Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Καντισόν, κεφάλαιο όγδοο.

Η ΠΥΡΚΑΪΆ 
 Μια βραδιά, εκεί που είχε αρχίσει να με παίρνει ο ύπνος, ξύπνησα από φωνές: "Φωτιά! Πυρκαϊά! Πυρκαϊά!" Ανήσυχος και τρομαγμένος, προσπάθησα, τότε, ν' απαλλαγώ από το λουρί μου που με είχαν δεμένο. Το τραβούσα μ' όλη μου τη δύναμη, κυλιόμουν κατάχαμα, το καταραμένο, όμως, λουρί δεν έσπαζε. Τότε μου 'ρθε η ιδέα να το κόψω με τα δόντια μου και το κατάφερα ύστερα από κάμποσες προσπάθειες. Η λάμψη από την πυρκαϊά φώτιζε το φτωχικό μου σταύλο. Οι φωνές και ο θόρυβος δυνάμωναν ολοένα. Άκουα τα κλάματα που κάναν οι υπηρέτες, το τρίξιμο των τοίχων, τα πατώματα σαν γκρεμίζονταν, το τριζοβόλημα που κάναν οι φλόγες. Ο καπνός έμπαινε κιόλας στο σταύλο μου και κανένας πια δε με σκεφτόταν. Κανένας τους δεν είχε την σπλαχνική σκέψη ν' ανοίξει τουλάχιστον την πόρτα, για να μπορέσω να το σκάσω. Οι φλόγες δυνάμωναν κι ένιωθα ζέστη τρομερή. Άρχιζα να πνίγομαι...
 "Πάει, τελείωσε, σκεφτόμουν, κακόμοιρέ μου Καντισόν! Είσαι καταδικασμένος να καείς ολοζώντανος! Τι απαίσιος θάνατος! Αχ, Παυλίνα μου, αγαπητή μου μικρή κυρία! Ξέχασες κι εσύ το φτωχό σου Καντισόν!
 Ό,τι, είχα, όχι πει, μα σκεφτεί τα τελευταία αυτά λόγια, και να σου η πόρτα που ανοίγει με ορμή και ακούω την τρομοκρατημένη φωνή της Παυλίνας να με φωνάζει. Ευτυχισμένος που είχα σωθεί, χύθηκα προς το μέρος της και θα περνούσαμε από την πόρτα και θα βγαίναμε, όταν ένας τρομερός θόρυβος μας ανάγκασε να στρέψουμε πίσω. Ένα κτήριο που βρισκόταν απέναντι στο σταύλο είχε κιόλας γκρεμιστεί και τα χαλάσματά του μας εμπόδιζαν να περάσουμε. Η καημένη μου η μικρή κυρία θα πέθαινε τώρα, γιατί είχε σκεφτεί να με σώσει. Ο καπνός, η σκόνη από τα γκρεμίσματα και η ζέστη μας πνιγαν.

