Χαιρετισμός

Νύχτα Απρίλη, νέα σελήνη, ωραία νύχτα για εραστές και κλέφτες. Καλή αρχή, καληνύχτα σας.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Καντισόν, κεφάλαιο έννατο.

ΓΑΪΔΟΥΡΟΔΡΟΜΙΑ
Ζούσα πανάθλια εξ αιτίας της εποχής. Είχα διαλέξει, για να μένω, ένα δάσος, όπου μόλις κι έβρισκα ότι χρειαζόταν για να μ' εμποδίσει από το πεθάνω από την πείνα και τη δίψα. Όταν το κρύο πάγωνε τα ρυάκια, τότε έτρωγα χιόνι κι αντί για τροφή ροκανιζα γαιδουράγκαθα και κοιμόμουν κάτω από τα έλατα. Σύγκρινα την σημερινή μου θλιβερή ζωή με κείνη που έκανα άλλοτε, όταν είχα αφεντικό μου το Γιωργάκη και ακόμη τον αγρότη που με είχε αγοράσει από τον πατέρα του. Ήμουν, τοτε, τόσο ευτυχισμένος... Τότε, που δεν είχα αφήσει τον εαυτό μου να τον πιάσει εκείνη η καταραμένη τεμπελιά, εκείνη η κακία και η εκδικητικότητα... Δεν έβρισκα, τώρα, κανένα τρόπο για να ξεφύγω απ' την κακομοιριά μου, γιατί ήθελα και να μείνω ελεύθερος και κύριος της κάθε πράξης μου. πήγαινα κάποτε - κάποτε στα περίχωρα κάποιου χωριού, που βρισκόταν δίπλα στο δάσος, για να μάθω τι γινόταν και τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος. Κάποια μέρα -ήταν άνοιξη και είχε καλοκαιρέψει - είδα μια κίνηση που μου προκάλεσε έκπληξη. Το χωριουδάκι είχε ατμόσφαιρα γιορτής. Περπατούσαν ομαδικά και όλοι τους είχαν φορέσει τα γιορτινά τους. Εκείνο που μου προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη, ήταν το ότι είχαν συγκεντρωθεί και όλα τα γαιδούρια της περιοχής. Κάθε γάιδαρος ήταν με το αφεντικό του που τον κρατούσε από το χαλινάρι. Ήταν όλοι τους καλοχτενισμένοι, καλοβουρτσισμένοι και πολλοί απ' αυτούς είχαν λουλούδια στο κεφάλι και τριγύρω στο λαιμό οτυς και δεν φορούσαν σαμάρι. 
 "Παράξενο! σκέφτηκα. Κι όμως, δεν είναι πανηγύριν σήμερα. Τι μπορεί να κάνουν εδώ όλοι τούτοι οι συνάδελφοί μου, έτσι καθαροί και στολισμένοι!; Πόσο καλοθρεμμένοι είναι!... Σίγουρα, τους καλοτάιζαν όλο το χειμώνα φέτος"
 Τελειώνοντας τα λόγια αυτά, έριξα και μια ματιά στον εαυτό μου. Είδα τη ράχη, τα καπούλια, την κοιλία μου τόσο αδύνατα...είδα τις τρίχες μου ακούρευτες, αχτένιστες... ένιωσα όμως πως παρόλα αυτά ήμουνα και πολύ γέρος.
 "Καλύτερα έχω, σκέφτηκα, να 'μαι άσχημος, μια και έτσι όπως είμαι, είμαι πολύ ευκίνητος και γεμάτος υγεία! Οι συνάδελφοί μου που βλέπω εδώ τόσο όμορφους, παχείς και περιποιημένους, δεν βαστούν στην κούραση και τις στερήσεις που άντεξα εγώ όλο το χειμώνα".
 Πλησίασα για να δω καλύτερα γιατί γινόταν όλη αυτή η γαιδουροσυγκένρωση, όταν, ένα από τα παιδιά που κρατούσε έναν από τους συναδέλφους μου, με είδε και άρχισε να γελά περιπαικτικά. 
 -Για κοιτάτε εδώ, παιδιά, τι σόι γάιδαρος μας ήρθε! Ω! Είναι και καλοχτενισμένος...
 -Και περιποιημένος και καλοθρεμμένος! φώναξε κάποιος άλλος. Να μας ήρθε, άραγε, για τον αγώνα;
 -Μπα! Αν επιμένει, να τον αφήσουμε να τρέξει κι αυτός, είπε κάποιος τρίτος. Δεν κινδυνεύουμε να χάσουμε και το βραβείο!
 Ένα ομαδικό γέλιο που βγήκε απ' όλων τα στόματα διαδέχτηκε τα λόγια αυτά. Είχα πειραχτεί πολύ και ήμουν πεισματωμένος, έμαθα, όμως, πως επρόκειτο να γίνει ένας αγώνας. Πότε όμως και πως θα γινόταν; Αυτό ήθελα να μάθω τώρα γι αυτό συνέχιζα ν' ακούω και να προσποιούμαι πως δεν καταλάβαινα τι λέγαν.
 -Θα ξεκινήσουμε καμιά φορά; ρώτησε κάποιος νεαρός.

 -Δεν ξέρω. Περιμένουμε το δήμαρχο.
 -και που θα τρέξουν τα γαιδούρια; ρώτησε μια γυναικα, που ερχόταν τρεχάτη.
 -Στο μεγάλο λιβάδι του μύλου, γιαγιά Τρανσέ, της απάντησε ένα παιδί που ονομαζόταν Ζαννό.
 -Είμαστε δεκάξι, χωρίς να συμπεριλάβουμε κι εσένα, γιαγιά...
 Ένα καινούριο πάφλασμα γέλιου ακολούθησε τ' αστείο αυτό.
 -Μωρέ, παμπόνηρος που μου είσαι εσύ, του απάντησε γελώντας η γριούλα. και τι θα κερδίσει ο πρώτος;
 -Πρώτα απ' όλα την τιμή πως θα 'ρθει πρώτος, κι ύστερα, ένα ασημένιο ρολόι.
 -Καλά θα 'ταν να 'μουν γαιδουρίτσα, για να κερδίσω το ρολόι. Ποτέ μου δεν κατάφερα ν' αποκτήσω κάτι τέτοιο.
 -Ωραία! Αν έφερνες μαζί σου κανένα γαιδουράκι, θα μπορούσε να 'χες την τύχη αυτή.
 Καινούρια γέλια ξέσπασαν.
 -Και από που θα μου 'θελες να σου 'φερνα γαιδουράκι; Μήπως ποτέ μου είχα και τόσα χρήματα, για να μπορέσω ν' αγοράσω ένα και το θρέφω μάλιστα;
 Η καλή αυτή γυναίκα μ' άρεσε. Είχε πρόσχαρο και καλό ύφος. Μου 'ρθε ξαφνικά η ιδέα να την κάνω να κερδίσει το ρολόι. Ήμουν συνηθισμένος στο τρέξιμο. Άλλο τίποτε από τούτο δεν έκανα στο δάσος όλο το χειμώνα, για να ζεσταθώ. Κι είχα κι από παλιότερα φήμη, πως ήμουν ένας άριστος δρομέας. Τόσο καλός, όσο κι ένα άλογο.
 "Για φαντάσου, σκέφτηκα, ας δοκιμάσουμε. Αν χάσω, δεν χάνω τίποτε. Αν κερδίσω, όμως, θα κερδίσει και η κυρία Τρανσέ το ρολόι, που τόσο το λιγουρέυεται"
 Ξεκίνησα με μικρό καλπασμό για να σταθώ δίπλα στον τελευταίο γάιδαρο. Πήρα ύφος περήφανο κι άρχισα να γκαρίζω σα να 'χω κάποιο κύρος.
 -Ω, λα! Ω, λα! φιλαράκο μου! φώναξε ο Ανδρέας. Θα σταματήσεις, επιτέπλους, να μας διασκεδάζεις με την ωραία μουσική σου; Ξεκουμπίσου από 'κει, γαιδουρογάιδαρε! Εσύ δεν έχεις αφέντη, δεν είσαι περιποιημένος, και δεν μπορείς να κουνηθείς.
 Σώπασα, μα και δεν κουνήθηκα από τη θέση μου. Μερικοί γελούσαν, άλλοι θύμωσαν. Άρχισαν να τσακώνονται αναμεταξύ τους, όταν ξαφνικά η γιαγιά Τρανσέ τους είπε:
 -Κι αν δεν έχει αφέντη, θ' αποκτήσει αφέντισσα. Τον γνώρισα ποιοις είναι. Είναι ο Καντισόν, ο γάιδαρος εκείνης της δυστυχισμένης της Παυλίνας. Τον διώξαν όταν πέθανε η μικρή που τον προστάτευε και μου φαίνεται πως θα πέρασε το χειμώνα του στο δάσος. Από τότε κανένας δεν τον ξανάδε. Τον φέρνω, λοιπόν, σήμερα, εγώ, για να με εξυπηρετήσει. Θα τρέξει για λογαριασμό μου. 
 -Για κοιτάξτε! Είναι ο Καντισόν! είπαν όλοι τους μαζί.
 -Αν τρέξει, όμως, σήμερα για λογαριασμό της γιαγιάς Τρανσέ, η γιαγιά να ρίξει στο σακούλι τούτο του δημάρχου ένα νικελένιο μισόφραγκο.
 -Μη νοιάζεσαι γι αυτό, παιδί μου, το 'χω κιόλας εδώ, απάντησε η γριά λύνοντας το κομπόδεμά της. Μα αφού το βάλω, μη μου ζητήστε άλλα, γιατί δεν θα 'χω.
 -Καλά, απάντησε ο Ζαννό. Αν κερδίσεις, δε θα σου λείψουν, αφού όλο το χωριό έριξε μέσα στο σακούλι. Έχουν μαζεθτεί πάνω από εκατό φράγκα. 
 Πλησίασα τη γιαγιά Τρανσέ κι έφερα μπροστά της ένα κύκλο σα σβούρα, που τα παιδιά άρχισαν να φοβούνται πως θα το κέρδιζα εγώ το βραβείο.
 -Άκουσε, Ζαννό, είπε σιγανά ο Ανδρέας. Έκανες άσχημα ν' αφήσεις τη γρια Τρανσέ να ρίξει το μισοφέγγαρό της στο σακούλι, γιατί απόχτησε έτσι το διακίωμα να βάλει τον καντισόν να τρέξει, κι αυτός να 'ναι τόσο γλήγορος, που σίγουρα θα την πάθουμε όλοι εμείς, χάνοντας και τα χρήματα και το ρολόιθ.
 -Μπα! Χαζός που έισαι! Δεν βλέπεις, λοιπόν, τι μούρη σου την έχει αυτός ο δυστυχισμένος ο καντισόν! Ε, γέλια που έχουμε να κάνουμε... Δε θα μπορέσει ούτε να ξεκινήσει.
 -Δεν τ' ακούω εγώ αυτά. Τι θα 'λεγες αν του δίναμε λίγη βρώμη, για να τον κάνουμε να φύγει από δω;
 -και το μισόφραγκο της γριας Τρανσέ;
 -Ε, μόλις φύγει ο γάιδαρος, συνέχισε ο Ανδρέας, θα της το γυρίσουμε πίσω.
 -Στην πραγματικότητα, ο γάιδαρος της ανήκει όσο ανήκει και σε μένα και σε σένα. Τρέχα να βρεις λίγη βρώμη και προσπάθησε να τον διώξεις δίχως να σε μυριστεί η γρια. 
 Εγώ, τ' άκουσα όλα αυτά και κατάλαβα. Έτσι, όταν ο Ανδρέας έφτασε με τη βρώμη μέσα σ' ένα ταγάρι, αντί να πάω προς το μέρος του, πλησίασα την γριά Τρανσέ, που μιλούσε εκείνη την ώρα με μερικούς γνωστούς της. Ο Ανδρέας με ακολούθησε κι ο Ζαννό μ' άρπαξε από τ' αυτιά και μου στριψε το κεφάλι προς τη βρώμη, νομίζοντας πως δεν την είχα δει. Παρόλη την πέινα που έιχα, ούτε καν κουνήθηκα. Ο Ανδρέας άρχισε να με τραβά, ο Ζαννό να με σμπρώχνει, κι εγώ άρχισα να γκαρίζω μ' όλο μου το παράπονο. Ξαφνικά, στρέφει το κεφάλι της η γιαγιά Τρανσέ και βλέποντας το τι σκάρωναν τα δυο παιδιά:
 -Δεν είναι καλά αυτά που φτιάχετε, παιδιά μου, τους είπε. Αφού μ' αφήσατε να ρίξω το μοναδικό μου μισόφραγκο στο σακούλι, δεν θα πρέπει να μου πάρετε τον Καντισόν. Κι αυτό το κάνετε γιατί, καθώς φαίνεται, τον φοβάστε. 
 -Να φοβηθούμε έναν τέτοιο παλιογάιδαρο; Α, μα όχι κι έτσι!
 -Τότε, γιατί τον τραβάτε, για να τον πάρετε σείς;
 -Θέλουμε να τον κάνουμε να φάει λύγη βρώμη.
 -Α! Α τότε είναι κάπως διαφορετικά, είπε η γιαγιά Τρανσέ σε κοροιδευτικό τόνο. Ευγενικό από μέρους σας αυτό. Ρίξτε τη βρώμη όμως κάτω, για να τη φάει μόνος του. Κι εγώ νόμιζα πως είχατε τη βρώμη για δόλωμα. Για κοιτάξτε πως μπορεί να ξεγελαστεί κανένας κάποτε...
 Ο Ανδρέας και οΖαννό είχαν ντροπιαστεί για καλά και ήταν δυσαρεστημένοι. Δεν μπορούσαν, όμως, και να το δείξουν. Τα άλλα παιδιά είχαν αρχίσει να γελούν μ' αυτούς, γιατί κατάλαβαν πως τους είχαν πιάσει στα πράσα... Η γριά έτριβε τα χέρια της από χαρά, κι εγώ ήμουν καταγοητευμένος. Έφαγα τη βρώμη που μου είχαν ρίξει με μεγάλη όρεξη, κι ένιωθα καθώς την έτρωγα, να παίρνω δύναμη. Και ήμουν κι ευχαριστημένος για τη λύση που είχε δώσει η γιαγιά Τρανσέ. Όταν έφαγα, μ' έπιασε η ανυπομονησία να ξεκινήσω. Τέλος έγινε μεγάλος σαματάς. Ο δήμαρχος είχε δώσει πρόσταγμα να βάλουν στη θέση τους τους γαιδάρους. Τους αράδιασαν γι αυτό όλους και πήρα, από μετριοφροσύνη, την τελευταία θέση.Βλέποντάς με ο κόσμος μονάχο μου, ρωτούσε ποιος να ήμουν και σε ποιον ν' ανήκω.
 -Σε κανένα, απαντούσε ο Ανδρέας.
 -Δικός μου είναι, φώναζε η γιαγιά Τρανσέ.
 -Τότε θα 'πρεπε να ρίξεις και δυ μισό φράγκο μέσα στο σακούλι, είπε ο δήμαρχος.
 -Μα έριξα, κύριε  δήμαρχε!
 -Ωραία! Τότε γράψε στον κατάλογο τη γιαγιά Τρανσέ.
 -Έχει γίνει αυτό από αρκετή ώρα κύριε δήμαρχε, απάντησε ο κλητήρας.
 -Τότε καλά, είπε ο δήμαρχος. Είναι όλα έτοιμα; Ένα! Δύο! Τρία! Ξεκινήστε!
 Τα παιδιά. που κρατούσαν τους γαιδάρους από τις ουρές τους τους άφησαν αμέσως, δίνοντας το καθένα του κι από μια καμτσικιά στον δικό του. Όλοι ξεκίνησαν. Παρ όλο που εμένα κανένας δε με κρατούε, περίμενα, τίμια, στη σειρά μου, να ξεκινήσουν όλοι. Είχαν τρέξει λίγο πιο μπρος από μένα. Δεν είχαν κάνει, όμως, ούτε εκατό βήματα, και να που τους προλαβαίνω. Και τώρα, να μαι επικεφαλής της ομάδας και τους προσπερνώ δίχως κόπο όλους. Τα παιδιά φώναζαν, χτυπούσαν στον αέρα τα καμτσιά τους, για να ενθαρρύνουν τους γαιδάρους τους. Έστρεφα από καιρό σε καιρό το κεφάλι μου για να βλέπω πόσο πίσω τους είχα αφήσει, για να καμαρώσω το θρίαμβό μου για να γελάσω με την προσπάθεια που καταβάλλαν να με φτάσουν. Θυμωμένοι οι συνάδελφοί μου γιατί βρίσκονταν τόσο πίσω από μένα, τ6ον φτωχό και άσχημο, με το τρισκακόμοιρο ύφος, διπλασίασαν τις προσπάθειές τους να με φτάσουν, να με προσπεράσουν και να μου φράξουν τον δρόμο. Ακουα ξωπίσω  μου αγριοφωνάρες, κλωτσιες, τριξιμο των δοντιών. Δύο φορές μ' έφτασε και κόνταψε να με ξεπεράσει ο γάιδαρος του Ζαννό. Θα ΄πρεπ να χρησιμοοιήσω κι εγώ τα ίδια μέσα τα δικά του, που είχε βάλει σ' ενέργεια, για να ξεπεράσω τους υπόλοιπους, περιφρονούσα, όμως, τους ανάξιους για μένα και την αξιοπρέπειά μου αυτούς τρόπους. Παρόλα αυτά, έβλεπα πως θα 'πρεπε να σφιχτώ για να νικήσω. Με αστραπιαία πραγματικά ορμή ξεπέρασα τον αντίπαλό μου, ακριβώς τη στογμή που μου άρπαζε με τα δόντια του τη ουρα. Ο πόνος που έμιωσα παρολίγο να με ρόξει κάτω. Το φιλότομο, όμως, μου δωσε θάρρος κι έτσι αποσπάστηκα από τα δόντια του, αφήνοντας ανάμεσά τους ένα κομμάτι από την ουρά μου. Η επιθυμία μου να τον εκδικηθώ μου δωσε φτερά. Έτρεξα γι αυτό με τόση ορμή τον υπόλοιπο δρόμο μου, που όχι μόνο έφτασα στο τέρμα πρώτος, μα και άφησα πολύ πίσω όλους τους αντιπάλους μου... Ήμουν εξαντλημένος, λαχανιασμένος, μα κι ευτυχισμένος, γιατί είχα θριαμβεύσει. Άκουα μ' ευχαρίστηση τα χειροκροτήματα των χιλιάδων θεατών, που ήταν παραταγνμένοι κι από τις δύο πλευρές του λιβαδιού. Επήρα ύφος νικη΄τη και πλησίασα την έδρα του δημάρχου, που θα εδινε το βραβείο. Η καλή κυρούλα Τρανσέ προχώρησε προς το μέρος μου, με χάιδεψε και μ' υποσχέθηκε μια καλή μερίδα βρώμη. Σήκωνε κιόλας το χέρι για να πάρει το ρολόι και τα χρήματα που της έδιμε ο δήμαρχος, όταν ξαφνικά ο Ανσρέας με το Ζαννό φάνηκαν τρεχάτοι φωνάζοντας:
 -Σταθείτε, κύριε δήμαρχε, σταθείτε. Δεν είναι δίκαιο αυτό που κάνετε! κανένας μας δεν γνωρίζει αυτον τον γάιδαρο. Ανήκει τόσο στην γριά Τρανσέ όσο και στον πρώτο τυχόντα. Δεν μας πηγαίνει το παιχνίδι και δε λογαριάζεται το τράξιμο του γαιδάρου αυτού. Ο δικός μου ο γάιδαρος είναι που ήρθε πρώτος με το γαίδαρο του Ζαννό. Γι αυτό και το ρολλόι μαζι με το σακούλι πρέπει να το δώστε σε μας.
 - Έβαλε, ή δεν έβαλε  η γιαγιά τρανσέ το τίμημα της συμμετοχής της στο σακούλι; ρώτησε ο δήμαρχος.
 -Μάλιστα, κύριε δήμαρχε,αλλά...
 -Μήπως, την ώρα που επρόκειτο να ξεκινήσουν οι γαιδάροι διαμαρτυρηθήκατε;
 -Όχι, κύριε δήμαρχε, αλλά...
 -Τότε, ο γάιδαρος της γιαγιάς Τρανσέ έχει κερδίσει το ρολόι και το σακούλι.
 -Κύριε δήμαρχε, συγκαλέστε αμέσως το δημοτικό συμβούλιο, να κρίνει πάνω στην υπόθεση τούτη. Μόνο σας δεν το έχετε το δικαίωμα αυτό.
 Ο δήρχος φάνηκε αναποφάσιστος. Σαν είδα πως δίσταζε, άρπαξα απότομα με τα δόντια μου το ρολόι και τη σακούλα και τα βαλα στα χέρια της γιαγιάς τρανσέ, που περίμενε ανήσυχη και τράμοντας την απόαση του δημάρχου. 

 Η έξυπνη τούτη πράξη μου, έκανε τον κόσμο να ξεσπάσει στη αρχή σε γέλια κι ύστερα σε χειροκροτήματα και ζητοκραυγές προς την κατέυθυνσή μας. 
 -Το ζήτημα λύθηκε από τον ίδιο τον νικητή προς όφελος της γιαγιάς Τρανσέ, είπε ο δήμαρχος γελώντας. Κύριοι δημοτικοί σύμβουλοι, ελάτε τώρα να συζητήσουμε μαζί αν είχα εγώ δίκιο, ν' αφήσω ένα γάιδαρο ν' αποδώσει τη δικαιοσύνη. Φίλοι μου, ειπε, κοιτάζονατας πονηρά  τον Ανδρέα και  τον Ζαννό. Νομίζω πως ο περισσότερο γάιδαρος απ όλους μας δεν είναι εκείνος που μας κουβάλησε εδώ η γιαγιά Τρανσέ. 
 -Μπράβο, κύρια δήμαρχε, μπράβο του φώναζαν απ όλες τις μεριές.
 Ο κόσμος γελούσε πια με την καρδιά του, εκτός απ τον Ανδρέ και το ζΖαννό, που φεύγοντας δείχναν από μακρία τις γροθιές τους.
 Μα κι εγώ, ήμουν άραγε ευτυχισμένος; Όχι! Γιατί η περηφάνια μου επαναστατούσε.  Έβρισκα πως ο δήμαρχος αυθαδίασε απέναντί μου, νομίζοντας πως πρόσβελνε τους εχθρούς μου με το να τους χαρακτηρίσει γάιδαρους. Αυτό ήταν αχαριστία και αναξιότης. Εγώ είχα δέιξει θάρρος, μετριφροσύνη, υπομονή, νοημοσύνη και να ποια ήταν η ανταμοιβή μου! Αφού με πρόσβαλλαν για καλά, μ εγκατέλειψαν κιόλας. Ως κι αυτή η γρια Τρανσέ μου πήρα το ρολόι κι 135 φράγκα, λησμόνησε τον ευεργέτη της και δεν σκέφτηκε ούτε και την υπόσχεσή της να μ' ανταμοίψει με μια καλή μερίδα βρώμη. Έφυγε, λοιπόν, κι αυτή μαζί μ' εκείνον όλον τον κόσμο, χωρίς να σκεφτεί να μου δώσει τίποτε, μια που την είχα κάνει να κερδίσει.    

7 σχόλια:

  1. .. περίπτωση μεγάλη, αυτος ο Καντισον!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @ γεια σου Ηλία.
    συμφωνώ απολύτως! μ' αρέσει κι εμένα τρομερά.
    καλό απόγευμα!!
    πω πω βαριέμαι να κάνω καφέ, πάω στα πέριξ, χι χι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Βρε. βρε, γατούληδες που μαζεύτηκαν! Τι να λέει ο γαΙδαράκος γι αυτό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλησπέρα από μια γαιδούρα, που της αρέσει να περιφέρεται στα πέριξ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @ Christina Christinaki
    καλοί οι γατούληδες, δε λέω!!
    καλό βράδυ. πάω να φάω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @ theodosia
    υπέροχη η ανάρτηση του μπλογκ σας.-
    μουτς

    ΑπάντησηΔιαγραφή