Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

"Ιστορία χωρίς όνομα" από το μπλογκ Τσαλαπετεινός.



  "May I join you?"  Έτσι όπως ήμουν συγκεντρωμένος περιμένοντας να φτάσει η κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσω “ντιν ντιν”  το πιρούνι στο ποτήρι μου, ακριβώς μετά από το “ τράγκα ντρουγκ” και πριν από το “καμπανάκι”, της έκανα νόημα να καθίσει στην άδεια καρέκλα δίπλα μου, χωρίς να γυρίσω να την κοιτάξω.

  Είχαμε πάει για φαγητό πριν από ώρες στην ταβέρνα δίπλα στη θάλασσα, κι όταν μαζεύτηκαν τα πιάτα, βγήκε η κιθάρα και το μπουζούκι. Κούρδισαν, πήρε ο ένας τόνο από τον άλλο και άρχισαν να παίζουν. Έτσι όπως το ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο, χωρίς να το καταλάβουμε πληθύναμε: οι πέντε γίναμε δέκα- προστέθηκε κι ένας μπαγλαμάς- ύστερα γίναμε δεκαπέντε, -βρέθηκε και ένα φλάουτο- βάλαμε κι άλλα τραπέζια και άλλες καρέκλες για τους νεοφερμένους, ύστερα γίναμε είκοσι. Κάποια στιγμή με ένα γκρινιάρικο ”Α, ρε! Τι ανάγκη έχετε; Για σας είναι η ζωή” ο Φάνης έκλεισε το μαγαζί, ρολά και φώτα, αλλά μας άφησε καβάντζα μπύρες και κρασιά.

  Βραδιά μαγική με φεγγάρι μεγάλο, καλοκαιρινό να τρυπώνει από την καλαμιά στο στέγαστρο κι αύρα θαλασσινή ανάκατη με θυμάρι. Η ορχήστρα έδεσε κι ήταν τρεις- τέσσερις φωνές καμπάνες να τραβάνε μπροστά κι εμείς οι υπόλοιποι να τις ακολουθούμε σιγανά με συχνά “Εβίβα” και τσουγκρίσματα ποτηριών. Σε ένα τσούγκρισμα είδα  μισοάδειο το ποτήρι της κοπέλας που κάθισε δίπλα μου και το γέμισα κρασί. Το σήκωσε και ύστερα με ένα έξω καρδιά “gia sou!” τσούγκρισε δυνατά το ποτήρι μου με το πάθος νεοφώτιστου.

  Τσαχπίνικο μουτράκι, ηλιοκαμμένο, με ένα χαμόγελο που έλαμπε στο μισοσκόταδο, κατάξανθα μακριά μαλλιά. Βόρεια σίγουρα, αλλά από πού δεν μπορούσα, ούτε με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή που είχε γίνει όλο το μαγαζί μια παρέα, να προσδιορίσω. Και κάτω από το κοντό της σορτσάκι, δυό μέτρα πόδια. Το χαμόγελό της έδυσε αργά και με σοβαρό ύφος μου είπε: “You have so nice music...” . Έσκυψα στο αυτί της και της απάντησα: “Που να ήξερες πόσο ωραίοι είναι οι στίχοι των τραγουδιών...”.

  Θες γιατί με είχε συνεπάρει αυτή η μυρωδιά του αγριοκέρασου που ανέδυαν τα μαλλιά της- μαζί βέβαια με τη θέα των ατέλειωτων ποδιών της- θες γιατί θεώρησα εκείνη τη στιγμή ότι έπρεπε να γίνω πρεσβευτής της ελληνικής μουσικής, θες και τα δύο μαζί, άρχισα να της μεταφράζω τους στίχους, πάντα βέβαια ψιθυριστά στο αυτί της, τάχα για να μην ενοχλήσω τους άλλους που συνέχιζαν να τραγουδούν.

  Δύσκολη υπόθεση να μεταφράζεις αέρα -πατέρα στίχους που άλλοι παιδεύονται με χαρτί και μολύβι χρόνια για να τα καταφέρουν. Όμως τα κίνητρα μου- ευγενή και ποταπά- ήταν τόσο ισχυρά που το αποτέλεσμα – με δεδομένη βέβαια την οινοποσία και τις ιδανικές συνθήκες της βραδιάς- ήταν αρκούντως αξιοπρεπές. Φαινόταν να το χαίρεται, οπότε ξεθάρρεψα κι άρχισα να δίνω πληροφορίες για στιχουργούς, ποιητές και συνθέτες ενώ παράλληλα έριχνα παραγγελιές ώστε “Το περιγιάλι το κρυφό”, να το ακολουθήσει “Κι αν ο αγέρας φυσά” για να έχει μια πιο ολοκληρωμένη αίσθηση, της ποίησης του Σεφέρη, μετά του Καββαδία και πάει λέγοντας.

  Έλεγα : “...we saw her boαrding for the long journey...” όταν ξαφνικά την είδα να βουρκώνει. Ένοιωσα περήφανος που τα είχα καταφέρει τόσο καλά και ήμουν έτοιμος να της πω πόσο με συγκινεί και μένα αυτό το τραγούδι, το Άσμα Ασμάτων του Θεοδωράκη σε ποίηση Καμπανέλλη αλλά την είδα να κλαίει κανονικά. Δεν ήξερα τι να υποθέσω όταν μου είπε σκουπίζοντας τα μάτια της: “...εμείς που κάναμε τόσα...συγγνώμη...είσαστε τόσο φιλόξενοι...συγγνώμη, συγγνώμη...”. Ύστερα σηκώθηκε ρουφώντας τη μύτη, πήρε το σακίδιό της και ζητώντας άλλες δυο -τρεις φορές συγγνώμη, έφυγε βιαστική.

  Έμεινα πίσω άναυδος να την κοιτάζω να απομακρύνεται. Δεν μπορούσα να καταλάβω τί είχε συμβεί κι ένας φίλος που καθόταν απέναντι με ρώτησε: “Ρε συ, τί της είπες της Γερμανίδας κι έγινε χάλια;”. Συνειδητοποιώντας τη γκάφα μου σηκώθηκα αμέσως και της φωναξα ένα απελπισμένο “Στάσου” - στη μέθη της βραδιάς δεν  είχα ρωτήσει ούτε πώς τη λέγανε- κι ο φίλος που δεν φανταζόταν τι είχε συμβεί, θεώρησε σκόπιμο να συμπληρώσει το εξωφρενικό για κείνη τη στιγμή: “μύγδαλα”. Γύρισα και τον κοίταξα αγριεμένος κι εκείνος μάλλον κατάλαβε οπότε έκανε ένα νεύμα που το μετέφρασα “πάσο” και συνέχισα για να την προφτάσω.

  Δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν έφτασε στην παραλία. Την είδα από μακριά να έχει κουρνιάσει μπροστά στη θάλασσα- ένα κουβαράκι μόνο του που συνέχιζε να κλαίει κάτω από το φεγγάρι. Πλησίασα διστακτικά, έσκυψα και την χάιδεψα αμήχανα στον ώμο. Δεν γύρισε να με κοιτάξει και συνέχισε να κλαίει. Έτσι, μέσα σε αναφιλητά μού διηγήθηκε την παλιά οικογενειακή ιστορία που το βάρος της κουβαλούσε ακέραιο λες κι ήταν εκείνη κι όχι ο αδελφός του παππού της που υπηρέτησε στο Νταχάου περισσότερο από μισό αιώνα πριν.

  Ούτε η εξομολόγηση της μα ούτε και τα παρηγορητικά μου λόγια που ακολούθησαν έφεραν αποτέλεσμα, οπότε απελπισμένος της είπα: “Τί θέλεις να κάνω για να νοιώσεις καλύτερα; Ότι μου ζητήσεις θα το κάνω. Στο υπόσχομαι”. Παραδόξως σήκωσε αμέσως το κεφάλι της, σαν να περίμενε να της πω κάτι τέτοιο– τα μάτια της ήταν ολοκόκκινα – και με παρακάλεσε να της τραγουδήσω “αυτό το τραγούδι”.

Έχω μέτρια φωνή. Ξέρω ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να μου ξεφύγει ένα φάλτσο και μόλις το συνειδητοποιήσω θα ακολουθήσουν κι άλλα. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα αρνιόμουν κατηγορηματικά, σε αυτήν όμως είχα δώσει το λόγο μου και δεν μπορούσα να τον πάρω πίσω. Σηκώθηκα με έκφραση ανθρώπου που είχε υπογράψει ο ίδιος την καταδίκη του, αλλά αποφασισμένος να πέσει με όσο το δυνατόν περισσότερη αξιοπρέπεια.

  Από την ταβέρνα μόλις που έφτανε ο απόηχος των τραγουδιών. Το φεγγάρι είχε πια βασιλέψει κι ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα. Οι σκιές μας είχαν λιγοστέψει στην άμμο. Η θάλασσα ήταν ήρεμη- μια ατέλειωτη λαδιά να περπατήσεις πάνω της μέχρι το αντικρινό νησί. Ενώ στο μυαλό μου έπαιζε πυρετωδώς η εισαγωγή του Μίκη, σήκωσα λίγο τα μπατζάκια από το παντελόνι, μπήκα στη θάλασσα πήρα μια χούφτα νερό και την έριξα στο πρόσωπό μου. 

Ύστερα γύρισα προς το μέρος της, πήρα βαθειά ανάσα και κοιτώντας τις βρεγμένες μου πατούσες άρχισα να τραγουδάω χαμηλόφωνα: “Τι ωραία που είναι η αγάπη μου με το καθημερινό της φόρεμα και το χτενάκι τα μαλλιά.” Στο“Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία” κι ενώ δεν είχα φαλτσάρει καθόλου μέχρι εκείνη τη στιγμή, σήκωσα το βλέμμα μου και την είδα. Είχε ηρεμήσει και ήταν απόλυτα προσηλωμένη. Πήρα κουράγιο και συνέχισα προσπαθώντας όμως να πω όσο πιο ψιθυριστά γινόταν τις λέξεις Άουσβιτς, Νταχάου, Μαουτχάουζεν και Μπέλσεν.


  “Αν δεν ήξερα τι έλεγε το τραγούδι αυτό, από τη μουσική και από τον τρόπο που το τραγούδησες θα έλεγα αμέσως ότι είναι ένα ερωτικό τραγούδι ή ένα νανούρισμα” μου είπε μόλις τελείωσα. Άρπαξα στον αέρα την ευκαιρία και της πρότεινα να παίξουμε ένα παιχνίδι. Με κοίταξε απορημένη αλλά έτοιμη να δεχτεί. “Θα σου τραγουδήσω κι άλλα τραγούδια που τους στίχους έχει γράψει ο ίδιος στιχουργός και εσύ θα προσπαθήσεις να μαντέψεις τι λένε” . Πριν προλάβει να πει το “ναι” έχοντας δει και πάλι το χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό της, ξεθαρρεμένος από την προηγούμενη- χωρίς φάλτσο- "ερμηνεία" μου, άρχισα  να τραγουδάω ζωηρά
“ Στην ποταμιά σωπαίνει το κανόνι στην ερημιά φτεροκοπάει ένα αηδόνι...” πριν προλάβω να ολοκληρώσω με αυτό το δύσκολο τελικό “γειτονιές αχολογάνεεε” πετάχτηκε λέγοντας: “Μιλάει για γιορτή, έτσι;”

  Μετά από ένα μικρό δισταγμό- γιατί στα αλήθεια σκεφτόμουν αν μιλάει για γιορτή κι όχι γιατί ήθελα να παρατείνω την αγωνία της- είπα: “Μπράβο! Το βρήκες!” κι εκείνη φώναξε ενθουσιασμένη σαν παιδί: “Κι άλλο, πες μου κι άλλο!”. Το επόμενο που μου ήρθε στο μυαλό, ήταν το “Γιατί να ρθεις” αλλά το απέφυγα γιατί ήμουν σίγουρος ότι δεν το έβγαζα. Κι αυτό με πόνο ψυχής γιατί σκέφτηκα ότι οι στίχοι του ήταν πολύ ταιριαστοί με την περίσταση, ειδικά εκεί που λέει: “Και πέρασες με τα χρυσά μαλλιά σου απ` την καρδιά μου και γέμισε όνειρα ο γιαλός κι αγάπη ο ουρανός”.

  "Ακόμα σκέφτεσαι;Μάλλον δεν ξέρεις πολλά τραγούδια” είπε για να με πικάρει με ένα πονηρό χαμόγελο. Μου χρειαζόταν το τσίγκλισμα. Άπλωσα τα χέρια μου έτοιμος για χορό. Με πλησίασε, άπλωσε κι εκείνη τα δικά της καθώς μουρμούριζα την εισαγωγή, με έπιασε από τον ώμο κι άρχισε να με ακολουθεί στα αργά βήματα που υπαγόρευε η μουσική του Ξαρχάκου στο “Μην πιεις νερό”. Μου ξέφυγε ένα φάλτσο αλλά δε με πείραξε καθόλου έτσι όπως ένοιωθα το χέρι της  πάνω στον ώμο μου. Γύρισα και την κοίταξα όταν έφτασα στο“Μην πιεις νερό και με ξεχάσεις, μην πιεις νερό της λησμονιάς...” αλλά δεν συνάντησα το βλέμμα της. Ήταν σκυμμένη και κοίταζε με αγωνία τα πόδια μου προσπαθώντας να ακολουθήσει σωστά τα βήματα στο πρώτο της συρτάκι. Ήμουν σίγουρος ότι στο τέλος δεν θα είχε να πει τίποτα για το τραγούδι αλλά με αιφνιδίασε λέγοντας προκλητικά: “Αυτό ήταν πολύ εύκολο. Κατάλαβα τη λέξη νερό” και ξεκαρδίστηκε στα γέλια βλέποντας την έκπληξή μου.

  Ανέκαμψα αμέσως λέγοντάς της πολύ σοβαρά:”Και στο επόμενο θα ακούσεις τη λέξη “νερό”, όμως το τραγούδι μιλάει για κάτι άλλο...” και άρχισα αυτή τη φορά να σφυρίζω την εισαγωγή του “Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι”. Έβλεπα ότι της άρεσε οπότε την επανέλαβα ενώ την κοίταζα και σκεφτόμουν ότι στάθηκα πολύ τυχερός γιατί μέσα σε μια νύχτα είχα δει το πρόσωπό της χαρούμενο, ύστερα απελπισμένο και μέσα στα δάκρυα, μετά γλυκό και ήρεμο, έπειτα περιπαιχτικό, πάλι χαρούμενο κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, γεμάτο προσμονή. Της έπιασα τα χέρια σιγομουρμουρίζοντας το τραγούδι. Ήταν κρύα. Όταν έφτασα στο σημείο που λέει:”Στη φωτιά τη ρίχνω την καρδιά μου τα χεράκια σου έλα να ζεστάνεις”, τα ακούμπησα πάνω στο στέρνο μου.

  Τελείωσα το τραγούδι και άφησα τα χέρια της. Με κοίταζε αμίλητη. “Λοιπόν; Τι έλεγε αυτό το τραγούδι;” ρώτησα με τη σειρά μου προκλητικά. Άρχισε να χαράζει γραμμές στην άμμο με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της και μια κοίταζε τα σχήματα, μια σήκωνε τα μάτια ντροπαλά και με έβλεπε χωρίς όμως να απαντάει. “Λοιπόν; Έλα, περιμένω...” επέμενα. Στάθηκε στο ένα της πόδι και άρχισε να γυρίζει γύρω από αυτόν τον άξονα, σχηματίζοντας ένα τέλειο κύκλο με το άλλο της πόδι. Κοίταξα τον κύκλο, μετά τα ατέλειωτα πόδια -διαβήτη κι ύστερα ξανά τον κύκλο. Τότε πρόσεξα πάνω στην άμμο μια πλακουτσωτή πέτρα που είχε ξεθάψει με τα παιχνίδια της. Έσκυψα, την πήρα και γύρισα στην θάλασσα. Έγειρα το σώμα μου αριστερά και την πέταξα με μαστοριά. Άρχισε να χορεύει φαλτσαριστά πάνω στο νερό. Μετρούσα τις αναπηδήσεις όταν την άκουσα πίσω μου να λέει: “Αυτό το τραγούδι μιλούσε για μια καρδιά που χτυπάει δυνατά. Για μια καρδιά που...

  Έκλεισα τα μάτια ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς μου και χωρίς να γυρίσω άρχισα να τραγουδάω: “Ο δρόμος είναι σκοτεινός...” . Την ένοιωθα πίσω μου να ακούει προσεκτικά και να περιμένει να γυρίσω. Δεν το έκανα παρά τη στιγμή που έφτασα στο ρεφρέν: “Στρώσε το στρώμα σου για δυο...”. Στεκόταν ακίνητη και με κοίταζε στα μάτια. Είχε μια έκφραση που δυσκολευόμουν να προσδιορίσω. Στην επανάληψη του ρεφρέν χωρίς να πάρει ούτε στιγμή το βλέμμα της από πάνω μου, έσκυψε, άνοιξε το σάκκο της, έβγαλε μια μεγάλη πετσέτα, την έστρωσε στην άμμο, ξάπλωσε πάνω της και στο “να ν` όλα αναστημένα” μου άπλωσε το χέρι.

  Γονάτισα μπροστά της, έκλεισα το χέρι της μεσ` στα δυο μου χέρια και επιτέλους τη ρώτησα:”Πώς σε λένε;” Χαμογέλασε γλυκά αλλά με ένα ύφος "καλά που το θυμήθηκες" και μου είπε: “Margarete”. Την αγκάλιασα και ενώ μύριζα και πάλι το αγριοκέρασο στα μαλλιά της, τραγούδησα ψιθυριστά στο αυτί της το τελευταίο τραγούδι της βραδιάς:”Αχ Μαργαρίτα Μαγιοπούλα, αχ Μαργαρίτα μάγισσα”.


Στη μνήμη του Ιάκωβου Καμπανέλλη

15 σχόλια:

  1. Tη γραφή, Πέτρο, ή τον τραγουδιστή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. εγω θα ηθελα και μια σκαλα βεβαια και αντε βρεστη μεστη νυχτα σε ερημικη παραλια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το Μαουτχάουζεν του Καμπανέλλη! Έρωτας χιούμορ κι αναπάντεχη αξιοπρέπεια στα χαλάσματα ενός στρατοπέδου, σε αγκαλιάσματα με μιά αγάπη στεγνή από ορμόνες και κουρεμένη σαν αγοράκι. Ο έρωτας βρίσκει γωνιές ρομαντικές εκεί που ακόμα μυρίζει ο θάνατος κι ενώνει δυό παιδιά δίχως παρελθόν.
    Ένα από τα αριστουργήματα της Ελληνικής λογοτεχνίας που με θλίβει που (& αυτό) μόνο με μουσική ταξιδεύει. Το τέλος δε (για όσους δεν το έχετε διαβάσει πρόσφατα) είναι σαν της Έμμας του Τσίρκα ή της Νατάσας του Τολστόη: μιά εισβολή ρεαλισμού, μιά ρόμπα τακτική κι ένα παντοφλάκι νοικοκυρίστικο που διέγραψε το πάθος.
    Ευχαριστώ cherie που μου το θύμισες. Να το ΄χα εδώ.. (αλλά κι αυτό με όλες τις παιδικές μου αγάπες κοιμάται σε κιβώτιο 10 χρόνια τώρα στην Αθήνα). Ωιμέ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μεσημέριασε μέχρι να καταφέρω να μπω στο μπλογκ! Χαίρομαι που σας άρεσε όσο και σε μένα. Και δυστυχώς δεν πήγα διακοπές αλλά όλο και κάτι θα υπάρχει για να τρέχω και να μη φτάνω!
    φιλάκια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. να πώ κι εγώ ότι ζηλεύω θα γίνω γραφική. Μια επενάληψη παρακαλώ σε θηλυκό μοντέλο όμως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μπα, καλό είναι να μας τρώει λίγο, ΛΙΓΟ είπα, η ζούλια ψώρα έτσι για ν' ανεβαίνει ο πήχης.
    Να ιδρώσει και λίγο το μολύβι, το πληκτρολόγιο ότι τέλος πάντων χρησιμοποιεί ο καθένας.
    Κουράγιο- αυτό τώρα το ΄πα να τ' ακούσουν πρώτα τα δικά μου αυτιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. εσυ αλλαζεις πληκρτολογιο καθε μηνα, αξιζει βεβαια το πληκρολογιο, εμεις που γραφουμε χαζομαρουλες τι να που πουμε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Πέτρο, Πέτρο.
    αυτό άστο να το αποφασίσουμε εμείς.
    ή μήπως πας γυρεύοντας κοπλιμέντα; ε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. εξάλλου συ Πέτρο είσαι ΕΓΓΥΗΣΗ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή