρνάμε χολιασμένοι και να βαράμε και κανένα άμα μας την καρφώσει. Περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου διαβάζοντας ένα Γέω παλιό αλλά τί να γίνει τώρα, κι ένας κάποιος άγνωστος φώναζε από μέσα πως έτσι που πάει η κατάσταση θα κοιμάται στα παγκάκια. Αχάριστοι άνθρωποι! Δεν χαίρονται που υπάρχουν και παγκάκια! Κατάχαμα έπρεπε να κοιμούνται σαν του Ιαπωνέζους να στρώσει κι η πλατίτσα!
Λέω μετά να ξαπλώσω, να κλείσω τα ματάκια μου, και το δια παντώς δε με χαλάει και πολύ, αλλά θα περιμένω να έρθουν οι επόμενες εκπωσεις να πάρω κάτι αμπιγιέ και μετά.
Είχε εδώ τις προάλλες εκδήλωση φοβερή με απαγγελία ποιημάτων στη διαπασών, τύφλα να χουν οι γύφτοι και τα καρπούζια τους! Είχε και "κούνησέ το το κορμί σου" χορευτικό με μύστες της υποσαχάριας Αφρικής' οπωσδήποτε τέτοιο θα ήταν δεν μπορεί! Ποια κρίση λοιπόν; Εδώ έχουμε κρίση υπερρεαλισμού! Και που σαι ακόμα! Θα το ρίξουμε και στο ντα-ντα, νάτο πετιέται, θα ρίχνει σκαμπίλια θερμά ο ένας στον άλλο να συνέλθουμε απ την ευτυχία την απροσμέτρητη. Όσον είμεθα Έλληνες. Κάτι εξυπνάκηδες του εξωτερικού βάζουν τα στελέχη τους να μαθαίνουν Ελληνικά για να εξυπνέψουν αλλά εμείς δεν είμαστε κορόιδα! Δε μασάμε με κάτι τέτοια! Ποιος Παπαρηγόπουλος; Ποιος Μακρυγιάννης; Ισιδώρα Ντάνκαν και Ντβόρζακ.
Ευτυχώς που υπάρχουν νοήμονες άνθρωποι στον πλανήτη, καλή ώρα σαν τον ξέδελφό μου που μπήκε στον κόπο κι έμασε τα σύκα από την συκιά στην αυλή του και τώρα τα μασουλάω ένα ένα απ το βαζάκι και ψυχοπιάνομαι. Βεβαίως το ξερό το συκαλάκι δίχως την τσιπουρίνη του είναι έρως ανολοκλήρωτος, συνηθισμένα όμως τα βουνά απ τα χιόνια! Καλό και το evian. Της λιτότητος. χα.
Έφτακε η ώρα να βάλω χέρι σ' εκείνα τα ξένα τσιγάρα. Που δεν είναι και πολλά οπότε θα καπνίσω μόνο ένα, θα πω καληνύχτα και καλημέρα σας και θα προσπαθήσω να προσδιορίσω στο σκοτάδι τους 43 στόχους για τους οποίους θα κοπιάσω προσεχώς.
1. να κοιμηθώ.
- ωχ την κάτσαμε τη βάρκα!
ελπίζω μόνο να μην αποκτήσει και δική του θέληση το κρεβάτι μου και βρεθώ άμα ξυπνήσω ποιος ξέρει πού! Θα δείξει.



Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

απαύγασμα

ήθελα να σ' αγαπήσω και δεν ήξερα τί θέλω από σενα.
η αληθινή ζωή μου κάνει χάδια και τερτίπια.
χαραυγή.
πονάω - γεννάω. 
Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα,
Ποιητήν ουρανού και γής, ορατών τε πάντων και αοράτων.
Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιό του Θεού, τον μονογενή, τον εκ του
Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ
Θεού αληθινού, γεννηθέντα ού ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι ού τα πάντα εγένετο.
Τον δι ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρία κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα. Και αναστάντα την τρίτη ημέρα, κατά τας Γραφάς. Και ανελθόντα εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ού της Βασιλείας ούκ έσται τέλος. Και είς το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των προφητών. Είς Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. 

Αμήν


έτσι για το γαμώτο, για μια πατρίδα παλιμπαιδίζουσα, 
Λόγος, εφταλόγιος.
Είμαστε στο παχνί;
Ο Σασυφής δύστροπος, δύσθυμος, αρνητικός.
Θίασος περιπλανώμενος , ερασιτεχνικές φιγούρες, καραγκιοζάκια.
Ψάχνω την Ιώ μα δεν την βρίσκω.
Είμαι ευτυχής μες στο πεπερασμένο τέλος του ατελέσφορου.
Σ αγαπώ στις λέξεις κι οι λέξεις είναι φτωχές.
Ξαφρίζω την πρόσκαιρη φτώχεια μου,
φυλακτό Αγάπης
μες στη καρδιά πανικός, πόλεμος.
Άι λάβ γιου κάργα.
ώρα αργάμιση,
φευγάμιση.
day after day.
day to die.
bye.
τζα
ανασαίνω κι έχει γούστο.
αύριο πάλι...
Θα πάρουμε το ΠΙΣΤΕΥΩ και θα πάμε στης;αγωνίας τα περβάζια, και θα κάνουμε ένα  γιορτασμό.
Θα σε βρω στα πεζούλια.... 





σ' αγαπώ

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΜΥΘΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΡΟΣ ΙΙ


ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ


Όλοι κρύβουμε μια μυστηριώδη παρόρμηση που μας ωθεί να γίνουμε ο εαυτός μας - μοναδικά και ξεχωριστά άτομα, που διεκδικούν την αυτονομία και την ταυτότητά τους, πέρα από τις όποιες σχέσεις ως μέλη ενός κοινωνικού συνόλου. Σύμφωνα με τους μύθους, η διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας είναι δύσκολη και κάποιες φορές επίμονη: απαιτεί ένα σκληρό αγώνα απέναντι στις εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις που δεχόμαστε αλλά και μια ικανότητσ καίριας αντιμετώπισης των ανθρώπων που δεν έχουν φτάσει ακόμα σ' αυτό το στάδιο ενδοσκόπησης.
Η μυθολογία, πέρα από την παρουσίαση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει κάποιος σ' αυτός το μακρύ ταξίδι προς την αυτονομία αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός βαθύτερου νοήματος σε προσωπικό επίπεδο - ένα νόημα κοινωνό της προσωπικής μας εξέλιξης αλλά και της συλλογικής μας εμπειρίας.

ΤΟ ΜΥΘΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ (Μέρος ΙΙ Κεφάλαιο 2)


ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ


Ο δρόμος προς την ανεξαρτησία δεν προϋποθέτει μόνο ν' αφήσουμε πίσω την παιδική ηλικία αλλά και να αντιμετωπίσουμε και να παλέψουμε με εκείνες τις δυνάμεις, εξωτερικές και εσωτερικές, που είναι οπισθοδρομικές, καταστροφικές, στάσιμες και απρόθυμες να αντεπεξέλθουν στα όρια της επίγειας ζωής. Αυτή η μάχη για αυτονομία αποτελεί ένα γεγονός ορόσημο το οποίο αντιμετωπίζει κάθε νέος. Μάλιστα, ίσως χρειαστεί να δώσουμε αυτή τη μάχη πολλές φορές, σε διαφορετικά επίπεδα, από τα εφηβικά χρόνια μέχρι και μετά τα τριάντα, προτού νιώσουμε γεμάτοι αυτοπεποίθηση, αληθινοί και αρκετά άξιοι ώστε να εκφράσουμε το ποιοι είμαστε με τον πιο θετικό και δημιουργικό τρόπο. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγουμε από αυτό το γεγονός ορόσημο. Ίσως να μην είναι τόσο προφανές, καθώς παίρνει μορφές που δεν αναγνωρίζουμε άμεσα ως πεδίο μάχης. Όμως, αν προσπαθήσουμε να αποφύγουμε την πρόκληση της αυτονομίας, παραμένουμε για πάντα εύθραυστοι και ανώριμοι και οι ασθενείς αμυντικές μας τακτικές θρυμματίζονται εύκολα ακόμα και από τις πιο μικρές απογοητεύσεις της ζωής.

ΤΟ ΜΥΘΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ "ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ"


Η πάλη ενάντια στη νωθρότητα.

Η ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΗ ΣΕ ΜΥΘΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΩΣ ΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΕΥΡΩΠΑΙΟΥ ΗΡΩΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΙΓΚΟΥΡΝΤ ΣΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠ' ΤΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΥΒΙΑ, ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑΚΛΥΤΕΡΑ ΕΠΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗς ΙΣΤΟΡΙΑς ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΧΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΝΕΑΡΟ ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΡΑΚΟ ΦΑΦΝΙΡ, ΠΟΥ ΦΥΛΑΕΙ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΤΩΝ ΛΙΜΠΕΛΟΥΓΚΕΝ.

 Ο Ζίγκφριντ ήταν καρπός της απαγορευμένης σχέσης ανάμεσα στον Σίγκμουντ και στην αδελφή του Σιγκελίντε. Παρ' όλο που και τα δυο αδέλφια είχαν φρικτό τέλος, ο Σίγκμουντ άφησε ένα περίφημο και πανέμορφο ξίφος στο γιο που δε θα συναντούσε ποτέ. Το σπαθί ήταν σπασμένο αλλά, αν επιδιορθωνόταν, ήταν ανίκητο στη μάχη. Ο ορφανός Ζίγκφριντ ανατράφηκε από τον Νίμπελουγκ (νάνο) Μάιμ, που τον περιποιόταν μάλλον απρόθυμα, ελπίζοντας πως κάποια μέρα ο παντοδύναμος και θαρραλέος νέος θα έβρισκε τη δύναμη να σκοτώσει το δράκο Φαφνίρ και να πάρει ως λάφυρο τη μεγάλη ποσότητα χρυσού που πριν από χρόνια είχε κλέψει ο θεός Βόταν (ο υπέρτατος θεός του πανθέου των γεμανικών μυθολογιών' ταυτίζεται με τον Όντιν των Βορείων Γερμανών και τον Θωρ των Σκανδιναυών) από τους Νιμπελούγκεν. Στη συνέχεια ο Μάιμ είχε σχεδιάσει να σκοτώσει το Ζίγκφριντ και να κρατήσει μόνος του όλο το χρυσάφι.
 Όμως, ο Ζίγκφριντ είχε την εύνοια των θεών, αφού μια μέρα που ο νεαρός περπατούσε στο δάσος άκουσε ένα πουλί να κελαηδά και διαπίστωσε ότι μπορούσε να καταλάβει το τραγούδι του. Το πουλί τον προειδοποίησε όχι μόνο ότι ό Μάιμ σχεδίαζε να τον δολοφονήσει, αλλά και γιατί. Όταν ο Ζίγκφριντ επέστρεψε στο σιδηρουργείο του Μάιμ δεν είπε κουβέντα για όσα είχε μόλις ανακαλύψει, αλλά έκανε υπομονή, περίμενε και παρακολουθούσε. Σύντομα ο Μάιμ του ζήτησε να επιδιορθώσει το σπαθί του πατέρα του κι ο Ζίγκφριντ έκανε όπως τον πρόσταξε, χρησιμοποιώντας όλη τη δύναμη και την αντοχή του για το σκοπό αυτό. Ο Μάιμ του είπε για το σωρό το χρυσάφι που ήταν κρυμμένο βαθιά σε μια σπηλιά που τη φυλούσε κοιμισμένος ο δράκος Φαφνίρ. Ανάμεσα στο χρυσό υπήρχε και το Δακτυλίδι του Νίμπελουγκ που έκρυβε πολλές δυνάμεις και το οποίο ο Μάιμ επιθυμούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Στη συνέχεια ο νάνος έδωσε οδηγίες στον Ζίγκφριντ να επιστρέψει σ' αυτόν με το χρυσό. Όμως, ο Ζίγκφριντ είχε πλέον ακούσει αρκετά για την προδοσία του νάνου και τον σκότωσε με το σπαθί του.
 Έπειτα ο νεαρός ήρωας ξεκίνησε αναζητώντας το δράκο Φαφνίρ. Παλιότερα ο δράκος αυτός ήταν γίγαντας, όχι ιδιαίτερα έξυπνος αλλά τρομερά μεγάλος και απειλητικός. Χρησιμοποιώντας τη δύναμη του Δακτυλιδιού ο Φαφνίρ είχε μετατραπεί σ' ένα τεράστιο, απαίσιο φολιδωτό πλάσμα. Ο δράκος αυτός κοιμόταν όλη την ώρα, μόνιμα μαγεμένος από τα όνειρα, στα οποία έβλεπε το χρυσό που βρισκόταν θαμμένος κάτω από το σαν φίδι κουλουριασμένο σώμα του. Το πουλί που την πρώτη φορά είχε πει στο Ζίγκφριντ για την προδοσία του Μάιμ τώρα οδήγησε το νεαρό άντρα στη σπηλιά κι ο Ζίγκφριντ κραδαίνοντας το ξίφος του, σκότωσε το δράκο και βρήκε το σωρό το χρυσάφι. Όμως, ο Ζίγκφριντ αδιαφορούσε τόσο πολύ για τους πειρασμούς του πλούτου, που διάλεξε μόνον δύο πράγματα από το σωρό: ένα κράνος που μπορούσε να τον κάνει αόρατο και το Δακτυλίδι του Νίμπελουγκ του οποίου τις δυνάμεις δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει. Κι έτσι, ξεκίνησε γι ακόμα μεγαλύτερες περιπέτειες.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ:
 Όπως συμβαίνει με πολλούς μυθολογικούς ήρωες, ό Ζίγκφριντ δε γνωρίζει τους γονείς του, ούτε την αληθινή του δύναμη. Το μόνο που έχει είναι ένα σπασμένο σπαθί, κληρονομιά από τον πατέρα του που πέθανε προτού γεννηθεί ο ίδιος. Ωστόσο αυτό το σπαθί, παρ' όλο που πρέπει να σφυρηλατηθεί εκ  νέου, αποτελεί κληροδότημα δύναμης και θάρρους που περνά από γενιά σε γενιά. Με τον ίδιο τρόπο και μεις κληρονομούμε χαρίσματα απ' τους γονείς και τους προγόνους μας, τα οποία πρέπει να διαμορφώσουμε σύμφωνα με τις δικές μας αξίες και ικανότητες, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουμε με τον τρόπο μας στο κυνήγι του προσωπικού μας πεπρωμένου. Όπως επίσης συμβαίνει με πολλούς μυθολογικούς ήρωες, ο Ζίγκφριντ κινδυνεύει από ένα δόλιο πλάσμα που προσδωκά να χρησιμοποιήσει τη δύναμη του νεαρού για να πετύχει το δικό του σκοπό. Η πρώτη σύγκρουση με τον εχθρό αντανακλά την πρόωρη συνειδητοποίηση ότι όλος ο κόσμος δεν είναι με το μέρο9ς μας και πως πρέπει να έχουμε συνείδηση μια πραγματικότητας γεμάτης φθόνο, μικροψυχία και καταστροφικότητα - είτε μέσα στην οικογένεια, στο σχολικό περιβα΄λλον, στη δουλεία ή ακόμα και μέσα μας -, αν θέλουμε να προχωρήσουμε στη ζωή.
 Ο Ζίγκφριντ συνειδητοποιεί την ανάγκη του για αυτοπροστασία όταν ακούει το κελάηδισμα ενός πουλιού. Άραγε τί έννοια μπορεί να έχει αυτή η παράξενη εικόνα για μας; Το πουλί αποτελεί τη φωνή της φύσης και του ενστίκτου που μας προειδοποιεί ότι είμαστε σε κίνδυνο και μας υποδεικνύει το σωστό δρόμο όταν φτάνει η στιγμή να ξεκινήσουμε για την αποστολή μας. Είναι πιθανόν όλοι μας να κατέχουμε την ικανότητα να καταλαβαίνουμε τη φωνή του ενστίκτου, με την προϋπόθεση ότι προσέχουμε ώστε να την ακούσουμε. επειδή ο Ζίγκφριντ σταματά, αφουγκράζεται και είναι δεκτικός στη σοφία του πουλιού, μαθαίνει όχι μόνο που είναι κρυμμένος ο χρυσός αλλά και με ποιον πρέπει να παλέψει προκειμένου να επιβιώσει.
 Όταν σκοτώνει το Μάιμ, βρίσκεται σε αυτοάμυνα. αφού, αν δεν το έκανε, ο νάνος τελικά θα τον σκότωνε. Συνήθως δεν απαιτείται να σκοτώσουμε κάποιον προκειμένου να εξασφαλίσουμε την αυτονομία μας. Όμως, σε συμβολικό επίπεδο, η δολοφονία του Μάιμ υπονοεί ότι πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι και να μη διστάζουμε μπροστά σε τίποτα προκειμένου ν' απομακρυβ\νθούμε από τους ανθρώπους που θέλουν το κακό μας. Πρόκειται για ένα σκληρό μάθημα που πρέπει να πάριε κάθε νέος αφού - εκτός κι μεγαλώνοντας νιώθουμε μια πο\ικρία για τη ζωή - συνήθως έχουμε μια ιδεατή εικόνα σύμφωνα με την οποία όλες οι πόρτες ανοίγουν άμα τις διατάξουμε, ενώ υποθέτουμε ότι όλοι οι άνθρωποι θα είναι ευγενικοί μαζί μας και θα μας αγαπάνε. Αυτό αποτελεί το δώρο και ταυτόχρονα το ελάττωμα της νεαρής ηλικίας. Δυστυχώς, όπως ο Ζίγκφριντ, ίσως χρειαστεί να μάθουμε, καλύτερα στη αρχή παρά αργότερα, ότι ο κόσμος είναι γεμάτος τόσο από αγάπη όσο κι από μίσος και πως, ενώ κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είναι στοργικοί, κάποιοι άλλοι δεν είναι. 
 ο δράκος Φαφνίρ είναι ένα αλλόκοτο πλάσμα, μισός γίγαντας, μισός δράκος. Η φιγούρα συ΄τη αποτελεί την απεικόνιση της ανθρώπινης απληστίας και νωθρότητας. Ικανοποιημένος επειδή απλά και μόνο έχει στην κατοχή του το χρυσάφι, ο Φαφνίρ δεν προτίθεται να το χρησιμοποιήσει ούτε για καλό ούτε για κακό. Απλώς επιθυμεί να το έχει στην κατοχή του. Αντίθετα από πολλούς 'άλλους δράκους που είναι γενικότερα πιο επιθετικοί κι επικίνδυνοι, ο Φαφνίρ αποτελεί παράδειγμα αχρηστίας, αχρησιμοποίητης δύναμης και ανεκμετάλλευτης δυναμική. Ο χρυσός αντιπροσωπεύει αξία κι ενέργεια. Έτσι λοιπόν ο δράκος, σύμβολο οκνηρίας, αδράνεια, απλησία και στασιμότητας της ανθρώπινης φύσης, αρκείται στο να κοιμάται, αφήνοντας αχρησιμοποίητους αυτούς τους πολύτιμους πόρους, χωρίς να κάνει το παραμικρό, χωρίς να πηγαίνει κάπου, διατηρώντας στάσιμες τις όποιες ζωτικές δυνάμεις κατέχει. Καταστρέφοντας το δράκο, ο Ζίγκφριντ απελευθερώνει τις δυνατότητες αυτές, επιτρέποντάς του να ξανακτίσουν ζωή. 
 Όμως, επιθυμία του ήρωα δεν είναι ο πλούτος ούτε όλα όσα θα μπορούσε ν' αποκτήσει με το χρυσάφι. Εξαιτίας των δοκιμασιών που έχει ήδη περάσει, έχει αποκτήσει τη σοφία του ενστίκτου, έχει αντιμετωπίσει την πραγματικότητα της ανθρώπινης κακεντρέχειας κι έχει αποκαταστήσει κι ανανεώσει την κληρονομιά του - το σπαθί που του δίνει τη δύναμη να νικά. Όμως, έχει βρει και κάτι επιπλέον, που είναι η ακεραιότητα. Ο Ζίγκφριντ γνωρίζει τί έχει αξία για τον ίδιο κι αυτό δεν είναι η απίστευτη πολύτέλεια και η εγκόσμια δύναμη που θα μπορούσε να του προσφέρει το χρυσάφι. Το μόνο που επιλέγει από το θησαυρό είναι το κράνος που σε κάνει αόρατο και το Δακτυλίδι. Δε γνωρίζει την ιστορία τους. Τα διαλέγει επειδή του φαίνονται όμορφα κι επειδή έχουν, σύμφωνα με το ένστικτό του, μεγαλύτερη αξία απ' οποιοδήποτε νόμισμα ή χρυσαφένιο μπιχλιμπίδι.
 Τα αντικείμενα αυτά είναι πολύ σημαντικά, αφού έχουν μαγικές δυνάμεις. το κράνος που σε κάνει αόρατο αποτελεί αρχαίο σύμβολο το οποίο συναντάμε και σε Ελληνικούς μύθους. Εκεί αναφέρεται ως περιουσία του Άδη κι επιτρέπει σ' όποιον το φορά να περνά απαρατήρητος ανάμεσα στους ζωντανούς. Αποτελεί σύμβολο εγκόσμιας σοφίας αφού, αν το έχουμε, γνωρίζουμε πότε να μένουμε ακίνητοι, ώστε να παρατηρούμε και να μαθαίνουμε από τη ζωή χωρίς να επιβάλλουμε τις δικές μας απόψεις, επιθυμίες και γν΄λωμες στους άλλους. Επίσης, συμβολίζει την ικανότητα να γνωρίζουμε και να κρατάμε μυστικά, χωρίς την οποία παραμένουμε παιδιά που ξεστομίζουμε όλα όσα αισθανόμαστε και σκεφτόμαστε σε όποιον μας ακούει. 
 Και το Δακτυλίδι του Νίμπελουγκ; Ολόκληροι τόμοι έχουν γραφτεί για τη σημασία του. Το χρυσό Δακτυλίδι της Δύναμης εμφανίζεται όχι μόνο στην τευτονική και σκανδιναβική μυθολογία αλλά και στην κλασσική ιστορία του 20ου αιώνα, τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών του Τόλκιν. Το Δακτυλίδι του Νίμπελουγκ προέρχεται από τα βάθη του νερού, μια εικόνα της φυσικής μαγείας και δύναμης στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Αρχικά το κλέβει ο νάνος Άλμπεριχ που αναζητά την παγκόσμια κυριαρχία, ενώ κατόπιν το κλέβει ο θεός Βόταν. Το Δακτυλίδι αυτό έχει τη δύναμη να δημιουργεί και ταυτόχρονα να υποδουλώνει τους άλλους. Αποσπάστηκε δια της βίας από τα βάθη του ασυνείδητου και μετατράπηκε σ' εργαλείο που μπορεί να χρησιμέυσει για καλό ή για κακό - αφού τέτοια είναι η δύναμη της ανθρώπινης ευφυίας και δημιουργικής έμπνευσης. Ο Άλμπεριχ επιθυμεί να το χρησιμοποιήσει για κάτι κακό, σε αντίθεση με τον Βόταν που όμως ταΐζει μ' αυτό τη ματαιοδοξία του και άθελά του θέτει σε λειτουργία το κακό. Ωστόσο, ο Ζίγκφριντ θέλει το δακτυλίδι μόνον και μόνο επειδή είναι όμορφο. Ακόμα δεν έχειν συναίσθηση του τί μπορεί να κάνει. τελικά τον οδηγεί στην τραγωδία. Όμως, αυτό έρχεται αργότερα, εξαιτίας της δικής του αμυαλιάς. Για την ώρα, χρειάζεται να θυμόμαστε ότι το Δακτυλίδι περιέχει όλη τη δυναμική των ανθρώπων σχετικά με τη δημιουργικότητα και τις ηγετικές ικανότητες που είναι να βρεθούν σε κάθε νεαρό άτομο, αν μπορέσει να υποτάξει το δράκο της οκνηρίας, της νωθρότητας και της ασυνειδησίας. 

καλημέρα.

αυτό, επειδή το άκουγα στον ύπνο μου καθώς ξυπνούσα!


λιακάδα.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

κλειστό κύκλωμα.



Κάποιος περνά απ' έξω σφυρίζοντας μια μελωδία.
Το θηρίο κοιμάται.
Το θηρίο κοιμάται.


Ακροβατικά βήματα της νύχτας.
Ακροπατώντας στα δευτερόλεπτα.
Το ένα μετά το άλλο, στου ρολογιού τους χτύπους.
Το ένα μετά το άλλο, στις στάλες της βροχής.
Ασυντόνιστα κι όμως συνταιριασμένα.


Το θηρίο εξακολουθεί να κοιμάται.
Στον ύπνο του φτερωτά ψάρια,
σμήνη φτερωτών ψαριών'
λεγεώνες λέξεων με λεγεωνάριους πολύ κουρασμένους.


Η δράση τροχίζει τα πριόνια της να πάει στο δάσος να μάσει ξύλα'
χειμών εν όψει!
Η ανάγκη ακονίζει τα δόντια της, σε λίγο θα δαγκώσει.


Ξέρω να κλωτσάω αλλά χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να περπατάω.
Ξέρω να μπατσίζω, αλλά χρησιμοποιώ τα χέρια μου για να χαϊδεύω.


Υπέρ βωμών κι εστιών.
Υπέρ πίστεως και πατρίδος.
υπερούσιος - επιούσιος
υπερεγώ σε θαλαμηγό.
Του πεπραγμένου φυγείν αδύνατον.
Θα πάρω μια ψαρόβαρκα μωρό μου...
άδολη - άβουλη σάρκα.


Στη σάκα δανεικά βιβλία.
Γι αυτά πιθανότατα θυσίασε τη ζωή του ο Άνθιμος Γαζής κι όλοι οι υπόλοιποι.
Για δανεικά βιβλία.
Ουγκώ ζεις, εσύ μας οδηγείς!
Αμ τι! Δεν θα γινόμασταν Ευρωπαίοι, Αμερικάνοι!
Με τον Τομ Σώγιερ μας και όλα τα λοιπά χρειώδη σε καλαθάκι του πικ -νικ.
Καλάσνικοφ και πεταλούδες.
Υπέρ πάντων ο αγών. 


Ποια είναι η αντίθετη λέξη της υπεραξίας;
Μήπως χρειάζεται ανιχνευτή χρυσού για να την εντοπίσουμε;


Η δυνατότητα πήγε στον εξομολόγο της και του είπε:  " εγώ είχα άλλα στο μυαλό μου"
Αυτός της έδωσε μια εικονίτσα "ο γάμος στη Κανά" κι εξετέλεσε το χρέος του ως λειτουργός.


ΖΩ ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟΘΗΚΗ ΚΙ ΕΧΩ ΤΕΤΡΑΓΩΝΑ ΜΑΤΙΑ
τίποτε λοιπόν δεν είναι ανέφικτο.


Το τηρίο κοιμάται.
Φεύγω απ' εδώ, πάω πάνω.
Πολύ κουβάλημα.
"Ακόμα μια νύχτα που ζεις και πεθαίνεις
σε άλλη αγκαλιά.
Κίτρινη πόλη".


Κουζίνα.
Εδώ μυρίζει φαγάκι.
Ριγέ τραπεζομάντιλο σε γήινα χρώματα.
Έχω κι άλλο, καρώ.
Και λουλουδάτο.
Η προίκα μου να σε χαρώ!
Αλλά το σεντόνι είναι σατέν.
Το πήρα σ' ένα οργασμό ονείρωξης.
Μου 'μεινε τελικά.
Γλιστράει.
Ουδέποτε δεν είχα, όμως, ασορτί πετσέτες στο μπάνιο.
έτσι, από χούι.


Το καλοκαίρι έφυγε γοργό σα χελιδόνι.
Θυμάμαι,χα! μ' άρεζε ο 15σύλλαβος.
Ήταν στις ημέρες τις σχολικές που μου 'βγαινε από μόνος του.
και μετρούσα 1,2,3,15 συλλαβές.
Το συλλαμβάνειν και  το συλλαβίζειν έχουν μια υπόνοια σχέσης;


Νύχτα λυτή.
Κομποσκοίνια ευχών
προσευχών
δι ευχών.
Η επικοινωνία πήγε στη Αλάσκα.
Εκεί, σε μια ανθοδέσμη διονυσιασμού κι απόγνωσης.
Πίνοντας μπύρες στα μουλωχτά.


Να την η βροχή.
Ριπές ή χάδια;
Μεταίχμιο.
Μετενσάρκωση.
Το δάσος με τα κυκλάμινα κι ο δύτης πρωτάρης.


Δεν ξέρω τί να κάνω με τ' απαυτό μου.
Την πλάτη μου.
Βαρύ το σαμάρι και δε μου πάει.
Κάνω τον ψόφιο κοριό.
Πως λέει η ιστορία,
2 πήγαν εκεί 
-πού;
εκεί!
Κι ήρθε η αρκούδα κι ο ένας έκανε τον ψόφιο
κι ουφ τη γλίτωσε.
Αυτή είναι μετάφραση απ' αρχαίο κείμενο.
Στο περίπου.
Και πάλι καλά.
Στη Βαβυλωνία που ζούμε, εγκλωβισμένοι στη μοναξιά μας,
ο καθείς και τα τεκμήριά του...
Σε λίγο θα χρειαζόμαστε διερμηνέα.
Τα παλιά χρόνια ο διερμηνέας; ήταν ο χάρακας.
Κι έπεφτε ξύλο πολύ.
Τώρα που το ξύλο εκλείπει κι είμαστε στην εποχή του νοβαπάν και του κόντρα πλακέ,
θα το μάθουμε μ' άλλο τρόπο.
το μαθαίνουμε ήδη!


Η βροχή όλο δυναμώνει
το κορίτσι μου κρυώνει.


Αχαρακτήριστη βροχή.
Τώρα, στη σιγαλιά σου,
στον παροξυσμό σου τώρα, 
οι αισθήσεις κάνουν πανηγύρι.


Το στρίψιμο της βίδας.
 La Vida Loca.


Εκεί η αγάπη πετά, με ξυπνά.
Γιατί το θεριό είμαι εγώ.


Κάποιος περνά απ' έξω σφυρίζοντας μια μελωδία.


Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

μια υπέροχη έκπληξη



anour anour ήρθε ο ταχυδρόμος!!!
φιλιά, φιλιά
διάβασμα τώρα.

σερενάτα.


Στο ξεκίνημα της νύχτας, η βροχή με μπρίο.
Που της κόπηκε λιγάκι απ' ένα παρεμβάλλοντα άνεμο.
Το εσύ που διαφοροποιήθηκε και πήγε στο ΕΣΥ - χι χι τι εσύ τι εγώ, αλλά η ποικιλία ζωντανότατη, ποικιλοχρωμία, ποικιλορυθμία και πίκλες στο βαζάκι.
Οσφραίνομαι με δέος τη βροχή.
Μου κατακλύζει τις αισθήσεις.
Με μάτια μισόκλειστα σαν την τρελή μουρμούρα με μαγεύει ( είναι ψάρι ή κάτι άλλο;).
Κεραυνός και ταραχή. Σειέται το σύμπαν. Ανησυχία. Οι κεραίες σ' εγρήγορση.
Ησυχία μετά.
Ιχνογραφώ λέξεις σ' ένα μπλοκάκι και κάποιος Θεός ρίχνει μπαταριές για να ταράζεται ο κόσμος, να σπαρταρά η καρδιά.
Βλέμμα λατρείας. Αστραπές διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και φωτεινές γραμμές, σαν ενώσεις γυμνών καλωδίων που σέρνονται, λαμπυρίζουν.
Βροχή πάλι, σε γρήγορο τέμπο.
Τί είναι αυτό που με κρατάει μακριά σου;
Τόσο καιρό όργωνα αυτό το χωράφι, το ξεβοτάνισα, έβγαλα πέτρες, βρήκα αμφορείς, κούρους και κόρες, το 'σπειρα, το πότισα και τώρα τί; Τώρα βροχή;
Στο δασάκι παρουσιάστηκαν τα πρώτα φθινοπωρινά κυκλάμινα.
Μικρές αμελητέες υπάρξεις, τόσον σοφές όμως. Η ευγένειά τους δεν επιτρέπει να παραβιάσει κανείς την ελευθερία τους. Δε σου κάνει καρδιά να τα κόψεις.
Θυμάμαι που έλεγα παλιότερα, θέλω να κάνω μια τρύπα και να κρυφτώ.
Αλλά δε λέω όχι και για λίγο μαύρο χρυσό.... χο χο χο!!!
Και μετά να δεις βροχή!!



Canto doloroso.
Είναι μια μουσική για μια ινφάντα'
πριγκιπέσα σωστή που η ζωή της ήταν μικρό χαλάκι προσευχής, ζωή, ένα στολίδι, μια ανάσα λες, εξπρές, ταχεία, αντίο.


Τα πόδια μου είναι 100 οκάδες και δεν τα ορίζω.
Κι όμως κάθομαι στης κουζίνας το σκαμνί και γράφω.
Τους εξωτερικούς μπελάδες.
Τους εσωτερικούς ταμπλάδες.


Εβένινη νύχτα. Λάκα ζωηρή το βρόχινο ρούχο της.
μαζεύαμε το νερό της βροχής για ωραία μαλλιά' συνταγή της γιαγιάς.


Κοντοστέκεται το μολύβι μου στην αληθινή ζωή . Κι η σκέψη περιμένει τον ηλεκτρικό.



Το χαρτοφυλάκιο των αναμνήσεων και τ' άγραφο τετράδιο μαζί, σ' ένα συρτάρι.
Το προδικάζειν εστί σοφό ή μωρό;
ουά α α α α α.
Σκέφτομαι τους ρόλους.
Τους ρόλους που έχουμε μάθει.
Που τους τηρούμε με μια τυπολατρική ευλάβεια.
Βλαβη του συστήματος;
Ώρα ν' αλλάξουμε και ρόλους.
Μα τους μάθαμε καλά;
Ας τους ξεχάσουμε καλύτερα.


Άμα γράψω τη λέξη ξέπνοα, θα γελάει η Christina.
Επειδή άμα γελάει, κάπου το γέλιο της κουδουνίζει στ' αυτιά μου από μακριά, γράφω,
ξέπνοα. ουφ.



Η βροχή κόπασε πάλι. Παίζει με τα νεύρα μου. 
Τι ρεσιτάλ κι αυτό.
Απ' το allegro στο adagio και μετά presto και μετά adante.
Όπως λέμε αγάντα!
Έτσι όμως είναι τα ωραία. Έρχονται και παρέρχονται. Και μετά κλαύτα Χαράλαμπε.

Έλα βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε
να φάμε και να πιούμε και να χορέψουμε.

Απ' όλους τους χρόνους μ' αρέσει ο τετελεσμένος μέλλοντας, που πιθανότατα δεν αρέσει και σε κανέναν άλλο ( τζουπ!).

Ο καιρός κλείνει τις ουλές που η βροχή ανοίγει.
Η βροχή επουλώνει του καιρού τις πληγές.
Και πάει λέγοντας.


Ξένος μέσα στην πόλη, ο Σασυφής, περνά τη νύχτα αναβαθμίζοντας τις προτεραιότητές του.
Το ζωγραφισμένο lune στον τοίχο έχασε το l κι έμεινε une.
Ένα τσιγάρο τελευταίο.
Ησυχαστήριο το σπίτι κι ο γάτος με βρεμμένες πατούσες στον καναπέ.
Μοσχολέμονο μοναχό στ' άδειο ποτήρι με λίγο άρωμα απ' άσπρο ρούμι.
Νέφη καπνού.
Σήμερα πάνω απ' το βουνό φουρτούνα.
Είναι φωτιάς καπνός ή σύννεφο;
Στη θάλασσα τρεχαντήρες τ' άσπρα κυματάκια.
Κι ο άνεμος ιππέας συλλογισμών, περνά απ' τα σύνορα και φτιάνει νέες πατρίδες.



Οι καρποί της τριανταφυλλιάς πόσο με λουλούδια μοιάζουν.
Τα χρώματά τους ροζ, κίτρινα, πορτοκαλιά, γεμάτα υποσχέσεις
γι άλλες ζωές, σ' άλλα χώματα.

Δαμάζει ο Σασυφής τις ανάγκες του, αλλά για πόσο;
Ως να 'ρθει η έως.

[Στην τρελουριανή διάλεκτο το παρηγορώ και το καταπραΰνω είναι το ίδιο.]

γαλήνεψε η νύχτα
ονείρου ώρα, τώρα.
μουσικές από  εδώ κι απ' εδώ
την ινφάντα την κατέβασα απ' την κούτρα μου.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Φθινοπωράκι.



Η Αχίλλειος πτέρνα,


δηλαδή εσύ.


Βόλος,


Βροχή.


I' ve got you under my skin



μικρή καλημέρα πίσω απ' το τζάμι.

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Καντισόν, κεφάλαιο δέκατο πέμπτο.


ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ
 Την άλλη μέρα, θα γινόταν, όπως είπα, το κυνήγι. Ο Πέτρος κι ο Ερρίκος είχαν ετοιμαστεί πριν απ' όλους. Ήταν το πρώτο τους κυνήγι κι είχαν περάσει το λουρί του τουφεκιού λοξά στον ώμο τους, από την μια μεριά κι από την άλλη, χιαστί, τον κυνηγόσακό τους. Τα μάτια τους αστράφταν από χαρά. Ένιωθαν περήφανοι και είχαν πάρει κι ένα ύφος μαχητή, σαν να υπόσχονταν πως όλα τα πουλιά της χώρας θα πέφταν μόλις θα τους ρίχναν. Τους παρακολουθούσα από μακριά, βλέποντας τις προετοιμασίες τους. 
-Πέτρο, ρώτησε ο Ερρίκος, φουσκωμένος κάπως, σαν γεμίσουν κάποτε οι σάκοι μας, που θα βάλουμε το υπόλοιπο κυνήγι; 
-Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ. Θα ζητήσουμε από τον πατέρα να πάρουμε μαζί μας και τον Καντισόν. 
 Η ιδέα αυτή δε μ' άρεσε καθόλου. Ήξερα πως οι πρωτάρηδες κυνηγοί ρίχνουν παντού και σ' ό,τι βλέπουν να κουνιέται, χωρίς να λογαριάζουν το ποιος βρίσκεται μπροστά τους. Σημαδεύοντας ξαφνικά μια πέρδικα, θα μπορούσαν να μου στείλουν κατάσαρκα ένα μάτσο σκάγια. Γι αυτό και περίμενα μ' ανυπομονησία τη συνέχεια της κουβέντας τους. 
-Μπαμπά, είπε ξαφνικά ο Πέτρος, θα μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας και τον Καντισόν; 
-Να τον κάνουμε τί; ρώτησε εκείνος γελώντας. Θα βγούμε να κυνηγήσουμε γαϊδάρους ή πέρδικες; Αν πάμε για γαϊδάρους, τότε θα πρέπει να κολλήσουμε φτερούγες στα πλευρά του Καντισόν.
-Όχι, μπαμπά, το λέω για να μπορέσουμε να κουβαλήσουμε το κυνήγι, όταν θα 'ναι γεμάτοι οι σάκοι μας, είπε ο Ερρίκος.
-Να κουβαλήσετε το υπόλοιπο κυνήγι; και νομίζετε, ερίφιά μου, πως θα τα καταφέρετε να σκοτώσετε τίποτε να κάνετε έστω κάτι;
-Βεβαιότατα, μπαμπά, είπε ο Ερρίκος. Έχω είκοσι σκάγια στην τσέπη του σακακιού μου και θα σκοτώσω τουλάχιστον δεκαπέντε πουλιά.
-Χα! Χα! Χα! Νόστιμο τούτο! Ξέρετε τι θα σκοτώσετε εσείς οι δυο, καθώς κι ο Αυγουστής, ο φίλος σας;
-Τί;
-Τον καιρό σας και τίποτε άλλο.

το μικρό εξαπτέρυγο.



Λίγο πριν τα μεσάνυχτα.


Έχω ένα κακό ψόφο. Με περιτριγυρίζει. Βγήκα στο δρόμο προς άγραν σιωπής μα δε μου 'κατσε. Επέστρεψα λοιπόν και προσπάθησα να ξεφορτωθώ την ακεφιά μου κάτω απ' το τρεχούμενο νερό του ντουσ. ΔΕΥΑΜΒ 43,70 εουραία, ουφ.

Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα.
ντρούμπου ντρούμπου ντρούμπου 
ντρούμπου ντρούμπου ντρου.

Λέω να κάνω ένα απονενοημένο διάβημα. Να πάρω ένα χαρτί και να γράψω τα παράπονά μου και να το βγάλω φόρα παρτίδα έξω απ' την πόρτα. "Γιατί κάνεις πως δε με βλέπεις, κάνεις πως δε μ' ακούς, μα με τη μαγκουρίτσα σου καλά με χαϊδεύεις και σε χλωρό κλαρί δε μ' αφήνεις, στο πέταλο, στο πέταλο, στο πέταλο;" να γράφει.

Με πήρεν ο διάολος τ' απόγευμα και πήγαμε για καφέ στο δάσος του τέρατος.
- Τι μέρα κι αυτή, λέω, 18 του μηνός, έχω μιαν αδυναμία στον αριθμό 18, μου κόβονται τα πόδια και τα ήπατα.
- Μη σε μέλλει, λέει εκείνος,σε λίγο, αύριο, 19.
- Να πάρω έναν καφέ με παγωτό ή μια σοκολατίνα;
- Πάρε ό,τι θέλεις. Εσύ πλερώνεις.
- Αμ δε! Εγώ πληρώνω τα μάτια π' αγαπώ. Και δεν τα πάω και τόσο καλά με το τομάρι μου τελευταία.
- Κάτσε να 'ρθει η παραγγελία και βλέπουμε. Θα την κάνω εγώ από δω, από κει εσύ και ραντεβού στο πάρκινγκ.
- Και τι δουλειά έχουμε εμείς στο πάρκινγκ αφού δεν έχουμε ούτε πατίνι;
- Να σε πάρει ο διάολος και να σε σηκώσει! Και πού θες να βρεθούμε; Στο δέντρο 456;
- Ναι, είναι μια σκέψη κι αυτή. Τώρα τον διάολο τί τον ανάφερες;
- Να μην περιαυτολογήσω κι εγώ ο καψερός;
- Όχι να μην περιαυτολογείς. Όλο λόγια είσαι κι έργα μηδέν.
- Μηδέν άγαν!
- Μη λες άσχετα.
- Άσχετη είσαι εσύ. Ξέρεις πόσο χρόνο και κόπο χρειάστηκα να μάθω αποφθέγματα απέξω;
- Δηλαδή ήρθαμε για καφέ για να μου απαγγείλεις  αποφθέγματα;
- Εμ γιατί άλλο;
- Και το τέρας του δάσους;
- Τί, το τέρας του δάσους!
- Ε, πού είναι; Κοτζάμ ατραξιόν! Την κοπάνησε;
- Μου φαίνεται πως νοίκιασε διαμέρισμα στο City.
- Το γνωστό του Λονδίνου;
- Πού να ξέρω;
- Άντε καλά. Μισές κουβέντες από κουτσομπολιά μου λες; Σωθήκαμε.
 Φάγαμε το γλυκάκι μας ( ο διάολος πήρε παγωτό φλαμπέ - το φλαμπέ του άρεσε ή που ήταν το πιο ακριβό του καταλόγου, ποιος ξέρει;)
 Ήπιαμε και το καφεδάκι μας.
- Ωραίο αυτό το δάσος του τέρατος, λέω. Αρκούδες έχει;
- Μπα. Καμιά χελώνα μπορεί να δεις.
- Α, έτσι. Μιας και θα την κάνουμε αλά γαλλικά και μιας και σουρουπώνει δεν την αράζουμε εδώ να πάρουμε και μια ποικιλία μπύρας με το ανάλογο ντρινκ;
- Για κοίτα, λέει ξαφνιασμένος ο διάολος, που σ' αρέσει η παρέα μου! Δεν έχω αντίρρηση. Το πρόγραμμά μου είναι ελεύθερο.
 Έτσι κι έγινε. Κάτσαμε μέχρι που έγινε νύχτα και σκοτεινιά και μπύρα βαρελίσια κι εκλεκτά εδέσματα. Ταράτσα.
- Α ρε μάνα μου!  Πεθύμησα να φάω κανά καλόν άνθρωπο, είπε ο διάολος μ' ένα χαριτωμένο φλογοβόλο ρεψιματάκι.
- Και δεν βρίσκεις ε; τον συμπονώ εγώ.
- Ούτε για δείγμα' μ'όλους έχω γνωριστεί, συναντηθεί, ξανασυναντηθεί, έχω κάτσει σε παγκάκια, σε σαλόνια, σε κουζίνες, σε γραφεία, στο μετρό, τραίνα, λεωφορεία, αεροπλάνα και παπόρια, μαγαζιά πρωινά και νυχτερινά, στην ύπαιθρο, κάτω απ' το λιοπύρι και απ' τ' άστρα κάτω, σε ρετιρέ, σ' ημιυπόγεια και διαστημικούς σταθμούς. Τίποτε.
 Άκου να σου πω κάτι, λέει μετά από ένα διάλειμμα σιωπής, σκεφτικός. Παρατηρώ τον εαυτό μου στον καθρέφτη κι ανησυχώ. Μήπως έχω χάσει κάτι απ' την ομορφάδα μου;
- Μπα, μια χαρά χάλια είσαι, του λέω για να τον ενθαρρύνω.
- Έχεις ένα τσιγάρο; με ρωτάει.
- Κάτσε να δω, ναι, έλα, πάρε. Φωτιά θες;
- Αστειάκια....
 Καπνίζαμε αμέριμνα, παφ, πουφ.
- Κοπελιά, μια γύρα μπύρες για με και τη μαντάμ.
- Μαντάμ να πεις τη θεια σου. Νευράκια εγώ.
- Για μένα και την κυρία, διορθώνει.
- Α γεια σου! 
- Καλά, τώρα σε πείραξε το γαλλικό; υποτίθεται είσαι φαν.
- Ναι, φαν είμαι αλλά άλλο εννοούσα.
- 'Νταξει! Δε θ' αρπαχτούμε τώρα γι αυτό! Άντε εβίβα!
 Τελικά έγινε ένα παράδοξο. Το κινητό της σερβιτόρας χτύπησε και το πήγε στο νοσοκομείο -κάτι, τέλος πάντων έγινε κι έφυγε- και μας άφησε σύξυλους.
- Ούτε μια παρανομία δε μπορούμε πια να κάνουμε, είπε λίγο τσατισμένος ο διάβολος.
- Ναι, καλά τώρα, τον αποπήρα. Έχεις και παράπονο! Σώνε με την μπύρα που έχουμε ποδαρόδρομο.
 Και φύγαμε.
 Κρίμα. Δεν είχε αρκούδες εκεί.

 Τσεκάρισα το τζόκερ -τζίφος.
 Ανεμομαζώματα - διαβολοσκορπίσματα.
 Πάει ένα ευρώ χαμένο, σκέφτηκα και πέταξα το χαρτάκι στον κάδο ανακύκλωσης.

Μετά, αργότερα πολύ.

Προσπαθώ να πάρω μιαν ανάσα και δεν μπορώ.
Πνίγομαι.

Κάθομαι στην ωραία, ανατομική καρέκλα του γραφείου, χρώματος περτικαλί περικαλώ, ήταν η έμπνευση της στιγμής και η σπατάλη του μήνα Τότε, μήνας που πέρασε ανεπιστρεπτί. Τώρα, θα τον είχα κάνει βότκα με σμέουρα.
Κάθομαι και κοιτώ τον τάφο του Σοπέν στο καδράκι στον τοίχο.
Τσακ, ανοίγει η μπαλκονόπορτα κι κουρτίνα φουσκώνει.
Ήχος.
Νυκτωδίες και φαντασία.
Τσαφ, κάηκε η λάμπα.
Ήχος και σκοτάδι.
Ακόμη καλύτερα.

Αλλαγή λάμπας.
Κοιτάω τις ετικέτες στα μπουκάλια με το νερό.
Ορίστε, σκέφτομαι. Χάρη στο εμφιαλωμένο νερό θα μάθουμε γεωγραφία!
Κι ένα άλλο μπουκάλι, γυάλινο, άδειο. Eau de parfum PREMIER JOUR, NINA RICCI.

Ζωγραφίζω χαρταετούς.




ντιν ντιν μήνυμα
" Όποιος μπερδεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες" του Βελζεβούλη.
" Να ξεμπλέξεις μόνος σου" του απαντώ.

όχι, δεν θα βγάλω τις πιτζαμούλες μου, όχι.


Ενδεχομένως δεν την γλιτώνω' θα μου κατσικωθεί ο κακός ψόφος.
Ας βάλω μια ταινία στο PC κι ας κάνω ότι τη βλέπω μπας και με δει απασχολημένη και πάει αλλού...

Αλλά πάλι δε μου' ρχεται.

" Άμα τα βρεις σκούρα, εξαφανίσου" μνμ στο Βελζεβούλη
" Να 'ταν κι άλλος! Πάω σε after hours party. Έρχεσαι;" τρομερός Βελζεβούλ.
" Άμα είναι μπιτζάμα πάρτυ, να 'ρθω" διαλλακτική. 
" Χα χα χα, έχεις πλάκα!" γελάει.
" Δηλαδή να' ρθω ή να μη έρθω;" το πήρα και κατάκαρδα.
" Όχι βέβαια! Κάτσε να κλαις τη μοίρα σου!"
" Κλαψ"
" Καλά τα πας. Τα λέμε αύριο"
" Πρώτα ο θεός"
" Μη βρίζεις. εγώ σ' έβρισα; Κλείνω, δεν έχω μπαταρία"

Θα επιβληθώ στον εαυτό μου και θα δω την ταινία - τέλος.

Ακούω θορύβους απ' το δρόμο' κάτι κάνει μπιπ - μπιπ.
Περνάει κι ένα αμάξι μ' έναν κουφό μέσα που ο άμοιρος έχει χάσει προφανώς την ακοή του αφού έχει την ένταση στο τέρμα.
 Λες να μου κάνει καντάδα;
χα χα χα και ξύπνησα!

Άντε, δε τη ρεγουλάρω τούτη τη νυχτιά.
Σπαρίλα απ' το πρωί και το βράδυ μαύρο χάλι.

Σκέφτομαι τη δικτατορία.
Συνταγματαρχίνα η φτώχεια.
Παρελάσεις, μεγαλεία.
Εδώ, στην υπέροχη χώρα μας που ο ήλιος φιλάει την πέτρα και το κύμα 
γλυκοχαϊδεύει το κορμί της.
Ολύμπια μακαριότης!
Ωπ, έφυγε ο κακός ψόφος.
Ας σταματήσω την ταινία που δεν την παρακολουθώ κιόλας.

Ψαχουλεύω στα συρτάρια.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ
διαβάζω λίγο και χαλάρώνω.
Μολύβι μετά.

Μονάκριβή μου μοναξιά
ήρθες πάλι κοντά μου.
Ευλογημένο το φως του φεγγαριού
φέγγει της μοίρας
που γνέθει στο παραθύρι πλάι
απερίσπαστη απ' την ομορφιά
ατάραχη απ' τ' αρώματα της νύχτας.

Μοναξιά μου εντροπαλή
κάθεσαι σιμά μου και τα χέρια πλέκεις
και με κοιτάς.
Στων καθαρών ματιών σου τα βάθη,
έρεβος.

Μνμ από άγνωστο αριθμό.
" Γω είμαι, ο Μεθυστοφελής. Κλαις ακόμη;"
  Γκρρρρρ
" Όχι. Το 'χω ρίξει στην ποίηση" απαντώ.
" Να 'ρθω από κει που 'χω χάσει τα κλειδιά του σπιτιού μου;"
" Ποιου σπιτιού σου;"
" Αυτού που έχω χάσει"
" Δεν τρώγεσαι με τίποτα. Και πότε σκέφτεσαι να φανείς;"
" Ξεκινάω αμέσως. Σε 10 θα 'μαι εκεί"

....κι έτσι γλίτωσα απ' τον κακό ψόφο και βρήκα το διάολό μου.
Για καλό ή για κακό;




Ένας Θεός ξέρει!