Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ



...τί  αξία έχει να πιστεύει κανείς στο σωστό, 
όταν η πίστη του δεν τον σπρώχνει να βοηθάει τους άλλους την ώρα της ανάγκης τους;...


Όταν γύρισε ο μπαμπάς απ' τη δουλειά στις 11 Δεκεμβρίου, η μαμά κι ο Γιόακιμ τον περίμεναν.
 "Κατάφερες να μάθεις πώς την έλεγαν;" ρώτησε ο Γιόακιμ.
 "Κάτσε να μπω μέσα" παραπονέθηκε ο μπαμπάς. "Ναι. Τα κατάφερα. Την έλεγαν Ελίσαμπετ. Ελίσαμπετ Χάνσεν για την ακρίβεια. Συνέβη το Δεκέμβριο του 1.948".
 Το φαγητ5ό ήταν έτοιμο κι έτσι κάθισαν αμέσως στο τραπέζι.
 "Πήγα και στο βιβλιοπωλείο", συνέχισε ο μπαμπάς."Ο βιβλιοπώλης με πήγε στην αποθήκη του. Και βρήκε μια φωτογραφία που του 'χε δώσει κάποτε ο γερό - ανθοπώλης, ευχαριστώντας τον για ένα ποτήρι νερό. την έχω στον χαρτοφύλακά μου".
 "Φέρ' τη να τη δούμε", είπε η μαμά.
 Κι αυτό έγινε. Ο μπαμπάς 'εφερε τη φωτογραφία και την ακούμπησε στο τραπέζι. Ο Γιόακιμ την άρπαξε στα χέρια του κι η μαμά έσκυψε κοντά του, για να τη δει κι αυτή.
 Ήταν μια νεαρή γυναίκα με μακριά όμορφα μαλλιά. Στο λαιμό της φορούσε ένα ασημένιο σταυρουδάκι μ' ένα κόκκινο πετράδι. Ακουμπούσε με την πλάτη σ' ένα αυτοκινητάκι. Πίσω της, στο βάθος, φαινόταν μια μεγάλη εκκλησία. Κάτω κάτω ήταν γραμμένο το όνομα "Ελίσαμπετ".
 "Χμ... Δε γράφει επίθετο", είπε ο μπαμπάς. "Και το όνο9μα αυτό δεν είναι δα σπάνιο. Αλλά είναι γραμμένο ΄'ετσι όπως το γράφουμε εμείς στη Νορβηγία. Σε πολλές χώρες το γράφουν και το προφέρουν διαφορετικά αυτό το όνομα".
 "Λες να 'ναι Νορβηγία;" ρώτησε η μαμά.
 ¨Που να ξέρω;" απάντησε ο μπαμπάς. "Για κοίτα τη φωτογραφία, όμως! Η εκκλησία που διακρίνεται στο βάθος είναι ο Άγιος Πέτρος στη Ρώμη. Κι η κοπέλα στέκεται στο δρόμο που οδηγεί στην πλατεία του Αγίου Πέτρου. Το αυτοκίνητο είναι παλιό. Απ' τα τέλη της δεκαετίας του '50".
 "Φοβάμαι λιγάκι", ψιθύρισε η μαμά. "Πού έχουμε μπλέξει;".
 "Ναι, είναι πράγματι ένα μυστήριο. Αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι το κορίτσι που χάθηκε το 1.948 είναι η γυναίκα που βλέπουμε σ' αυτή τη φωτογραφία", απάντησε ο μπαμπάς.
 Μετά σώπασε καρφώνοντας το βλέμμα του στο κενό, ίσια μπροστά του. "Δεν ήταν στην πλατεία" είπε τέλος.
 "Ποιος; Μιλάς με γρίφους", διαμαρτυρήθηκε η μαμά.
 "Ο Ανθοπώλης, ο Γιοχάνες, ο άντρας που πήγαινε στο βιβλιοπωλείο κι έπινε νερό. Και τί δε θα ''δινα να τον βρω και να κουβεντιάσω λιγάκι μαζί του.Γιατί ένα πράγμα είναι σίγουρο: αυτός έφτιαξε το παράξενο ημερολόγιο. Και τώρα εξαφανίστηκε".
 Άλλο τίποτα δεν είπε. Ο Γιόακιμ  είχε τόσα πολλά να σκεφτεί, που αποφάσισε να πέσει νωρίς για ύπνο. Μ' αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον, θα κοιμόταν και θα ξυπνούσε μια ώρα αρχύτερα' και θα μάθαινε τί είχαν απογίνει η Ελίσαμπετ Χάνσεν κι ο άγγελος Εφιριήλ.
 Όταν ξύπνησε στις 12 Δεκεμβρίου, η μαμά κι ο μπαμπάς ήρθαν στο δωμάτιό του πριν καλά καλά προλάβει ν' ανοίξει τα μάτια του. Πράγμα μάλλον ασυνήθιστο, γιατί ήταν Σάββατο. Και τα Σάββατα ο Γιόακιμ πάντα ξυπνούσε πάντα πολύ νωρίτερα απ' τους γονείς του.
 "Σήκω! Πρέπει ν' ανοίξεις το παραθυράκι στο ημερολόγιό σου!" είπε ο μπαμπάς. "Κάνε  γρήγορα!".
 Φαινόταν καθαρά πως πολύ θα 'θελε να το ανοίξει ο ίδιος, με τα χέρια του.
 Στη μικρή ζωγραφιά είδαν έναν άντρα με κόκκινο χιτώνα. Στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη πινακίδα.
 Η μαμά κι ο μπαμπάς κάθισαν στο κρεβάτι του. Κι ο Γιόακιμ σήκωσε το χιλιοδιπλωμένο χαρτάκι, το άπλωσε μπροστά του κι άρχισε να διαβάζει με δυνατή φωνή.


 Κυρήνιος  


  Τα πέντε πρόβατα πέρασαν την κορυφή ενός βουνού κι άρχισαν να κατηφορίζουν τρέχοντας σε μια πλαγιά που ήταν όλο σπαρμένα χωράφια. Ο Ουμουριήλ τ' ακολούθησε πετώντας. Και λίγο πιο πίσω ερχόταν ο Ιακώβ κι ο Ωσηέ, ο Κάσπαρ κι ο Βαλτάσαρ, ο Εφιριήλ κι η Ελίσαμπετ.
 Πέρασα τη λίμνη Μπίλερ και μερικές ακόμα λίμνες. Η πιο μεγάλη και πιο όμορφη ήταν η λίμνη της Γενεύης. Τα νερά της στραφτάλιζαν τόσο γαλανά και διάφανα, που θαρρούσες πως έβλεπες μπροστά σου ένα κομμάτι ουρανό πεσμένο στη γη. Η Ελίσαμπετ σήκωσε τα μάτια της ψηλά και μόνο τότε, βλέποντας πως δεν υπήρχε τρύπα στον ουρανό, σιγουρεύτηκε πως το γαλάζιο στα νερά της λίμνης ήταν μόνο το αντικαθρέφτισμα τ' ουρανού κι όχι ο ουρανός ο ίδιος.
 Έτρεχαν τώρα σ' έναν παλιό δρόμο, πλάι σ' ένα ποταμό που τα νερά του κυλούσαν μέσα σε μια βαθιά κοιλάδα. Ο Εφιριήλ τους είπε ότι το ποτάμι το έλεγαν Ροδανό κι ότι όλο νερό που κατέβαζε απ' τις Άλπεις χυνόταν στη λίμνη της Γενεύης κι από κει συνέχιζε για τη Μεσόγειο.
 Πέρασαν στη άλλη /όχθη από μια παλιά γέφυρα και στάθηκαν μπροστά σ' ένα μοναστήρι που το έλεγαν Άγιο Μαυρίκιο. Παντού ολόγυρά τους υψώνονταν βουνά. Κι οι κορφές τους ήταν κατάλευκες απ' το χιόνι.
 "Έχουν περάσει 1.079 χρόνια από τη γέννηση του Χριστού", είπε ο Εφιριήλ. "Οι πρώτοι καλόγεροι εγκαταστάθηκαν εδώ απ' τον έβδομο αιώνα. Κι από τότε ζουν ανάμεσα σ' αυτά τα ψηλά βουνά δοξάζοντας το Θεό και το έργο του. Η μονή είναι χτισμένη γύρω απ' το μνήμα του Αγίου Μαυρικίου, που μαρτύρησε εδώ ακριβώς, σ' αυτή την κοιλάδα, το 285μ.Χ., επειδή αρνήθηκε να λατρέψει τα είδωλα των Ρωμαίων".
 Δεν είχε προλάβει να τελειώσει καλά καλά τα λόγια του, όταν ένας καλόγερος βγήκε απ' την πύλη του μοναστηριού και τους χαιρέτησε κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του.
 "Ο Θεός μεθ' υμών", τους είπε.
 "Επίσης", απάντησε η Ελίσαμπετ παρόλο που δεν ε΄λιχε καταλάβει το χαιρετισμό του. Αλλά το σωστό ήταν κάποιος να τον χαιρετίσει κι απ' τη δική τους την παρέα.
 Τότε πρόσεξε ο καλόγερος τους δύο αγγέλους, και γονατίζοντας στο χορτάρι προσκύνησε φωνάζοντας: "Αλληλούια! Αλληλούια!".
 Φαίνεται πω κι εδώ ακόμα δεν ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν αγγέλους. Κι ας ήταν το μοναστήρι τόσο ψηλά στα βουνά, τόσο κοντά στον ουρανό και τους αγγέλους του.
 Ο Ουμουριήλ ανασηκώθηκε λίγο πάνω απ' το έδαφος, πέταξε προς το μέρος του καλόγερου χτυπώντας μαλακά τις φτερούγες του κι με φωνή γλυκιά και απαλή σαν το μετάξι είπε: "Μη φοβάσαι και μην ταράζεσαι. Πηγαίνουμε στη Βηθλεέμ, να καλωσορίσουμε στη γη το μικρό Χριστούλη".
 Κι ο Κάσπαρ, ο βασιλιάς της Νουβίας, με μεγάλα βήματα πλησίαζε τον έκπληκτο καλόγερο. "Ειρήνη σε σένα και στους αδελφούς σου. Αυτά που άκουσες απ' το στόμα του αγγέλου είναι η αλήθεια. Πηγαίνουμε στους Αγίους τόπους να προσκυνήσουμε το Βασιλέα των Βασιλέων στη Βηθλεέμ, την πόλη του Δαυίδ".
 Μ' αυτά τα λόγια τον άφησαν και συνέχισαν το δρόμο τους. Μετά από λίγο έφτασαν σ' ε΄να μικρό χωριουδάκι, το Μαρτινί, όπου υπήρχε κι ένα αρχαίο ρωμαϊκό θέατρο.
 "Αυτό το δρόμο έπαιρναν κι οι Ρωμαίο, όταν ήθελαν να περάσουν τις Άλπεις", εξήγησε ο άγγελος Εφιριήλ. "Και πολλούς αιώνες αργότερα, από 'δω πέρασε κι ο Ναπολέοντας με το στρατό του<'.
 "Εμπρός για τη Βηθλεέμ!" ακούστηκε η φωνή του Ωσηέ. και με βιάση συνέχισαν να τρέχουν στο στενό δρόμο των βουνών. Ο) αέρας ήταν τόσο αραιός, τόσο ανάλαφρος και διάφανος, που η Ελίσαμπετ είχε την εντύπωσα πως ταξίδευε προς τα ουράνια. Πού και πού συναντούσαν κανένα αγριοκάτσικο, κανένα λαγό ή κανέναν απ' τους μεγάλους σκίουρους, που ζουν στις Άλπεις. Πάνω απ' τα κεφάλια τους ζυγιάζονταν στον αέρα κοράκια κι όρνια. Αραιά και πού ξεπεταγόταν μέσα απ' τους θάμνους κάποιος τρομαγμένος αγριόγαλος.
 Όταν ο δρόμος έφτασε στην κορυφή του βουνού, είδαν μπροστά τους ένα μεγάλο κτίριο, που έμοιαζε με σπίτι και μοναστήρι μαζί.
 " Είμαστε στο 1.045", είπε ο Εφιριήλ. "Αυτό το κτίριο είναι καταφύγιο για τους πεζοπόρους και τους ταξιδιώτες που περνούν τις Άλπεις. Είναι ολοκαίνουριο κι το 'χτισε ο Βερνάρδος του Μαντόν. Οι Βενεδικτίνοι μοναχοί που εγκαταστάθηκαν εδώ θα μείνουν σ' αυτόν τον τόπο για πάντα, να φροντίζουν και να συντρέχουν όσους χάνουν το δρόμο τους μέσ στα βουνά. Τα έξυπνα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου τους βοτθο΄τν στη δουλειά τους".
 "Ακριβώς!" είπε το χερουβείμ, ο Ουμουριήλ. "Γιατί ο Χριστός ήθελε να διδάξει στους ανθρώπους την αγ΄παπη προς τον πλησίον. Να τους μάθει να βοηθούν ο ένας τον άλλο την ώρα της ανάγκης. Κάποτε είπε μια ιστορία γιαν έναν άντρα που ταξίδευε απ' τα Ιεροσόλυμα προς την Ιεριχώ. Ληστές του ρίχτηκαν, τον χτύπησαν και τον άφησαν μισοπεθαμένο στην άκρη του δρόμου. Πέρασα τότε από 'κει ένα σωρό ιερείς, αλλά κανείς τους δεν έσκυψε να βοηθήσει το δύστυχο άνθρωπο, παρόλο που κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να πεθάνει. Τί νόημα είχε πως ήταν ιερείς, είπε ο Χριστός, αφού δεν νοιάζονταν να βοηθήσουν έναν συνάνθρωπό τους την ώρα της ανάγκης του; καμμιά αξία δεν είχαν οι προσευχές τους, αφού δεν έστεργαν να συντρέξουν τον πλησίον τους".
 Η Ελίσαμπετ  έγνεψε  συμφωνώντας κι ο Ουμουριήλ συνέχισε: "Μα τότε πέρασε από 'κει κι ένας Σαμαρείτης. Οι Σαμαρείτες, ξέρεις, δεν ήταν και πολύ λαοφιλείς στην Ιουδαία την εποχή εκείνη, γιατί η θρησκεία τους ήταν κάπως διαφορετική απ' τη θρησκεία των Εβραίων. Ο Σαμαρείτης, όμως, λυπήθηκε τον πληγωμένο άνθρωπο και τον βοήθησε και του 'σωσε τη ζωή. Μάλιστα! Γιατί τί αξία έχει να πιστεύει κανείς το σωστό, όταν η πίστη του δεν τον καθοδηγεί να βοηθάει τους άλλους την ώρα της ανάγκης τους;".
 Η Ελίσαμπετ συμφώνησε ξανά κι έκρυψε τα λόγια του χερουβείμ βαθιά μέσα στην καρδιά της.
 Κι εκεί που προχωρούσαν, σε μια στροφή του δρόμου είδαν μπροστά τους έναν άντρα που κρατούσε στα ΄χερια του μια μεγάλη πινακίδα. Φορούσε μακρύ κόκκινο χιτώνα. Κι αν δεν κουνιόταν, θα πίστευε κανείς ότι ήταν αρχαίος Ρωμαίος, μαρμαρωμένος μέσα στο χρόνο, Ρωμαίος απ' την αρχαία Ρώμη.
 Η πινακίδα έγραφε με κεφαλαία γράμματα: "ΠΡΟΣ ΒΗΘΛΕΕΜ". Πάνω της ήταν ζωγραφισμένο κι ένα τόξο, που έδειχνε ποιο μονοπάτι έπρεπε να πάρουν.
 "Μια ζωντανή πινακίδα!" φώναξε η Ελίσαμπετ.
 Ο Εφιριήλ κούνησε το κεφάλι του. "Πιστέψτε με, αυτή η ζωντανή πινακίδα πρέπει να είναι ένας από μας, ένας απ' τη δική μας συντροφιά".
 Ο Ουμουριήλ ξετρελάθηκε απ' τη χαρά του. Και πετώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πλησίασε τον άντρα και του φώναξε: "Μη φοβάσαι! Μη φοβάσαι! Μη φοβάσαι!".
 Έτσι κι αλλιώς ο άντρας δεν έδειχνε καθόλου φοβισμένος. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της Ελίσαμπετ, της ΄άπλωσε το χέρι του και είπε: " Συγχαρητήρια...Ω, όχι, όχι... Άλλο ήθελα να πω. Δούλος σας, φίλοι μου! Πρώτη μου δουλειά να θυμηθώ να σας πω τ' όνομά μου, μια και πήρα κι εγώ την άδεια να συμμετέχω σ' αυτό το χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο. Ονομάζομαι Κυρήνιος, έπαρχος Συρίας... ευχάριστο παρουσιαστικό, καλή διάθεση κι ευγένεια... Τέλος πάντων, το κυριότερο είναι η καλή καρδιά, βέβαια. Ντίξι!".
 Η Ελίσαμπετ δεν μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια της. ο άντρας με τον κόκκινο χιτώνα μιλούσε τόσο παράξενα. λες κι ήταν δύο άνθρωποι, που μιλούσαν μαζί με το δικό του στόμα. Όλη την ώρα σταματούσε αυτό που έλεγε κι άρχιζε κάτι άλλο. Ο άντρας άπλωσε τότε το ΄χερι του και της έδωσε την πινακίδα που κρατούσε. Ποιος ξέρει πόσο καιρό στεκόταν εκεί και περίμενε να της τη δώσει, με τον αέρα να δέρνει το μακρύ χιτώνα  του. "Και αυτό.... φίλοι μου, σας παρακαλώ! Θα ήθελα για ένα λεπτό την προσοχή σας... Έχω εδώ το πρώτο βραβείο... Δηλαδή είμαι στην ευχάριστη θέση να σε συγχαρώ... Αυτό το βραβείο είναι δικό σου. Ντίξι!".
 "Να την πάρω εγώ την πινακίδα;" απόρησε η Ελίσαμπετ.
 Κι ο Κυρήνιος βιάστηκε να της εξηγήσει με το δικό του τρόπο:" Απ' τη μια μεριά μόνο... δηλαδή... εννοώ ότι πρέπει να το γυρίσεις αλλιώς! Κατάλαβες; Ντίξι!"
 Η Ελίσαμετ δεν καταλάβαινε γιατί φώναζε κάθε τρεις και λίγο "ντίξι". Όσο κι αν κοίταζε ολόγυρα, δεν μπορούσε να δει ούτε σκυλί ούτε γατί κοντά τους. Μα ο άγγελος Εφιριήλ της ψιθύρισε στ' αυτί πως το "ντίξι" ήταν λατινική λέξη και σήμαινε πως αυτός που μιλούσε είχε τελειώσει και περίμενε απάντηση.
 Η Ελίσαμπετ γύρισε αλλιώς την πινακίδα κι έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα. Γιατί απ' την άλλη μεριά δεν ήταν πινακίδα αλλά ένα χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο,  με 24 παραθυράκια κλειστά, ένα για την κάθε μέρα του Δεκεμβρίου. Πάνω απ το κ΄θε παραθυράκι ήταν η εικόνα μιας νεαρής γυναίκας με όμορφα μαλλιά. Πίσω της φαινόταν μια μεγάλη εκκλησία.
 "Τα πρώτα δώδεκα", είπε ο Κυρήνιος. "Μπορείς ν' ανοίξεις τα πρώτα δώδεκα παραθυράκια, γιατί τόσες μέρες έχουν περάσει απ' την αρχή του ταξιδιού μας. Ντίξι!".
 Η Ελίσαμπετ κάθισε τότε σ' ένα βραχάκι κι άνοιξε το πρώτο παραθυράκι στο χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο. Η μικρή ζωγραφιά έδειχνε ένα αρνάκι. Στο επόμενο παραθυράκι ήταν ένας άγγελος, στο τρίτο ένα ακόμα πρόβατο. Μετά βρήκε ένα βοσκό, άλλο ένα πρόβατο, ένα Μάγο απ' την Ανατολή, τέταρτο πρόβατο, κι άλλο βοσκό, κι άλλο πρόβατο, ένα χερουβείμ, δεύτερο Μάγο απ' την Ανατολή, Δε δυσκολεύτηκε να καταλάβει πως ήταν με τη σειρά όλοι εκείνοι που είχε συναντήσει στο δρόμο της, όλοι αυτοί που ταξίδευαν τώρα με προορισμό τη Βηθλεέμ διασχίζοντας την Ευρώπη και την Ιστορία.
 Η γυναίκα, όμως, ποια ήταν;
 ¨Ευχαριστώ πολύ!" είπε.
 Ο Κυρήνιος κούνησε το κεφάλι του. "Αντιθέτως! Κάνεις λάθος... Γιατί αυτός που πρέπει να πει ευχαριστώ δεν είσαι εσύ.... Είμαι εγώ. Σ' ευχαριστώ, λοιπόν. Κι εσένα κι όλους τους άλλους, που δώσατε την ευκαιρία σ΄έναν αρχαίο Ρωμαίο, όπως είμαι εγώ, να συμμετέχει σ' αυτό το ταξίδι προς τους Αγίους Τόπους και να πάει στη Βηθλεέμ. Στο κάτω κάτω της γραφής, δεν ήμουνα εγώ αυτός που ξεκίνησε πρώτος... Εσύ άρχισες πρώτη να τρέχεις πίσω απ' αυτό το χαριτωμένο αρνάκι. Ντίξι! Ντίξι! Ντίξι!".
 Η Ελίσαμπετ κοίταξε τον Εφιριήλ γελώντας.
 "Δεν άνοιξες το δωδέκατο παραθυράκι", της είπε ο άγγελος.
 Η μικρή βιάστηκε να τ' ανοίξει κι είδε στην εικονίτσα μια νέα γυναίκα με όμορφα μαλλιά, μπροστά σε μια μεγάλη εκκλησία.
 Ο Ωσηέ χτύπησε στις πέτρες το ραβδί του και τους θύμισε πώς έπρεπε να βιαστούν. "Εμπρός για τη Βηθλεέμ!".
 "Είναι μακριά ακόμα η Βηθλεέμ;" ρώτησε η Ελίσαμετ.
 "Όχι πολύ μακριά!" αποκρίθηκε ο Εφιριήλ.



 Κάθονταν κι οι τρεις τους και κοιτάζονταν, ώσπου ο Γιόακιμ έβαλε τα γέλια.
 "Πολύ μ' αρέσει ο Κυρήνιος", είπε. "Ελπίζω να τους ακολουθήσει ως τη Βηθλεέμ".
 Η μαμά κι ο μπαμπάς κοίταζαν εξεταστικά το χαρτάκι με την ιστορία.
 "Η νεαρή γυναίκα με τα μακριά, όμορφα μαλλιά μπήκε τώρα στην ιστορία της μικρής Ελίσαμπετ", είπε ο μπαμπάς σκεφτικός.
 "Κι έχουμε τώρα ένα άλλο μικρό χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο μέσα στο δικό μας", είπε η μαμά.
 Ο μπαμπάς κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας. "Κάτι σημαίνουν όλ' αυτά".
 "Λες να υπάρχει και τρίτο ημερολόγιο μέσα στο μικρό χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο της Ελίσαμπετ;" ρώτησε ο Γιόακιμ.
 "Ποιος ξέρει;" αναρωτήθηκε η μαμά. "Ποιος ξέρει;"

8 σχόλια:

  1. καλημέρα μπλούζ μου,καλή εβδομάδα!!!φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα κι από μένα κι ευχές για καλή εβδομάδα! Το πληκτρογραφείς ή το σκανάρεις ρε θηρίο?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @ καλημέρα c μικράκι!
    φιλί.

    @ sewsome
    κανονικά και μαζοχιστικά πληκτρολόγηση.
    τσακ τσουκ τσακ τσουκ
    ας όψεται η ωραία ιδέα που είχα.
    καλή σου μέρα
    μάκια μάκια μάκια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Κάπου το λέει και το Ευαγγέλιο: η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @ Ασκαρδαμυκτί
    εμ τα έργα είναι τα δύσκολα...

    @ Dark13Sun
    καφεδάκι βεβαίως. Πώς τον προτιμάς;

    Καλό βράδυ.
    Ανοιξιάτικη ζεστούλα. Πότε θα 'ρθουν τα κρύα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Πο πο σαν την αγελαδίτσα στο λαβας κιρί, η μία μέσα στην άλλη !! εκπληκτικό :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή