Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

μια στάλα χτες στο σήμερα


Το φεγγάρι μίσχος, σχεδόν ανύπαρκτο. Γαλανή η μέρα που πέρασε κι ο Σασυφής επιτέλους πήρε το κουράγιο ν' ανοίξει τα κιτάπια του, τα παλιά του τετράδια, τις σημειώσεις που έφερε από την πόλη και να τα βάλει με τ' άλλα μαζί στο μπουλάκι του. Τ' αράδιασε πάνω στο τραπέζι, άρχισε να τα ξεφυλλίζει κουτσοπίνωντας το φραπεδάκι του. Διαβάζει "Όλοι ζούμε τους μικρούς ή μεγάλους θανάτους μας. Και πάντα, παρ' όλη την εμπειρία, μας βρίσκουν απροετοίμαστους. Είναι κι αυτό μες στο παιχνίδι. Αυτές οι απροσδόκητες εκπλήξεις. Οι κεραυνοί εν τω μέσω της αιθρίας.." ότσν ακούει γαυγίσματα έξω. Κάποιος είναι. Χτυπά η εξώπορτα και χωρίς να περιμένει απάντηση μπάινει ο γείτονας του μ' ένα κύμα φωτεινό μαζί του. Καλημερίζονται, ο Σασυφής του προσφέρει καφέ και παγωτό και κουβεντιάζουν για διάφορα, πως πάει το ψάρεμα, προβλήματα με το σύστημα της ύδρευσης στα απομονωμενα σπίτια, καλοκαιρινές φωτιές στη χώρα , ανοησίες κι αστεία συμβάντα στο μικρό περίπτερο -μάρκετ που είναι στη δημοσιά κι εξυπηρετεί τους κολυμβητές που επισκέπτονται την αμμουδιά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο γείτονάς του ,του εξηγεί το λόγο της εισβολής. Είναι μια πρόσκληση  για φαγητό νωρίς το βραδάκι στο σπίτι του κι ο Σασυφής δέχεται. Φέτος πέρασε πολύ λίγες φορές απ' το μοναδικό αυτό φίλο στην παραλία. Ρίζωσε για τα καλά στο μικρό άσπρο σπιτάκι, ούτε στο νησάκι δεν πήγε. Και με τούτα και με τ' άλλα παράτησε ακόμη μια φορά τα χαρτιά απλωμένα στο τραπέζι, πήγε για μια βουτιά, τάισε το σκύλο, έκανε ένα ντουσάκι, πήρε τ' αμαξι και πήγε στο μαγαζάκι όπου πήρε ένα μεγάλο δίλιτρο κρασί και κάποια γλυκά ύποπτης φρεσκότητας. Γύρισε σπίτι, έβαλε το κρασί στο ψυγείο να κρυώσει, έκανε ένα καφέ ακόμη, κάθισε μια στιγμή πάλι στο τραπέζι. " Μα η ζωή συνεχίζει. Ήσυχη και πονεμένη μέχρι να γιάνει ο καημός της. Συνεχίζει.  Και καμμιά φορά χορεύει μόνη της στ' άδεια δωμάτια που κάποιος πήρε όλα τα έπιπλα με το έτσι το θέλω..." Μια ζεστή γλώσσα του γλείφει το πόδι, κάποιος δείχνει πως διψάει. Σηκώνεται ο Σασυφής και βάζει νερό στο μεταλλικό μπωλ. Έπειτα, κάνει ένα τσιγάρο έξω. Αρχίζει να σουρουπώνει. Σβήνει το τσιγάρο, παίρνει το σκύλο και τα καλούδια και πάει επίσκεψη. Πολύ χαρούμενο το βραδάκι με κουβεντολόι ατέλειωτο για χίλια δυο πράματα, του λέει ο φίλος του ο ερημίτης πως θέλει κάποια στιγμή να 'ρθει στην πολη, έτσι για να τονώσει λίγο την επιθυμία του να μονάζει, πράμα απίστευτο, ποτέ μέχρι τώρα ούτε για αστείο δεν το 'χε πει, φαίνεται τούτο το καλοκαίρι έφερε τα πάνω κάτω σε πολλές ζωές. Λίγη πολιτική, λίγη οικολογία, βιβλία, μουσικές, περασμένα και ξαναζωνταμενα περιστατικά από το παρελθόν, τότε που ήμουνα φαντάρος και στο φορτηγό είχα ένα καπτεν μόργκαν κι έτρεχα στο νησί που υπηρετούσα του σκοτωμού, τι ωραίο νησί, να μια έτσι έκανες με το χέρι κι έπιανες χταπόδια κι άλλα. Στη σχάρα σιγοψηθηκαν μπριζολάκια, όχι ψάρι του είπε, ν' αλλάξουμε, μια πράσινη σαλάτα και το κρασάκι να εξατμίζεται λες απ' τα ποτήρια. Ο σκύλος ενθουσιασμένος με το μενού. Βράαδιασε για τα καλά κι η νύχτα προχώρησε, βάρυνε το βλέμμα του φίλου, σόρρυ δικέ μου αλλά το ξενύχτι δεν το πάω όπως εσύ, ευχαριστίες και καληνυχτίσματα.
Επέστρεψε ο Σασυφής στο άσπρο σπιτάκι. Μα τώρα δεν έχει το νου του πουθενά. βάζει μουσική και ρακί. Ας την πιω, σκέφτεται, μη μου μείνει και ξεθυμάνει. Κάθεται μισοξαπλωμένος στο παλιό πολυθρονάκι. Έξω τ' αστέρια τριζοβολούν στο φεγγοβόλημα. Που 'σαι φεγγάρι; λέει από μέσα του ο Σασυφής. Κλείνει μια στιγμή τα μάτια κι άξαφνα βρίσκεται σ' ένα λεωφορείο. Θέλει να κατέβει σε μια στάση, την επόμενη στάση κι είναι έτοιμος να βγει αλλά το λεωφορείο δεν σταματά. Εϊναι κρεμασμένος έξω και σχεδόν ακουμπά την άσφαλτο. Όταν κάποια στιγμή το λεωφορείο φρενάρει, πέφτει έξω αλλά δεν μπορεί να κουνηθεί. Δεν μπορεί να δει καλά καλά το λεωφορείο, αμυδρά μόνο βλέπει κάτι φιγούρες να κατεβαίνουν. Προσπαθεί να προσανατολιστεί, πάει ψαχουλευτά κάπου να κάτσει. Με τα χέρια νιώθει ένα υψωματάκι, θα ναι μάλλον το πεζοδρόμιο σκέφτεται κι εκεί κάθεται περιμένοντας την όρασή του να ξανάρθει. Μα τι μου συμβαίνει; Αγωνία. Ξυπνά. Ανόητος ύπνος της ζάλης. Πάει στο μπάνιο, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπό του, βάζει λίγο ρακί στο ποτήρι του και σε λίγο το ξεχνά τελείως παρασυρμένος απ' τη μουσική. Ταγκό. Σεισμικές δονήσεις του μυαλού κι ένα τσουνάμι πόθου κι οργής τον παρασέρνει κι ακόμη μια φορά μόνος του χορεύει χωρίς πρέπει και καθορισμένα βήματα, ασυντόνιστος ίσως απ' το ρυθμό αλλά με έμπνευση. Χορός αποχαιρετισμού. Όπου να 'ναι τα παντζούρια θα κλείσουν κι ο ίδιος θα 'ναι αλλού. Μακριά απ' τη θάλασσα, την αμμουδιά, το ραχάτι, τη ζωή που το πιο σημαντικό της μέλημα είναι να κάνεις ένα ωραίο κι αργό μαύρισμα με το πέρασμα των ημερών και να ποτίζεις τα λουλούδια το βραδυ. Και να μην ξεμένεις από τσιγάρα. Σημαντικό. Παίρνει το μολύβι και κάνει μια μονοκοντυλιά, μια παράξενη ζωγραφιά απ' το τίποτε στο πουθενά. Νόημα κανένα. Ουφ πια με τα νοήματα, νόημα εδώ, νόημα εκεί, έχει νόημα; Την παρατάει και βάζει πάλι την ίδια μουσική αλλά δεν χορεύει τώρα. Βυζαίνει το ποτήρι του κι αυτονανουρίζεται κουνώντας το σώμα του πέρα δώθε. Μουσική κακούργα. Στης Αργεντίνας τα στενά μια γυναίκα ψηλοκάπουλη με δυνατά μεριά τον κοιτά με το προσκαλεστικό προκλητικό της βλέμμα  πάνω από ένα αισθησιακό κατακόκκινο στόμα, του κανει νόημα κι αυτός υπνωτισμένος την ακολουθεί σε δωμάτιο με χαμηλό φωτισμό, ένα μαντήλι πάνω σε πορτατιφ, ένα ραγισμένο διαβρωμένο καθρέφτη, ιδρώτας κι απόλαυση, κύματα φαντασίας. Το χαρτί στο τραπέζι, το χαρτί στο τραπέζι, το τραπί στο χαρτεζι. Το παίρνει κι αποσώνει το διάβασμα " Και χορεύει μ' ένα κίτρινο φουλάρι. Που γίνεται ήλιος. Φως. Και διαθλάται και σκορπίζεται σ' όλα τα χρώματα τ' ουράνιου τόξου. Κουράγιο. Για σένα και για μένα. Και για το ότι μάθαμε μόνο έτσι ν' αγαπάμε. Ρολάρω στη σιωπή και συνεχίζω..."
Βγαίνει στην αυλή. Ανασαίνει βαθιά. Κάθεται σ' αυτόν τον πλανήτη, αυτή την αμέτοχη στη διάθεσή του ώρα που με την αδιαφορία της του δίνει ένα περιθώριο να ξεφύγει από τη λύπη του. Κάποια στιγμή κρυώνει λιγάκι, πάει κι ο Αυγουστος φεύγει. Μπαίνει στο σπίτι, ξαπλώνει και μετά απο λίγο κοιμάται. T' όνειρο παίρνει στροφή και συνεχίζει...

11 σχόλια:

  1. θα ονειρευτουμε με τα ματια ανοιχτα! :)

    καλημέρα!! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα Ηλία, καλημέρα elli elli
    σας εύχομαι μια υπέροχη Κυριακή όπου και να 'στε.
    μάκια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Επειδή περίοδος πυρκαγιών, ΠΡΟΣΟΧΗ,το μαντήλι αν μείνει για ώρα στο πορτατίφ, θα καεί...
    [Τσεκαρισμένο, η πείρα ομιλεί...]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. bonjour Christina
    ωχ! λες; μάλλον μόνο στις ταινίες φαίνεται ωραίο ή έχουν άλλου είδους λάμπες;
    εδώ χτες έγινε κι ένα σεισμικό επεισοδιάκι -κανονικό ταρακούνημα!!! λαχτάρες!
    Τι λέει η Κυριακή σου; Έχεις κάποιο πρόγραμμα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @
    Κι από τέτοιες λαχτάρες γνωρίζουμε καλά...
    Και προγράμματα υπάρχουν, αλλά όσο μπορώ αντιστέκομαι....χαλαρά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. χαλαρά - χαλαρά! τέλειο!
    είναι σα να λέμε ενδίδω με τρόπο;
    μάκια μούκια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Μεταξύ των άλλων εργασιών, χθες και σήμερα, φωτογράφισα στάλες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. κι εγώ λατρεύω την κουζίνα γκρρρρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή