Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Καντισόν, κεφάλαιο έκτο.


Η ΚΡΥΠΤΗ
 Ήμουν ευτυχισμένος, καθώς σας το 'χω κιόλας πει. η ευτυχία μου όμως αυτή, κάποτε θα 'παιρνε τέλος. Ο μπαμπάς του Γιωργάκη ήταν στρατιώτης. Ξαναγύρισε, λοιπόν, μ' αρκετά χρήματα, που του τα είχε χαρίσει, πεθαίνοντας, ο λοχαγός του και μ' ένα μεγαλόσταυρο ανδρείας που του τον έδωσε ο στραγηγός του. Μ' αυτά τα χρήματα αγόρασε ένα σπίτι στο Μαμέρ και κάθισε σ' αυτό με το Γιωργάκη και με τη γριά μητέρα του, ενώ εμένα με πούλησε σ' ένα γείτονά του, που είχε κάποιο μικρό αγρόκτημα. Λυπήθηκα αφάνταστα που θα 'χανα την καλή γριούλα την αφέντισσά μου και το μικρό μου αφέντη, το Γιωργάκη, γιατί κι οι δυο τους μου φέρθηκαν πάντα με καλοσύνη, αλλά κι εγώ εκτελούσα ευσυνείδητα πάντα τα καθήκοντά μου. 
 Το καινούριο μου τ' αφεντικό δεν ήταν κακό, είχε όμως την κακή συνήθεια (μανία μάλλον ήταν), να βάζει όλον τον κόσμο να του δουλεύει πολύ, και μαζί μ' αυτούς κι εμένα. Μ' έζευε σ' ένα καρότσι και μ' έβαζε να του κουβαλώ χώμα, πατάτες, ξύλα. 'Αρχισε να με πιάνει η τεμπελιά. Δε μ' άρεσε το να με ζεύουν και δε μ 'άρεσε, πρώτ' απ' όλα, η ημέρα της αγοράς. Δε με βαρυφόρτωναν, μα ούτε και με έδερναν, έπρεπε όμως, όλη εκείνη την ημέρα, να μένω χωρίς φαί από το πρωί ως τις τρεις - τέσσερις το απόγευμα.
Όταν έκανε πολύ ζέστη διψούσα τόσο, που νόμιζα πως θα ψοφήσω κι έπρεπε να περιμένω και τ' αφεντικό μου να τα ξεπουλήσει όλα, να εισπράξει τα χρήματά του και ν' αποχαιρετίσει και τους φίλους του, πίνοντας μαζί και κανένα ποτηράκι.
 Δεν ήμουν κι εγώ, όπως σήμερα, τόσο καλός, ακόμη, τότε. Απαιτούσα απ' όλους να μου φέρονται φιλικά, ειδαλλιώς δε σκεφτόμουν τίποτ' άλλο παρά πως να εκδικηθώ όσους με πείραζαν. Και να τι σκαρφίστηκα μια μέρα: θα δείτε πως οι γάιδαροι δεν είναι τόσο βλάκες όσο νομίζετε. Θα δείτε, όμως, πως γινόμουν σιγά - σιγά κακός.

 Την ημέρα που είχε αγορά, σηκώνονταν όλοι τους πολύ νωρίτερα απ' όλες τις άλλες μέρες στο αγρόκτημα. Μάζευαν τα λάχανα, χτυπούσαν το βούτυρο, συγκέντρωναν τ' αυγά. Εγώ κοιμόμουν έξω το καλοκαίρι, σ' ένα μεγάλο λιβάδι.Έβλεπα κι άκουγα τις προετοιμασίες αυτές κι ήξερα πως στις εννιά το πρωί θα ερχόταν να με πάρουν για να με ζέψουν στο καροτσάκι, που ήταν γεμάτι με ότι έπρεπε να πουληθεί. Σας είπα κιόλας, ότι η αγορά αυτή με κούραζε και μου έφερνε πλήξη. Είχα παρατηρήσει στο λιβάδι ένα μεγάλο λάκο, που ήταν γεμάτος με βάτους και ξεράγκαθα. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως θα μπορούσα να κρυφτώ εκει μέσα, με τρόπο που να μη μπορέσουν να με βρουν την ώρα που θα ξεκινούσαν.
 Την ημέρα της αγοράς, όταν ήταν ν' αρχίσουν τα πήγαινε και τα έλα των ανθρώπων του αγροκτήματος, κατέβηκα σιγά - σιγά στο λάκο και κρύφτηκα τόσο ομορφα, που θα τους ήταν αδύνατο, όσο κι αν ψάχνανν, να με βρουν. Βρισκόμουν χωμένος εκεί μια ολόκληρη ώρα, μέσα στα χαμόκλαδα και τα ξεράγκαθα, όταν άκουσα ένα παιδί να με φωνάζει και να ψάχνει παντού για να με βρει. Ύστερα, γύρισε στο σπίτι.Σίγουρα θα το ΄πε στ' αφεντικό πως είχα εξαφανιστεί, γιατί λίγες στιγμές αργότερα το άκουσα να φωνάζει στη γυναίκα του καθώς και σ' όλους τους εργάτες να ψάξουν να με βρουν.
-Σίγουρα θα πέρασς ανάμεσα από τ0ο φράχτη, είπε ο ένας.
-Από πού, λες, να πέρασε; του απάντησε ο άλλος. Δεν έχει χάλασμα ο φράχτης πουθενά.
-Θ' άφησε κανένας σας ανοιχτή την πόρτα, φώναξε τ' αφεντικό. Παιδιά! Για βγείτε στα χωράφια! Σίγουρα δε θα βρίσκεται μακριά. 'Αντε, άντε, βιαστείτε, γιατί η ώρα περνά και θα φτάσουμε αργά στην αγορα΄.
 Και νά τους όλοι που βγαίνιυν στα χωράφια, στο δάσος και ψάχνουν παντού, φωνάζοντάς με.ήμουν με την καρδιά μου σκασμένος στα γέλια, σιγά όμως για να μη μ' ακούσουν στη τρύπα όπου ήμουν χωμένος, μα και πρόσεχα μήπως κουνηθώ και με δουν. Οι κακομοίρηδες! 'Οταν ξαναγύρισαν ήταν λαχανιασμένοι και σκοτωμένοι στην κούραση. Μια ώρα ολόσωστη ψάχναν παντού. Τ' αφεντικό μου όλο και μουρμούριζε, φωναζε, έλεγε πολλά εναντίον μου, έλεγε πως σίγουρα κάποιοι μ' έκλεψαν και πρόσθεσε πως ήμουν πολύ βλάκας που στάθηκα και με πήραν. Στο τέλος, έζεψε ένα από τα άλογα στο κάρο και ξεκίνησε με πολύ άσχημη διάθεση. Όταν είδα πως είχαν φύγει, πως οι υπόλοιποι είχαν γυρίσει στις δουλειές τους, και ότι κανένας δε θα μπορούσε να με δει, έβγαλα το κεφάλι μου με μεγάλες προφυλάξεις έξω από την κρύπτη μου, κοίταξα ολόγυρα μου και βλέποντας πως ήμουν ολομόναχος, βγήκα ολάκερος. 'Ετρεξα προς την άλλη άκρη του λιβαδιουύ για να νομίζουν πως μόλις είχα έρθει από εκείνο εκεί το μέρος και άρχισα να γκαρίζω με όλη μου τη δύναμη. 
 Μόλις μ' άκουσαν οι εργάτες τρέξαν.
 -Νάτονα που μας ξανάρθε, φώναξε ο βοσκός.
-Από πού να 'ρχεται; ρώτησε η κυρά μου.
-Μα. από που να πέρασε; αναρωτήθηκε ο καροτσέρης.
 Χαρούμενος γιατί είχα γλιτώσει το κουβάλημα στην αγορά, έτρεξα προς το μέρος τους. Με δέχτηκαν κι αυτοί χαρούμενοι, με χάιδεψαν, μου είπαν πως ήμουν καλό ζώο, αφού το 'χα καταφέρει να ξεφύγω μέσα από τα χέρια εκείνων που με είχαν κλέψει. Μου 'καναν τόσα κοπλιμέντα που αισθανόμουν ντροπή, Γιατί καταλάβαινα πως εκείνο που μου άξιζε ήταν ένα γερό ξύλο μάλλον, παρά τα χάδια κι έπαινοί τους. Μ' άφησαν, ύστερα, να βοσκήσω ήσυχος και θα περνούσα μια θαυμάσια μέρα αν δε με βασάνιζε η συνείδησή μου, που με κατηγορούσε πως είχα ανησυχήσει τα καλά μου αφεντικά.
 Όταν ξαναγύρισε τ' αφεντικό και πληροφορήθηκε την απιστροφή μου, ευχαριστήθηκε αφάνταστα, μα κι ένιωσε μαζί μου και μεγάλη εκπληξη. Την άλλη μέρα έκανε το γύρο του λιβαδιού και σφράγισε μ' επιμέλεια όλες τις τρύπες του φράχτη.
-Θα 'ταν νόστιμο να το σκαζε κι αυτή τη φορά, είπε σαν τελείωσε. Έφραξα με ξεράγκαθα και χοντροκλάδια και τα πιο απίθανα, ανοίγματα, έτσι που να μη μπορεί να περάσει απ' αυτό ούτε και γάτα.
 Η βδομάδα πέρασε ήσυχα. Κανείς δεν σκεφτόταν πια την περιπέτειά μου. Την επόμενη, όμως, ημέρα της αγοράς επανέλαβα ξανά το άσχημό μου σκάρωμα. Ξαναπήγα και κρύφτηκα μέσα σ' εκείνο το λάκο που με γλίτωσε την πρώτη φορά από την κούραση μα και τη μεγάλη σκοτούρα της δουλειάς. Μ' αναζητήσανεπ πάλι, παντού, όπως και την πρώτη φορά. Η έκπληξή τους ήταν μεγαλύτερη όταν υπέθεσαν πως κάποιος πολύ επιτήδειος κλέφτης με είχε πάρει. Πως όμως μ' έβγαλε απ' το φράχτη;
-Τούτη τη φορά, είπε με μεγάλη συντριβή τ' αφεντικό μου, πάει, τον χάσαμε οριστικά. Δε θα μπορέσει να το σκάσει από τα χέρει του κλέφτη, μα κι αν το σκάσει, δεν θα μπορέσει να ξαναμπεί, γιατί έχω βουλώσει όλα τ' ανοίγματα του φράχτη.
 Έφυγε αναστενάζοντας. Ένα από τα άλογά μας μ' αντικατέστησε πάλι στο καρότσι. Όταν όλοι τους φύγαν, έκανα ότι και την προγούμενη εβδομάδα: βγήκα από την κρύπτη μου, μα και σκέφτηκα πως θα 'ταν ακόμα πιο φρόνιμο αν δεν ανάγγελα την επιστροφή μου με τα χαρμόσυνα γκαρίσματά μου. 
 Όταν με βρήκαν καθώς έβοσκα με όλη μου την ησυχία το χορτάρι, στο λιβάδι, κι όταν το αφεντικό πληροφορήθηκε πως είχα επιστρέψει λίγη ώρα μετά που εκείνο έφυγε, είδα πως άρχισε να υποπτέυεται πως κάποιο σκάρωμα του είχα φτιάξει. Κανένας τους δεν ήρθε για να με συγχαρεί, με κοίταξαν όλοι τους με ένα δύσπιδτο τρόπο και παρατήρησα ακόμη πως άρχισαν να με παρακολουθούν περισσότερο κι από πριν. Γέλσα κοροιδευτικά για όλα τούτα και σκέφτηκα: "Καλοί μου φίλοι, θα σας είχα για πολύ πιο έξυπνους αν ανακαλύπτατε το παιχνίδσι που σας σκάρωσα. Είμαι, όμως, πολύ πιο έξυπνος από εσάς και σας την κατάφερα και τούτη τη φορά όπως, να το περιμένετε, θα σας την καταφέρω και σε όλες τις ερχόμενες".
 Κρύφτηκα, ύστερα από αυτά, και μια τρίτη ακόμα φορά, μια που ήμουν τόσο ευχαριστημένος για την εξυπνάδα μου. Μόλις όμως είχα μπεί στο λάκο, όταν ακούω ξαφνικά το δυνατό γαύγιασμα του σκύλου που παραμόνευε και τη φωνή του αφεντικού μου να λέει:
-Πιάστονα, "Φύλακα"! Άρπα τον, δυνατά! Κατέβα στον λάκο και δάγκωσέ τον στα καπούλια. Μπράβο!  μπράβο σκυλάκι μου! Πιάστον! Πιάστον!
 Όρμησε αμέσως ο "φύλακας" μέσα στη χωματότρυπα και με δάγκωσε στα καπούλια, στην κοιλιά. Θα μ' έτρωγε πραγματικά, ολόκληρον, αν δεν αποφάσιζα να πηδήξω έξω απ' το λάκκο. Και τραβούσα προς το φράχτη, ψάχνοντας να βρω το πιο αδύνατο σημείο του για να το σπάσω και να βγω,όταν τ' αφεντικό μου με περίμενε, μου πέταξε μια θηλιά που, περνώντας από το κεφάλι μου με σταμάτησε αμέσως. Κρατούσε στα χέρια του κι ένα καμτσι και μ' έκανε να νιώσω τη γλύκα του αμέσως. Το σκυλί συνέχισε να με δαγκώνει ενώ ο κύριός μου με έδερνε. Μετάνιωσα πικρά για την τεμπελιά μου. Στο τέλος, το αφεντικό, έδιωξε το "φύλακα" και σταμάτησε να με δέρνει. Έλυσε τη θηλιά, μου πέρασε μια λαιμαριά και μ' έσυρε έτσι σκοτωμένο κι αξιοδάκρυτο να με ζέψει στο καρότσι που με περίμενε. 
 Έμαθα, αργότερα, πως κάποιο από τα παιδιά είχε σταθεί στο δρόμο, δίπλα στο φράχτη, για να μου τον ανοίξει όταν θα ξαναγύριζα. Με είδε, όμως, καθώς έβγαινα από το λάκκο και το 'πε στον πατέρα του. Το μαρτυριάρη! Τον παλιοπροδότη!
 Του το κράτησα αυτό, γιατί το θεωρούσα κακία από μέρος του, οσότου οι δυστυχίες και η πείρα που απόκτησα, με κάναν αργότερα ν' αρχίσω να σκέφτομαι πιο καλά. 
 Από την ημέρα κείνη ήταν όλοι ους πιο αυστηροί μαζί μου. Θέλησαν να με κλείσουν κάπου, εγώ όμως όλο κι έβρισκα τον τρόπο να ξεφύγω με τα δόντια μου. Αν βάζαν στην πόρτα λουκέτο, το ανασήκωνα. Αν ήταν πόμολο το έστρεφα, αν ήταν κλειδωνιά την κλωτσούσα. Έμπαινα παντού κι έβγαινα απ' όπου κι αν με βάζαν. Το αφεντικό έβριζε, μούγκριζε, μ' έβριζε. Γινόταν ολοένα και πιο κακός μαζί μου κι εγώ γινόμουν όλο και χειρότερος μαζί του. Ένιωθα πως είχα γίνει δυστυχισμένος από δικό μου ολωσδιόλου σφάλμα. Σύγκρινα την τωρινή μου άθλια ζωή μ' εκείνη που περνούσα άλλοτε στα παλιά μου αφεντικά, αντί όμως να σκεφτώ πως θα 'πρεπε να διορθωθώ, γινόμουν ακόμη πιο κακός, πιο ξεροκέφαλος. Κάποιοα μέρα, χώθηκα στο λαχανόκηπο κι έφαγα όλα τα λαχανικά. Μιαν άλλη κλώτσησα κι έριξα χάμω το αγοράκι που με είχε μαρτυρήσει. Τέλος, μιαν άλλη φορά, ήπια μια γαβάθα καιμάκι, που την είχαν αφήσει έξω για να χτυπηθεί και να γίνει βούτυρο. Πατούσα τις όρνιθες, τους διάνους, τα γουρουνάκια. Τελικά, έγινα τόσο κακός, που η κυρά μου ζήτησε από τον άντρα της να με πουλήσουν στα πανηγύρι του Μαμέρ, που θα γινόταν σε δεκαπέντε μέρες. Είχα αδυνατίσει κι είχα γίνει πανάθλιος από τα γκαρίσματα και τη λιγοστή τροφή που μου δίναν. Θέλησαν, για να 'χουν πουλώντας με καλύτερη τιμή, να με παχύνουν, όπως λένε οι αγρότες. Απαγόρεψαν στους εργάτες να με κακομεταχειρίζονται, δε με βάζαν σε δουλειά κι άρχισαν να με καλοταιζούν. Αυτέ τις τελευταίες δεκαπέντε μέρες τις πέρασα πολύ καλά. Το αφεντικό μ' οδήγησε στο πανηγύρι και με πούλησε για εκατό φράγκα. Αφήνοντάς με, μου ερχόταν η όρεξη να του δώσω μια κλωτσια στα δόντια. Φοβόνουν, όμως, μήπως τα καινούρια μου αφεντικά σχημάτιζαν κακή εντύπωση για μένα, κι έτσι περιορίστικα να του γυρίσω τα πισινά μου με μια κίνηνση περιφρονητική. 

2 σχόλια:

  1. Ο Καντισόν χρησιμοποιεί με κακό τρόπο την εξυπνάδα του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. γεια σου Άρη.
    εμένα μου φαίνεται πως κάποιες φορές οι αδιέξοδες σχέσεις πρέπει να τελειώνουν νωρίς γιατί αλλιώς γίνονται όλο και χειρότερες κι οδηγούν σε μεγάλα βάσανα!
    καλό απόγευμα.
    που γυρνάς;

    ΑπάντησηΔιαγραφή