Η Παυλίνα έπεσε σε λίγο δίπλα μου λιπόθυμη. Αμέσως εγ΄πω, νιώθοντας τον κίνδυνο, πήρα μια ηρωική απόφαση, μα που ήταν και η μόνη που θα μπορούσε να μας σώσει. Άρπαξα με τα τα δόντια μου από το φουστάνι την Παυλίνα που είχε λιποθυμήσει κι όρμησα ανάμεσα από τα αναμμένα δοκάρια. τα κατάφερα μια χαρά να περάσουμε, χωρίς να πάρει φωτιά το φουστάνι της. Σταμάτησα λίγο για να δω από ποια μεριά θα τραβούσα. Όλα καιγόντουσαν γύρω μας. Απογοητευμένος, χωρίς ελπίδες, θ' άφηνα κάτω την Παυλίνα, λιποθυμισμένη όπως ήταν, όταν, ξαφνικά, είδα ένα κατώγι ανοιχτό. Έτρεξα προς τα εκεί, ξέροντας καλά πως θα ' μασταν σε λίγο σε ασφάλεια, μέσα στο σκεπασμένο με τσιμέντο υπόγειο του σπιτιού. Έβαλα την Παυλίνα δίπλα σ' έναν κάδο με νερό, για να μπορέσει να βρέξει το κούτελο και το κεφάλι της όταν θα συνερχόταν από τη λιποθυμία της, πράγμα που δεν άργησε να γίνει. Σαν είδε πως είχε πια σωθεί και πως κάθε κίνδυνος είχε φύγει, γονάτισε αμέσως κι έκανε μια συγκινητική προσευχή γαι να ευχαριστήσει το θεό που την είχε προφυλάξει από ένα τόσο τρομερό κίνδυνο. Ύστερα ευχαρίστησε και μένα με τόση ευγνωμοσύνη και τρυφερότητα που, πραγματικά, με συγκίνησε. ήπιε μερικές γουλιές νερό απ' τον κάδο κι έστησε τ' αυτί της για να καταλάβει τι γινόταν γύρω. Η φωτιά συνέχιζε την καταστροφή της. Ακουγόνταν ακόμη μερικές φωνές. Αχνά όμως, χωρίς να μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποιων ήταν.
 -Καημένη μου μαμά και καημένε μου μπαμπά, έλεγε η Παυλίνα. Θα νομίζουν πως έχω καεί, πηγαίνοντας να βρω τον Καντισόν, ενώ εκείνοι όλο και μου έλεγαν να μην το κουνήσω από κοντά τους. Τώρα, θα πρέπει να περιμένουμε να σβήσει η φωτιά. Και, σίγουρα, θα περάσουμε τη νύχτα μας στο υπόγειο! Καημένε μου Καντισόν, πρόσθεσε, σου χρωστώ χάρη που ζω ακόμα.
 Δε μίλησε άλλο. Είχε καθίσει σε μια αναποδογυρισμένη κάσα κι είδα πως κοιμόταν. Είχε ακουμπησμένο το κεφάλι της πάνω σε ένα άδειο βαρέλι. Αισθανόμουν κουρασμένος και διψούσα. Ήπια το νερό οτυ κάδου και ξαπλώθηκα δίπλα στην πόρτα. Δεν άργησα να κοιμηθώ.
 Ξύπνησα κατά τα ξημερώματα. Η Παυλίνα κοιμόταν ακόμη. Σηκώθηκα σιγά- σιγά, πήγα και μισάνοιξα την πόρτα. Όλα είχαν καεί τριγύρω και η φωτιά είχε σβηστεί. Μπορούσαμε. περνώντας πάνω από τα αποκαΐδια, να βγούμε έξω από την αυλή του σπιτιου΄. έμπηξα ένα σιγανό "γκα - γκα!" για να ξυπνήσω την κυρία μου. Ακούωντάς το εκείνη, άνοιξε τα μάτια και βλέποντάς με δίπλα στην πόρτα, σηκώθηκε κι άρχισε να κοι΄ταζει εξεταστικά τριγύρω.
 -Όλα κάηκαν! είπε λυπημένη. Όλα χάθηκαν! δεν θα ξανειδώ το μέγαρό μας. Θα 'χω πεθάνει όταν πια θα ξαναχτιστεί. Το νιώθω, είμαι άρρωστη και αδύνατη, πολύ άρρωστη ό, τι κι αν λέει πάνω σ' αυτό η μαμά.
 "Έλα, καλέ μου Καντισόν, συνέχισε ύστερα από λίγο, αφού είχε μείνει σκεφτική και ακίνητη. Έλα να βγούμε τώρα. πρέπει να ξαναβρώ τη μαμά και το μπαμπά μου. με νομίζουν πεθαμένη.
 Πέρασε πάνω από τις πεσμένες πέτρες, τους γκρεμισμένους τοίχους, τα δοκάρια που άχνιζαν ακόμη. Εγώ την ακολούθησα και σε λίγο φτάσαμε κι οι δυο μας στο γρασίδι. Εκεί, ανέβηκε στη ράχη μου και τραβήξαμε προς το χωριό. Δεν αργήσαμε να βρούμε το σπίτι όπου είχαν καταφύγει οι γονείς της Παυλίνας. Νομίζοντας πως η κόρη τους είχε πια χαθεί, βρισκόταν σε μεγάλη απελπισία.
 Όταν την είδαν να έρχεται μπήξαν μια μεγάλη και χαρούμενη φωνή και χυθήκαν αμέσως πάνω της για να την αγκαλιάσουν. Εκείνη τους διηγήθηκε με πόση εξυπνάδα και θάρρος την είχα σώσει.
 Αντί να τρέξει προς το μέρος μου να μ' ευχαριστήσει και να με χαϊδέψει η μητέρα της, με κοίταξε με μάτια απόλυτα αδιάφορα. Ο πατέρας πάλι, ούτε γύρισε να με κοιτάξει.
 -Για το χατήρι του κόντεψες να καείς, κορίτσι μου, της είπε η μαμά της. Αν δε σου κολλούσε η τρελή ιδέα να πας να του ανοίξεις την πόρτα του σταύλου και να τον λύσεις, δεν θα περνούσαμε τόσο φριχτή νυχτιά ο πατέρας σου κι εγώ.
 -Όμως, απάντησε αμέσως η Παυλίνα, εκείνος είναι που μ...
 -Σιωπή! Πάψε! είπε η μητέρα, διακόπτωντάς την. Μη μου ξαναπείς κουβέντα άλλη φορά γι αυτό το ζώο, που το μισώ γιατί παραλίγο να προκαλέσει το θάνατό σου.
 Η Παυλίνα αναστέναξε, με κοίταξε με πόνο και σώπασε.
 Από την ημέρα εκείνη, δεν την ξαναείδα. Ο τρόμος που της είχε προκαλέσει η πυρκαϊά, η κούραση που ένιωσε μια ολάκερη νύχτα χωρίς να ξαπλώσει και προπαντώς το κρύο του υπογείου, χειροτέρεψαν την αρρώστια που την έκανε να υποφέριε από καιρό. Την ίδια μέρα την έπιασε ένας πυρετός που δε σταμάτησε από τότε. Την βάλαν σ' ένα κρεβάτι για να μη ξανασηκωθεί πια. Το κρύωμα που άρπαξε ολοκλήρωσε τη λύπη και την πλήξη της. Το στήθος της, που ήταν από καιρό αρρωστημένο, έβραζε κυριολεκτικά. Πέθανε, μέσα σ' ένα μήνα, μην έχοντας καμιά λύπη γιατί έφευγε από τη ζωή και κανένα φόβο για το θάνατο. Μιλούσε συχνά για μένα, φώναζε συχνά το όνομά μου στον πυρετό της. Κανένας δε σκοτίστηκε για μένα. Έτρωγα ότι έβρισκα και κοιμόμουν έξω, μέσα στη βροχή, το κρύο. Όταν είδα να βγάζουν από το σπίτι το φέρετρο της δυστυχισμένης μου μικρής αφέντισσας, ένιωσα ένα τέτοιο πόνο στην καρδιά, που έφυγα αμέσως από την πόλη αυτή για να μην ξαναγυρίσω ποτέ μου...
            

6 σχόλια:

  1. Πολλά πολά ευχαριστώ για το χαριτωμένο αυτό έργο που το χαίρομαι σε συνέχειες. Θα ήθελα να το μοίραζα για ανάγνωση , όπως λέει το εξώφυλλο, 'σε μικρούς και μεγάλους'. Καλό σαββατοκύριακο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλό Σαββατοκύριακο.
    Τι καλά! μια φίλη για τον Καντισόν -εκτός από τον Άρη που το παρακολουθεί στενά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ..τετοιο σκηνικό, ούτε σε βιβλία!! :P

    ..καλο σαβ/κο!! :) καλημέρα! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @ Ηλία, ο Καντισόν είναι βιβλίο και υπέροχο!
    καλημέρες πολλές!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Όπως είμαι απόλυτα συνδεδεμένη με τα ζωντανά σαν ζωντανό που είμαι κι εγώ, ένιωσα την καρδιά να σφίγγεται, οταν αθελά μου αναμνήσεις από όμορφες στιγμές που μοιράστηκα με τα σκυλιά μου ξεπήδησαν από το χρονοντούλαπο της μνήμης. Να είσαι καλά για τις όμορφες ιστορίες που με ταξιδεύουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή